Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

3784 - Λόγοι Αθωνιτών πατέρων: Λόγος περί Οσιακού τέλους

3784 - Λόγοι Αθωνιτών πατέρων: Λόγος περί Οσιακού τέλους





40.  Πρώην εγγονός του αείμνηστου ησυχαστού Χαρίτωνος υπήρξε και ο Χαρίτων μοναχός, ο Καυσοκαλυβίτης. Ακολούθησε τα ευλογημένα ίχνη του παππού του και επιδόθηκε στην άθληση και τα κατορθώματα της ασκήσεως, νέος όταν ήταν ακόμη. Πολλές φορές έπεφτε σε έκσταση ενώ έτρωγε. Αδιάκοπη νίψη και αδιάλειπτος προσευχή ήταν η ζωή του. Και ο θάνατος του οσιακός και αυτός. Έπεσε κατάκοιτος στο κρεβάτι και στα τελευταία του έβλεπε ουράνια οπτασία. Πάτερ Αθανάσιε, έλεγε στον παραδελφό του, κοίταξε. Που βρέθηκαν τόσο μικρά ολόλευκα παιδάκια; Ω, τι ωραία, κοίτα. Κρατούν λουλούδια στα χεράκια τους. Σε ευχαριστώ Θεέ μου, που με αξίωσες να δω τους αγγέλους σου.
41.  Ο Λαυριώτης γέρων Θεόφιλος φρόντισε για τα μνημόσυνά του και είχε δώσει χρήματα για τα επιμνημόσυνα έξοδα. Προ του θανάτου του μοίρασε όλα τα προσωπικά του είδη στους αδελφούς και πατέρας.
42.  Ένας καλός και ενάρετος ιερομόναχος της ιερά μονής του αγίου Παύλου, απεβίωσε, βρισκόμενος έξω την Μονής σε ένα βραχάκι καθισμένος και ευλογών με το δεξί του χέρι.
Γέρων Αββακούμ
  
  43.  «Χριστέ μου, το μέγα Σου έλεος» Αυτοί ήταν οι τελευταίοι λόγοι του γέροντος Αββακούμ του ανυπόδητου, με τους οποίους λόγους και εκοιμήθη με ειρήνη.
  
  44.  Ένας μοναχός ρώτησε ένα άλλο γέροντα, ηλικίας άνω των 100 χρονών. Τώρα που θα φύγεις από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο τι αισθάνεσαι; Αισθάνομαι τόσο χαρούμενος και ειρηνικός σαν να πηγαίνω σε γάμο είπε.
  
  45.  Ένας μοναχός εκοιμήθη επικαλούμενος τις τελευταίες στιγμές του βίου του το Πανάγιο Πνεύμα, λέγων  το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το είπε τρεις φορές και ξεψύχησε.
Ερημίτης Φιλάρετος
  
  46.  Οσιακή η ζωή, οσιακό και το τέλος του ερημίτου Φιλάρετου φίλου της αρετής και της ερήμου. Λίγο πριν κοιμήθη, κάλεσε δυο αδελφούς των Δανιηλαίων, Δανιήλ και Ακάκιο και αφού τους είπε πολλά περί της νοεράς προσευχης και την μοναχικής πολιτείας, κατόπιν σηκώθηκε όρθιος και παρακάλεσε να του ψάλουν τον εθνικό ύμνο του Άθωνος, δηλαδή το «Άξιον εστίν». Στάθηκε προσοχή και άκουσε ευφραινόμενος και με δάκρυα ως συνήθως. Μετα τους αγκάλιασε τους ησπάσθη με το εν Χριστώ ασπασμό και τους είπε. Αδέλφια μου, αγγελούδια της Παναγίας, δεν πρόκειται να σας ξαναδώ με τα μάτια του σώματος μου, γιατί με κάλεσε ο Κύριος, με την πρεσβεία της Παναγίας και των αγιορειτών Πατέρων, να με πάρει στα ουράνια θεία Σκηνώματα. Την άλλη μέρα που τον επισκέφτηκαν να τον δουν και να λάβουν την ευχή του, είχε σχηματιστεί μόνος του με σταυρωμένα τα χέρια; Πάνω στο ξύλινο κρεβατάκι του με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται τον φυσικό ύπνο.
47.  Όταν ο ενάρετος και ο υπαίθριος ασκητής Πέτρος προαισθάνθηκε το τέλος του, πήγε και αποχαιρέτησε τους πατέρες και αδελφούς της ερήμου. Δεν θα ξαναϊδωθούμε έλεγε στο γέροντα Γεράσιμο τον Υμνογράφο. Ήταν παραμονή του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου όταν επέστρεψε στην σπηλιά, όπου υπάρχει και ναός προς τιμή του αγίου. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι ερημίτες για το πανηγύρι. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Ευχήθηκαν οι πατέρες και οι αδελφοί για την γιορτή του καλό παράδεισο γέρο – Πέτρο με το ασκητικό κέρασμα, είπε το «αμήν» και εκοιμήθει με ειρήνη. Λίγες μέρες πριν είχε μεταβεί στις Καρυές , χαιρέτισε τους πάντες, έδωσε το εργόχειρων του για να εξασφαλίσει χρήματα για τα έξοδα της κηδείας και για σαρανταλείτουργο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α/ Ο ΠΑΤΗΡ ΠΑΙΣΙΟΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ
Β/ ΑΘΩΝΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ . ΆΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Γ/ ΌΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ένα περιστατικό από το βίο του γνωστού Αγιορείτη Χατζηγιώργη:

Ένα περιστατικό από το βίο του γνωστού Αγιορείτη Χατζηγιώργη:


Ο Χατζηγιώργης επαρουσίαζε ως δόκιμος ποικίλα χαρίσματα. Η Χάρις του Θεού τον είχε επισκεφθεί εις πρώϊμον ηλικίαν.
Κάποτε, ενώ προσηύχοντο όλοι εις την καλύβην των, ποιούντες τον «κανόνα» των, ξημερώματα, εν καιρώ χειμώνος, ήκουσεν την φωνήν του Γέροντός του να λέγει: «Καλογέρια μου σώστε με». Έτρεξε και το είπε εις τον μεγαλύτερον παραδελφόν του, αλλά εκείνος, δυστυχώς, τον εμάλλωσε:
- Άντε πήγαινε, πλανεμένε, κάνε τον κανόνα σου. Και μη δίνεις σημασία…
Έκανε υπακοήν ο δόκιμος τότε Γαβριήλ (και μετέπειτα Χατζηγιώργης). Δια δευτέραν φοράν όμως ακούει σπαρακτικήν την φωνήν του Γέροντός του, να λέγει: «Καλογέρια μουσώστε με. Βρίσκομαι κοντά στον Σταυρό που είναι στον Ζυγό, πριν την Κερασιά και κινδυνεύω.Βοηθήστε με».
Πηγαίνει στον παραδελφόν του και του λέγει:
- Ο Γέροντάς μας κινδυνεύει και βρίσκεται ψηλά στον Σταυρό.
Εκείνος τον εμάλλωσε πολύ.
Τόσο πλανεμένος είσαι; Ακούς την φωνή του Γέροντος από τον Σταυρό, που απέχει δύο ώρες δρόμον; Τότε ο Γαβριήλ τον παρεκάλεσε.
Κάνε, πάτερ μου, ένα «σταυρωτό» κομποσχοίνι και δώσε προσοχή και θα δεις.
Πράγματι. Μόλις ήρχισε κι εκείνος να προσεύχεται λέγοντας την «ευχή» και έκανε ένα- δύο σταυρούς ήκουσε την απεγνωσμένην φωνήν του Γέροντος.
Αμέσως ετύλιξαν βέργες με σχοινιά γύρω από τα πόδια των, ώστε να μη βουλιάξουν
μέσα εις τα χιόνια, και εξεκίνησαν. Έκαναν περίπου μισήν ημέραν δια να φθάσουν από τα Καυσοκαλύβια μέχρι τον Σταυρόν. Το χιόνι είχε υπερβεί το μέτρον εις πολλά σημεία.
Ο Γέροντας των παπα-Νεόφυτος, ερχόμενος από την Αγίαν Άνναν προς την Κερασιάν, είχεν αποκάμει από την κούρασιν. Εβούλιαξε μέσα εις το χιόνι και δεν ηδύνατο να κινηθή. Όταν έφθασαν τα καλογέρια του ήτο παραχωμένος εις τα χιόνια και μετά βίας ανέπνεεν. Τον μετέφεραν κάτω εις την Κερασιάν, προσφέροντες εις αυτόν τας πρώτας βοηθείας, και εν συνεχεία εις τα Καυσοκαλύβια. Είναι γεγονός ότι εκείνο που έσωσε τον παπά-Νεόφυτον ήτο η προσευχή του Γαβριήλ (Χατζηγιώργη). (σελ.429)
ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ, ΕΚΔΟΣΙΣ Β
Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ AΓ. ΓPHΓΟPIOY ΠΑΛΑΜΑ, ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1991
 

ΣΗΜΕΙΟΝ ΘΕΟΥ ΓΕΡΩΝ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ Ο ΑΓΑΘΩΝΙΤΗΣ

Σημείον Θεού – Γέρων Bησσαρίων ο Αγαθωνίτης

Σημείον Θεού – Γέρων Bησσαρίων

ο Αγαθωνίτης (1)

1visarion
Σημείο διαφωνιών και αντικρούσεων αποτέλεσε ο Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης († 22 Ιανουαρίου 1991), του οποίου το σκήνωμα βρέθηκε άφθαρτο κατά την ανακομιδή του λειψάνου του, δεκαπέντε χρόνια μετά την κοίμησή του. Ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Αγάθωνος, ο οποίος γνώριζε από τα μαθητικά του χρόνια τον Γέροντα Βησσαρίωνα καταθέτει την μαρτυρία του για την προσωπικότητα του Γέροντα.
του Αρχιμ. Δαμασκηνού Ζαχαράκη
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Αγάθωνος
Τον π. Βησσαρίωνα γνώριζα από τα μαθητικά μου χρόνια και από τότε ήταν ο πνευματικός μου. Αργότερα τον έζησα στην διάρκεια είκοσι ολόκληρων χρόνων πνευματικής σπουδής στην Μονή Αγάθωνος. Στα χέρια του πλαστουργήθηκε η μοναχική μου συνείδηση.
Βρισκόμουν παράλληλα και στα χέρια του γέροντα Γερμανού Δημάκου, προηγουμένου της Μονής Αγάθωνος, την οποία ως ηγούμενος διακόνησε πενήντα ένα χρόνια – μία άλλη σπουδαία πνευματική και μοναστική προσωπικότητα της Εκκλησίας μας. Κι ακόμα μνημονεύω έναν απλό παππούλη, τον … γερο-Ιερεμία, πού κι εκείνος με βοήθησε πνευματικά και μου πρόσφερε πολλά με την μειλίχια και πρόσχαρη στοργή του. Σε αυτούς τους τρεις Γέροντες οφείλω την εις Χριστόν παιδαγωγία μου στα νάματα του αυθεντικού ορθοδόξου μοναχισμού. Μιλώντας, λοιπόν, για τον π. Βησσαρίωνα, μετά λόγου γνώσεως και σεβασμού μιλώ. Τα πρώτα του γράμματα ο π. Βησσαρίων τα έμαθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Πεταλίδι Μεσσηνίας. Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο· βλέπετε, την εποχή εκείνη ήταν δύσκολα τα πράγματα. Όμως δεν περιορίστηκε μόνον στις γνώσεις του Σχολαρχείου. Η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον π. Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.
Στην Καρδίτσα αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας· έτρεχε στις ανάγκες του κόσμου· εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας, το αγάπησε, το έκανε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του και μέσα σ’ αυτό το έργο ανάλωσε όλη τη ζωή του, σε σημείο πού ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν πεθάνει, να ρωτάει απ’ το κρεββάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, για τους φτωχούς, για τα πράγματα της κοινωνίας και της Εκκλησίας.
Ανέλαβε πολλές, διάφορες και δύσκολες αποστολές· έπαιξε σημαντικό ρόλο στην γερμανική Κατοχή· ενώ αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες κι έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά πού είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.
Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο, ο π. Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη αρχιμανδρίτης με πολύχρονη ασκητική βιοτή και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στη Μονή Αγάθωνος μετά το 1955, επηρεασμένος από τον επίσης πελοποννήσιο π. Γερμανό, πού καταγόταν από το Αγριδάκι Γορτυνίας. Φαίνεται πώς ήταν από τον Θεό ευλογημένη η Μονή Αγάθωνος να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· όσο ζούσε ο γέροντας Γερμανός, καυχιόταν πώς στις τάξεις του μοναστηριού του προσμετρούσε τον π. Βησσαρίωνα, αυτόν τον ασκητικό και πνευματικό άνθρωπο. Σήμερα, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, φαίνεται η μεγάλη τιμή και καταξίωση πού επιφύλαξε ο δωρεοδότης Κύριός μας και ακριβοδίκαιος Πατέρας μας στο άξιο τέκνο του, να το συμπεριλάβει και να το κατατάξει στη χορεία των Αγίων του· γεγονός το οποίο εμείς πού τον αγαπούσαμε και τον σεβόμασταν, πιστεύαμε ότι θα συμβεί…
Πηγή: Περιοδικό “Εκ βαθέων” Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου Γιαννιτσών
Τεύχος 8, Μάιος 2005

