Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Ιερομόναχος Μηνάς Βατοπεδινός (1892-1981)

 

Ο κατά κόσμον Θεοφάνης του Δημητρίου γεννήθηκε στην Κιουτάχεια της Μ. Ασίας το 1892. Το 1903 προσήλθε προς μονασμό στο Βατοπεδινό Κελλί των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο οποίο μόνασαν και οι κατά σάρκα αδελφοί του, μοναχοί Γαβριήλ και Χαράλαμπος. Εκάρη μοναχός το 1909 και μετονομάσθηκε Μηνάς. Το 1916 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1924 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός.
Ieromonahos-Minas-Vatopaidinos-01b
Διετέλεσε για δεκαετίες Πνευματικός της μονής Βατοπεδίου. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους πατέρες, γιατί ήταν πολύ διακριτικός Πνευματικός. Στο τέλος της ζωής του γηροκομήθηκε από τους Βατοπεδινούς πατέρες. Ανεπαύθη εν Κυρίω το έτος 1981.
Ieromonahos-Minas-Vatopaidinos-02
Στο οστεοφυλάκιο της μονής φυλάγονται τα οστά του, τα οποία είναι κατακίτρινα, ως το κεχριμπάρι. Για τον εν λόγω Πνευματικό μιλούσε πάντοτε εγκωμιαστικά ο μακαριστός Ιερομόναχος Ευδόκιμος ο Πνευματικός († 2002), που συνέχισε και αυτός το έργο του με πολλή διάκριση, υπομονή και αγάπη.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Πληροφορίες μας δόθηκαν από τον μοναχό Ιωσήφ Βατοπεδινό, τον οποίο και ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄  –  1956-1983, σελ. 1018-1020, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
- See more at: http://www.vatopedi.gr/2014/07/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AC%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-1892-1981-2/#sthash.zrWxg1UH.dpuf

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Τα νεύρα είναι Εγωισμός.Γερόντισσα Γαβριηλία!!!

 

 
Τα νεύρα είναι Εγωισμός.Γερόντισσα Γαβριηλία!!!
Όταν αγαπάς τον Κύριο,τότε έχεις υπομονή στο Άγιο Θέλημα Του. Αν έχεις όμως υπομονή χωρίς αγάπη,τότε είσαι σαν ατρατιώτης του Χίτλερ.Μόνο…
Χρειαζόμαστε Υπομονή στα βέλη του πονηρού,Επιμονή στο σπάσιμο του Εγω και Υποταγή στο Άγιο Θέλημα Του Θεού.Μόνο μ’αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε…
Τα νεύρα είναι Εγωισμός…Μόνο οι κομπλεξικοί θέλουν πάντα να επιβάλλονται…
Απο την κουταμάρα καλύτερη η βουβαμάρα…Η δύναμη του σκότους περιμένει ευκαιρία.Ας μη μιλούμε,για να μην μετανοιώνουμε.
Όταν μιλάμε και μας διακόπτουνε να μην συνεχίζουμε. Θα πει οτι δεν έπρεπε να ακουστεί αυτό που θα λέγαμε. Το κάνουν οι Αγγέλοι…Ενα πράγμα που δεν είναι ωραίο ούτε να το ξανασκεφτείς ούτε να το πεις σε κανένα…
Όσο συζητάμε ενα γεγονός,τόσο αυτό μένει στην ζωή μας,ενώ κανονικά θα έφευγε στήν ώρα του…
πρέπει να ξέρουμε πότε να σωπαίνουμε και πότε να φεύγουμε απο εκεί που είμαστε…
Να αγαπήσεις τον άλλον χωρίς να τον κρίνεις, όπως σου τον παρουσιάζει κι όπως τον αγαπά Εκείνος. Τότε, θα σε βοηθήσει ο Θεός και θα παραβλέψει τα δικά σου παραπτώματα.
Ο κόσμος είναι φτωχός σε αγάπη. Όλοι ψάχνουν την αγάπη, αλλά όταν τους πλησιάζει,δεν την αναγνωρίζουν γιατί ποτέ τους δεν την αισθάνθηκαν. Φτωχέ Κόσμε !!
