Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ Ο συγκεράσας την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής της Αιγύπτου

Ανάμεσα στους φωτεινούς ασκητές, διαπρεπείς πατέρες και πολύτιμους εκκλησιαστικούς συγγραφείς εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος στις 4 Φεβρουαρίου τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «ἱερατικῆς καί ἀσκητικῆς πολιτείας κανών» κατἀ τον Μέγα Φώτιο, ο «ἀγγελικόν ἄντικρυς μετελθών βίον» κατά τον ιστορικό Ευάγριο.

Ο Άγιος Ισίδωρος, ο οποίος αναδείχθηκε στύλος και εδραίωμα της Εκκλησίας, γεννήθηκε γύρω στο 350 μ.Χ. στο Πηλούσιο της Αιγύπτου, το οποίο βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο του δέλτα του Νείλου, κοντά στη σημερινή κωμόπολη Τινέχ και το Πορτ Σάιντ. Μάλιστα η ερειπωμένη πλέον σήμερα πόλη του Πηλουσίου του έδωσε και την προσωνυμία «Πηλουσιώτης». Οι ευσεβείς, ενάρετοι και πλούσιοι γονείς του διέκριναν από πολύ νωρίς τη φιλομάθειά του και επιμελήθηκαν την υψηλή μόρφωση και την εξαιρετική ανατροφή του. Γύρω στο 370 μ.Χ. ο Άγιος Ισίδωρος πήγε στην περιώνυμη πόλη της Αλεξάνδρειας για να σπουδάσει. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Μέγα Αθανάσιο και φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή, όπου διευθυντής ήταν ο Δίδυμος ο Τυφλός, ο οποίος υπήρξε και ο διδάσκαλός του. Σπούδασε την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά παράλληλα μελετούσε και τα έργα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ενώ καθημερινά εντρυφούσε μέσα στα χωρία της Αγίας Γραφής. Ο Άγιος Ισίδωρος υπήρξε θαυμαστής και υπέρμαχος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και συστηματικός μελετητής των έργων του. Παράλληλα ήταν και ένθερμος μιμητής του ύφους και των ιδεών του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε αγωνίσθηκε με θάρρος για την αποκατάσταση και την επαναγραφή του ονόματος του Ιερού Χρυσοστόμου στα δίπτυχα της Αλεξανδρινής Εκκλησίας ύστερα από τη διαμάχη και τη σύγκρουση του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση και την εξορία του Ιερού Πατρός. Ο Μέγας Αθανάσιος διακρίνοντας την αρετή, την ευσέβεια και την ευρεία θεολογική κατάρτιση του Αγίου Ισιδώρου, τον χειροτόνησε ιερέα. Σε όλη τη μετέπειτα ιερατική και μοναχική του πορεία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό, έχοντας ως φωτεινό πρότυπό του τον Τίμιο Πρόδρομο και ως μόνιμο μέλημά του την ανόθευτη διατήρηση της ορθοδόξου πίστεως. Μετά τις σπουδές και την εις πρεσβύτερον χειροτονία του από τον Μέγα Αθανάσιο επέστρεψε στη γενέτειρά του, το Πηλούσιο της Αιγύπτου, όπου ανέπτυξε μεγάλο ιεροκηρυκτικό έργο. Αναδείχθηκε σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής εκατοντάδων ψυχών, οι οποίες κοντά του έβρισκαν την παρηγοριά και την ανακούφιση. Απέκτησε κύρος και πνευματική ακτινοβολία και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί τον θεωρούσαν άνδρα αγιότητος και απαστράπτουσας αρετής. 

Γύρω στο 400 μ.Χ. αποφάσισε να εγκαταλείψει τα «ἐν τῷ κόσμῳ» και να αποσυρθεί σε μοναστήρι της περιοχής. Εκεί υποτάχθηκε σ’ έναν γέροντα και «μόνος πρός μόνον τόν Θεόν γενόμενος» ασκήθηκε στην εγκράτεια, την ακτημοσύνη, την προσευχή, την υπακοή και την περισυλλογή για να γίνει σύντομα «τῶν μοναστῶν τό κλέος». Μελετούσε αδιάλειπτα την Αγία Γραφή, αλλά και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έφτασε σε τέτοιο αγιοπνευματικό επίπεδο και σε τέτοια πνευματική ωριμότητα, ώστε εκατοντάδες πιστοί τον αναζήτησαν και αφού βρήκαν το μοναστήρι, στο οποίο μόναζε, τον επισκέπτονταν για να οικοδομηθούν πνευματικά και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Στους πολυάριθμους επισκέπτες πρόσφερε μαζί με την ψυχική ανάπαυση και παροιμιώδη φιλοξενία, προέτρεπε δε τους χριστιανούς να είναι φιλόξενοι, γεγονός που επιβεβαιώνεται και σε επιστολή του, στην οποία επιπλήττει δριμύτατα όσους δεν προσφέρουν φιλοξενία σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης κατέστη με την ασκητική του ζωή και τον ενάρετο βίο του επόπτης όλων των μοναστηριών και των μοναχών της περιοχής, αφού με τις συνεχείς νουθεσίες του στήριζε και καθοδηγούσε πνευματικά τους μοναχούς. Επιπλέον οδήγησε τα μοναστήρια σε τέτοια πνευματική ακμή και λάμψη, ώστε αναδείχθηκαν φωτεινοί φάροι και ισχυροί προμαχώνες της ορθοδόξου πίστεως. Το ολοένα και αυξανόμενο πλήθος των χριστιανών, το οποίο κατέφθανε στο μοναστήρι για να καθοδηγηθεί πνευματικά, τον ανάγκασε να αποσυρθεί σε ερημική τοποθεσία για να επιδοθεί με περισσότερη ησυχία στην προσευχή, τη μελέτη και την άσκηση. Η πνευματική του ωριμότητα με τη συνεχή άσκηση και προσευχή και η πολυμάθειά του τον ανέβασαν σε τέτοιο υψηλό επίπεδο σοφίας και διανόησης, ώστε απέκτησε το χάρισμα να ερμηνεύει και τα πιο δύσκολα χωρία της Αγίας Γραφής, αλλά και να δίνει την απαιτούμενη λύση και απάντηση σε κάθε απορία και σε κάθε πρόβλημα πιστού, αφού ακόμη και στην έρημο τον αναζήτησαν εκατοντάδες ταλαιπωρημένες ψυχές. Μάλιστα αναπτύχθηκε μεταξύ του Αγίου και των χριστιανών μια μοναδική και αξιομνημόνευτη αλληλογραφία, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο αριθμό των σωζομένων επιστολών του που ανέρχονται σε 2.000 και διακρίνονται για τη λακωνικότητα, το κομψό ύφος και συχνά τον ποιητικό τους λόγο. Οι πολυάριθμες αυτές επιστολές, οι οποίες αποτελούν ένα άριστο θησαυροφυλάκιο συμβουλευτικής σοφίας και πείρας, πραγματεύονται δογματικά και απολογητικά θέματα, θέματα ερμηνείας της Αγίας Γραφής, καθώς και θέματα με ηθικοθρησκευτικό περιεχόμενο, απευθύνονται δε σε διάφορες τάξεις: σε αυτοκράτορες, επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, πλούσιους, φτωχούς και λογίους. Με τον πύρινο λόγο του στις επιστολές έφτασε ο σοφός και ασκητικός Άγιος Ισίδωρος να επιπλήξει και να ελέγξει με αυστηρότητα ακόμη και αυτοκράτορες και ισχυρούς εκκλησιαστικούς άνδρες με σκοπό να τους παροτρύνει να συναισθανθούν τα λάθη τους και να επανορθώσουν, όπως έγινε με τον Πατριάρχη Θεόφιλο, τον Επίσκοπο Πηλουσίου Ευσέβιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Στις επιστολές του απαντούσε πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ψυχής και με οδηγό την ανιδιοτελή αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη βαθειά πίστη και τις αρετές της διάκρισης και της σύνεσης. Παρόλο που ήταν αυστηρός και ανυποχώρητος στην αμαρτία, την αδικία, την πλάνη και την αίρεση, ήταν ταυτόχρονα ευαίσθητος, προσιτός και ανθρώπινος. 