Σημείο Θεού –

Γέρων Bησσαρίων ο Αγαθωνίτης (2)

visarion-panagia
Στην υπηρεσία του «πλησίον»
Εδώ ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του μοναστηριού. Είχε εσωτερική υπηρεσία μέσα στο μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε μέσα στο μοναστήρι. Τη Δευτέρα και την Τρίτη απαρέγκλιτα πήγαινε στα νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Είμαι βέβαιος ότι η χαρισματική προσωπικότητά του, η αγάπη του για τον άνθρωπο και ο γλυκύς και απλός τρόπος του … σίγουρα κατάφερναν να ετοιμάζουν εκείνες τις πονεμένες ψυχές· και όσοι έφευγαν για τον ουρανό, έφευγαν με το «εισιτήριο» στο χέρι για τον Παράδεισο. Τον άλλο καιρό καθόταν εδώ στο μοναστήρι, σαν λαμπάδα αναμμένη μπροστά στην εκκλησία· καλοδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο· και γνώριζε τους περισσότερους με το όνομά τους, αλλά και τις ανάγκες τους και τα προβλήματά τους.
Πολλές φορές τον έβλεπα να φτιάχνει καφέδες και να τους πηγαίνει μόνος του στους προσκυνητές κι επισκέπτες. Τί τους έλεγε εκεί μυστικά, ο Θεός ξέρει και αυτοί πού τον άκουγαν. Ένα είναι σίγουρο, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν φορτωμένοι με πόνο και βάσανα και άγχος, αλλά έφευγαν ανακουφισμένοι από τον γέροντα. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Τον π. Βησσαρίωνα τον εμπιστεύονταν πολλοί άνθρωποι και του έφερναν πράγματα και χρήματα κι ο παππούλης με την διάκριση πού τον χαρακτήριζε τα διέθετε στη φτώχεια, στην ανακούφιση των αναγκεμένων. Ήξερε τί συμβαίνει σε κάθε σπίτι μέσα στη Φθιώτιδα. Δεν τον ενδιέφεραν τα σαλόνια και τα ψηλά σκαλοπάτια· ήταν ο παπάς, ο καλόγερος, ο άγιος των πτωχών. Τίποτε άλλο δεν συγκινούσε την ψυχή του περισσότερο από τη φτώχεια, πού η διακονία της τον ανάπαυε.
«Παιδί μου, έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε», μου έλεγε.  Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το μοναστήρι με την ευχή του γέροντα Γερμανού κι έφτανε από τη μίαν άκρη του Νομού Φθιώτιδας στην άλλη. Δεν θα φανεί υπερβολικό αν πώ ότι πήγαινε σε όλα τα σπίτια του χωριού πού επισκεπτόταν. Κι όλοι δέχονταν με περισσή χαρά τον π. Βησσαρίωνα· κανένας δεν του έκλεινε την πόρτα. Πολλές φορές κοιμόταν και στα σπίτια τους. Και σήμερα οι άνθρωποι αυτοί, καθώς ακούν τα θαυμαστά πού συμβαίνουν στον άγιο γέροντά μας, έρχονται και ομολογούν ότι κάποτε κοιμήθηκε στο σπίτι τους, κι αυτό το θεωρούν μεγάλη ευλογία.
«Ξέρετε, πάτερ, έχουμε φωτογραφία στο σπίτι μας τον π. Βησσαρίωνα. Αυτός μεγάλωσε τα παιδιά μου, αυτός τα συγκράτησε στον δρόμο του Χριστού», μου λέγει ο ένας.
«Αν έχω παιδιά να στέκουν κάπως σωστά και όμορφα μέσα στην κοινωνία, το χρωστάω στον π. Βησσαρίωνα», μου λέγει ο άλλος.
Και δεν είναι ένας και δύο εκείνοι πού μου τα λέγουν αυτά, είναι πολλοί, πάρα πολλοί.  Η περιοδεία του περιελάμβανε κατ’ αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία με αδημονία τον ανέμεναν. Είχαν πάει κι άλλοι πνευματικοί στα χωριά τους, μα ο κόσμος δεν ανταποκρινόταν· κι εκείνοι κατηγορούσαν για αδιαφορία τους χωριανούς ή τον παπά, ότι δήθεν δεν τους προετοίμαζε σωστά. Η προσωπικότητα του π. Βησσαρίωνα ήταν σαγηνευτική. Όλοι τον εμπιστεύονταν και όλοι τον περίμεναν.
visarion-stavros
Χαρισματικός εξομολόγος
Όταν λειτουργούσε ο π. Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο τον σεβασμό και όλη την ιεροπρέπεια πού αρμόζει. Παρ’ ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά -ύστερα από ένα περιστατικό με τους Γερμανούς η φωνή του ήταν φθίνουσα-  δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πώς «ό δέ έχω (Κύριε) τούτο Σοί δίδωμι» (Πρ. γ΄, 6). Κι έδωκε πολλά στον Κύριο, περισσότερα απ’ όσα μπορούσε.
Με συμβουλές πού η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού· και δεν θα ήταν άστοχο να τον χαρακτηρίσω … Μέγα Εξομολόγο. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του· ήταν συμπαθητικός κι αυτό προσήλκυε τους πιστούς, τους έφερνε κοντά του. Εκείνος γνώριζε αυτό το χάρισμά του και το «εκμεταλλευόταν», για την ωφέλειά τους. Πολλά παιδάκια, ακούγοντας τη φωνή του, πήγαιναν από περιέργεια κοντά του. Έκεινος άνοιγε την αγκαλιά του, τα χάϊδευε στο κεφαλάκι τους και αυτά αμέσως ηρεμούσαν και ημέρευαν κοντά του· γίνονταν φίλοι μαζί του.
Ο π. Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγίας στα χωριά, όπως συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια, όπου με λαχτάρα την περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί· τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς κι εκείνοι του έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο π. Βησσαρίων τα μοίραζε σε δύο «σακκιά». Ένα σακκί έφερνε στο μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Ό,τι περιείχε το άλλο σακκί τα μοίραζε απ’ ευθείας στους φτωχούς. Γνώριζε ποιές ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και σε τί, και αναλόγως έκανε την διανομή.
Έτσι πέρασε τη ζωή του ο π. Βησσαρίων. Νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν! Ο ποιμήν πού όντως θυσίασε την ζωή του υπέρ των προβάτων. Ο π. Βησσαρίων έτρεχε για το απολωλός πρόβατο. Έφτανε μ’ ένα τηλεφώνημα να του πούν ότι μία γυναίκα στον Δομοκό είναι άσχημα κι ότι μπορεί να πεθάνει και ζητά να εξομολογηθεί. Ανευ άλλης συζητήσεως σηκωνόταν, έπαιρνε μία τσάντα πού είχε, έβγαινε πάνω στον δρόμο, έκανε ωτοστόπ και πήγαινε! Πόσοι δεν έχουν δεί τον γέροντα στους δρόμους να περπατάει με μία τσάντα μέσα στο λιοπύρι, στο κρύο και στη βροχή. Έπαιρνε ως ιερέας μισθό και ποτέ μισθό δεν κρατούσε στα χέρια του! Αμέσως τον μοίραζε. Τον μοίραζε όλον, ούτε για τα εισιτήριά του δεν κρατούσε.
Ερχόταν στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας, όταν εγώ ήμουν εκεί μαθητής και όπου τον πρωτογνώρισα, και εξομολογούσε τα παιδιά. Αυτός ήταν ο πρώτος μας πνευματικός. Είχα την ευλογία και την τύχη να είναι ο πνευματικός μου. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε «κάτι» τους έβαζε στο χέρι. Ξέρετε, πολλά παιδιά πήγαιναν να εξομολογηθούν για να πάρουν το χαρτζιλίκι. Ο παππούλης το γνώριζε αυτό, αλλά σιγά-σιγά τα παιδιά «γλυκαίνονταν» και στην εξομολόγηση. Έτσι έγινε απαραίτητη η εξομολόγηση στη ζωή τους. «Το τερπνόν μετά του ωφελίμου».
Αυτοί πού δεν τον γνώριζαν δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος του ανδρός!… Ας μην τους παρεξηγούμε. Δίκιο έχουν· δεν μπορούν να καταλάβουν ότι μία ψυχή θυσίασε τον εαυτό της στον άνθρωπο, αφιερώνοντάς την στον Θεό. Πηγαίνετε στα γύρω χωριά και ρωτήστε τον κόσμο να σάς πεί εάν λέγω διαφορετικά τα πράγματα απ’ ό,τι συνέβησαν· να δείτε ότι δεν θα βρεθεί κάποιος, ούτε ένας, να σάς πεί ότι δεν ήταν άγιος άνθρωπος ο π. Βησσαρίων. Κι αυτά σήμερα, εν έτει 2006. Σε μία κοινωνία πού παραπαίει, ο π. Βησσαρίων αγίασε. Ο φιλεύσπλαγχνος Πατέρας μας στέλνει πάντα ό,τι χρειαζόμαστε, την ώρα πού το χρειαζόμαστε. Θαυμαστά είναι τα έργα Σου Κύριε!…
Τί να σάς πώ, μεγάλη μορφή ο γέροντας! Σπούδασα κοντά του, αλλά δεν έχω το κουράγιο του, την θέλησή του, την δύναμή του. Τώρα ξέρω πώς αγιάζουν· το είδα στην πράξη! Μέχρι τώρα το ήξερα από τα βιβλία, καθώς διαβάζουμε στο Γεροντικό, στους βίους των Αγίων και αλλού. Μα τώρα είδα στην πράξη πώς αγιάζει ο άνθρωπος! Προσεύχομαι στον Κύριο και Θεός μας, τον γλυκύτατο Ιησού μας, να μάς αξιώσει όλους να μπούμε σ’ αυτή την ευλογημένη στράτα του γερο-Βησσαρίωνα πού θα μάς οδηγήσει στην Ουράνια Βασιλεία Του.
Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε τον Χριστό! Ο π. Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο Οποίος οικονόμησε εξαιρετικώς να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλώς, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετισθούμε, να συγκλονισθούμε· να πάθουμε όλοι αυτό πού έπαθα εγώ όταν είδα το σκήνωμά του άφθορο μέσα στο φέρετρο. Όχι μόνο δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, αλλά και σε καμμία περίπτωση δεν το περίμενα να αξιωθώ εγώ, ο μικρός και ταπεινός, να βρώ άνθρωπο έτσι. Ήξερα πώς υπάρχει ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο άγιος Σπυρίδων, αλλά δεν ήξερα πώς είναι έτσι.
gerondas-visarion Η κοίμησή του
Ο π. Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές· δεν είχε μεγάλα προβλήματα υγείας. Είχε υποβληθεί σε μία εγχείρηση νεφρού, αλλά ήταν καλά. Στα τελευταία του ήρθαν η κόπωση, τα γεράματα· έπαθε κι ένα κρυολόγημα και νοσηλεύτηκε για λίγο στο Νοσοκομείο της Λαμίας, αλλά επειδή ήταν δύσκολη η κατάστασή του, τον πήγαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», στην Αθήνα. Εκεί, παρ’ ότι τον βοήθησαν οι γιατροί, δεν μπόρεσε … ο καημένος λόγω των γηρατειών του να ξεπεράσει το πνευμονικό οίδημα· κι έτσι εν Κυρίω και με τη χάρη Του εκοιμήθη στις 22 Ιανουαρίου 1991.
Η είδηση του θανάτου του λύπησε κατάβαθα όλα τα πνευματικά παιδιά του· μάς συγκλόνισε. Εδώ στο μοναστήρι έπεσε μεγάλο πένθος. Όσον καιρό ήταν άρρωστος ο π. Βησσαρίων στην Αθήνα, ο γέροντας Γερμανός αγρυπνούσε δίπλα στο προσκέφαλό του, μέχρι πού του έκλεισε τα μάτια.
Το μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν ντυμένο στα λευκά, είχε 50-60 εκ. χιόνι· με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Όταν έφεραν τον γέροντα στο μοναστήρι, τον βάλαμε στην εκκλησία, όπου τον αφήσαμε δύο ημέρες, καθώς το επέτρεπε ο καιρός. Όλη την νύχτα και όλη την ημέρα περνούσε κόσμος πολύς να χαιρετήσει τον π. Βησσαρίωνα και να κλάψουν, όπως πιθανόν δεν θα έκλαιγαν στον πατέρα τους και την μητέρα τους. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε.
Στις 24 Ιανουαρίου εψάλη η εξόδιος ακολουθία, χοροστατούντος του μητροπολίτη Δαμασκηνού. Ολιγόλογος τότε ο δεσπότης, με δάκρυα στα μάτια είπε: «Σήμερα κηδεύουμε έναν Άγιο!…». Λόγια προφητικά. Ξέρετε, ο δεσπότης εξομολογείτο στον π. Βησσαρίωνα. Τσάκισε η φωνή του, έβαλε τα κλάματα και σταμάτησε.
Αφού λόγω του χιονιού δεν μπορούσαμε να πάμε στο κοιμητήριο για να ενταφιάσουμε τον σεπτό γέροντά μας, πρότεινα στον ηγούμενο να τον κηδεύσουμε στα βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δύο δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση· να τον πάμε στο εξομολογητήριο τιμητικά, μια και ήταν εξομολόγος. Έτσι βρέθηκε ο π. Βησσαρίων εκεί κάτω. Όλο τον καιρό πού βρισκόταν εκεί ο γέροντας, εμείς γνωρίζαμε ότι εκεί ήταν θαμμένος ένας Άγιος. Είχα γράψει κι ένα ποίημα στον τάφο του, το οποίο τον περιγράφει.
Όλα αυτά τα χρόνια κατέβαιναν εκεί κάτω πολλοί άνθρωποι για να προσκυνήσουν· βρίσκαμε μέχρι και αφιερώματα. Αυτά δείχνουν την ευσέβεια του κόσμου και σε ποιά θέση μέσα στην καρδιά τους είχαν τοποθετήσει από την πρώτη στιγμή τον π. Βησσαρίωνα. Αυτοί πού κατέβαιναν στον τάφο του προσεύχονταν και με τα αφιερώματά τους είχαν συνείδηση ότι προσφέρουν κάτι σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για ν’ αποδείξει την αγιότητά του. Πολλοί άνθρωποι μάς μίλησαν για θαυμαστές εμπειρίες και βιώματα πού είχαν στον τάφο του γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα είδαν τον π. Βησσαρίωνα στον ύπνο τους και ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένειά τους, και πολλά άλλα.
visarion
Η εκταφή του άφθαρτου λειψάνου του
Αφού είδαμε ότι ο γέροντας τιμάται στον τάφο του, αποφασίσαμε να μην κάνουμε εκταφή, αλλά να αναβαθμίσουμε λίγο τα βαπτιστήρια, να περιποιηθούμε τον χώρο και να τον διαφυλάξουμε ως τόπο προσκυνηματικό.
Όμως οι τεχνικές υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φθιώτιδος –πρός την οποίαν από επταετίας είχαμε απευθύνει αίτημα να μάς βοηθήσει, γιατί το μοναστήρι παρουσίαζε καθιζήσεις στην ανατολική πλευρά του– μάς είπαν ότι για να είναι σωστό το έργο έπρεπε να … γκρεμιστούν τα βαπτιστήρια, ώστε να γίνει η απαραίτητη στήριξη του μοναστηριού. Το κρίναμε λογικό, καθώς τα βαπτιστήρια εκ της καθιζήσεως δεν παρείχαν καμίαν ασφάλεια. Είπαμε το «ναί», αλλά εκεί είχαμε τον τάφο του παππούλη.
Κάναμε προσευχή και παρακαλέσαμε τον παππούλη να μάς επιτρέψει την εκταφή του. Έτσι, στις 3 Μαρτίου, όλοι οι αδελφοί μαζί πήγαμε κάτω, κάναμε τρισάγιο, ασπαστήκαμε τον τάφο του κι αρχίσαμε να αφαιρούμε τούβλα από την πλευρά του. Όταν έπεσαν τα πρώτα τούβλα, είδαμε ένα φέρετρο άθικτο, όπως το είχαμε βάλει. Συνέστησα προσοχή, για να μή χτυπηθεί το φέρετρο· το βγάλαμε έξω και το πήγαμε στο κοιμητήριο, ώστε να μαζέψουμε τα κόκκαλα του παππούλη. Ανοίγουμε το φέρετρο, σηκώνουμε το σάβανο και βλέπουμε το σώμα του άφθαρτο. Συγκλονιστήκαμε· γονατίσαμε κάτω, φιλήσαμε το φέρετρο και μετά το σηκώσαμε και το πήγαμε στον ναό.
Είχαμε αντιληφθεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θαυμαστό γεγονός. Κάπου το περιμέναμε κιόλας, αφού πιστεύαμε στην αγιότητά του. Αφού τον βάλαμε στον ναό, είπαμε ότι αυτό το βάρος δεν μπορούμε να το σηκώσουμε μόνοι μας και ότι πρέπει να καλέσουμε την Αγία Εκκλησία να έρθει να επιληφθεί της υποθέσεως.
Πήραμε αμέσως στο τηλέφωνο τον ποιμενάρχη μας, στον οποίον κάποτε είχα αναφέρει ότι ο παππούλης μου έλεγε πώς μπορεί και να τον βρούμε έτσι· εκείνος τότε με κοίταξε μειδιώντας, αλλά χωρίς να αντιδράσει· μου είπε μόνο πώς, αν δώ κάτι θαυμαστό, να τον ειδοποιήσω αμέσως. Ο σεβασμιώτατος υπέστη ισχυρό σόκ, όταν του ανέφερα τί είχε συμβεί, κι έφθασε αμέσως στο μοναστήρι. Προσκύνησε, συγκινήθηκε· δεν είχε ξαναδεί κι αυτός κάτι τέτοιο. Μάς έδωσε οδηγίες, έκανε κάποιες υπηρεσιακές ενέργειες και ανέλαβε πλέον εκείνος την υπόθεση. Εμείς πήραμε το σκήνωμα και το τοποθετήσαμε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος για να προστατεύεται, και έκτοτε τελούμε πλέον υπό τις εντολές της Εκκλησίας.
Ωστόσο, πώς να μή σκεφτεί κανείς ότι ο Θεός οικονόμησε την καθίζηση του μοναστηριού, και μάλιστα στη μεριά των βαπτιστηρίων, ώστε να μάς οδηγήσει στην εκταφή του π. Βησσαρίωνα και να μάς δώσει το σημείο Του με την αφθαρσία του σκηνώματός του; Αλλωστε, με κάπως παρόμοιο τρόπο –όπως θρυλλεί η παράδοσή μας-  δεν οικονόμησε την ανακάλυψη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Αγάθωνης σε σπηλιά από τον όσιο Αγάθωνα, κτίτορα και προστάτη της Μονής μας;
Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Τριαδικού Θεού μας τάραξε το πανελλήνιο, και όχι μόνον! Αυτός πού δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, έγινε παγκόσμια φωνή! Όπου θέλει ο Θεός, ενεργεί με τη χάρη Του και όλα τ’ άλλα παραμερίζουν, όπως όταν μία αχτίδα φωτός μπαίνει μές στο σκοτάδι και το διαλύει. Μέχρι και της φύσης η τάξη νικάται, όπως ψάλλουμε στην Παναγία μας. Τί ορίζουν οι νόμοι της φύσης για έναν άνθρωπο πού πεθαίνει; Σε δύο, τρία, το πολύ πέντε χρόνια, θα βρείς ένα σώμα λιωμένο, και στην χειρότερη περίπτωση θα βρείς σάρκες και κόκαλα μαζί. Αλλά ύστερα από δεκαπέντε χρόνια να βρείς το σκήνωμα ενός ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην μπορείς να του το αποσπάσεις; Σαν να θέλει να πεί σε όλους, και ιδιαιτέρως σε μάς τους ιερείς, ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και διδάσκουμε αλλότρια πράγματα· σαν να μάς λέει ότι:
«Εδώ είναι για μάς η πηγή της αληθείας του Θεού. Κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων· κατάφερε ο σατανάς να μάς πείσει να κουβεντιάζουμε για όλα τα άλλα και να μην κουβεντιάζουμε για τον Χριστό μας· περί άλλων τυρβάζουμε, αλλά ενός μόνον εστί χρεία. Ντρεπόμαστε να πούμε τις παραβολές του Κυρίου, τις θεωρούμε “φτωχές”, ότι είναι μόνον για χαμηλού επιπέδου ανθρώπους. Όμως ας αναλογιστούμε πόσες ψυχές αυτές οι παραβολές ανέβασαν στον Παράδεισο! Δεν έχουμε την απλή φρόνηση να σκεφτούμε ότι τα λόγια πού είπε ο Κύριός μας δεν αντικαθίστανται με άλλα λόγια, λόγια του κόσμου τούτου;».
Αυτό, λοιπόν, θέλει να πεί ο παππούλης μας σε όλους εμάς τους ιερείς και μοναχούς, όχι από τον τάφο του, αλλά από τις ουράνιες νομές όπου μετά των Δικαίων και Αγίων του Θεού συγκαταλέγεται, για να μάς προστατέψει, προτρέποντάς μας:
«Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πηγές της Πίστεως μας, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείσθε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι γι’ αυτά τα θέματα· εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις “νομάς σωτηρίους”, ν’ ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γή στον Ουρανό!…».