 

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Ο μαρτυρικός επίσκοπος Βαρνάβας Μπελιάγιεφ ο δια Χριστόν Σαλός(+6 Μαίου 1963)


Ό άγιος γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1887 στο χωριό Ράμινσκι κοντά στη Ρωσική πρωτεύουσα Μόσχα. Ή μη­τέρα του, Κλαυδία Ντιλάιβα, πού προσευχόταν για 17 ολόκληρα χρόνια στο Θεό να της χαρίσει ένα παιδί, τον ονόμασε Νικόλαο. Ή Κλαυδία, γυναίκα ευσεβής και θεο­φοβούμενη, του μεταλαμπάδευσε το θείο ζήλο και μερίμνη­σε να γνωρίσει ό μικρός Νικόλας τις Ευαγγελικές αλήθειες από νεαρή ηλικία. Μικρό ακόμα τον πήγε στη Λαύρα του οσίου Σεργίου για προσκύνημα. Εκεί ό μοναχός πού φύ­λαγε τα οστά του οσίου του έδωσε λίγα λεφτά με την πα­ρότρυνση να αγοράσει ένα μικρό βιβλίο του Μητροπολί­τη Μόσχας Ίννοκέντιου, πού μίλαγε για τη Βασιλεία των ουρανών.
"Οταν έφτασε στην ηλικια πού τελείωσε το γυμνάσιο με χρυσό μετάλλιο άριστείας, ενώ ετοιμαζόταν για τις εισαγωγικές του εξετάσεις, πρόσεξε στη βιβλιοθήκη του το μικρό εκείνο βιβλίο, το όποιο και διάβασε όρθιος μπροστά στη βιβλιοθήκη του. Τότε πήρε τη μεγάλη του απόφαση. Πήγε την ίδια κιόλας μέρα στην Όπτινα, στο στάρετς Βαρσανούφιο και τον παρακάλεσε να τον κρατήσει σαν υποτακτικό του. Εκείνος τον παρέπεμψε πρώτα να τελειώσει τη θεο­λογική του μόρφωση και να επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορεί τη Ζωσιμαία έρημο. Ό Νικόλαος έκανε υπακοή και έτσι επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 1910 την εν λόγω έρημο, οπού γνώρισε μεγάλες μορφές του Ρώσικου μοναχισμού, όπως τον ηγούμενο Γερμανό και τον πατέρα 'Αλέξιο, πού έγινε ό πνευματικός του. Στις 11 Ιουνίου 1911 φοιτητής της Θεολογικής Ακαδημίας έκάρη μοναχός με το όνομα Βαρνάβας. Ακολούθως το 1913 χειρο­τονήθηκε ιερομόναχος. Τελείωσε τη θεολογική σχολή και δίδασκε στο θεολογικό σεμινάριο στην πόλη Νίτζι στο Νόβγκοροντ, το όποιο έκλεισαν οι αρχές το 1918, μέσα στα πλαίσια των διωγμών πού ύπέκειτο ή Εκκλησία από το νέο Κομμουνιστικό καθεστώς. Ό πατήρ Βαρνάβας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του αρχιεπισκόπου του Νόβγκοροντ, Ιωακείμ, και του επισκόπου Λαυρέντιου, ενώ ό ίδιος φυλακίστηκε χωρίς λόγο με άλλους κληρικούς.
Το 1920 αποφυλακίστηκε και εξελέγη επίσκοπος με έδρα τη μονή Πετσέρκι, πού ήταν πιο γνωστή με το όνομα μονή των Σπηλαίων. Εκεί άρχισε να συμπεριφέρεται κά­πως παράξενα με αποτέλεσμα κάποιοι από τους αδελφούς της μονής να σκανδαλιστούν, μέχρι πού αντιλαμβάνονταν τη σημασία των πράξεων και λόγων του. Μια μέρα για πα­ράδειγμα στην τράπεζα άρχισε να ψέγει τον αρχιεπίσκοπο Εύδοκίμωφ και όλοι απόρησαν. Τα λόγια του όμως επαληθεύτηκαν όταν το 1922 μ.Χ. ό Εύδοκίμωφ συμμάχη­σε με τους «άνανεωτικούς-σχισματικούς», γινόμενος μάλι­στα πράκτορας της Κ.Ο.Β, ενώ μια δεκαετία αργότερα έγινε μητροπολίτης των σχισματικών στην Όδησσό και ακολούθως άποσχησματίσθηκε και παντρεύτηκε.