 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τον χώρο της Εκκλησίας και τους κληρικούς που διακονούν σ’ αυτή, αλλά και δεν δίστασε να καυτηριάσει τους φαύλους κληρικούς της εποχής του, εναντίον των οποίων συνέγραψε ελεγκτικές επιστολές επιδιώκοντας να τους φέρει σε συναίσθηση. Στηλίτευσε με αυστηρότητα τα θλιβερά φαινόμενα της σιμωνίας και της φιλαργυρίας στους κληρικούς όλων των βαθμίδων, φαινόμενα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα τραυματίζουν το σώμα της Εκκλησίας, προσβάλλουν την αποστολή και το έργο των αξίων κληρικών και σκανδαλίζουν τους πιστούς. Ενδεικτικός είναι ο μεγάλος αριθμός επιστολών που συνέγραψε ο Άγιος Ισίδωρος για τους μιαρούς, φιλάργυρους, εγωιστές, φλύαρους, πονηρούς, ματαιόδοξους, σιμωνιακούς και απερίσκεπτους κληρικούς, οι οποίοι μόλυναν με τον βίο και τη συμπεριφορά τους το Ιερό Θυσιαστήριο, όπως ο Ζώσιμος, ο Μάρων και ο Μαρτινιανός, ενώ δεν παραλείπει να στιγματίσει και τους υποψήφιους επισκόπους που προσπαθούν να ανέλθουν στον επισκοπικό θρόνο με ανεντιμότητα, διαπράττοντας το φοβερό αμάρτημα της σιμωνίας. Μέσα από τις επιστολές του παρουσιάζει την ιεροσύνη ως θείο αξίωμα και ως ουράνιο αγαθό, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη φύση για να υπηρετεί την πρώτη και να μεταβάλλει προς το ανώτερο τη δεύτερη. Επιπλέον ο υποψήφιος κληρικός πρέπει να έχει ασκηθεί στην υπακοή, την εγκράτεια και την υπομονή και να έχει επιδοθεί ο ίδιος σε πνευματικό αγώνα για να είναι κεκοσμημένος με αρετές και έτσι να μπορέσει ορθά να καθοδηγήσει τις ανθρώπινες ψυχές. Σε μια επιστολή του ο Άγιος αναφέρει τα ακόλουθα για τον ιερέα: «Ἅπτει λύχνον ὁ Θεός Ἱερέα καί τίθησιν αὐτόν ἐπί τήν λυχνίαν τῆς ἑαυτοῦ φωτοφόρου καθέδρας, ἴνα ἐξαστράπτῃ φωτισμόν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ δογμάτων καὶ πράξεων», ενώ για τους ανάξιους κληρικούς, τους οποίους αποκαλεί «επιδρομείς», αναφέρει ότι όταν κάποιος νόθος και ανάξιος εισέλθει με τη βία στο αξίωμα της ιεροσύνης, τότε ο στολισμός του ιερατικού αξιώματος μεταβάλλεται σε απρέπεια. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι το να σφάλει και να αμαρτάνει κάποιος λαϊκός είναι φοβερό, το να σφάλει όμως ιερωμένος είναι φοβερότερο, ενώ θεωρεί αναγκαίο το μέτρο σε όλα, ακόμη και στην τροφή, την κατοικία, την ενδυμασία, τη φωνή και το βάδισμα. Έτσι είναι ανούσιο να νηστεύει κανείς από τη μια και να πλουτίζει από την άλλη. Με αυστηρότητα αντιμετώπιζε ο Άγιος Ισίδωρος και αυτούς που φλέγονται από την επιθυμία να γίνουν επίσκοποι χωρίς να έχουν τη συναίσθηση της βαρύτατης πνευματικής αποστολής τους, αλλά και των πολλαπλών υποχρεώσεων και των πολυεύθυνων καθηκόντων του επισκοπικού αξιώματος απέναντι στον λαό που καλούνται να διαποιμάνουν. 

  

Εκτός από τις πολυάριθμες επιστολές ο Άγιος Ισίδωρος έγραψε και δύο θαυμάσιες πραγματείες, η μία με τίτλο: «Λόγος πρός Ἕλληνας», στην οποία υπερασπίζεται τη Θεία Πρόνοια εναντίον εκείνων που την αρνούνται και η δεύτερη με τίτλο «Περί τοῦ μὴ εἶναι εἱμαρμένην», στην οποία αποδεικνύει την ανυπαρξία της μοίρας. Ο πάνσοφος και πανόλβιος Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «γράμμασι τῆς θείας σοφίας καί τῆς ἔξω ἐξησκημένος» επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και στην καταπολέμηση των αιρέσεων, όπως της αίρεσης του Νεστορίου. Μάλιστα ζήτησε μέσω επιστολής του από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να συμμετάσχει ο ίδιος στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ., ενώ από τον Άγιο Κύριλλο Πατριάρχη Αλεξανδρείας ζήτησε να μετριάσει το μένος του εναντίον του αιρεσιάρχου. Στους λόγους του ο Άγιος Ισίδωρος προβάλλει πάντοτε τη μεγάλη σπουδαιότητα της Αγίας Γραφής και τη διδασκαλία των Μεγάλων Πατέρων και κυρίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο θεωρεί «τῶν ἐν Βυζαντίῳ καί πάσης Ἐκκλησίας ὀφθαλμόν», ενώ θεωρεί την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού ως «τό μέγα μυστήριο τῆς εὐσεβείας». Κάποια στιγμή έφθασε όμως και η ώρα που ο δικαιοκρίτης Κύριος της ζωής και του θανάτου τον κάλεσε κοντά Του. Έτσι στις 4 Φεβρουαρίου του 437 μ.Χ. και έχοντας επιστρέψει στο αγαπημένο του μοναστήρι, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή για να παραμείνει στη συνείδηση των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης ως ένας ταπεινός, σοφός, ενάρετος και πολυγραφότατος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού. 

  

Η απαστράπτουσα αρετή, ο ασκητικός του βίος και το πολύπλευρο έργο του οδήγησαν και στη διάδοση της τιμής του με την ανέγερση ιερών ναών επ’ ονόματί του. Αξιομνημόνευτος είναι ο ευρισκόμενος στη νοτιοδυτική πλαγιά του ιστορικού λόφου του Λυκαβηττού των Αθηνών γραφικός και κατανυκτικός ναός του Αγίου Ισιδώρου, όπου το Ιερό του Βήμα βρίσκεται μέσα σε σπήλαιο. Ο ιστορικός αυτός ναός των Αθηνών, ο οποίος ανακαινίσθηκε εκ βάθρων το 1931 και ήταν γνωστός στους παλαιούς Αθηναίους ως «Άγιος Σιδερέας», φέρει την προσωνυμία «Άγιοι Ισίδωροι», αφού σε τρεις φορητές εικόνες του ναού συναπεικονίζονται ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης και ο Άγιος Ισίδωρος ο εν Χίω. Γι’ αυτό και ο ναός πανηγυρίζει τόσο στις 4 Φεβρουαρίου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου όσο και στις 14 Μαΐου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του εν Χίω. Στις δύο ετήσιες πανηγύρεις του ναού τελούνται οι ιερές ακολουθίες προς τιμήν των δύο εορταζομένων Αγίων, ενώ λιτανεύεται με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων Ισιδώρων. Επίσης στο παρακείμενο από τον ναό των Αγίων Ισιδώρων σωζόμενο σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου τελείται κατ’ έτος στις 13 Σεπτεμβρίου πανήγυρη επί τη μνήμη του ενδόξου Αθηναίου φιλοσόφου, απολογητού και μάρτυρος του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος σύμφωνα με τον αείμνηστο φιλίστορα Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη προσερχόταν στο σπήλαιο για να προσευχηθεί και να ενισχυθεί πνευματικά στον αγώνα του υπέρ της υπεράσπισης των διωκομένων χριστιανών. Επ’ ονόματι του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου τιμάται και ο ναός του Β΄ Κοιμητηρίου Αθηνών στην περιοχή των Άνω Πατησίων, ο οποίος ανεγέρθηκε επί των ημερών του Δημάρχου Αθηναίων Αριστείδου Σκληρού εις μνήμην του πατρός του Ισιδώρου. 

Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης στο παραδοσιακό χωριό της Άνω Κορακιάνας στο καταπράσινο και ευλογημένο νησί της Κέρκυρας, όπου σε μια θαυμάσια εξοχική τοποθεσία με πανοραμική θέα βρίσκεται από τον 17ο αιώνα ένα γραφικό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο. Ο ιστορικός αυτός ναός κτίσθηκε σύμφωνα με το ευρεθέν χειρόγραφο το έτος 1640 από τον ευσεβή γαιοκτήμονα της περιοχής Θεόφιλο Προσαλένδη και έχει μεγάλη θαυματουργική φήμη, αφού άπειρα είναι τα θαύματα που έχει τελέσει ο Άγιος Ισίδωρος με τη χάρη του Θεού και έχουν καταγραφεί τόσο στην προφορική παράδοση της περιοχής όσο και σε παλαιές χειρόγραφες φυλλάδες. Είναι ενδεικτικό ότι σε φυλασσόμενη στον ναό εικόνα του Αγίου, η οποία ιστορήθηκε το 1950 και λιτανεύεται από το 1990 την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου, απεικονίζονται δύο από τα επιτελεσθέντα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου, η διάσωση του Ευσταθίου Μεταλληνού το 1875 και η διάσωση του γιου του Επαμεινώνδα από το χωριό Άφρα το 1925. Τα πολυάριθμα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στο χωριό Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας οδήγησαν στην καθιέρωση εκκλησιαστικής πανηγύρεως προς τιμήν του θαυματουργού Αγίου την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου με την αθρόα συμμετοχή του λαού, κατά την οποία λιτανεύεται και η ιερά και θαυματουργή εικόνα του τιμωμένου Αγίου. Γι’ αυτό τον λόγο και εποιήθη το 1993 από τον Ελλογιμώτατο κ. Χαραλάμπη Μπούσια ιερά ακολουθία, η οποία εξυμνεί τα θαύματα του Αγίου στην Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας και η οποία ενεκρίθη το 1996 από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο ίδιος χαρισματικός υμνογράφος έχει ποιήσει Παρακλητικό Κανόνα, Χαιρετιστηρίους Οίκους και Εγκώμια προς τιμήν του Αγίου. 

  
Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τιμάται με ιδιαίτερη ευλάβεια και τιμή και στον ομώνυμο ιερό ναό στον Κάβο Σίδερο της Κρήτης, ο οποίος είναι το ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου και βρίσκεται σε απόσταση 32 χιλιομέτρων από τη Σητεία. Ο ναός διαθέτει και κελιά, αφού αποτελούσε παλαιά μονή, βρίσκεται δε σε μια άνυδρη περιοχή άγριας φυσικής ομορφιάς. Σήμερα ο ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον Κάβο Σίδερο αποτελεί μετόχιο της εντυπωσιακής για τον φρουριακό της χαρακτήρα και ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής Τοπλού, δέχεται δε πολυάριθμους πιστούς κατά την ετήσια πανήγυρή του στις 4 Φεβρουαρίου, όπου τους δίδεται η ευκαιρία να γευθούν παραδοσιακό κρητικό φαγητό, αλλά και να μαζέψουν τις περίφημες αγριοαγκινάρες που αφθονούν στην περιοχή. 

 
Ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου υπάρχει και στην περιοχή Εψιμιά της Ιεράς Νήσου Πάτμου, ο οποίος ανεγέρθηκε με δαπάνη του αοιδίμου Επισκόπου Τράλλεων κυρού Ισιδώρου Κρικρή του Πατμίου (1938-2007), του και διατελέσαντος Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου κατά τα έτη 1975-1982 και 1986-1997. Ο αοίδιμος κτίτωρ του ναού της Πάτμου και ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου Ισίδωρος Κρικρής ενταφιάσθηκε σύμφωνα με την πατμιακή εκκλησιαστική τάξη στον νάρθηκα του ναού του ομωνύμου και προστάτου του αγίου, του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, τον οποίο τόσο πολύ αγάπησε και είχε ως φωτεινό πρότυπο σε όλη τη διάρκεια της ιερατικής και αρχιερατικής του διακονίας. 


Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης έρχεται στη σημερινή αλλοπρόσαλλη και εγωκεντρική εποχή να μας διδάξει, να μας αφυπνίσει και να μας παραδειγματίσει, αφού ήταν αυτός που συγκέρασε την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία, διδάσκοντας τους πιστούς να έχουν σωφροσύνη, ανδρεία, ημερότητα, δικαιοσύνη και προ πάντων αγάπη, η οποία είναι ο θησαυρός όλων των αρετών. Μόνο με την αρετή, την προσευχή και την πίστη θα μπορέσει ο χριστιανός σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου να κερδίσει τα ουράνια αγαθά και να γίνει ευάρεστος στον Θεό, Τον οποίο ο θεοφόρος ασκητής και σοφός διδάσκαλος από το Πηλούσιο της Αιγύπτου Άγιος Ισίδωρος χαρακτηρίζει ως υπέρτατο Ον και ως αΐδιο, παντοδύναμο, αγαθό, δίκαιο, μακρόθυμο, φιλάνθρωπο, αναμάρτητο, αναλλοίωτο και δημιουργό των πάντων. 
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός

Ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης


Άγιος Ακάκιος ο καυσοκαλυβίτης

Ο όσιος Ακάκιος (κατά κόσμον Αναστάσιος) γεννήθηκε το 1630 στο χωριό Γόλιτζα Αγράφων Καρδίτσης, σήμερα «Άγιος Ακάκιος».  Ήταν φύση ασκητική και γι' αυτό πολλές φορές έφευγε σε μέρη ερημικά και προσεύχονταν. Σε ηλικία 23 ετών εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Αγίας Τριάδος Σουρβίας, στη Μακρινίτσα Πηλίου. Εδώ έκανε υπερβολικούς, υπέρ φύση αγώνες. Πολλές φορές μάλιστα έφευγε στο δάσος αγρυπνώντας και προσευχόμενος. Αργότερα, θέλοντας να βιώσει περισσότερο την πνευματική ζωή, πήγε στο Άγιο Όρος. Αφού γύρισε τις περισσότερες μονές και σκήτες κατέληξε στην σκήτη της Αγίας Άννης και αργότερα στα Καυσοκαλύβια, στο σπήλαιο όπου είχε ασκητεύσει ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης. Υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, με μεγάλες δυσκολίες διαβιώσεως και υπερβολική άσκηση (δεν έτρωγε μαγειρεμένο φαγητό), οικειώθηκε τη θεία χάρη και έγινε μέτοχος των αρετών και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Η διορατικότητα μάλιστα του γέροντα Ακακίου έγινε γνωστή μέσα και έξω από το Όρος. Έτσι, πολλοί επισκέπτονταν το ασκητήριό του για να τον συμβουλευθούν. Με τον καιρό συγκεντρώθηκαν αρκετοί μοναχοί γύρω από το γέροντα. Η οργάνωση της μοναστικής αυτής κοινότητος σε σκήτη αποδίδεται στον όσιο Ακάκιο και ανάγεται στο 1700. Παράλληλα υπήρξε προπονητής τριών οσιομαρτύρων, του Αγίου Ρωμανού - Καρπενησιώτη, του Αγίου Νικοδήμου από το Ελβασάν της Αλβανίας και του Αγίου Παχωμίου του Ρώσου. Αξιώθηκε από το Θεό μεγάλων χαρισμάτων, όπως της νηστείας, της προσευχής, των πολλών δακρύων, της αγρυπνίας, της διορατικότητος και της θαυματουργίας. Παρέδωσε στο Θεό την αγία ψυχή του πλήρης ημερών, σε ηλικία 100 ετών, τη 12η Απριλίου 1730, Κυριακή των Μυροφόρων, ημερομηνία κατά την οποία επιτελείται και η οσία μνήμη του. Στο φερώνυμο χωριό Άγιος Ακάκιος, η εορτή του πανηγυρίζεται την Πέμπτη της Διακαινησίμου, ενώ στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, την Κυριακή των Μυροφόρων και την πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου, μαζί με τους άλλους 7 Καυσοκαλυβίτες οσίους.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄

Ἀκακία ἐμπρέπων Πάτερ Ἀκάκιε, και λαμπρότητι βίου ὡς σελασφόρος ἀστήρ, την παλαίθετον ζωήν Ὁσίων ἔδειξας. σύ γάρ αὐτοῖς ἁμιλληθείς, πλήρης ὤφθης φωτισμοῦ, τον Ἄθω καταπυρσεύων, τοῖς ἐναρέτοις σου τρόποις, δι' ᾦν εγένου κληρονόμος Χριστοῦ.

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ 21 ΑΙΩΝΑ



ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ 21 ΑΙΩΝΑ

Μόλις κυκλοφόρησε τό νέο βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης
Ἡ ἁγιότητα στόν 21ο αἰώνα

Μετά τοῦ Παρακλητικοῦ κανόνος πρός τόν Ἅγιο

Ἔκδοση Ἱ. Καλύβης Ἁγίου Ἀκακίου
Σειρά: Ἐρημοπολῖτες ἀρ. 10

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ  2014

(...) Διαβάζοντας τίς πολύτιμες αὐτές μαρτυρίες γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, ἀντιλαμβανόμαστε πώς ἡ ζωή πολλῶν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γνώρισαν καί συναναστράφηκαν τόν Ἅγιο ἄλλαξε ριζικά, γιατί ἡ παρουσία του ἦταν καταλυτική καί σφράγισε τήν ὕπαρξή τους.
     Γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς, μετά τήν παράθεση ἑνός συνοπτικοῦ διαγράμματος τοῦ Βίου του, θά ἐμβαθύνουμε καί θά ἀναδείξουμε ἐκεῖνα τά θαυ­μα­στά πε­ρι­στα­τι­κά, πού σχε­τί­ζον­ται κυρίως μέ τίς ἀπαρχές τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἀλλά καί τή φιλάνθρωπη ποιμαντική διακονία του, καί τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά ἑρμηνεύσουμε τήν χαρισματική αὐτή προσωπικότητα σέ ὅλες της τίς διαστάσεις.
     Στή συνέχεια, καί ἀπό τίς θεόπνευστες διδαχές τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, θά παραθέσουμε ἀποστάγματα μιᾶς σοφίας καί ἑνός λόγου, πού ζωογονεῖ διαρκῶς τίς ψυχές μας ἀπό τήν αὔρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
     Τό κείμενό μας ὁλοκληρώνεται μέ τίς ἀναπολήσεις τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Πορφυρίου γιά τόν τόπο τῆς μετανοίας του, τό Ἅγιον Ὄρος, καί γιά τό πῶς ἡ ἁγιασμένη αὐτή μορφή εἶχε βιώσει τή μοναχική ζωή στά ἐρημικά ἀλλά ἐράσμια Καυσοκαλύβια.
    Δημοσιεύουμε τέλος τόν Παρακλητικό Κανόνα, πού συνέταξε κατόπιν παρακλήσεώς μας, ὁ ἐξ Ἀγρινίου καλλικέλαδος ἱεροψάλτης Εὐάγγελος Μποτσέτος, ὡς ἄνθος εὐλαβείας πρός τόν Ἅγιο. Ἔτσι συμβάλουμε ταπεινά στήν κάλυψη τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀναγνώστη πού θά θελήσει νά ἐπικαλεστεῖ τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, διαμορφώνοντας ἔτσι μία ἀμεσότερη σχέση καί κοινωνία μαζί του. Τόν εὐχαριστοῦμε πολύ, ὅπως εὐχαριστοῦμε καί ὅλους ὅσοι συνέβαλαν στήν παρούσα ἔκδοση. Εὐχόμαστε τό ταπεινό μας αὐτό πόνημα νά ἀποτελέσει ἕνα ἀκόμη ἐφαλτήριο τοῦ πιστοῦ ἀναγνώστη γιά νέες πνευματικές ἀναβάσεις προσάναμμα πού ὑποδαυλίζει τήν ψυχή στόν θεῖο ἔρωτα.
    Ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, μέ τήν αὐ­θεν­τι­κό­τητα τῆς ἁ­πλό­τη­τας καί τή γνη­σι­ό­τητα τοῦ ἀ­πα­ρα­χά­ρα­κτου μο­να­χι­κοῦ καί ἱερατικοῦ του βίου, ἐ­πα­λη­θεύ­ει δι­αρ­κῶς τό μυ­στή­ριο τῆς πί­στεως καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τήν πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στόν κό­σμο μας, πι­στο­ποι­ών­τας τή δυ­να­τό­τητα πού ἔ­χουμε ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι γιά κοι­νω­νία μέ τόν Θεό καί με­τοχή στήν αἰ­ω­νι­ό­τητα. Ὁ τρό­πος καί ὁ δρό­μος τῆς θε­ώ­σεως καί τῆς σω­τη­ρίας τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καί ἀ­σφα­λής. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῶν Ἁ­γίων...
     Ὁ νέος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Πορφύριος, ἄνοιξε στόν καθένα μας μιά νέα προοπτική γιά τό πῶς νά ζήσουμε σάν χριστιανοί μέσα στόν ταραγμένο καί ἀποπροσανατολισμένο κόσμο μας. Ὅ ἅγιος Πορφύριος συμμερίσθηκε τίς χαρές καί τόν πόνο μας, τίς προσδοκίες καί τίς ἐλπίδες μας. Μᾶς δίδαξε μέσα ἀπό τή ζωή του καί τό λόγο του ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι χαρά, ἐλευθερία, ζωή εἶναι τό πᾶν, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος:
    «Ὅταν βρεῖς τόν Χριστό, σοῦ ἀρκεῖ, δέ θέλεις τίποτ᾿ ἄλλο, ἡσυχάζεις. Γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος. Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἐξαφανίζεται ἡ μοναξιά. Εἶσαι εἰρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Οὔτε μελαγχολία, οὔτε πίεση, οὔτε ἄγχος, οὔτε κατήφεια... Ἔχεις τήν χάρη καί μπορεῖς ὅλα νά τά ὑποφέρεις γιά τόν Χριστό. Ἀκόμα μπορεῖς νά πάσχεις καί ἀδίκως. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Χριστό καί τούς συνανθρώπους του, αὐτός ζεῖ τήν ζωή... Ὅταν ἔλθει ὁ Χριστός στήν καρδιά ἡ ζωή ἀλλάζει. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Ὅποιος ζεῖ μέσα του τόν Χριστό, ζεῖ πράγματα ἅγια καί ἱερά. Ζεῖ ἐν ἀγαλλιάσει... Κυριαρχεῖ ὁ Χριστός καί ἡ λαχτάρα τοῦ ἀνεσπέρου φωτός».
              (ἀπόσπασμα ἀπό τά Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα στό νέο βιβλίο)

Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις Σταμούλη, Ἀθήνα, τηλ. 210-5238305
ἤ ἀπ᾿ εὐθείας στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, τηλ. 23770-23717

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Αν θες να γλιτώσεις, φύγε… αν θέλεις να αγιάσεις, μείνε! Εφραίμ ο Κατουνακιώτης


 Το 1933 ο περίφημος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης σε ηλικία 21 ετών πήρε την μεγάλη απόφαση της ζωής του να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει μοναχός στο άγιο Όρος.
Έχοντας σαν οδηγό του την ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη του στο Θεό έφτασε σε μια από τις πιο απομακρυσμένες και απαράκλητες περιοχές του Άθωνα, τα Καυσοκαλύβια. Εκεί η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε στο ασκητικό Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκεί ζούσανε τρεις γέροντες, πολύ αυστηροί και τραχείς, κατά γενική ομολογία. 
Έζησε κοντά τους με πολύ υπακοή, ταπείνωση και… υπομονή. Και τονίζουμε την υπομονή διότι οι γέροντες του (τους οποίους όλους γηροκόμησε και φρόντισε μέχρι την τελευταία τους πνοή), ήταν πάρα πολύ αυστηροί μαζί του. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα. Το όνομά του δεν το άκουσε ποτέ να το λένε, παρά τον αποκαλούσαν πάντα με τα χειρότερα λόγια και πολλές φορές έφταναν και να τον χτυπούν.
Μια μέρα σαν άνθρωπος λύγισε και αγανακτισμένος πήρε την απόφαση να φύγει. Διστάζοντας όμως να εμπιστευτεί τον λογισμό του, σκέφτηκε να πάει πρώτα να τον εξομολογηθεί σε έναν πνευματικό στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας.
Με ειλικρίνεια εξέθεσε στον πνευματικό του όλη την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα. Αφού λοιπόν εξέθεσε όλα του δεινά που υφίστατο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους στο τέλος είπε: «Πάτερ δώσ’ μου ευλογία να φύγω να γλιτώσω…». Ο διακριτικός πνευματικός αφού σκέφτηκε για λίγο του απάντησε: «Πάτερ Εφραίμ, αν θες να γλιτώσεις, φύγε, αν θέλεις να αγιάσεις μείνε… σκέψου και αποφάσισε». Ο Γέροντας Εφραίμ σκέφτηκε… και έμεινε….
Πέρασαν έτσι 45 ολόκληρα χρόνια. Ο τελευταίος από τους γέροντές του ο π. Νικηφόρος, ήταν ο χειρότερος απ’ όλους… Μάλιστα τα τελευταία χρόνια αρρώστησε και έγινε ακόμα πιο δύστροπος και επιθετικός. Ο π. Εφραίμ, πιστός στην απόφασή του -γιατί αυτή είναι η λεβεντιά στη ζωή, να έχεις το θάρρος να την αντιμετωπίζεις και να σηκώνεις τον Σταυρό που σου οικονόμησε για τη σωτηρία σου η πρόνοια του Θεού- υπέμενε τα πάντα σαν νέος Ιώβ.
Το 1973 όταν κατάκοιτος πια ο γέροντας Νικηφόρος ψυχορραγούσε, ο π. Εφραίμ νύχτα και ημέρα καθόταν στο προσκέφαλό του και τον υπηρετούσε, ενώ συνέχισε να δέχεται «βροχή» τις ύβρεις και τις ταπεινώσεις.
Λίγο πριν το τέλος ο π.Νικηφόρος του είπε: «Σήκωσέ με. Σκύψε να σου πω…» Ο π.Εφραίμ πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη του κατάκοιτου γέροντά του και έσκυψε το κεφάλι. Ξαφνικά το πρόσωπο του π. Νικηφόρου αλλοιώθηκε, έχασε την τραχύτητά του και πήρε την πιο ιλαρή έκφραση που μπορούσε να έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Με όση δύναμη μπορούσε να επιστρατεύσει ο γέροντας άρπαξε το χέρι του π. Εφραίμ και του είπε: «Παιδί μου, εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος… ευλόγησον…» του φίλησε το χέρι και ξεψύχησε στην αγκαλιά του…
Ανάμνηση του π. Διονυσίου Ανθόπουλου, 
από διήγηση του γέροντος Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, 
στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά.

Ο γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης αναφέρεται στους νεαρούς προσκυνητές που τον επισκέπτονται στο Αγ. Ορος λέγοντας: «Αυτοί θα κρατήσουν ψηλά τα ιδανικά της πατρίδος μας»



Ο Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης συνεχίζει τη διήγησή του στον Μανώλη Μελινό και στη «δημοκρατία».

Γέρων Δ. Κατουνακιώτης: Στην ερημική Σκήτη του Αγίου Βασιλείου ησκείτο ένα καλογεράκι περίπου είκοσι χρονών. Είχε μόλις τέσσερα χρόνια στη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό λέμε ότι ήταν μικρό καλογεράκι. Ο Γέροντάς του το είχε πνευματικό καμάρι. Το αγαπούσε, διότι ήταν όντως υποτακτικός. Ακόμη κι ένα ποτήρι νερό να ήθελε, θα ζητούσε ευλογίαν από τον Γέροντα! Κάποτε ασθένησε βαριά το παλικάρι. Παρέμεινε κλινήρες στη μικρή καλύβα τους. Οι διαστάσεις του μικρού κελλιού ήσαν μόλις δύο μέτρα επί ενάμισι! Ισα ίσα που χωρούσε κι έκανε τον κανόνα του, τις μετάνοιες κ.λπ. Ο Γέροντάς του έμενε στο διπλανό κελλί. Κάποια μέρα λοιπόν άνοιξε η πόρτα του κελλιού του υποτακτικού και μπήκαν δύο λαμπροί ευσταλείς νέοι, που ίσα ίσα χωρούσαν κι αυτοί μέσα εκεί. Το καλογεράκι θαμπώθηκε όταν τους είδε. Τότε ο ένας από τους δύο τού μίλησε καλοσυνάτα και του είπε:

«Παιδί μου, μας έστειλε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να σε πάρουμε και να σε πάμε κοντά Του!»
«Α, δεν... μπορώ έτσι να έλθω!» τους απήντησε μεμιάς. «Περιμένετε, παρακαλώ, να πάω να... ρωτήσω τον Γέροντά μου, χωρίς την ευλογία του οποίου δεν κάνω το παραμικρό!»

Βλέπετε πόσο μεγαλείον υπακοής! Οι άγιοι άγγελοι του Θεού (το καταλάβατε, ασφαλώς, ότι επρόκειτο περί αγγέλων) ευχαριστήθηκαν με τα μεγάλα μέτρα αρετής του νεαρού μοναχού και... περίμεναν! Εκείνος σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι της ασθενείας και, σέρνοντας τα βήματά του, πήγε στον Γέροντα και του είπε:

«Γέροντα, έχει ευλογία να πάω στον Χριστό που έστειλε τους αγγέλους και με καλεί; Αν έχει ευλογία, θα πάω. Αν δεν έχει, δεν πάω! Θα καθίσω κοντά σου! Ο,τι μου πεις!»