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿ ἔπιανε.( Φώτης Κόντογλου)

Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿ ἔπιανε.( Φώτης Κόντογλου)

 359743-13
Στ᾿ Ἅγιον Ὄρος πῆγα πολλὲς φορές. Τὴν πρώτη φορὰ κάθησα παραπάνω ἀπὸ δυὸ μῆνες κ᾿ ἔκανα γνωριμία μὲ πολλοὺς πατέρες καὶλαϊκούς, γιατὶ ὑπάρχουνε ἐκεῖ πέρα καὶ ἀγωγιάτες ἀρβανῖτες, παραγυιοὶ καὶ γεμιτζῆδες ποὺ φορτώνουνε κερεστὲ (ξυλεία) στὰκαράβια. Στὴ Δάφνη, ποὺ εἶναι ἡ σκάλα ποὺ πιάνουνε τὰ βαπόρια, βρισκόντανε καὶ κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ᾿ ἐκεῖ γνωρίσθηκα μὲ τρεῖςἈϊβαλιῶτες καὶ περάσαμε πολὺ ἔμορφα. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὶς Καρυές, μὰ δὲν κάθησα πολύ, γιατὶ γύρευα θάλασσα.
Πῆγα στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων μαζὶ μὲ ἕνα γέροντα ποὺ πουλοῦσε βιβλία στὶς Καρυὲς καὶ ποὺ τὸν λέγανε Ἀβέρκιον Κομβολογᾶν. Σ᾿αὐτὸ τὸ μοναστῆρι κάθησα κάμποσο. Πιὸ πολὺ μὲ τραβοῦσε ὁἀρσανᾶς, δηλαδὴ τὸ μέρος ποὺ βάζουνε τὶς βάρκες καὶ τὰ σύνεργα τῆς ψαρικῆς. Ἄφησα τὰ γένεια μου, τὰ ξέχασα ὅλα καὶ γίνηκα ψαρᾶς.Ἔτρωγα, ἔπινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζὶ μὲ τοὺς ψαρᾶδες ποὺ ἤτανε ὅλο καλόγεροι, οἱ πιὸ πολλοὶ Μπουγαζιανοί, δηλαδὴ ἀπὸτὰ μπουγάζια τῆς Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζωὴ ποὺ πέρασα! Ἰδιαίτερη φιλία ἔδεσα μὲ τρεῖς. Ὁ ἕνας ἤτανε ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, καλὴψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στὸ κάθε τί κ᾿ εἶχε καλογερέψει ἀπὸ μικρός: τὸν λέγανε Βαρθολομαῖο. Ὁ ἄλλος ἤτανεὡς σαράντα χρονῶν, ψαρᾶς ἀπὸ τὸ χωριό του, κοντόφαρδος, ἁπλός,ἥσυχος, λιγομίλητος, ἄκακος, «πτωχὸς τῷ πνεύματι», ταπεινὸς καὶτὸν λέγανε Βασίλειο. Ὁ ἄλλος ἤτανε γέρος σὰν τὸν ἅγιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζῆς καὶ τὸν λέγανε Νικάνορα. ὉΒαρθολομαῖος διάβαζε καὶ βιβλία μὲ ταξίδια θαλασσινά. Ἀνάμεσα σὲἄλλα εἶχε στὸ κελλί του καὶ τὰ δυὸ τρία βιβλία τοῦ Ἰουλίου Βέρν. Μ᾿αὐτὸν ψαρεύαμε ἀστακούς. Ἔβγαζε καὶ κοράλλια καὶ μοῦ ἔδειχνε πῶς νὰ τὰ ψαρεύω.
Ὁ ἀρσανᾶς ἤτανε ἕνα σπίτι μακρύ, χτισμένο ἀπάνω στὴ θάλασσα μέσα σ᾿ ἕναν κόρφο ποὺ τὸν ἀποσκέπαζε ἕνας κάβος καὶ γιὰκεραμίδια εἶχε μαῦρες πλάκες. Μπροστὰ εἶχε κάτι ξέρες ποὺ σκάζανε οἱ θάλασσες ὅποτε ἔπερνε βοριᾶς, κι ἀπὸ πάνω κατεβαίνανε τὰβράχια φυτρωμένα μὲ μυρσίνες, μὲ πουρνάρια καὶ κάθε ἄγριο χαμόδεντρο. Ὁ ἀρσανᾶς εἶχε πεντέξη κάβιες (κάμαρες) ἀραδιασμένες καὶ μπροστὰ εἶχε ἕνα χαγιάτι ποὺ ἀκουμποῦσε σὲ κάτι δοκάρια ἀπὸἀγριόξυλα. Ἐκεῖ μέσα κοιμόμαστε. Ἀπὸ κάτω εἶχε κάτι χαμηλὲς καμάρες καὶ μέσα στὶς καμάρες τραβούσανε τὶς βάρκες. Τὰ δίχτυα τὰἁπλώνανε ἀπάνω στὰ μπαρμάκια (κάγκελα) τοῦ χαγιατιοῦ. Ἐκεῖ ποὺκοιμόμαστε ἀκούγαμε ἀπὸ κάτω μας τὴ θάλασσα ποὺ ἔμπαινε μέσα στὶς καμάρες καὶ κυλοῦσε τὰ χαλίκια καὶ μᾶς νανούριζε. Παλιὰεἰκονίσματα ἤτανε κρεμασμένα μέσα στὸν ἀρσανᾶ κ᾿ ἔκαιγεἀκοίμητο καντήλι.
Ἄφησα ὑγεία στοὺς Ἰβηρῖτες καὶ τράβηξα μὲ τὰ πόδια καὶ πῆγα στὸμοναστῆρι τοῦ Καρακάλλου. Κ᾿ ἐκεῖ πέρασα πολὺ καλά· οἱ πατέρες μὲεἴχανε σὰν δικό τους. Αὐτὸ τὸ μοναστῆρι εἶναι κοινόβιο καὶ τότες εἴχανε ἡγούμενο ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, τὸν Κοδρᾶτο, γέροντα ἥσυχον, εἰρηνικόν, ποιμένα ἀληθινόν, ἡ καταγωγή του ἀπὸ τὰ Ἀλάτσατα. Ὁἀρσανᾶς τοῦ Καρακάλου ἤτανε ἐπίσημος, ἕνας βυζαντινὸς πύργος χτισμένος ἀπάνω σ᾿ ἕναν βράχο. Κάθησα κ᾿ ἐκειπέρα κάμποσες μέρες.Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὸ Μοναστήρι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ποὺ βρίσκουνται πολλὰ κειμήλια κ᾿ οἱ θαυμαστὲς ἁγιογραφίες τοῦ Θεοφάνη τοῦΚρητός.
«Τότε σηκώνεσαι καὶ σύ, καὶ παίρνεις καὶ τὴν ῥάβδαν,
περιπατεῖς καὶ ἔρχεσαι εἰς τὴν ἁγίαν Λαύραν.
Καὶ ἀναπαύεσαι ἐκεῖ ὅσον καιρὸν θελήσεις,
ὅσον νὰ εὕρῃς συντροφιὰν καὶ πλοῖον νὰ κινήσεις».
Ἀπὸ κεῖ λοιπὸν ἐπῆρα κ᾿ ἐγὼ τὴν ῥάβδαν καὶ τράβηξα νὰ πάγω στὰΚαψοκαλύβια. Μαζί μου ἦρθε κ᾿ ἕνας ἁπλοϊκὸς καλόγερος, ψηλὸς κιἀδύνατος, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ψωμᾶς στὸ μοναστήρι. Τὸ μονοπάτι περνᾶ ἀπὸ ἅγια κ᾿ ἔμορφα μέρη, ὡς ποὺ φτάνει ἀπάνω ἀπὸ κάτι θεόχτιστους κάβους, ποὺ κοιτάζουνε κατὰ τὴ νοτιά, στ᾿ ἀνοιχτὸπέλαγο. Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς στεριᾶς στέκεται ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου ὁ Ἄθωνας. Σ᾿ ἕνα μέρος βλέπεις τὴν ποδιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺστέκεται κοφτὴ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, σὰν νἆναι κομμένη μὲ τὸμαχαίρι, λὲς καὶ ξεκόλλησε πρὸ λίγη ὥρα ἕνα κομμάτι βουνὸ κ᾿ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Κι ἀληθινά, ὅπως μοῦ εἴπανε πιὸ ὕστερα οἱΚαψοκαλυβίτες, κόπηκε τὸ βουνὸ μιὰ μέρα στὰ 1900, κ᾿ ἔπεσε μονοκόμματο στὴ θάλασσα καὶ πλάκωσε δυὸ τρία ψαραδόσπιτα μὲκαμιὰ δεκαριὰ πατέρες. Ὁ σεισμὸς κούνησε ὅλη τὴ Μακεδονία.
Στὰ Καψοκαλύβια κάθησα πιὸ πολὺν καιρὸ ἀπὸ τ᾿ ἀλλὰ τὰμοναστήρια. Τόσο δικό τους μὲ εἴχανε οἱ πατέρες, ποὺ ὅποτε κάνανε σύναξη ἔπρεπε νὰ καθήσω κ᾿ ἐγὼ στὸ συμβούλιο ποὺ συζητούσανε «τὰ τῆς σκήτεως». Μ᾿ ἔχουνε γράψει καὶ στοὺς ἱδρυτὰς καὶ μὲμνημονεύουνε μετὰ τῆς συμβίας καὶ τῶν τέκνων. Ἰδιαίτερη φιλίαἔδεσα μὲ τὸν πάτερ Ἰσίδωρο, ποὺ μ᾿ εἶχε στὸ κελλί του. Ἄλλη φορὰἔγραψα πολλὰ γιὰ δαῦτον. Τότες ἤτανε ὡς τριανταπέντε χρονῶν κ᾿εἶχε γιὰ δόκιμο τὸν μπαρμπα-Χαραλαμπο ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο, ὡςἑβδομήντα χρονῶν, τελώνιο τῆς θάλασσας, ποὺ ἔζησε φουΐστρος στὰβαπόρια καὶ ταξίδευε ἴσαμε τὸν Κίτρινο ποταμὸ τῆς Κίνας.
Εἶχε ἔρθει μιὰ μέρα στὰ Καψοκαλύβια ἕναaς καλόγερος ἀπὸ κάποιο ψαραδόσπιτο ποὺ ἤτανε ἀνάμεσα στὸν κάβο Σμέρνα καὶ στὰΚαψοκαλύβια, καὶ τὸν φιλοξένησε ὁ πάτερ Ἰσίδωρος, καὶγνωρισθήκαμε. Τὸν λέγανε Νεῖλο, κ᾿ ἤτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας μὲπροσκάλεσε νὰ πάγω στὸ κελλί του. Σὲ δυὸ τρεῖς μέρες, πῆγα. ΣτὸὌρος βλέπει κανένας πολλὰ ἀσυνήθιστα πράγματα καὶ χτίρια, πλὴν τὸ κελλὶ τοῦ πάτερ Νείλου ἤτανε ἀπὸ τὰ πιὸ παράξενα. Σ᾿ αὐτὸ τὸμέρος κατεβαίνανε δυὸ ραχοκοκαλιὲς ἀπὸ βράχια καὶ κάνανε δυὸκάβους ποὺ τραβούσανε βαθειὰ στὴ θάλασσα, ὁ ἕνας πολὺ κοντὰστὸν ἄλλον, τόσο, ποὺ ἔλεγες πῶς τὸ νερὸ ποὺ βρισκότανε ἀνάμεσά τους ἤτανε ποτάμι κι ὄχι θάλασσα. Ἐκεῖ ποὺ ἔσμιγε ὁ ἕνας κάβος μὲτὸν ἄλλον, σηκωνόντανε δυὸ ράχες ἀπὸ βράχια κ᾿ ἤτανε τόσο κοντά, ποὺ σκοτεινιάζανε ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἂς ἔλαμπε ὁ ἥλιος τὸ καλοκαίρι.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τρύπα, ἤτανε χτισμένος ὁἀρσανᾶς τοῦ πάτερ Νείλου. Τὰ νερὰ ἤτανε ἄπατα καὶ σκοτεινὰ μέσα σὲ κεῖνο τὸ κανάλι. Τὸ σπίτι τὄχανε χτισμένο λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴθάλασσα, θεμελιωμένο στὸ βράχο, μὲ χαγιάτια καὶ μὲ καμάρες, ὅπως συνηθίζεται στὸ Ὄρος ἀπὸ τὰ παληὰ χρόνια, μὲ μαῦρες πλάκες ἀντὶγιὰ κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ἤτανε χτισμένη ἡ ἐκκλησιά, μικρή, μὲσκαλιστὸ τέμπλο καὶ μὲ ὅλα τὰ καθέκαστα. Ἀποπάνω κρεμότανε ἕνα βουνὸ δασωμένο καὶ στὴν κορφὴ εἶχε ἕνα βράχο ἀπότομο, μ᾿ ἕνα σπήλαιο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπήλαιο ἀσκήτευε πρὸ λίγα χρόνια ἕνας γέροντας ποὺ στάθηκε στὰ νιάτα του ὁπλαρχηγὸς στὴ Μακεδονία. Τώρα εἴχανε φωλιάσει ὄρνια μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τἄβλεπα ποὺπερνᾶνε βόλτες γύρω στὴ ράχη.
Ὁ Νεῖλος καὶ ἡ συνοδεία του εἴχανε δυὸ τράτες καὶ δυὸ βάρκες.Ἤτανε ἑφτὰ-ὀχτὼ νοματέοι, πέντε μεγάλοι καὶ δυὸ-τρία καλογεροπαίδια. Ὅλοι τους ἤτανε ἡλιοκαμένοι, μαῦροι σὰνἀραπάδες. Ὁ πάτερ Νεῖλος εἶχε ἀπάνω του μιὰ ἡσυχία καὶ μιὰνἁπλότητα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ τὸν ἀγαπήσεις καὶ νὰ τὸν σεβαστεῖς. Λιγόλογος, μὰ ὁλοένα ἤτανε χαμογελαστὸ τὸ πρόσωπό του, μὲ κάτι χείλια χοντρὰ σὰν τοῦ ἀράπη, μὲ μαῦρα καὶ πυκνὰ γένεια, ποὺφυτρώνανε κάτω ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ σκεπάζανε τὰ μάγουλά του. Μὲ τὴ σκούφια ποὺ φοροῦσε ἤτανε ἴδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος,ὅπως δὰ ἤτανε ὅλοι τους, φοροῦσε ἀπάνω ἕνα σκοῦρο πουκάμισο καὶ κάτω ἕνα βρακὶ ἀνατολίτικο ἴσαμε τὰ γόνατα.
Τὶς μέρες ποὺ κάθησα ἐκειπέρα, ὁ Νεῖλος κ᾿ ἕνας δόκιμος δὲν πηγαίνανε μὲ τὴν τράτα γιὰ νὰ μοῦ κρατήσουνε συντροφιά. Ἤτανε κ᾿ ἕνας γέρος, πάτερ Ἀθανάσιος, ποὺ φύλαε πάντα τὸ σπίτι. Σὰν γυρίζανε ἀπὸ τὸ ψάρεμα, βγάζανε τὰ ψάρια ἔξω κι ἀφοῦ διαλέγανε λίγα χοντρὰ γιὰ νὰ φᾶμε, κι ἄλλα γιὰ πάστωμα, τὰ ψιλὰ τὰ κάνανεἕναν σωρὸ καὶ τ᾿ ἀφήνανε νὰ σιτέψουν γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουνε. Ἀπὸ τὰχοντρὰ παστώνανε πολλοὺς ροφούς, νἄχουνε τὸ χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα καὶ σαρδέλλα, παστώνανε πολλὰ βαρέλια καὶ τὰ στέλνανε στὴ Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στὸ σωρὸ καὶπαστώνανε. Ὅλο τὸ σπίτι μύριζε μιὰ τέτοια ψαρίλα, ποὺ στὴν ἀρχὴγυρίζανε ἄνω κάτω τὰ στομάχια μου. Μὰ σιγὰ σιγὰ συνήθισα καὶ δὲν καταλάβαινα τὴν ψαρίλα σχεδὸν ὁλότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πὼς ἔτσι θὰ μυρίζανε κι ὁ Χριστὸς κ᾿ οἱ ἀπόστολοι. Οἱ ἄνθρωποι κιὅ,τι ἔπιανες, ὅλα μυρίζανε ψαρίλα. Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησιὰἔνοιωθες αὐτὴ τὴ μυρουδιά.