Στήν αρχή της άντιεκκλησιαστικής δραστηριότητας του ό Εύδοκίμωφ, συντάσσοντας μια συκοφαντική επιστολή εναντίον του Βαρνάβα, κατάφερε να το στείλουν στην εξορία, στην έρημο του Ζωσιμά. Εκεί ό άγιος ωφελήθηκε πολύ, διότι είχε αρκετό χρόνο για προσευχή.
Το 1922 μ.Χ. τον ανακάλεσαν και λίγο αργότερα οι εφημερίδες ανακοίνωναν ότι ό κλήρος του Νόβγκοροντ προσυπόγραψε τη διακήρυξη των ανανεωτικών. Ανάμεσα στις υπογραφές και αυτή του επίσκοπου Βαρνάβα. Ό ίδιος έλεγε για το συμβάν: «Δεν δικαιολογώ τον εαυτό μου. Μόνο ένα γνωρίζω. Είμαι ορθόδοξος». Μετά από λίγες μέρες πήγε στη Μόσχα στο μοναστήρι του αγίου Δανιήλ, αλλά δεν τον δέχτηκαν. Κατέφυγε εκ νέου στην έρημο του Ζωσιμά, οπού έκλαψε πικρά και προσευχήθηκε με θέρμη. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1922 οι στάρετς της μονής τον ευλόγησαν μετανοούντα για να αποφασίσει ό ίδιος να ακολουθήσει το δύσκολο δρόμο του δια Χριστόν σάλου. Με την απόφαση του αύτη έλπιζε ότι με όσα θα πάθαινε λόγω της άσκησης του αυτής θα συγχωρηθούν οι αμαρτίες του, άλλα και της Ρωσίας πού αποστάτησε από το Θεό, ένεκεν του νέου καθεστώτος.
"Ετσι, ενώ ό κάθε πιστός προσπαθούσε να κρύψει την Ιδιότητα του Χριστιανού, ό Βαρνάβας διακήρυττε ανοιχτά την πίστη του. Πριν επιστρέψει στο Νόβγκοροντ πήρε πιστοποιητικό από το γιατρό Λεμπεντερ ότι πάσχει από ύστερονευροπάθεια. Τώρα ήταν και επίσημα τρελός. Την 1η Νοεμβρίου 1922 μετά τη Θεία Λειτουργία κλείστηκε στο κελλί του. "Αρχισαν οί συζητήσεις ότι κάτι δεν πήγαι­νε καλά με τον επίσκοπο για να ακολουθήσει ή έξοδος του από το κελλί και να μην τον αναγνωρίζει σχεδόν κανένας. Ηταν κουρεμένος και ξυρισμένος. Κάτω από το παλτό πού φορούσε, το ράσο του κομματιασμένο και άρχισε να τρέ­χει στους δρόμους. Σάν έφτασε στη μητρόπολη τον έπιασαν και τον πήγαν στο ψυχιατρείο. Μετά από τρεις μέρες τον πήγαν σπίτι τους ή οικογένεια Καρέλιν, πού ήταν πνευμα­τικά του παιδιά. Εκεί ζούσε ήρεμα χωρίς να δέχεται κα­νένα και ασχολούνταν, έκτος από την προσευχή,με τη συγγραφή ενός βιβλίου με τίτλο «Οι αρχές της τέχνης της αγιότητας».