«Παιδί μου, βεβαιότατα έχει ευλογίαν, αλλά πες σ’ αυτούς τους λαμπρούς νέους να πάρουν κι εμένα να πάμε όλοι μαζί κοντά Του!»

«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα, να ’ναι ευλογημένο!»

Πήγε στους αγίους αγγέλους και με όλη την απλότητα της άδολης καρδιάς του τους είπε:

«Εντάξει, έχει ευλογία να έλθω! Αλλά γίνεται να πάρουμε και τον Γέροντά μου μαζί;»

«Ελα τώρα συ, και τον Γέροντά σου τον παίρνουμε άλλη φορά» του απήντησαν.

Το πήραν λοιπόν μαζί τους -την αγνή ψυχή του δηλαδή- και ο Γέροντάς του, μόλις μπήκε στο κελλάκι του και είδε τον υποτακτικό του άψυχο στο κρεβάτι με γαλήνια μορφή, κατάλαβε... Εκανε με περισσήν ευλάβεια το σημείο του σταυρού και, αφού έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες -όπως κάνουμε στα τίμια λείψανα των αγίων-, ασπάσθηκε το ιερό σκήνωμα. Αντιλήφθηκε ύστερα απ’ όλ’ αυτά ότι επρόκειτο για σκήνωμα αγίου! Τότε κατάλαβε ότι ουσιαστικά έναν επίγειο άγγελο είχε υποτακτικό! Τον υιό της υπακοής, τον νεαρό στην ηλικία, αλλά πολύ προχωρημένο στην άσκηση και την αρετή. Εκλαψε όχι από λύπη που κοιμήθηκε, αλλ’ από χαρά διότι μέσα σε λίγα χρόνια ζωής στο Αγιον Ορος εκέρδισε την αιωνία ζωή με τη μεγάλη υπακοή που έκανε στον Γέροντά του.

Απευθύνομαι και πάλι στα παιδιά και λέω:

Αγαπητά μου παιδιά, βλέπετε, κοιμήθηκε τόσο νέος κι όμως εκέρδισε τα πάντα! Κέρδισε την αιωνιότητα... Μπήκε σαν άγγελος στον παράδεισο, κοντά στον Θεό. Ετσι, με την ευλογημένη υπακοή στους γονείς, στους ιερείς και τους διδασκάλους σας, μπορείτε και σεις να γίνετε αγγελάκια· επίγειοι άγγελοι. Δίχως την υπακοή δεν κατορθώνουμε τίποτε καλό. Σας εύχομαι να είσθε πάντοτε κοντά στον Θεό.

– Μανώλης Μελινός: Γέροντα, οι προσκυνηταί που έρχονται σήμερα στο Αγιον Ορος και ιδιαιτέρως εδώ στην έρημο του Αθωνος τι ζητούν;
– Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης.: Οι άνθρωποι έρχονται να γεμίσουν τις πνευματικές μπαταρίες τους, αποθέτοντας το βάρος των αμαρτιών τους. Μας συγκινεί ιδιαιτέρως το ότι οι περισσότεροι προσκυνηταί είναι νέοι άνθρωποι μ’ έντονες μεταφυσικές αναζητήσεις. Ερχονται στον αγιασμένο τούτο χώρο και αντλούν δύναμη αυτοί που αύριο θα κτίσουν Εκκλησία, πολιτεία, οικογένεια· αυτοί που θα κρατήσουν ψηλά τα ιδανικά της πατρίδος μας.

Κάποτε είπα σε μία ομάδα νέων:

«Παιδιά, ήλθατε εδώ στην έρημο να μας δείτε. Βλέπετε, δεν έχουμε το παραμικρό από πλευράς ευκολιών. Δεν μας φέρατε “κάτι” να μας το αφήσετε φεύγοντας...»

Μεμιάς ανασηκώθηκαν όλοι μαζί ντροπιασμένοι, λέγοντας:

«Πάτερ, συγγνώμη, αλλά δεν ξέραμε τι χρειάζεσθε. Πρώτη φορά ερχόμαστε και δεν είμαστε προετοιμασμένοι. Να σας αφήσουμε... χρήματα».

«Οχι, παιδιά, αυτά που μας χρειάζονται για να επιβιώνουμε σε τούτα τα βράχια τα έχουμε, δόξα τω Θεώ. Κάτι άλλο θέλουμε από εσάς».

«Τι, πάτερ;»

«Θα μας το δώσετε όμως, έτσι;»

«Μα, ναι, πάτερ· πείτε μας».

«Θέλουμε, ως νεαροί που είσθε, αν έχετε κάποιον βαρύ λογισμό, κάποιαν αμαρτία, να μας την αφήσετε· να τα σβήσουμε μαζί από το χειρόγραφο του διαβόλου που το κρατεί καλά. Ετσι, να φύγετε ανανεωμένοι με καθαρή ψυχή, σαν λευκά περιστεράκια! Ελάτε να κάνουμε μία γενναία εξομολόγηση όλοι, ο ένας κατόπιν του άλλου, και θα δείτε πόσο θ’ ανακουφισθείτε πνευματικά».

Ετσι κι έγινε. Εξομολογήθηκαν όλα τα παιδιά κι έφυγαν πετώντας όχι με δύο, αλλά με δέκα φτερά! Απόδειξη πως ωφελήθηκαν είναι ότι ήλθαν και τον επόμενο χρόνο και ήσαν όπως έφυγαν· καθαροί σαν άγγελοι! Δόξα τω Θεώ».

Το Αγιον Ορος πάντοτε προσφέρει σ’ αυτούς που θέλουν. Αλλά κι αυτοί που δεν θέλουν, αυτοί που ίσως έχουν κάποια προκατάληψη, κάποιον δισταγμό, κάποια δυσκολία, βλέποντας τους μοναχούς να εργάζονται συνεχώς, να σηκώνονται κάθε νύκτα και να προσεύχονται, φεύγουν προβληματισμένοι και, όταν ξανάρχονται, εξομολογούνται.

Εύχομαι από την αγιορειτικήν έρημον, όπως η Εφορος του Τόπου μας Κυρία Θεοτόκος σκεπάζει όλο τον κόσμον ως υπέρμαχος Στρατηγός. Εκείνη θα δώσει τα νικητήρια. Πάντοτε Εκείνη σκέπαζε το έθνος μας, πάντοτε το σκεπάζει. Σκεπάζει έναν έκαστο προσωπικώς, τις οικογένειες, όλους. Εύχομαι να ευλογεί τους πάντας πάντοτε!