Τὶς ὧρες ποὺ λείπανε οἱ ἄλλοι στὸ ψάρεμα, κουβεντιάζαμε μὲ τὸν πάτερ Νεῖλο γιὰ θρησκευτικὰ καὶ γιὰ τὰ ἱστορικὰ τοῦ σπιτιοῦ του, τί φουρτοῦνες περάσανε, τί θεριόψαρα συναντήσανε, τί καΐκια βουλιάξανε ἀπὸ τότες ποὺ κάθησε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος κι ἀλλὰ λογιῶ-λογιῶν. Ἄλλη φορὰ πάλι, ἐκεῖ ποὺ καλαφάτιζε μιὰ βάρκα τραβηγμένηἔξω, ἔψελνε μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή του, κ᾿ ἔκανε τὸν δεξιὸ ψάλτη κι ἐγὼτὸν ἀριστερόν. Λέγαμε τὶς Καταβασίες τῆς Μεταμορφώσεως (γιατὶἤτανε κεῖνες οἱ μέρες τοῦ Αὐγούστου) «Χοροὶ Ἰσραὴλ ἀνίκμοις ποσί, πόντον ἐρυθρὸν καὶ ὑγρὸν βυθὸν διελάσαντες», τὰ Πασαπνοάρια μὲτὸ δοξαστικὸ «Παρέλαβεν ὁ Χριστὸς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶἸωάννην», κ᾿ ὕστερα λέγαμε ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους τὸ κοινωνικὸ«Ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα». Στὸ τέλος ὅμως ψέλναμε πάντα τὸ «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾿ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δὲν μπορῶ νὰ παραστήσω τὸπόσο συγκινημένη ἤτανε ἡ καρδιά μου σὰν ἄκουγα νὰ ψέλνει ὁψαρᾶς ὁ πάτερ Νεῖλος, ξυπόλητος, μὲ τὸ κατραμωμένο βρακί, μὲ τὰφύκια κολλημένα ἀπάνω στὰ γυμνὰ ποδάρια του, νὰ ψέλνει μὲ κείνη τὴν ἀρχαία μελωδία καὶ νὰ λέγει στίχους ἰαμβικούς, καὶ παραπέρα ν᾿ἀφρίζουνε τὰ παμπάλαια ἑλληνικὰ κύματα κι ὁ ἀγέρας νὰ βουΐζει πανηγυρικὰ ἀπάνω στὰ θεόχτιστα βράχια καὶ στὰ δέντρα!
Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿᾿ ἔπιανε τὴν Κυριακὴκαὶ τὶς ἄλλες γιορτινὲς μέρες ποὺ λειτουργοῦσε ὁ πάτερ Νεῖλος ὁψαρᾶς καὶ γινότανε ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, αὐτὸς ποὺ τὸνἔβλεπα τὶς ἄλλες μέρες ν᾿ ἁλατίζει ψάρια, νὰ καλαφατίζει βάρκες, νὰματίζει σκοινιά, νὰ γραντολογᾶ καραβόπανα, νὰ βολεύει ἄγκουρες, νὰ μπαλώνει δίχτυα, μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του! Καὶ στὴ λειτουργία γινότανε σὰν πατριάρχης, μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο, μὲ τὸ χρυσὸφελάνι, μὲ τὰ ἐπιμάνικα, μὲ τὸ ἐπιγονάτιο, καὶ δεότανε μυστικῶς μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα «ὑπὲρ τῶν τοῦ λαοῦ ἁγνοημάτων», «ὡςἐν δεδομένος τὴν τῆς ἱερατείας χάριν». Ὤ! Τί ἐξαίσια καὶ φρικτὰμυστήρια ἔχει ἡ ταπεινὴ Ὀρθοδοξία μας! Μὰ ἡ καρδιά μου δάκρυζεἀληθινὰ ἀπὸ ἅγια χαρὰ κι ἀπὸ κατάνυξη, σὰν στρώνανε γιὰ νὰ φᾶμε κ᾿ εὐλογοῦσε τὴν τράπεζα ὁ πάτερ Νεῖλος μὲ τὰ θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ἐνῶ γύρω στεκόντανε μὲ σταυρωμένα χέρια ἐκεῖνοι οἱἁπλοὶ ψαρᾶδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο μέσα σὲ κείνη τὴν καταβόθρα. Κ᾿ ἔλεγε μὲ τὴν ταπεινὴ φωνή του ὁ πάτερ Νεῖλος: «Χριστὲ ὁ Θεός, εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν τῶν δούλων σου, ὅτι ἅγιος εἶ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἐνῶ μᾶς ἀπόσκιαζε ἡ πλώρη τοῦ τρεχαντηριοῦκ᾿ ἡ ἁρμύρα ἐρχότανε ἀπὸ τὸ βουερὸ τὸ πέλαγο.
Φώτη Κόντογλου, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΟΡΟΣ (ἀπόσπασμα),
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ἔτος ΛΖ´ [1963], τ. 875, σελ. 251-255

Category Archives: ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ

Category Archives: ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ

Ο μοναχός απο το Σινά και το θαύμα στην Θεία Λειτουργία

images

Αφηγήθηκαν κάποτε οι πατέρες για έναν αδελφό ότι «Όταν μια Κυριακή γινόταν ακολουθία ξεκίνησε να έλθει στην εκκλησία σύμφωνα με τη συνήθεια αλλά τον κορόιδεψε ό διάβολος λέγοντας του- « Πηγαίνεις στην εκκλησία για να μεταλάβεις άρτο και οίνο και για να σου πουν ότι αυτά είναι σώμα και αίμα Χριστού; Μην κοροϊδεύεσαι ». Ό αδελφός υπάκουσε στον λογισμό του και δεν πήγε σύμφωνα με την συνήθεια στην εκκλησία, ενώ οι αδελφοί του τον περίμεναν γιατί έτσι είναι ή συνήθεια σε κείνη την έρημο, να μην τελούν την ακολουθία μέχρις ότου έλθουν όλοι. Αφού τον περίμεναν αρκετά και κείνος δεν ερχόταν, μερικοί απ’ αυτούς πήγαν στο κελί του σκεπτόμενοι- « Μήπως είναι άρρωστος ή πέθανε ό αδελφός;».
Όταν ήλθαν στο κελί τον ρωτούσαν « Γιατί αδελφέ δεν ήλθες στην εκκλησία; «. Αυτός ντρεπόταν να τους απαντήσει. Όταν όμως αντιλήφτηκαν το φαύλο τέχνασμα του διαβόλου, οι αδελφοί τον υποχρέωσαν να τούς ομολογήσει την επιβουλή του διαβόλου. Αυτός τούς απάντησε• « Συγχωρήστε με, αδελφοί, γιατί ενώ ξεκινούσα όπως πάντα να έλθω στην εκκλησία, ό λογισμός μου, μου λέγει ότι δεν είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού αυτό πού πας να μεταλάβεις, άλλ’ είναι απλώς άρτος και οίνος.
Αν λοιπόν θέλετε να έλθω μαζί σας, διορθώστε μου τον λογισμό για τη θεία λειτουργία «. Αυτοί του είπαν «Σήκω, έλα μαζί μας και θα παρακαλέσουμε τον Θεό να σου δείξει ζωντανά την θεϊκή δύναμη». Αυτός πήγε στην εκκλησία και εκεί αφού ικέτευσαν πάρα πολύ τον Θεό για τον αδελφό, δηλαδή να του αποκαλυφθεί ή δύναμη των μυστηρίων, άρχισαν αμέσως τη θεία λειτουργία, αφού τοποθέτησαν τον αδελφό στη μέση της εκκλησίας, ενώ αυτός ως την απόλυση δεν σταμάτησε να βρέχει με τα δάκρυα του το πρόσωπο του.
Μετά το τέλος της λειτουργίας παρακάλεσαν οι πατέρες τον αδελφό να τούς απαντήσει- «Πες μας αν σου έδειξε κάτι ό Θεός για να ωφεληθούμε και μείς». Αυτός κλαίγοντας άρχισε να λέγει- «Όταν τέλειωσε ό κανόνας της ψαλμωδίας και αναγνώστηκε ή διδαχή των αποστόλων και ετοιμάστηκε ό διάκονος να αναγνώσει το ευαγγέλιο, τότε είδα να ανοίγει ή στέγη της εκκλησίας και να φαίνεται ό ουρανός και κάθε λόγος του αγίου ευαγγελίου να γίνεται φωτιά μέχρι τον ουρανό. Όταν τελείωσε ή ανάγνωση του ευαγγελίου, ήλθαν οι κληρικοί από το διακονικό κρατώντας την μετάληψη των αγίων μυστηρίων.
Τότε είδα να ανοίγουν οι ουρανοί και να κατεβαίνει φωτιά και μαζί της ένα πλήθος αγγέλων και αρχαγγέλων και πάνω απ’ αυτούς δύο πρόσωπα ενάρετα των οποίων την ομορφιά δεν μπορώ να περιγράψω — γιατί ή φεγγοβολή τους ήταν σαν αστραπή — και ανάμεσα τους υπήρχε ένα μικρό παιδί. Τότε οι άγγελοι παρατάχτηκαν γύρω από την αγία Τράπεζα και το παιδί βρισκόταν ανάμεσα τους. Όταν τελείωσαν οι θεϊκές ευχές και άρχισαν οι κληρικοί να τεμαχίζουν τούς άρτους της προθέσεως, είδα τα δύο πρόσωπα πάνω στην αγία Τράπεζα να κρατούν τα χέρια και τα πόδια του παιδιού, πού ήταν πάνω στην άγια Τράπεζα, και με το μαχαίρι πού κρατούσαν έσφαξαν το παιδί και άδειασαν το αίμα του στο Ποτήριο πού βρίσκονταν πάνω στην άγια Τράπεζα. Αφού έκοψαν σε μικρά τεμάχια το σώμα του παιδιού τα τοποθέτησαν πάνω από τούς άρτους και έγιναν και οι άρτοι σώμα. Τότε ήρθε στο μυαλό μου ό Απόστολος πού λέει- Γιατί ή δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι ό Χριστός θυσιάστηκε για χάρη μας. Όταν όμως πλησίασαν οι αδελφοί να μεταλάβουν την αγία προσφορά, τους προσφέρονταν ζωντανό σώμα.
images (1)
Μόλις όμως χρησιμοποιούσαν την επίκληση αμήν γινότανε άρτος στα χέρια τους. Όταν όμως πήγα και εγώ να μεταλάβω μου δόθηκε σώμα και δεν μπορούσα να μεταλάβω. Τότε άκουσα μια φωνή στα αυτιά μου να μου λέει- Άνθρωπε γιατί δεν μεταλαβαίνεις, αυτό δεν είναι αυτό πού ζήτησες; Τότε είπα- Λυπήσου με, Κύριε, δεν μπορώ να μεταλάβω σώμα. Πάλι μου είπε Αν μπορούσε ό άνθρωπος να μεταλάβει σώμα, σώμα θα υπήρχε όπως το βρήκες. Κανείς όμως δεν μπορεί να φάγει σώμα, γι’ αυτό όρισε ό Κύριος τούς άρτους της προθέσεως.
Γιατί όπως από την αρχή ό Αδάμ με τα χέρια του Θεού έγινε σάρκα και μετά της έδωσε πνεύμα ζωής ό Θεός, κατόπιν ή σάρκα χωρίστηκε στη γη, το πνεύμα όμως παρέμεινε, έτσι και τώρα ό Χριστός προσφέρει τη σάρκα του μαζί με το άγιο Πνεύμα. Και ή σάρκα δεν είναι τέλεια στον άνθρωπο, το πνεύμα όμως εγκαθίσταται στην καρδιά. Αν λοιπόν πίστεψες, μετάλαβε αυτό πού έχεις στο χέρι σου. Και μόλις είπα- Πιστεύω Κύριε, έγινε το σώμα πού είχα στο χέρι μου άρτος. Αφού ευχαρίστησα λοιπόν τον Θεό μετέλαβα την αγία προσφορά. Όταν προχώρησε ή λειτουργία και ξαναγύρισαν οι κληρικοί είδα πάλι το μικρό παιδί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και ενώ οι κληρικοί συμμάζευαν τα δώρα, είδα πάλι τη στέγη να ανοίγει και οι θείες δυνάμεις να ανυψώνονται στον ουρανό»».
Αυτά αφού άκουσαν οι αδελφοί και αφού ένιωσαν βαθιά κατάνυξη, αναχώρησαν στα κελιά τους.
ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι .Μ. ΤΟΥ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ.
πηγή:  http://sn139w.snt139.mail.live.com/default.aspx#!/mail/InboxLight.aspx?n=259522480!n=1997336030&fid=1&fav=1&mid=7846cd62-4728-11e1-b174-00215ad9ed78&fv=1
 