Μετά από λίγο τον συλλάβανε και τον φυλάκισαν. Εκεί λόγω του ότι τον νόμιζαν τρελό δεν τον ενοχλούσαν και έτσι είχε την ευκαιρία να διδάσκει τους άλλους φυλακι­σμένους. Όταν αποφυλακίστηκε τον πήρε κοντά του ό πρώην υποτακτικός του, Κωνσταντίνος Νελιούντωφ, πού έγινε ιερομόναχος με το όνομα Κυπριανός. Τον πήρε μαζί του στην πόλη Κίζιλ-Όρντού στις μουσουλμανικές περιοχές της Ασίας. Εκεί ό Βαρνάβας ίδρυσε μυστικά ένα μοναστήρι με λίγους υποτακτικούς. Το 1933 μ.Χ. όμως ό πατήρ Κυπριανός στάλθηκε στη Μόσχα και ό επίσκοπος τον ακολούθησε. Ακολούθως συνέλαβαν τον Κυπριανό και τον φυλάκισαν. Μετά προσπάθησαν να συλλάβουν και τον Βαρνάβα αλλά λόγω μιας πολύ βαριάς αρρώστιας δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και έτσι τον άφησαν σπίτι του. Όταν έγινε καλά πήγε ό ίδιος στα γραφεία της Κ.Ο.Β. και παραδόθηκε. Εκεί τον ανάκριναν, τον χλεύα­ζαν και ειρωνικά τον ρωτούσαν διάφορες χαζές ερωτήσεις. Προσπάθησαν να του αποσπάσουν ομολογία ότι ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Τύχωνα, ένω πίεζαν παράλληλα τους υποτακτικούς του να παραδεχτούν ότι δεν ήταν τρελός άλλα συνωμότης, εχθρός του καθεστώτος. Τελικά τους κα­ταδίκασαν σε τρία χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως με την κατηγορία ότι ίδρυσαν μυστικά μοναστήρι.
Καθοδόν για τη Σιβηρία πέρασαν από τα όρη Αλτάι, οπού ο Βαρνάβας έλαβε από τον Κύριο μας το προορατικό χάρισμα. Σέ οπτασία είδε τον ίδιο τον Κύριο μας, πού του αποκάλυψε όλα όσα τον περίμεναν. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά, πριν από κάποια νέα δοκιμασία του. Στΐς 16 Ιουνίου 1934 ό πατήρ Κυπριανός άφησε την τελευταία του πνοή. Τον επίσκοπο έβαλαν στη χειρότερη πτέρυγα των φυλακών με τους επικίνδυνους εγκληματίες. Προσπαθούσε να απομονώνεται από τους υπόλοιπους για να μην αναγκάζεται να ακούει τις ασυναρτησίες και αισχρολογίες πού έλεγαν και όταν το ρωτούσαν για ό,τιδήποτε, εκείνος απαντούσε ακαταλαβίστικα. Ό γιατρός του στρατοπέ­δου τον έκλεισε στο ψυχιατρείο, οπού σε δυο μήνες αναγκάστηκαν να τον επαναφέρουν, λόγω του ότι οι τρόφι­μοι ήταν επικίνδυνοι. Στό στρατόπεδο υπήρχε μια γιατρός, ή Μαρία Κουζμίνισνα, πού ήταν κρυπτοχριστιανή και λόγω ιδιότητας μπορούσε να μπαινοβγαίνει άνετα. Μια μέρα πού επέστρεφε από κάποια λειτουργία πού γινόταν κρυφά κά­που κοντά και είχε κοινωνήσει, ό επίσκοπος της είπε: «Πολύ καλά κάνατε και κοινωνήσατε Μοναχή Μιχαήλα. Βοήθεια σας». Ή γιατρός ξαφνιάστηκε πού κάποιος ήξερε ότι ήταν μοναχή, διότι ή κούρα της έγινε μυστικά. «Προσευχήθηκα στον Θεό» της είπε «να μου αποκαλύψει ποια ήταν ή καλή κυρία στις φυλακές. Και μου έδειξε ένα χωράφι με στάχυα και εσάς να βγαίνετε από μέσα ντυμένη μοναχή. Πίσω σας στεκόταν προστατευτικά ό Αρχάγγελος Μιχαήλ». Ή κρυπτομοναχή ένοιωσε αγαλλίαση και ευχαρίστησε τον Θεό πού μέσα σε τέτοιες συνθήκες της έστειλε έναν άγιο άνθρωπο να της δώσει κουράγιο.