– Μ. Μ.: Γέροντα, αναφερθήκατε ιδιαιτέρως εις την εξομολόγηση και προηγουμένως κάνατε λόγο για την κατηγορία των αμαρτημάτων που λέγονται συγγνωστά. Ασφαλώς οι έχοντες τακτική επαφή με το επιτραχήλιον εις το εξομολογητήριο γνωρίζουν και τον όρο και την έννοιά του. Παρακαλώ να σταθούμε για λίγο στη διάκριση των όρων συγγνωστά και θανάσιμα αμαρτήματα. Πείτε μας με δύο απλά λόγια -της ερήμου λόγια- τι ακριβώς είναι τα μεν και τα δε.
– Γέρων Δ. Κ.: Συγγνωστά αμαρτήματα είναι φέρ’ ειπείν οι διάφοροι λογισμοί που έρχονται και φεύγουν. Αν λ.χ. μαλώσεις ένα πρόσωπο και το λυπήσεις και δεν καταλλαγείς εκείνη τη στιγμή -το αφήσεις γι’ αργότερα- και το ξεχάσεις, αυτό είναι συγγνωστό αμάρτημα. Θανάσιμα είναι τα βαριά αμαρτήματα τα οποία χωρίζουν την ψυχή από τον Θεόν, όπως λ.χ. η άρνηση του ονόματος του Θεού ή μία βαριά σαρκική αμαρτία και τόσα άλλα. Αν έχουμε -ο μη γένοιτο- τέτοια αμαρτήματα, πρέπει να τα εξομολογηθούμε οπωσδήποτε. Ειδάλλως δεν θα γευθούμε την αιωνία ζωή. Αν εξομολογηθούμε και αφήσουμε ένα, πάλι είμαστε δεσμευμένοι για τη σωτηρία μας. Αναφέρεται: «Ο πταίσας εν ενί, γέγονε πάντων ένοχος». Χίλια καλά να κάνουμε, αν πέσουμε σ’ ένα θανάσιμο αμάρτημα, αμαυρώνονται όλα. Γι’ αυτό πρέπει όλα να κατατίθενται στο επιτραχήλιο του Πνευματικού μας. Εκεί τα διαγράφει ο Θεός και μας συγχωρεί. Οσον αφορά τα παραμικρά -που δεν θυμόμαστε να τα εξομολογηθούμε- ε... σ’ αυτά θα βοηθήσει, πιστεύω, η Παναγία μας.

Κείμενο - φωτογραφίες: Μανώλης Μελινός

Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης, Η Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Ναό



Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 21 Νοεμβρίου. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. 
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων (λείμμα), οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.
Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία.
Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να  πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Έτσι λοιπόν η Μαρία  οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Ναό, οι οποίοι την παρέδωσαν στους ιερείς. Σύμφωνα με το έθιμο, τη συνόδευσαν λαμπαδοφορούσες «παρθέναι των Εβραίων».

Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.
Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία.
Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.
Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος  της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου.
Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις». 
Απολυτίκιο
«Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον,
καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις,
Ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται,
καὶ τὸν Χριστὸν τοὶς πᾶσι προκαταγγέλλεται,
Αὐτὴ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν,
Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Oἶκος
«Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένω, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην, Διό, ἄνεθφημείν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος».
Κοντάκιο
«Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι θείω, ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος». 
-Από το βιβλίο του  Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη "Πατρικαί Διδαχαί".

Ἀρχὴ Σοφίας Φόβος Κυρίου


Ποίημα Ἱερομονάχου Δανιὴλ Δανιηλίδου Κατουνακιώτου (1846-1929)
Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ,
οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός, τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, χαρίζει σωφροσύνην·
χαρίζ᾿ ἀνδρείαν σύνεσιν, καὶ μετριοφροσύνην.
Χαρίζει θάῤῥος καὶ πολλὴν τὴν γενναιοκαρδίαν,
ἀπ᾿ ἐναντίου δ᾿ οὐδενός, αἰσθάνεται δειλίαν.
Διότι ἐλπίζ᾿ εἰς τὸν Θεόν, κι᾿ αὐτὸν ἐπικαλεῖται,
κι᾿ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός, πάντοτε ἐκλυτροῦται.
Στὰς θλίψεις κ᾿ εἰς τοὺς πειρασμούς, χαίρει χαρὰν μεγάλην·
ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ, καμία δὲν ἔχει ζάλην.
Γιατὶ γνωρίζ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ὅπου θὰ προξενήσῃ,
ἡ ῾πομονὴ στοὺς πειρασμούς, ὅπου θὰ καρτερήσῃ.
Εἶν᾿ ἀγαθὰ οὐράνια, ζωὴ δὲ μακαρία,
καὶ πανευφρόσυνος χαρά, ἡ οὖσα αἰωνία.
Πάντα τὰ πρόσκαιρ᾿ ἀγαθά, οὐδόλως τὰ θαυμάζει,
ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν, τὰ ἅπαντα λογιάζει.
Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός, ὡς τῆς ψυχῆς δημίους,
τὰ ἀποστρέφετ᾿ ὡς ἐχθρούς, δεινοὺς ψυχολεθρίους.
Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς, οὕσπερ καθυποβάλλει,
ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός, εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει.
Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι, οὐτ᾿ ἐν τῇ διανοίᾳ,
καὶ εἶτα κυριεύσωσι, καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.
Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν,
τὰς δ᾿ ἐναντίας προσβολάς, ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.
Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον, αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν,
καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, ἀπαύστως πολεμοῦσαν.
Διότ᾿ ἄν τὴν διάνοιαν, ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ,
εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν, θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.
Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν, θὰ κατακυριεύσῃ,
τότες ὦ! τρισαλλοίμονον, θὰ θύσῃ θ᾿ ἀπολέσῃ…
Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀρχὴ σοφίας,
ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ, δεινὰς μηχανουργίας…
Κ᾿ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐχθροὺς ὁρμᾷ γενναίως,
οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός, διώκονται δρομαίως…
Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, φύλαξ τῆς παρθενίας,
αἴτιος βίου σώφρονος, πάροχος τῆς ἁγνείας.
Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός, ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας,
παραίτιος σεμνοπρεποῦς, καὶ θείας πολιτείας.
Ὡσαύτως ἁγιότητος, καὶ πάσης δικαιοσύνης,
καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν, καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.
Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ, εἶν᾿ ἐξησφαλισμένος,
καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν, νὰ λάβῃ ὡρισμένως…
Διότι χαλινὸς ἐστί, πάσης κακοπραγίας,
διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς, καὶ πάσης εὐπραγίας.
Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί, πάντες ἐγκολπωθῶμεν,
ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ, πάντες ἀξιωθῶμεν.
Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος, ὅστις Θεὸν φοβῆται·
κ᾿ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, οὐδόλως θὰ πτοῆται.
Μάλιστα ὡς πανήγυριν, αὐτὴν θὰ περιμένῃ,
ὅτ᾿ εις ζωὴν αἰώνιον, ἐντεῦθεν μεταβαίνει.
Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος, ἄῤῥητος εὐφρροσύνη,
ἄφατος ἀγαλλίασις, ἔνθεος χαρμοσύνη.
Μακάριος τρισμάκαριος, ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ,
ἄθλιος καὶ τρισάθλιος, ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…
Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε, ζωὴν τὴν μακαρίαν·
ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον, βασάνων τιμωρίαν.
Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων,
ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του, δαιμόνων τῶν ἀγρίων…
Ταῦτα, ἂς τὰ σκεφθῇ καλῶς, ὅστις Χριστὸν πιστεύει,
διότ᾿ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πάντα ἀληθεύει.
Δὲν εἶναι μῦθος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία διδασκαλία,
ἀλλ᾿ εἶναι ῥήματα ζωῆς, σάλπιγξ ἐπουρανία.
Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός, κι᾿ ὅλως ἐσκοτισμένος,
Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν, τῇ ὕλῃ προσηλωμένος.
Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε,
κι᾿ ἀλόγοις παρασυμβληθείς, τὰ κρείττονα ἀφῆκε…
Ἀλλ᾿ ὦ Ἥλιε νοητέ, τὰ πάντα ὁ φωτίζων,
μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου, πάντας ἡμᾶς στηρίζων.