Γ    Αναρτήθηκε από τον/την στο Αυγούστου 18, 2013 in ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ, ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
 

…μεταχρονολογημένες επιταγές….

yellow-shouldered-parrot-chicks-venezuela-jose-manuel-briceno.jpg
Μια φορά πήγε στον αγιορείτη όσιο Κούξα της Οδησσού μια γυναίκα έγκυος στο 4ο της παιδί για να τον παρακαλέσει να προσευχηθεί ώστε το παιδί της αυτό να γεννηθεί υγιές μια και τα τρία προηγούμενα είχαν γεννηθεί τυφλά….
Τότε ο παππούλης την κάλεσε να εξομολογηθεί αναλυτικά λέγοντας της «Για εξομολογήσου, γιατί τα παιδιά σου είναι τυφλα;;» κι εκείνη μετα απο δυο-τρεις εξομολογήσεις δεν κατάφερε να θυμηθεί κάτι που να σχετίζεται με την τυφλότητα των παιδιών της.
Τότε ο άγιος της υπενθύμισε πως όταν ήταν στην Α΄Δημοτικού μετά το τέλος κάποιου μαθήματος πήγε στο νεκροταφείο …
Εκείνη ανακάλεσε στη μνήμη της πως εκεί βρήκε σε έναν θάμνο μια φωλιά με τέσσερα νεογέννητα πουλάκια κι εκείνη πήρε μια ακίδα καλαμιού και τρύπησε τα ματάκια τους…
Τότε ο όσιος Κούξα της είπε «έλα να προσευχηθούμε τώρα στον Θεό ώστε τουλαχιστον το τέταρτο παιδία σου να βλέπει »
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ misha.pblogs.gr
Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουλίου 17, 2013 in ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ
 

Τα μάτια της μοναχής.

 
 istoria_monaxis_marias
 
 
 
῎Εκλεισαν ἁπαλά τήν πόρτα πίσω τους. Διέσχισαν τό ἥσυχο δρομάκι κι ἔστριψαν ἀριστερά γιά τόν μεγάλο δρόμο πού ἔβγαζε στήν ᾽Εκκλησία τῆς περιοχῆς τους. Δέν ἄργησαν νά φτάσουν. ῎Αναψαν τό κεράκι τους καί ἀποσύρθηκαν σέ μιά ἥσυχη καί σκοτεινή γωνιά. Σιωπηλές προσεύχονταν. ῾Η ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γιά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς δέν εἶχε ἀκόμη ξεκινήσει.
 
῎Ενιωθαν πολύ τυχερές πού σέ τόσο μικρή ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι τους βρισκόταν ὁ ναός καί μποροῦσαν νά πηγαίνουν στίς θεῖες λειτουργίες, τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές. Δέν ἦταν βέβαια λίγες καί οἱ φορές πού ἐπισκέπτονταν τόν ναό γιά νά προσφέρουν τρόφιμα, ροῦχα, χρήματα γιά τούς ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους. Οἱ ἐλεημοσύνες τους ἦταν συνεχεῖς καί εἶχαν γίνει γνωστές, παρ᾽ ὅλες τίς προσπάθειες νά τίς κρατήσουν μυστικές. ῞Οσο περισσότερο μάλιστα κρύβονταν, τόσο καί πιό πολύ τίς φανέρωνε ὁ Θεός.
 
 εικονοστάσι
Τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ἑβδομάδας τό περνοῦσαν στό σπίτι, πού τό ᾽χαν μετατρέψει σέ μοναστήρι. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη ξεκινοῦσαν τίς  προσευχές μπροστά στό εἰκονοστάσι τους καί συνέχιζαν μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος ἀνέβαινε ψηλά. Συνέχιζαν μέ τά διακονήματά τους: τό μαγείρεμα, τό καθάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, τόν ἀργαλειό γιά τά ὑφαντά τους, πού τούς ἀπέφεραν ἀρκετά γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί τίς προσφορές τους. ῾Ο κόπος τῆς ἐργασίας ἦταν μέσα στόν καθημερινό τους πρόγραμμα.  Τό ἀπόγευμα οἱ προσευχές ἔπαιρναν καί πάλι τήν θέση τους. Τό βράδυ ἐπίσης. Οἱ ἀγρυπνίες τους πολλές. Δέν ὑπῆρχε προσευχή καί ἀκολουθία πού νά μήν τήν ἔλεγαν καί νά μήν τήν ἔψελναν.
 
 ῾Οἱ μοναχές᾽, ἔλεγε ὁ κόσμος μόλις τίς ἔβλεπε, κι ἔνιωθε ἕνα δέος κι ἕναν ξεχωριστό σεβασμό στό πέρασμά τους. Δέν ἦταν λίγες μάλιστα οἱ φορές πού γυναῖκες ταλαιπωρημένες καί κακοποιημένες ἔπαιρναν τό θάρρος νά διαβοῦν τό κατώφλι τους, γιά νά βροῦν λίγη βοήθεια καί παρηγοριά.
 
 
 
῾Η μία ἦταν πράγματι μοναχή. ῾Η ἀδελφή ᾽Ιωάννα. ᾽Από νεαρή εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί  εἶχε δώσει τούς ὅρκους της στό γυναικεῖο μοναστήρι λίγο ἔξω ἀπό τήν ᾽Αλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς της πού ἔτρεφαν ὄνειρα νά τήν δοῦν ἀποκαταστημένη μέ τήν δική της οἰκογένεια, λόγω τῆς μόρφωσής της καί τῆς ἰδιαίτερης ὀμορφιᾶς της, στήν ἀρχή ἀντέδρασαν, ἀλλά γρήγορα πείστηκαν ὅτι αὐτό ἦταν πού ποθοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλα ἡ μονάκριβη θυγατέρα τους. ῎Εδωσαν τήν συγκατάθεσή τους κι ἄρχισαν κι αὐτοί νά χαίρονται τήν προκοπή της. Γιατί πράγματι πολύ γρήγορα ἡ καλόγρια κόρη τους προχώρησε πνευματικά. ῾Η ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη της τήν ἔκαναν σύντομα νά ξεχωρίσει.
 
᾽Αναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι  μετά ἀπό λίγα χρόνια. Πέθανε ὁ πατέρας της, ἀρρώστησε ἡ μάνα της. Πῆγε κοντά της νά τήν ὑπηρετεῖ. Μαζί της εἶχε καί τήν ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ τους, τήν Μαρία, μιά πολύ πιστή στόν Θεό μεσήλικη γυναίκα, τήν ὁποία βεβαίως ἀντιμετώπιζε ὄχι μόνο ὡς ἀδελφή, ἀλλά σάν τόν ἑαυτό της καί τά σπλάχνα της, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μιά ψυχή σέ δυό σώματα, πού λέγανε γιά τόν ἅγιο Βασίλειο καί τόν ἅγιο Γρηγόριο.
 
῞Οταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή μετά ἀπό κάποιο διάστημα καί ἡ μάνα της, σκέφτηκε ἡ ᾽Ιωάννα νά παραμείνει στό σπίτι καί νά τό κάνει ἡσυχαστήριο. Θά ᾽χε βοηθό καί συναγωνίστρια τήν Μαρία, πού συγκατένευσε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση. Κι ἐκείνη δέν εἶχε κανέναν στόν κόσμο. Μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης τοῦ μοναστηριοῦ πράγματι ἄρχισε ἕναν ἄλλον ἀγώνα. ῾Ησυχάστρια μέσα στόν κόσμο.
 
Ποιό καλό ἔργο ὅμως μένει ἥσυχο καί ἀνέπαφο στόν κόσμο αὐτό; Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς πού παλεύουμε μέ τά πάθη μας. Εἶναι καί ὁ Πονηρός, ὁ ὁποῖος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.
 
 
Δέν ἄργησε λοιπόν ὁ τρισκατάρατος νά φθονήσει τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους καί τό ἐλεῆμον ἔργο τους καί νά σηκώσει κουρνιαχτό, κατά τό λεγόμενο, ἐναντίον τους καί μάλιστα κατά τῆς ἀδελφῆς ᾽Ιωάννας. Τοῦ παρεχώρησε ὁ Κύριος καί ἄρχισε τά σκάνδαλά του. Καί βρῆκε ἕναν πολύ ὕπουλο τρόπο γιά νά ταράξει τήν ἥσυχη ζωή τους: προξένησε σατανικό πόθο σ᾽ ἕναν νέο γιά τήν… μοναχή.  ῾Ο νέος ἄρχισε νά τήν σκέφτεται νυχθημερόν κι ἔβαλε σκοπό του νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά, νά τήν φέρει στά δικά του νερά, νά τήν κάνει δική του.
 
Καθημερινά λοιπόν τήν ἔστηνε ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γυναικῶν. Δέν τολμοῦσαν νά βγοῦν νά πᾶνε στήν ᾽Εκκλησία, τήν μόνη ἄλλωστε ἔξοδό τους, καί τίς ἀκολουθοῦσε, λέγοντας λόγια ἀδιάντροπα στήν μοναχή, καλώντας την νά ἀνταποκριθεῖ στόν ἔρωτά του, νά ὑποταχτεῖ στόν μανιακό πόθο του.
 
 
Οἱ γυναῖκες καί πιό πολύ ἡ ἀδελφή ᾽Ιωάννα ταράχτηκαν πολύ. Εἶδαν καθαρά τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου καί μέ σιωπή καί προσευχή προσπάθησαν νά τόν ξεπεράσουν.
῾Κύριε, φώτισε τόν νεαρό καί ἀπάλλαξέ τον ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν στίς προσευχές τους.
 
Ματαίως ὅμως. ῞Οσο περνοῦσε ὁ καιρός ὁ πειρασμός σάν νά φούντωνε. Σταμάτησαν πιά νά βγαίνουν ἔξω. Τό σπίτι τους ἦταν σάν κάστρο πολιορκημένο. ῾Ο νεαρός εἶχε γίνει ἡ σκιά τους.
 
Ρίχτηκαν περισσότερο στήν προσευχή. ῾Γνώρισόν μοι, Κύριε,  ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου᾽. Σέ Σένα, Κύριε, καταφεύγουμε, πές μας τί νά κάνουμε.
 
Φωτίστηκε μιά μέρα ἡ καλόγρια. ᾽Αποφάσισε νά ἀντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τό πρόβλημα.
῾Πές στόν νεαρό νά μπεῖ μέσα στό σπίτι᾽, εἶπε στήν Μαρία. ᾽Εκείνη γούρλωσε τά μάτια της, ἀλλά ὑπάκουσε. ῾῎Ελα μέσα᾽ τοῦ εἶπε. ῾Σέ θέλει ἡ κυρά μου᾽.
 
Πέταξε ἀπό τήν χαρά του τό ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου. ῾Πέτυχα τόν σκοπό μου᾽ σκέφτηκε. ῾Θά γίνει δικιά μου᾽. Κι ἔνιωσε  τήν καρδιά του νά χτυπάει μανιασμένα.
 
 
Βρῆκε τήν μοναχή νά κάθεται στόν ἀργαλειό της. ῾Κάθισε᾽ τοῦ πρότεινε ἐκείνη. Τήν παρατηροῦσε ξαναμμένος.
 