"Υστερα τον ξανάβαλαν στο ψυχιατρείο, όπου μπορούσε να αντιλαμβάνεται ποιοι από τους ασθενείς είχαν δαιμόνια πού τους βασάνιζαν. Οι θάλαμοι ήταν βρώμικοι, ασφυκτικά γεμάτοι, όλο φωνές. Κάποιοι από τους αρρώστους πήγαιναν κάθε λίγο κοντά του και τον κτυπούσαν. "Εμοιαζε σωστή κόλαση, κι όμως ό Βαρνάβας ζούσε στον κόσμο του. Αδιαμαρτύρητα δεχόταν τους σαρκασμούς, τα κτυ­πήματα και τους εξευτελισμούς. Πέραν τούτων συνέχισε απερίσπαστα το συγγραφικό του έργο, για να εκδώσει τα αριστουργήματα «Ή νύφη» και «Το μυστικό της πόρνης».
Το Μάρτιο του 1937. ήρθε ή εντολή «Να απελευθερωθεί ό τρελός Δεσπότης». Από έκεί πήγε στην πόλη Τόμσκ, οπού τον ακολούθησε ή πνευματική του κόρη, Βέρα Βασίλιεβνα. Λόγω του πολέμου ή κυβέρνη­ση τους χορηγούσε μόνο 300 γρ. ψωμί την ημέρα. Μόνοι τους δοκίμασαν να καλλιεργήσουν ένα χωράφι φυτεύο­ντας λίγες πατάτες, τις όποιες δυστυχώς τους έκλεψαν. Ξΰλα για φωτιά δεν υπήρχαν, άλλα ούτε το κρύο ούτε ή πείνα τους απέσπασαν από τα πνευματικά τους καθήκο­ντα. Οι ενοχλήσεις όμως από τον κόσμο, λόγω της τρέλας του ήταν πολλές και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν για το Κίεβο. Έκεί έμεναν σε δυο μικρά υγρά δωμάτια στο σπί­τι της Ζίνα Πετρούνεβιτς, πού ήταν συγκροτούμενη τους στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αρκετά πνευματικά του παιδιά ήθελαν να τον βοηθήσουν αγοράζοντας του κρεβά­τι και ντουλάπα, άλλα ό επίσκοπος τους έλεγε: «Πρέπει να ζούμε έτσι απλά, ώστε αν κάποια στιγμή μας πουν αφήστε τα όλα και φύγετε να μπορούμε άνετα να το κάνουμε.» Επίσης τους νουθετούσε λέγοντας τους: «Δε θέλω από σας τίποτε. Ούτε να μην τρώτε επί μέρες, ούτε να κοιμάστε σε γυμνά σανίδια, ούτε άλλες υπερβολές. Θέλω όμως να στηλιτεύετε τον εαυτό σας, για ότι κακό -εμφανώς η άφανώς- κάνει. Μη δένεστε με τα υλικά πράγματα». "Οταν αντιλαμβανόταν κάποιο πνευματικο-παίδι του να είναι προσκολλημένο σε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, τον πρότρεπε να το χαρίσει.
"Ετσι ζώντας ό άγιος έφτασε μέχρι τον Απρίλιο του 1963.Στις 17 του μήνα προαισθανόμενος το τέλος του, κάλεσε όλα τα πνευματικά του παιδιά, τα νουθέτησε και τα ευλόγησε. Στϊς 6 Μαΐου 1963 παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Δεσπότη του Ιησού Χριστού. Αφότου κοι­μήθηκε, το πρόσωπο του έλαμψε και ό ιερέας πού τέλεσε την κηδεία είπε: «Αυτό είναι πρόσωπο αγίου». Θάφτηκε στο κοιμητήριο Μπάικοφ, κοντά στον γκρεμισμένο από το καθεστώς ναό της αγίας Σκέπης, ενώ ό τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα. Ας έχουμε την ευχή του

Ο Γέρων Ακάκιος ο Βαλααμίτης(1873-1984)

Ο Γέρων Ακάκιος ο Βαλααμίτης(1873-1984)

Την τελευταία ώθηση στον Ανδρέα Κούζνετσωφ να πάει στο μοναστήρι έδωσε ένα πολύ ανθρώπινο γεγονός. Στο αγροτικό σπίτι τού Ανδρέα - του μελλοντικού π. Ακακίου - ήταν τρία αδέλφια. Ό μεγαλύτερος αδελφός πήγε να κάνει την στρατιωτική του θητεία, ενώ ό μικρότερος νυμφεύτηκε και πήρε μια κακιά γυναίκα. Ή ζωή τού μεσαίου αδελφού. τού Ανδρέα, έγινε τώρα πολύ δύσκολη. Ήθελε να φύγει από το σπίτι και από το χωριό ακόμη. Ή σκέψη για το μοναστήρι τον είχε απασχολήσει ήδη για πολύ καιρό. Τώρα οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τού έδωσαν την αφορμή. Την επιθυμία του να γίνει μοναχός δυνάμωσε και ένα προσκύνημα, πού πριν από μερικά χρόνια είχε κάνει στη μακρινή Λαύρα τού Οσίου Σεργίου κοντά στην Μόσχα. Ειδικά ή εξομολόγηση και ή θεία Μετάληψη στην Σκήτη της Λαύρας έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη τού Ανδρέα.
Έτσι ό Ανδρέας άφησε για πάντα το σπίτι του στον ποταμό Βάγα, στην επαρχία τής Βολόγδας, και πήγε στην Μονή Σολόφκυ στο νησί τής Λευκής Θάλασσας. Αλλά ή ζωή στο Σολόφκυ δε του άρεσε. Φαίνεται πώς στο μοναστήρι υπήρχε ένας καθαρά ταξικός διαχωρισμός μεταξύ των αδελφών. Και το ψωμί ακόμη έπρεπε ό καθένας στην τράπεζα να ζητά χωριστά. Ό Ανδρέας βρήκε επίσης άδικο το ότι ενώ ή αδελφότητα εργαζόταν σκληρά στο άγονο και ανθυγιεινό νησί, ό ηγούμενος έκανε ταξίδια στην Κριμαία στον ήλιο και στην ζέστη.
Την εποχή εκείνη το Σολόφκυ ανοικοδομούσε την Μονή της Αγίας Τριάδος, την οποία ό Όσιος Τρύφων ίδρυσε τον ΙΣΤ' αιώνα στην Πέτσεγκα. Οι Φιλανδοί από την Δύση κατέστρεψαν το μοναστήρι την νύχτα των Χριστουγέννων τού 1590, και ύστερα έμεινε για αιώνες έρημο. Τώρα το μοναστήρι ξανακτίστηκε, για να γίνει πνευματικό στήριγμα για τούς τοπικούς Λάπωνες της Φυλής των Κόλτα, καθώς επίσης και ένα φρούριο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας προς την Δύση. Ό Ανδρέας μετατέθηκε από το Σολόφσκυ στην Πέτσεγκα το 1898. Εκεί έλαβε την μοναχική κουρά το 1913 με το όνομα Ακάκιος προς τιμήν τού Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτινής.
Στις αρχές τού αιώνα μας στο μοναστήρι έγιναν μεγάλα οικοδομικά έργα. Ηγούμενος ήταν τότε ό π. Ίώναθαν. Σε δύο δεκαετίες περίπου το μοναστήρι ξανακτίστηκε εκ θεμελίων παρ' όλες τις κλιματολογικές δυσχέρειες του Βορρά και άλλες δυσκολίες. Έκτος από το βασικό πνευματικό έργο του το μοναστήρι έγινε ένα κέντρο πολιτισμού στο μακρινό Βορρά. Είχε και δικό του εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος. Εκεί στεγάζονταν, επίσης, το Ταχυδρομείο και το Τηλεγραφείο.