῾Εἰλικρινά, ἀδελφέ μου᾽ εἶπε ἥσυχα καί χωρίς ταραχή ἡ μοναχή, ῾θέλω νά μοῦ πεῖς γιατί μέ στενοχωρεῖς τόσο καί δέν μ᾽ ἀφήνεις νά βγῶ οὔτε ἔξω ἀπό τό σπίτι μου!᾽
 
῎Εσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ νέος. ῾Εἰλικρινά σοῦ μιλάω κι ἐγώ, κυρία μου, ὅπως σοῦ τοῦ ἔχω ξαναπεῖ, σέ ποθῶ πάρα πολύ. Κάθε φορά μάλιστα πού σέ βλέπω γίνομαι ὁλόκληρος σάν φωτιά!᾽
 
 
Σάν νά κοκκίνησε λίγο μέ τά λόγια αὐτά, πράγμα πού τό θεώρησε πολύ θετικό ἡ ᾽Ιωάννα. ῾Κάτι καλό ἔχει μέσα του τό παλληκάρι αὐτό᾽, σκέφτηκε. ῾῾Υπάρχει μιά ντροπή πού σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματός του. Φαίνεται ὅμως ὅτι βρῆκε κάποια δίοδο μέσα του ὁ διάβολος καί τό περιπαίζει μέ τόν τρόπο αὐτόν᾽. ῾Κύριε, βοήθησε κι αὐτόν κι ἐμένα᾽ ἔστρεψε νοερά τήν σκέψη της στόν Κύριο ἡ ᾽Ιωάννα.
 
῾Καί τί καλό εἶδες σέ μένα καί μ᾽ ἀγαπᾶς τόσο;᾽ συνέχισε τήν κουβέντα ἡ μοναχή, πού ᾽νιωσε μιά ἰδιαίτερη δύναμη στήν καρδιά της.
 
Τήν φορά αὐτή ὁ νέος δέν ἔσπευσε στήν ἀπάντησή του. Πέρασαν κάποιες στιγμές καί τελικά τό ξεστόμισε. ῾Τά μάτια σου. Αὐτά μέ ἀπάτησαν καί μέ ἔκαναν νά χάσω τόν νοῦ καί τόν ὕπνο μου!᾽
 
 
῞Ο,τι ἀκολούθησε δέν περιγράφεται μέ λόγια. ῾Η ᾽Ιωάννα σηκώθηκε ὄρθια, ὕψωσε τό βλέμμα της στόν οὐρανό καί πῆρε ἤρεμα τήν σαΐτα τοῦ ἀργαλειοῦ της.
 
῾Η Μαρία παρακολουθοῦσε τήν σκηνή ἄναυδη, χωρίς νά μπορεῖ νά καταλάβει τί γίνεται κι οὔτε νά ὑποψιαστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθήσει. ῾Ο νεαρός φαινόταν νά τά ᾽χει χαμένα.
 
Μέ κινήσεις ἀποφασιστικές ἡ μοναχή, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί συναίσθηση τοῦ τί ἔκανε, εἶπε φωναχτά:  ῾Κύριε, Σύ εἶπες ὅτι ἄν ὁ ὀφθαλμός σου σέ σκανδαλίσει, βγάλε τον καί πέταξέ τον, γιατί συμφέρει νά μπεῖ κανείς χωρίς μάτια στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρά μέ μάτια καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Κύριε,  δέξου τήν θυσία μου αὐτή καί ἀπάλλαξε τόν δοῦλο σου ἀπό τόν πειρασμό του γιά μένα᾽.
 
 
῏Ηταν τά τελευταῖα λόγια πού εἶπε ἡ μάρτυρας καλόγρια πρίν γίνει ἐντελῶς ἀόμματη. Γιατί ἀμέσως μετά τά λόγια τῆς προσευχῆς ἔστρεψε τήν σαΐτα ἴσια πάνω στά μάτια της, τά τρύπησε καί τά ἔβγαλε.
 
᾽Ακούστηκε μιά κραυγή τῆς Μαρίας κι ἀμέσως ἔπεσε χάμω λιπόθυμη.
῾Ο νέος δέν μποροῦσε νά σύρει οὔτε τά βήματά του. ῎Εβλεπε κάτασπρος τό αἷμα νά χύνεται κάτω ποτάμι, τά δυό μάτια χυμένα, τήν μοναχή μ᾽ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, τήν ἄλλη γυναίκα στό πάτωμα.
 
 
Μαθεύτηκε σέ λίγο καιρό ὅτι ὁ νεαρός πῆγε σέ μία γειτονική μοναχική σκήτη κι ἔγινε καλόγερος. ᾽Αργότερα ἀκούστηκε ὅτι τά δάκρυα δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τά μάτια του κι ὅτι ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας ἀπό τήν μετάνοιά του.
πηγη.ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ.
    
Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουλίου 6, 2013 in ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ
 

Ο φονιάς καλόγερος .

oi-treis-kalogeroi-kai-o-agios-antonios-1-315x236

Μιά δυνατή γυναικεία κραυγή, στριγγλιά καλύτερα, ἔσχισε τόν ἀέρα καί πάγωσε τό αἷμα ὅλων μέσα στήν τραπεζαρία τοῦ πανδοχείου.
῾Βοήθεια, βοήθεια, τό παιδί μου κινδυνεύει, πεθαίνει. ῎Ας σώσει κάποιος τό παιδί μου᾽!
Πετάχτηκαν ὅλοι ἀλαφιασμένοι. ῎Ετρεξαν ἔξω καί τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν τούς ἄφησε ἄφωνους. ῞Ενα ἑξάχρονο περίπου παιδί βρισκόταν στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του, ἡ ὁποία κείτουνταν χάμω στό ἔδαφος, κοντά στήν φάτνη πού ἦταν ἡ τροφή τῶν ζώων, κλαίγοντας σπαρακτικά μέ ἀναφιλητά. ῾Τό παιδί μου, σῶστε τό παιδί μου᾽, ἔλεγε ξανά καί ξανά.Λίγο πιό πέρα, ἕνα μουλάρι δεμένο κοντά στήν φάτνη γυρόφερνε πανικόβλητο καί ἀνήσυχο.
῾Γιατί παιδάκι μου ἔφυγες ἀπό κοντά μου;᾽ ἔλεγε τώρα ἡ γυναίκα πού φαινόταν κυριολεκτικά χαμένη. ῾Γιατί πῆγες στά ζῶα; Γιατί;᾽
῞Ολοι κατάλαβαν περίπου τί εἶχε συμβεῖ. ῾Η γυναίκα μέ τό παιδάκι της ἔφτασε στό πανδοχεῖο μέ τήν ἅμαξα πού μόλις εἶχε καταφτάσει, καί τό παιδάκι ξέφυγε ἀπό τήν μάνα κι ἔτρεξε στό μέρος πού σιτίζονταν τά ζῶα. ῞Ενα μουλάρι ξαφνιάστηκε καί τρόμαξε, ἀνασηκώθηκε στά πόδια του καί πέφτοντας πάτησε τό παιδάκι πού εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ. Προφανῶς οἱ κραυγές τοῦ παιδιοῦ πανικόβαλαν περισσότερο τό ζῶο πού ἀνασηκωνόταν καί ἔπεφτε πρός τά κάτω διαρκῶς.
Τό παιδί, ὅσο ἐπέτρεπε τό φῶς τοῦ σούρουπου, φαινόταν καταπληγωμένο, μέ τσαλακωμένο τό προσωπάκι του, χωρίς νά κινεῖται, χωρίς νά δείχνει κανένα σημάδι ζωῆς.
῾Κάντε πέρα ὅλοι᾽, ἀκούστηκε ἡ φωνή ἑνός ἀπό τούς πελάτες τοῦ πανδοχείου. ῾Εἶμαι γιατρός. Νά δῶ τό παιδί. Μή μαζεύεστε ὅλοι ἀπό πάνω του᾽.
Παραμέρισαν. ῾Ο γιατρός ἐξέτασε τό παιδί, προσπάθησε νά βρεῖ σημάδι ζωῆς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. Τό παιδάκι δέν εἶχε ἀντέξει τά κτυπήματα τοῦ ζώου. Μπροστά τους εἶχαν μόνο τό ἄψυχο κορμάκι του.
῎Επεσε νεκρική σιγή. Τά πρόσωπα ὅλων ἦταν ἀλλοιωμένα ἀπό τό τραγικό συμβάν. Οἱ πιό ψύχραιμοι πῆραν τήν γυναίκα καί τό παιδί καί τούς ἔβαλαν στό πανδοχεῖο, προσπαθώντας ὅσο μποροῦσαν νά διευθετήσουν τά πράγματα. ῎Αλλοι ἔμειναν ἔξω χωρίς νά ἔχουν κατανοήσει ἀκόμη ἐπακριβῶς τό τί διαδραματίστηκε, ἄλλοι ἄρχισαν σιγά σιγά νά συζητοῦν χαμηλόφωνα καί νά σχολιάζουν τό γεγονός.
Κανείς μέσα στήν γενική ἀναταραχή δέν πρόσεξε ἕναν καλόγερο πού ἀπό τήν ὥρα πού πετάχτηκε κι αὐτός ἔξω ἀπό τίς κραυγές τῆς γυναίκας ἔπεσε παράμερα, χωρίς νά ἔχει τήν παραμικρή δύναμη νά σύρει πιά τά πόδια του. Κείτουνταν ἄναυδος κι ἄν μποροῦσε κανείς νά δεῖ μέσα στήν ψυχή του, θά ἔβλεπε ὅτι ἔσερνε πιά ἕνα βάρος, σάν νά τόν εἶχε πλακώσει ὁλάκερη ἡ γῆ.
Τό μουλάρι ἀνῆκε στόν καλόγερο. ᾽Εκεῖνος μετά ἀπό ὧρες πορεία ἀπό τό μοναστήρι του, σταλμένος γιά ἐξωτερικά διακονήματα, βρῆκε τό πανδοχεῖο, ἔδεσε τό μουλάρι στό σημεῖο πού σιτίζονταν τά ζῶα καί μπῆκε νά ξαποστάσει. Ποῦ νά φανταστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθοῦσε μετά ἀπό λίγο!
῾Γιατί, Θεέ μου;᾽ ἔλεγε καί ξανάλεγε. ῾᾽Εγώ τό σκότωσα. ᾽Εγώ εἶμαι ὁ φονιάς τοῦ παιδιοῦ᾽. Οἱ λογισμοί κατέτρωγαν τόν ἀββᾶ Παῦλο. ῾῏Ηρθα ἀπό τήν Ρώμη στά ἅγια χώματα πού πάτησε ὁ Χριστός μας, ἀφιερώθηκα σ᾽ Αὐτόν, καί νά τώρα ἡ ἐξέλιξή μου. Εἶναι φανερό. ῾Ο Θεός δέν εὐλόγησε τόν ἐρχομό μου στά ῾Ιεροσόλυμα. Μόνο μέ τό αἷμα μου ἴσως ξεπλύνω τόν φόνο πού ἔκανα᾽.
῾Ο ἀββᾶς βρισκόταν σέ μεγάλη σύγχυση. ῾Η ταραχή δέν τόν ἄφηνε νά ἔχει νηφάλιο τόν νοῦ του. Οἱ ἐνοχές τόν εἶχαν καταβάλει. Εἶχε γύρει πιά ἐντελῶς πάνω στό χῶμα, τό πρόσωπό του ἀκουμποῦσε σ᾽ αὐτό. Ξέψυχα ἐπανελάμβανε διαρκῶς: ῾Εἶμαι φονιάς, εἶμαι φονιάς᾽.
Κάποτε, ἕνα χέρι φιλικό ἔνιωσε νά τόν ἀγγίζει στόν ὦμο. ῾Γέροντα, ἐδῶ εἶσαι; ᾽Ανησυχήσαμε. ῞Ολοι εἶναι πιά μέσα, ἐκτός ἀπό σένα. Τί ἔχεις; Τί ἔπαθες;᾽
῾Ο Παῦλος ἐξακολουθοῦσε νά λέει: ῾εἶμαι φονιάς, ἐγώ σκότωσα τό παιδί᾽.
῾Γέροντα, τρελλάθηκες; Μαζί μου μέσα στό πανδοχεῖο δέν ἤσουνα; Τί λές ὅτι ἐσύ τό σκότωσες;᾽
῾Τό ζῶο εἶναι δικό μου. ᾽Από τά κτυπήματά του πέθανε τό παιδί. ᾽Εγώ ἔχω τήν εὐθύνη᾽.
Κοντοστάθηκε ὁ πανδοχέας. ῾Γέροντα, δέν εἶναι ἔτσι᾽ εἶπε. ῾Τό ζῶο ἦταν στήν θέση πού τό βάλαμε. Δεμένο καί ἔτρωγε. Τό παιδάκι ξέφυγε ἀπό τήν μάνα του καί πῆγε πρός τά ἐκεῖ. ῎Αν κάποιος φέρει εὐθύνη, εἶναι ἡ ἴδια ἡ μάνα στό κάτω-κάτω πού δέν τό πρόσεξε ὅσο ἔπρεπε. ᾽Εσύ λοιπόν τί εὐθύνη ἔχεις;᾽
῾Ο ἀββᾶς Παῦλος δέν ἄκουγε. Μπορεῖ ἡ λογική νά συνηγοροῦσε μ᾽ αὐτό πού τοῦ ἔλεγε ὁ πανδοχέας, ἀλλά ἡ καρδιά του ἔλεγε ἄλλα. ᾽Ανασηκώθηκε μέ τήν βοήθεια τοῦ πανδοχέα καί χωρίς νά πεῖ τίποτε ἄλλο, τήν ἴδια νύκτα ἔφυγε γιά τόν ᾽Αρονά, μιά ἐρημική περιοχή, ἀρκετά μακριά ἀπό ἐκεῖ πού βρισκόταν, πού ἤξερε ὅτι τήν ἐπέλεγαν οἱ μοναχοί, ὅταν ἤθελαν νά ἀφιερωθοῦν περισσότερο στόν Θεό ὡς ἀναχωρητές.
῾Δέν μπορῶ νά μένω πιά στό μοναστήρι. Εἶμαι ἀνάξιος νά βρίσκομαι μαζί μέ τούς καλούς ἐκεῖ ἀδελφούς. ῾Η θέση μου εἶναι νά κλαίω γιά τό ἀνόμημά μου στήν ἔρημο καί νά ᾽μαι μαζί μέ τά θηρία᾽, μονολογοῦσε διαρκῶς.
῾Ο θρῆνος του ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός γινόταν πιό σπαρακτικός. ῾Η μόνιμη ἐπωδός τῶν ὅποιων προσευχῶν καί τῶν σκέψεών του ἦταν: ῾᾽Εγώ ἔκανα τόν φόνο τοῦ παιδιοῦ καί θά κριθῶ σάν φονιάς στήν μέλλουσα κρίση᾽.
῾Η ἀρχική σκέψη πού εἶχε κάνει ἔξω ἀπό τό πανδοχεῖο, ὅτι μέ τό αἷμα του πρέπει νά ξεπλύνει τόν ῾φόνο᾽, κέρδιζε διαρκῶς ἔδαφος στήν ψυχή του. ῾Τό λιοντάρι, τό λιοντάρι, αὐτό εἶναι ἡ λύση. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ῾μάχαιραν ἔδωκες, μάχαιραν θά λάβεις;᾽ Λοιπόν κι ἐγώ ἀφοῦ σκότωσα τό παιδί, πρέπει νά σκοτωθῶ. Πρέπει νά λειτουργήσει ὁ πνευματικός νόμος᾽.
Ξεκίνησε τήν ἑπόμενη ἀξημέρωτα ἀκόμη. Τό λιοντάρι πού τό θεωροῦσε λύση βρισκόταν πολύ κοντά του. ῎Εμενε σέ μιά σπηλιά καί ἦταν τό φόβητρο ὅλης τῆς περιοχῆς καί ὅλων τῶν ἐρημιτῶν. Καί μοναχά ὁ βρυχηθμός του γέμιζε φόβο καί τρόμο τίς καρδιές.
Δέν ἄργησε νά φτάσει. Τό λιοντάρι ἦταν στήν σπηλιά. Μέ τό θάρρος τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει ἀποφασίσει ἤδη τόν θάνατό του προχώρησε θαρρετά στήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς. Τό θηρίο τοῦ ἔριξε μιά ματιά καί δέν κουνήθηκε καθόλου. ῾Ο Παῦλος μέ τό ραβδί του τσίγκλισε τό ἄγριο λιοντάρι. Κι αὐτό νά μήν ἤθελε, μέ τίς προκλήσεις του θά τό ἀγρίευε. Τοῦ ἦρθε στήν σκέψη ὁ ἅγιος ᾽Ιγνάτιος ὁ θεοφόρος. Κι ἐκεῖνος ἀπό λιοντάρια ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή. ῾Κι ἄν αὐτά δέν θελήσουν νά μοῦ ἐπιτεθοῦν, ἐγώ θά τά προκαλέσω᾽ εἶχε γράψει στίς ἐπιστολές του στούς χριστιανούς πηγαίνοντας πρός τήν Ρώμη. ῾Τά δόντια τους θά μέ ἀλέσουν, ὥστε σάν καθαρό ψωμί νά βρεθῶ μπροστά στόν Κύριό μου᾽.
῾Μέ τήν διαφορά᾽, σκοτείνιασε πιό πολύ τό βλέμμα τοῦ Παύλου, ῾ἐκεῖνος ἦταν μάρτυρας, ἦταν ἅγιος. Γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ κατασπαράχτηκε. ᾽Εγώ ὅμως…!᾽
Τό λιοντάρι καί πάλι δέν τοῦ ἔδωσε σημασία. Τό ἀντίθετο. Μαζεύτηκε σάν ἥσυχο σκυλάκι καί πῆγε παραμέσα στήν σπηλιά.
῾Μά, τί κάνει;᾽ ψιθύρισε ὁ ἀββᾶς. Προχώρησε κι αὐτός πιό μέσα. Καί πάλι μέ τό ραβδί του τό τσίγκλισε. Πῆρε καί μιά πέτρα πού βρῆκε καί τοῦ τό πέταξε.
Καμμιά ἀντίδραση. Τό λιοντάρι σάν νά βαριόταν δέν ἔδειχνε νά ἐνοχλεῖται.
῾Θά ξανάρθω αὔριο᾽, σκέφτησε ὁ ἀναχωρητής. ῎Ισως σήμερα δέν ἔχει ὄρεξη. Μπορεῖ νά εἶναι καί ἄρρωστο.
Τό ἴδιο σκηνικό ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές, ἀλλά μέ τό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Τό λιοντάρι ὅ,τι καί νά ἔκανε ὁ ἀπελπισμένος καλόγερος δέν ἀντιδροῦσε. Σάν νά τό συγκρατοῦσε μιά δύναμη πολύ μεγαλύτερη ἀπό αὐτό, κάτι πού δέν μποροῦσε νά σκεφτεῖ μέ τόν θολωμένο νοῦ του ὁ ἀββᾶς.
Τό μυαλό του δούλευε πάνω στήν ἀπόφασή του. Νόμισε ὅτι βρῆκε τελικά τήν λύση. ῾Τό λιοντάρι κάθε μέρα κατεβαίνει στό ποτάμι νά πιεῖ νερό. ᾽Εκεῖ λοιπόν στόν δρόμο του ἐπάνω θά ξαπλώσω καί θά κοιμηθῶ, ὁπότε, δέν μπορεῖ, θά μοῦ ἐπιτεθεῖ᾽.
῾Η λύση πού βρῆκε τόν ἀνέπαυσε. ῎Εβαλε ἀμέσως σέ ἐνέργεια τό σχέδιό του. Πῆγε καί ξάπλωσε στό μονοπάτι γιά τό ποτάμι. Δέν χρειάστηκε νά περιμένει γιά πολύ. ῎Ακουσε τά μεγαλόπρεπα βήματα τοῦ βασιλιά τῶν ζώων. ῾Ο βρυχηθμός του χωρίς νά τό θέλει ἔσφιξε τήν καρδιά του.
῾Κύριε, δῶσε μου θάρρος. ῎Ας γίνει ἡ θυσία μου αὐτή τό ξέπλυμα τῆς ἀνομίας μου. Κύριε, σβῆσε τήν ἁμαρτία τοῦ φόνου καί μήν μοῦ τήν καταλογίσεις στήν κρίση Σου᾽. ῎Ακουσε τήν καρδιά του νά χτυπάει δυνατά. ῎Εσφιξε τά δόντια καί περίμενε. ῾Λίγο ἀκόμη καί τό αἷμα μου θά ξεπλύνει τό αἷμα τοῦ ἀδικοχαμένου παιδιοῦ᾽.
῎Ακουσε τώρα τήν ἀνάσα τοῦ λιονταριοῦ πάνω ἀπό τό κεφάλι του. ῾Κύριε, δέξου τό πνεῦμα μου᾽. Καί τότε, ὤ τοῦ θαύματος! Τό λιοντάρι, σάν νά ἦταν ἄνθρωπος ὑπερπήδησε τόν γέροντα ἥσυχα-ἥσυχα καί προχώρησε στήν πορεία του. Καί πάλι τό θηρίο δέν ἀσχολήθηκε καθόλου μέ αὐτόν.
Δάκρυα πλημμύρισαν τά μάτια τοῦ ἀββᾶ Παύλου τοῦ Ρωμαίου. Δάκρυα αὐτήν τήν φορά εὐγνωμοσύνης καί ἀγαλλίασης. Σάν νά ἄστραψε φῶς μέσα στόν νοῦ του καί κατάλαβε ὅτι ὁ Θεός δέν τοῦ κρατάει τίποτε γιά τό συμβάν μέ τό παιδάκι. ῾Ο Θεός τόν εἶχε συγχωρήσει. Τό σημάδι μέ τό λιοντάρι ἦταν παραπάνω ἀπό φανερό. ῎Αρχισε νά καταλαβαίνει αὐτό πού λέει ἡ Γραφή καί ἡ ᾽Εκκλησία ὅτι δέν εἶναι τό αἷμα τό δικό μας πού ξεπλένει τίς ἁμαρτίες, ἀλλά τό χυμένο ἤδη ῾μιά φορά καί γιά πάντα᾽ αἷμα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. ῾Ναί, Κύριε, ᾽Εσύ εἶσαι ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Κύριε, Σέ εὐχαριστῶ. Κύριε, ἐλέησόν με᾽.
῾Ο ἀναχωρητής πῆρε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιά τό μοναστήρι του. ῾Η πληροφορία στήν καρδιά του ὅτι ὁ Θεός τόν εἶχε συγχωρήσει ἔδινε φτερά στά πόδιά του. ᾽Εξομολογήθηκε στόν ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἔκπληκτος ἄκουσε τήν διήγηση τοῦ καλοῦ καί εὐαίσθητου μοναχοῦ του. Τόν συμβούλευσε, τόν κανόνισε, τόν ξανάβαλε στόν εὐλογημένο ρυθμό τοῦ μοναστηριοῦ.
῾Ο ἀββᾶς Παῦλος ὁ Ρωμαῖος πέρασε ἔκτοτε ἐκεῖ τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του, μέχρι τήν πρός Θεόν ἀνάπαυσή του, ὠφελώντας καί οἰκοδομώντας τούς πάντες, διηγούμενος συχνά αὐτό πού τοῦ συνέβη καί τό πόσο ὁ Κύριος εἶναι ἵλεως πρός ὅλους, ἀρκεῖ νά δείχνουμε τήν πρέπουσα μετάνοια.
ΠΗΓΗ:ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
    
Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουλίου 4, 2013 in ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ

Category Archives: ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Category Archives: ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Θαυμάζοντας τον περικαλέστατο Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας και την χρυσότρουλη Μονή του Αγίου Μιχαήλ στο Κίεβο.

Ο καθεδρικός ναός της του Θεού Σοφίας του Κιέβου (στα ουκρανικά Собор Святої Софії), βρίσκεται στην κεντρικότερη πλατεία της ουκρανικής πρωτεύουσας και τον επισκέπτονται χιλιάδες χιλιάδων κάθε χρόνο, λόγω της σημαντικότητάς του. Ανήκει εκκλησιαστικώς στην επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία του κράτους, αν και στην καθημερινότητά του είναι Μουσείο, προστατευόμενο από την Ουνέσκο.
:
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αντλούμε από το διαδίκτυο, η Αγία Σοφία του Κίεβου σχεδιάστηκε για να συναγωνισθεί σε φήμη την Αγία Σοφία στην Πόλη του Κωνσταντίνου και να συμβολίσει επίσης τη “νέα Κωνσταντινούπολη” του 11ου αιώνα, μετά τη ιστορική βάπτιση του αγίου Βλαδίμηρου, το 988.Άρχισε να οικοδομείται το 1037 από τον Μεγάλο Πρίγκιπα του Κιέβου Γιαροσλάβ τον Σοφό και τελείωσε είκοσι χρόνια αργότερα. Με τους 13 τρούλους της και την ανάλαφρη κατασκευή της, η Αγία Σοφία διήλθε μες από πάμπολλες περιπέτειες, μέχρι τη σημερινή τελική διάσωσή της: Οι Τάρταροι Μογγόλοι πρώτα, οι Ουνίτες αργότερα και τέλος το Σοβιετικό Καθεστώς του 1917, το οποίο διέταξε την κατεδάφισή της, ήταν ορισμένοι από τους κινδύνους αυτούς. Σώθηκε χάρη στην επέμβαση διεθνών οργανώσεων, επιστημόνων και καλλιτεχνών. Σήμερα προστατεύεται από την Ουνέσκο και λειτουργεί ως Μουσείο, ενώ κάποιες φορές τίθεται και σε λατρεία.
Βγαίνοντας από τη μεγάλη πύλη!
Αυτή είναι η βορινή πύλη του συγκροτήματος της Αγίας Σοφίας. Απλούστερη της κύριας, που διακρίνεται στο βάθος.
Στην χρυσότρουλη Μονή του Αγίου Μιχαήλ Κιέβου
Το περικαλλές Μοναστήρι του Αγίου Αρχαγγέλου Μιχαήλ  βρίσκεται στο κέντρο του Κιέβου, μαζί με τα όσα κτήρια περικλείονται στη μάντρα του. Η Μονή με τον χρυσότρουλο ναό της, στο άλλο άκρο της μεγάλης πλατείας, όπου βρίσκεται -βορειοανατολικά- ο Ναός της του Θεού Σοφίας  δεν ανήκει στην επίσημη κρατική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά στη σχισματική Εκκλησία, που εκπροσωπεί το 10% του ουκρανικού λαού και αυτοπροσδιορίζεται ως Πατριαρχείο της Ουκρανίας, με Πατριάρχη τον Φιλάρετο.
Η ιστορία του Καθολικού της Μονής ανάγεται στον Μεσαίωνα, αν και η σύγχρονη μορφή του είναι σε ουκρανικό μπαρόκ του 18ου αιώνα.
http://www.nyxthimeron.com/2013/10/st-michaels-golden-domed-monastery.html
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Οκτωβρίου 2, 2013 in ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
 

Άγνωστο θαύμα του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς

482434_387040421414859_1767588273_n
Πριν από 6 χρόνια όταν ήμουν 15 χρονών και όντας ορφανή από πατέρα, οι προσευχές μου κάθε βράδυ έκρυβαν παράπονο γιατί ο θεός μου πήρε πολύ νωρίς τον πατέρα μου και παρότι τον παρακάλαγα να τον δω έστω και στα όνειρα μου, οι επιθυμία αυτή δεν εκπληρωνόταν.
H απάντηση του Θεού στα παράπονα μου δεν άργησε να έρθει. Η απάντηση ήρθε μέσα από ένα όνειρο. Είδα στον ύπνο μου ότι βρισκόμουν σε μία παράξενη εκκλησία και περίμενα σε μία προσκυνηματική ουρά.
Μπροστά μου υπήρχαν παιδιά διάφορων εθνικοτήτων. Καθώς περίμενα στο τέλος αυτής της προσκυνηματικής ουράς κάποιοι άνθρωποι από τον γυναικωνίτη υπέδειξαν να πάω μπροστά και στην εντολή αυτών των ανθρώπων τα παιδιά υπάκουσαν και έκαναν στην άκρη για να περάσω εγώ. Βρέθηκα μπροστά από την εικόνα που απεικόνιζε έναν Άγιο που δεν τον είχα ξαναδεί. Ήταν παππούλης και είχε γκρίζα γένια. Καθώς την κοίταζα, ο παππούλης αυτός σαν φάσμα βγήκε από την εικόνα και μου είπε να πάω δεξιά.
Όταν γύρισα προς την μεριά που μου υπέδειξε υπήρχε μία λάρνακα από την οποία βγήκε ο ίδιος παππούλης που είχα δει πριν στην εικόνα. Όχι όμως σαν το φάσμα της εικόνας με χρώματα που χρησιμοποιεί ο αγιογράφος αλλά με σάρκα και οστά. Τον πλησίασα και καθίσαμε και οι δύο πάνω στην λάρνακα. Δεν με φόβιζε, είχα την αίσθηση ότι καθόμουν με κάποιον δικό μου σε ένα παγκάκι και όχι με έναν άγιο πάνω σε μία λάρνακα. Με κοίταζε στα μάτια με αγάπη και τρυφερότητα. Τα μάτια του εξέπεμπαν αγάπη και και στοργικότητα και ομόρφυναν το γερασμένο και σκυθρωπό σώμα του. Με αγκάλιασε πατρικά και μου μίλησε σε μια άλλη γλώσσα , όχι στα ελληνικά οι στις άλλες γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι. Ήταν σαν να επικοινωνούσαν οι ψυχές μας. Μου είπε πως από εδώ και πέρα αυτός θα είναι πατέρας για εμένα. Η αγκαλιά του γέμισε την ψύχη μου γαλήνη και η μυρωδιά του έκανε το όνειρο πραγματικό.
Ξύπνησα με την σκέψη του και με πολλά ερωτήματα για το ποιος είναι αυτός ο παππούλης. Όμως μαζί με τα πολλά ερωτήματα είχα και μία απάντηση στην ερώτηση ‘έχω εγώ πατέρα;’. Φυσικά και είχα απλά δεν ήξερα πως τον λένε. Ζήτησα βοήθεια από την μητέρα μου η οποία είναι κατηχήτρια και γνωρίζει πολλά σχετικά με τους αγίους και τους βίους τους. Όμως κανένας από όσους μου είπε δεν ανταποκρίνονταν στην περιγραφή που της έδινα. Ήξερα μόνο ότι είχε γκρίζα γένια, ήταν παππούλης, κοντός και σκυθρωπός και κατά πάσα περίπτωση ξένος μιας και η εκκλησία δεν έμοιαζε ελληνορθόδοξη, ούτε οι οι υπόλοιποι προσκυνητές ήταν Έλληνες, ούτε ο παππούλης μου μίλησε στα ελληνικά. Η μητέρα μου με συμβούλευσε να προσευχηθώ σε εκείνον για να μου αποκαλύψει ποιος είναι. Η απάντηση στην προσευχή μου δεν ήρθε μέσα από όνειρο αυτήν την φορά αλλά από ένα δώρο γενεθλίων που μου έκανε ο πνευματικός μου πατέρας ( στον οποίο δεν είχα πει καν το όνειρο). Άνοιξα το δώρο και διαπίστωσα πως ήταν ένα βιβλίο. Όταν το άνοιξα είδα τον την ΄παράξενη εκκλησία’ (παράξενη για εμένα γιατί ήταν ρωσική) την οποία είχα δει στον ύπνο μου, την εικόνα του αγίου, την λάρνακα του, καθώς και τον παππούλη! Έτσι έμαθα το όνομα του …. Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, προστάτης των ορφανών. Έτσι έμαθα το όνομα του πατέρα μου, τον πατέρα όλων των ορφανών, των θλιμμένων, των αδυνάτων, των φτωχών των αδικημένων. Ο άγιος δεν με αφήνει ποτέ μόνη αλλά είναι πάντα κοντά μου και παρουσιάζεται πολλές φορές στα όνειρα μου για να με στηρίξει, να με παρηγορήσει και να με συμβουλεύσει στις δύσκολες στιγμές.
Ο Θεός μου πήρε τον πατέρα μου αλλά φρόντισε να μου στείλει έναν άφθαρτο ( το άφθαρτο σκήνωμα του αγίου βρίσκεται στον Σαν Φρανσίσκο) ο οποίος βρίσκεται και στην γη και μας θυμίζει ότι όποιος ακολουθεί τον Χριστό δεν έχει λόγο να φοβάται τον θάνατο … εκείνος δεν τον έφθειρε. Πως είναι δυνατόν ο ναός μιας άγιας ψυχής να γίνει πάλι χώμα;
Αισθάνομαι τυχερή αλλά ταυτόχρονα , έχω την ευθύνη, από την στιγμή που ο θεός επέτρεψε σε εμένα την πιο αμαρτωλή να συμβεί αυτό, να μάθουν τον Άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι και μαζί με την δική μου αλλαγή, να φέρει αλλαγή και σε πολλούς άλλους ανθρώπους που αυτήν την στιγμή που διαβάζουν τα λόγια αυτά αναζητούν ένα καταφύγιο και μια πατρική αγκαλιά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ως δεκαπεντάχρονη ήταν να φτιάξω μία σελίδα στο facebook με όνομα SAINT JOHN MAXIMOVITCH( ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ) που σήμερα αριθμεί πάνω από 3000 μέλη. Στην αγκαλιά που μου χάρισε εκείνος, χωράμε πολλοί!
Μαρία Τσάλλα.
https://www.facebook.com/groups/211026374035/permalink/10151823170044036/
 