Το διακόνημα τού μοναχού Ακάκιου ήταν να περιποιείται τα άλογα της Μονής. Αύτη την εργασία συνέχισε μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Στην ειρήνη τού Τάρτο το 1921 ή περιοχή της Πέτσεγκας έμεινε στην φινλανδική πλευρά. Το κλείσιμο των συνόρων προς την ανατολή μάρανε σύντομα το μοναστήρι τού Οσίου Τρύφωνος σε μία μικρή μοναχική κοινότητα χωρίς πολλή κίνηση. Ό καινούργιος ηγούμενος Υάκινθος προσπαθούσε να διατηρεί την αγωνιστική φλόγα ανάμεσα στους αδελφούς. Έτσι το μοναστήρι ζούσε μία ήσυχη απομονωμένη ζωή μέχρι το 1939, έως ότου δηλαδή ξέσπασε ό Χειμωνιάτικος Πόλεμος και οι μονάχοι έγιναν αιχμάλωτοι των Ρώσων στην Σοβιετική Ένωση. Έκτος από τον ηγούμενος Παΐσιο και τον μοναχό πού επόπτευε το ήλεκτραγωγικό εργοστάσιο, όλοι οι άλλοι ξαναγύρισαν στο μοναστήρι. Όταν ό πόλεμος ξέσπασε ξανά το 1941, οι πολεμικές επιχειρήσεις πού έγιναν στην Πέτσεγκα τάραξαν πολύ την ησυχία της Μονής. Έτσι το 1942 οι τελευταίοι μοναχοί αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Χεϊνάβεσι για να ενταχθούν στους μοναχούς του Νέου Βαλαάμ. Με αυτόν τον τρόπο και ό π. Ακάκιος για τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του έγινε κάτοικος τού Βαλαάμ.
Στο Νέο Βαλαάμ συνέχισε την παλαιά εργασία του στο στάβλο των άλογων. Έκανε βέβαια και πολλές άλλες δουλειές, παραδείγματος χάριν βοηθούσε και στις αγελάδες. Και στον νέο τόπο διαμονής του τηρούσε τις καλύτερες πλευρές της ασκητικής
παράδοσης της Πέτσεγκας: την λιτότητα και την εργατικότητα. Πήγαινε σε όλες τις ακολουθίες. Αρκέστηκε στο λιτό φαγητό, πού πρόσφερε το μοναστήρι. Στο κελί του δεν είχε περιττά πράγματα.
Οι άλλοι αδελφοί αποδήμησαν ένας-ένας προς Κύριον, αλλά ό π. Ακάκιος συνέχιζε καρτερικά την πορεία του σε τούτον τον κόσμο. Το 1963 τον απάλλαξαν από κάθε εργασία. Ήταν ήδη 90 χρονών. Αλλά ακόμη και μετά έκανε ελαφρές δουλειές στο μοναστήρι. Τις ελεύθερες ώρες του τού άρεσε να διαβάζει πνευματικά βιβλία, ειδικά την Αγία Γραφή.
Πέρασαν τα χρόνια και ό Γέροντας συμπλήρωσε τα 100 του.• Από πλευράς ψυχικών δυνάμεων ήταν πολύ καλά, είχε και αρκετές σωματικές δυνάμεις. Στηριζόμενος στο μπαστούνι, πολύ σκιρτωμένος, βάδιζε σιγά-σιγά προς τον ναό στις ακολουθίες πού τελούσε ό π. Συμφωριανός. Συχνά ήταν ό μόνος εκκλησιαζόμενος. Προς το τέλος οι δυνάμεις του δεν έφθαναν πια για να πάει στην εκκλησία και αναγκαζόταν να παραμένει στο κελί του. Ό μοναχός Έφραίμ, πού κατοικούσε στο απέναντι κελί, τον περιποιείτο με πολλή επιμέλεια. Συχνά τον πήγαιναν στην εκκλησία με το αναπηρικό καροτσάκι.
Πολλές φορές από το κελί τού π. Ακακίου ακούγονταν προσευχές και ψαλμωδίες. Ή συνεχής προσευχή γέμιζε τις ημέρες τού γέροντα μοναχού. Έτσι έγινε το καλύτερο παράδειγμα τού προσευχομένου μοναχού για τους νεώτερους αδελφούς. Ήταν ό τελευταίος αντιπρόσωπος τής παλαιάς γενιάς των μοναχών. Κοιμήθηκε στην προχωρημένη ηλικία των 110 ετών. Όσο γνωρίζουμε ήταν ό πιο ηλικιωμένος άνθρωπος πού έζησε ποτέ σε όλη την Σκανδιναβία.
Ό π. Ακάκιος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 30 Ιανουαρίου τού 1984. Την προηγούμενη ημέρα είχε μεταλάβει τα Άχραντα Μυστήρια.
 ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΗΝ ΜΟΝΗΣ ΒΑΛΑΑΜ/ apantaortodoxias.blogspot.com