1 σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Σεπτεμβρίου 30, 2013 in ΘΑΥΜΑΤΑ, ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
 

Agafya Lykova.Μία σύγχρονη ασκήτρια στα δάση της Ρωσίας.

The woman who time forgot… Remarkable new pictures of hermit Agafya Lykova

By Anna Liesowska
Driven into the Siberian taiga by Stalin, she is the sole survivor of the Lykov family who cut themselves off from civilisation in 1936.

Elsewhere in Russia, she might be sitting back and taking it easy as a pensioner but in her remote home, hundreds of kilometres from the nearest town, she works daily, pitting her wits against the extreme of cold and hot that mark the Siberian climate. Picture: Igor Shpilenok
Agafya, 69, still makes fire using flint, refusing an offer of matches from famous Russian photographer and naturalist Igor Shpilenok, who visited her recently.
Elsewhere in Russia, she might be sitting back and taking it easy as a pensioner but in her remote home, hundreds of kilometres from the nearest town, she works daily, pitting her wits against the extreme of cold and hot that mark the Siberian climate.
As Igor’s pictures show, she looks immensely content with her life.
Today Agafya – who lives according to her Old Believer religious principles – receives visitors several times a year, helping her with such tasks as providing firewood for the long winter. In the past, her family was lost to the world for four decades before their remote self-made hamlet was spotted by Soviet geologists flying over the area in 1978.
When Igor, 53, arrived on a regular visit by nature reserve inspectors Sergei Khlebnikov and Alexander Oskin, they found Agafya at prayer, and fasting. It was 2 August, the day the church honours the prophet Elijah.
‘She forbade us to work on that day,’ he said. ’She did not eat anything of the food we brought with, but sat with us and we had a good talk. She took the gifts – rubber boots, socks, dried and fresh fruits. She inspected everything meticulously, to make sure there was no barcode.’
She sees the barcode as the work of the devil, and has nothing to do with them. ’She found the barcode on the matches we gave her and returned them. It anyway turns out that until now she makes fire using the ancient method of tinder and flint’.
Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok
To reach Agafya, they faced a tortuous two day trip, firstly by hovercraft along rivers, then a small boat and finally a long trek on foot.  Pictures: Igor Shpilenok
The visitors also found that Agafya was living in her summer quarters, not her sturdy wooden house she occupies in winter, built by her late father.
Instead, she occupies a hut made of sticks and a token of modernity – a plastic sheet – to keep out the rain.
‘In summer, Agafya does not live in her house, but in this hut among her vegetable beds, sleeping on matting laid on the ground, covered with a blanket,’ said Igor.
‘Almost all the next day, we were engaged in logging and weeding her vegetable gardens’.
To reach her, they faced a tortuous two day trip, firstly by hovercraft along rivers, then a small boat and finally a long trek on foot.
When they left, Agafya gave the men a sack of potatoes as a gift. Feeling her need was greater than theirs, they declined, but she was insistent.
‘We had to take a few potatoes,’ he said.
She also gave Sergei a hand-made belt. They had spent just 20 hours with this remarkable Siberian woman, before leaving her once again to the solitude into which she was born.
‘This short time provided fodder for many reflections on the distant and recent past, the meaning of life, the power of the human spirit, faith,’ Igor wrote in his blog.
‘No, I do not feel that Agafia Karpovna’s life is a dead end in the taiga’.
Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok

Agafya Lykova, pictures by Igor Shpilenok
To reach Agafya, they faced a tortuous two day trip, firstly by hovercraft along rivers, then a small boat and finally a long trek on foot.  Pictures: Igor Shpilenok
Agafya’s patronymic refers to her father Karp Lykov, a devout Old Believer who took his family into the wilderness to escape the persecution they felt under Stalin. She was born in this remote wilderness in 1944 but it was not until 1978, some 42 years after they disappeared, that their primitive huts were spotted from the air in the Sayan Mountains by a party of Soviet geologists who then came to make contact with them.
When they were discovered, the family comprised Karp Iosifovich (the head of the family), his sons Savin, 45, and Dmitry, 36, and his daughters Natalya, 42, and Agafya, then 34. The children’s mother Akulina had died in 1961.
The three other children died in 1981 and Karp in 1988 since when Agafya has lived alone at the family’s smallholding in what is now Khakassky nature reserve. Her only companions are two nanny goats, a male goat, eight cats, a rooster, hens, and a dog called Taiga.
Igor visited Agafya with his American wife Laura Williams; as a husband and wife photographer-writer team, they work to promote Russia’s protected areas.
They live in a remote village in the buffer zone of the Bryansky Les Zapovednik nature reserve in Western Russia. Igor was formerly director of this reserve while Laura is Senior Advisor for the World Wide Fund for Nature (WWF) in Russia and a freelance nature writer.
photographer Igor Shpilenok

on way to Agafya Lykova
Igor Sphilenok and, below, a former geologist Yerofei Sedov (right). Pictures: Igor Shpilenok
In 2006, Igor won first prize in the BBC Wildlife Photographer of the Year Competition. ’I wish to convey the beauty of wild nature in Russia’s protected areas to people around the world and evoke in them the desire to conserve those areas,’ he says.
On the way to see Agafya on the Abakan River, they met Yerofei Sedov, a former geologist, drilling foreman, who once took an active part in the life of the  Lykov family. ’Having lost his leg 16 years ago, he settled near the Lykovs,’ said Igor.
The Siberian Times thanks Igor Shpilenok for the images of Agafya Lykova. Please see Igor’s report about his trip to Agafya in Russian - http://shpilenok.livejournal.com/193005.html 
http://ht.ly/oOYgF
 
1 σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Σεπτεμβρίου 16, 2013 in ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
 

Αφιέρωμα στον Άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, με σπάνιο φωτογραφικό υλικο΄.

946611_387038284748406_387527890_n
Η δοξασμένη και ολοφώτεινη ζωή του Ρώσου Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς, Αρχιεπισκόπου Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο συγκλονίζει όποιον θα ήθελε να την πλησιάσει και να την μελετήσει. Υπήρξε γενναίος αθλητής της πίστεως και της υπομονής. Επίσκοπος αληθινός, με βαθειά συναίσθηση της αποστολής του. Πατέρας και προστάτης των ορφανών παιδιών. Υπογραμμός της πνευματικής ζωής. Στήριγμα δυνατό στους πιστούς της εποχής Του, αλλά και εμπνευστής ηρωικών πράξεων για τους σημερινούς κληρικούς και λαϊκούς. Κατέκτησε με την αγάπη Του και τη θυσία Του την αγάπη των πιστών. Ο Άγιος Ιωάννης είναι ένα δώρο Θεού σ’ όλους τους ανθρώπους – ένας «οικουμενικός, παγκόσμιος άνθρωπος», στον οποίο αποδίδεται τιμή παγκοσμίως. Στην διάρκεια της επίγειας ζωής του η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε από τη Ρωσία στη Σερβία, στην Κίνα, στην Δυτική Ευρώπη και τελικά στην Αμερική επιτελώντας εναργώς την ακρίβεια στην πίστη και την πράξη, την εναρμόνιση λόγου και έργου Του.
Οι σπάνιες  φωτογραφίες που δημοσιεύονται είναι από το αρχείο του ιστολογίου καθώς και απο την σελιδα
SAINT JOHN MAXIMOVIT στο facebook που είναι αφιερωμένη στον Άγιο.
13371_387050488080519_707578206_n 21089_387043424747892_804656780_n 164922_387037458081822_541432181_n 165435_387050841413817_1362682323_n 168214_387048981414003_1586896791_n 205491_387037424748492_879575107_n 248080_387040028081565_194394376_n 249066_387040604748174_1418421982_n 250411_387037164748518_1196996871_n 252309_387040308081537_291352422_n 253249_387038501415051_519772159_n 253300_387043928081175_144578827_n 253362_387039718081596_349234469_n 263311_387041901414711_2119854199_n 263378_387037281415173_1699596840_n 264521_387050611413840_2031457569_n 264583_387042051414696_1349252669_n 268835_387040188081549_1333301253_n 292317_387043511414550_357333204_n 292355_387040781414823_1292569545_n 292454_387040574748177_1937467363_n 293755_387037984748436_877502001_n 294995_387041304748104_1001747743_n 309916_387037754748459_1013275440_n 309916_387042794747955_399097780_n 312287_387043738081194_295939832_n 316154_387041031414798_1182179860_n 375141_387049664747268_1722601673_n 382469_387041078081460_89526532_n 389375_387043358081232_1359610342_n 401042_387037944748440_1091974461_n 401805_387039401414961_710230734_n 417815_387038471415054_880327387_n 417931_387040384748196_485142824_n 420258_387043401414561_1967727492_n 431091_387037904748444_1424491486_n 431165_387038814748353_97292926_n 431776_387050681413833_2123074293_n 481451_387038074748427_936853983_n 481493_387050471413854_1110009365_n 481676_387050654747169_1939987998_n 481731_387041591414742_1526281696_n 481733_387038904748344_1442955039_n 482434_387040421414859_1767588273_n 482436_387038604748374_1170122496_n 482587_387037724748462_1560139483_n 482588_387041428081425_1819378168_n 485415_387042244748010_1582980524_n 485416_387044118081156_715172272_n 485507_387043891414512_200418118_n 485618_387042288081339_1199690784_n 487469_387049711413930_971955677_n 487636_387038791415022_2035477880_n575395_387042431414658_1031811141_n (1) 575395_387042431414658_1031811141_n 575680_387049868080581_711520237_n 575758_387041191414782_1616819007_n 577719_387037854748449_569693872_n 579463_387043991414502_984349121_n 580266_387037554748479_296404923_n 581807_387037114748523_912493787_n 581807_387039648081603_1267166419_n 581900_387038318081736_543126844_n 603870_387040541414847_564645229_n 734278_387038568081711_930185544_n 734316_387040681414833_799016354_n 734331_387038528081715_671131287_n 922984_387050424747192_1349734810_n 923069_387043031414598_606345795_n 931345_387039561414945_1113092490_n 931414_387037584748476_875268766_n 935255_387044044747830_377113721_n 935261_387040904748144_1516091123_n 935353_387042688081299_43878964_n 936186_387040341414867_781050529_n 936390_387039858081582_1803006512_n 936750_387040241414877_287707538_n 936782_387037624748472_45921469_n 941179_387043238081244_929406509_n 941271_387050271413874_1365281813_n 941504_387038861415015_974928324_n 941615_387043008081267_1189783240_n 941776_387044071414494_262675515_n 941900_387039751414926_1598700916_n 941970_387048961414005_1226656025_n 942016_387050381413863_1619425509_n 942067_387050814747153_643549580_n 942095_387041111414790_1292117094_n 942151_387042661414635_136384263_n 942419_387042118081356_2027034465_n 942580_387048864747348_294817303_n943026_387037804748454_218144543_n 943487_387050364747198_1552424554_n 945207_387038051415096_2127323208_n 945522_387037518081816_68918051_n946803_402680536517514_14936227_n 946838_387042828081285_179787197_n 954708_387043301414571_49274353_n 960086_387042371414664_1696705874_n 968917_387040268081541_2023514733_n 969021_387041268081441_1758583735_n 969085_387049014747333_1582180675_n 969172_387044014747833_1069192886_n 969463_387041001414801_912250058_n 969612_387050761413825_1961342667_n 969679_387048938080674_604662453_n 969742_387043054747929_1747262166_n 970263_387049531413948_1844770275_n 970411_387040361414865_662675462_n 970536_387050571413844_1409751060_n 970833_387043141414587_1113614799_n 971256_387042218081346_285218635_n 971650_387040454748189_1695962347_n 971693_387049951413906_1626773346_n (1) 971850_387041501414751_2061941346_n 972357_387038241415077_328620556_n 983695_387049761413925_805919512_n 983788_387041654748069_1110110578_n1044284_402680589850842_444876651_n
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουλίου 1, 2013 in ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΙ, ΡΩΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