Ιερομόναχος Δανιήλ Κατουνακιώτης (1880 – 14 Αυγούστου 1951)


Ο ιερομόναχος Δανιήλ Κατουνακιώτης (σχέδιο Κωνσταντίνου Ξενόπουλου)
Ο ιερομόναχος Δανιήλ Κατουνακιώτης (σχέδιο Κωνσταντίνου Ξενόπουλου)
Προερχόμενος από το Φρένελι Κυδωνιών της Μικράς Ασίας ήλθε περί το 1900 στο Άγιον Όρος, αφού εργάσθηκε για ένα διάστημα στο Κάϊρο της Αίγυπτου κοντά στους θείους του, στην υπακοή του πολυεναρέτου Γέροντος Δανιήλ του Σμυρναίου († 1929), στο ησυχαστήριο των Όσιων Αγιορειτών Πατέρων-Δανιηλαίων στα Κατουνάκια. Εδώ εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και χειροθετήθηκε Πνευματικός.
Διακρινόταν για την απλότητα των τρόπων του, την ευκοσμία των ηθών, τη χρηστότητα και την τέλεια αμνησικακία του. Ωφελούσε όλους όσοι τον πλησίαζαν, ακόμη και με μόνη τη σεμνότητά του, την καλή συναναστροφή του και καλοκαγαθία του. Είχε χάρισμα καλλιφωνίας και ήταν εξαιρετικός ιεροψάλτης. Κυρίως όμως είχε την υψοποιό ταπείνωση, τη μακαρία αγαθότητα και απλότητα κι έτσι αναδείχθηκε ενάρετος μοναχός, ευλαβής ιερεύς και στοργικός Πνευματικός πατέρας.
Ανεπαύθη στον μήνα της Θεοτόκου, την οποία υπεραγαπούσε, στις 13.8.1951. Ο θάνατός του λύπησε πολλούς πολύ. Η ζωή του όλη κύλησε «εν πνεύματι και αλήθεια». Εργάσθηκε με όλες του τις πνευματικές δυνάμεις για το καλό του πλησίον. Το τέλος του ήταν οσιακό, κατόπιν ολιγοήμερης ασθένειας. Έφυγε της παρούσης ματαιότητος ήρεμα και ατάραχα, συνομιλώντας κι ευλογώντας τ” αγαπητά μέλη της συνοδείας του. Παρέδωσε το πνεύμα του στον Πλάστη του προσευχόμενος. Υπήρξε πανθομολογουμένως άξιος διάδοχος του σπουδαίου συνωνύμου Γέροντός του.
Κατά την εξόδιο ακολουθία του, στις 14.8.1951, λίγο πριν τη μεγάλη αγρυπνία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσήλθαν αυθόρμητα πλήθη ιερομονάχων, ιεροδιακόνων και μοναχών, για να προσευχηθούν για την ψυχή του αξιαγάπητου και αξιοσέβαστου Γέροντος. Μεταξύ αυτών ήταν και ο προϊστάμενος της Μεγίστης Λαύρας ιατρός Γέροντας Παύλος († 1980), ο οποίος μεταξύ άλλων είπε στη νεκρολογία του: «Σε εγνώρισα από τριακονταετίας περίπου. Συ τε και ο προκάτοχός σου, με περιεβάλετε με ιδιάζουσαν εκτίμησιν, λόγω και της κοινωνικής θέσεως, αλλ” ιδίως αι σοφαί συμβουλαί υμών και αι εκκλησιαστικαί επικοινωνίαι μοι ενέπνεον εξαιρετικόν σεβασμόν και ειλικρινή αγάπην εις τον οσιακόν και αβραμιαίον αυτόν οίκον σας… Εγώ ο ελάχιστος μαθητής σου, δεν θα ψάλλω τας αρετάς σου, τας οποίας γνωρίζει καλά ο Θεός· δεν θα υμνήσω το Ιερατικόν υπούργημα, όπερ τόσον αόκνως και μετά ζήλου, έως εσχάτων εκατόρθωσας πλήρως· ούτε θα τολμήσω να ομιλήσω διά τα πνευματικά και τεχνητά χαρίσματά σου, διά τα οποία επί πολύ θα δακρύουν τα αμέτρητα εν Αγίω Όρει και τω έξω κόσμω πνευματικά σου τέκνα. Αι μουσικαί συνθέσεις, αι εν Χριστώ επιστολαί σου θα μας είναι αλησμόνητοι, και εις αιώνας θα παρηγορήσουν πολλούς».
Στο μέσον καθήμενος ο Γέροντας παπα-Δανιήλ μετά της συνοδείας του και επισκεπτών
Ο αγιογραφικός οίκος των Δανιηλαίων Ο αγιογραφικός οίκος των Δανιηλαίων
Ο ιερομόναχος Δανιήλ Κατουνακιώτης Ο ιερομόναχος Δανιήλ Κατουνακιώτης
Η αδελφότητα των Δανιηλαίων, καθήμενος από αριστερά: π. Δαμασκηνός, Ρέγκος, παπα-Δανιήλ, π. Στέφανος. Όρθιοι :π. Νήφων, π. Γερόντιος, π. Αθανάσιος Η αδελφότητα των Δανιηλαίων, καθήμενος από αριστερά: π. Δαμασκηνός, Ρέγκος, παπα-Δανιήλ, π. Στέφανος. Όρθιοι :π. Νήφων, π. Γερόντιος, π. Αθανάσιος
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Γερασίμου Μικραγιαννανίτου μοναχού, Δανιήλ Δανιηλίδης, Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 179-180/1951, σσ. 200-201.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α” – 1956-1983, σελ. 417-418, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου Επιστολή στηρίξεως σε ευσυνείδητο φοιτητή της Θεολογίας



Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου Επιστολή στηρίξεως σε ευσυνείδητο φοιτητή της Θεολογίας
Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου
Ἐπιστολή στηρίξεως σέ εὐσυνείδητο φοιτητή τῆς Θεολογίας  
Ὁ Γέρων Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ Σμυρναῖος (1844-1929), ἱδρυτής τῆς εὐαγοῦς Ἀδελφότητος καί τοῦ Ἡσυχαστηρίου τῶν Δανιηλαίων στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, ἀποτελεῖ ἐπιφανέστατη ὁσιακή μορφή τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ τοῦ 20οῦ αἰῶνος· ἄλλωστε γι΄ αὐτόν τόν λόγο συμπεριελήφθη στή σειρά τῶν πλέον σημαντικῶν «συγχρόνων ἁγιορειτικῶν μορφῶν» τῶν ἐγκρίτων ἐκδόσεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου τοῦ Ὠρωποῦ Ἀττικῆς [1]. 
Ὁ σοφός ἀσκητής καί ἡσυχαστής διεκρίθη ὡς ἀπλανής καί διακριτικώτατος Γέρων, ἀλλά καί ὡς θεολογικώτατος συγγραφεύς, τό πλεῖστον τῶν συγγραμμάτων τοῦ ὁποίου ἐξέδωσε ἡ Ἀδελφότης τῶν Δανιηλαίων τήν δεκαετία τοῦ 1980 [2]. Μέσα ἀπό τά συγγράμματά του, μελέτες καί ἐπιστολές (καί ἐπιστολιμαῖες πραγματεῖες), ἀναδύεται ἡ ὅλη ἁγιοπνευματική συγκρότηση καί ἀρετή τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν ὅ,τι σημαντικώτερο εἶχε νά παρουσιάσει ἡ ἔρημος τοῦ  Ἁγίου Ὄρους στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μεταξύ τῶν θεοφόρων καί θεολόγων Μοναχῶν. 
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἱεραποστολική, θεολογική χροιά τοῦ ἔργου τοῦ Γέροντος Δανιήλ ἐπισημαίνοντας ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Α΄, τοῦ ἔγραψε ἐπί τῇ ἐκδόσει τῆς «Κατά Χιλιαστῶν» μελέτης του: «Χαίρομεν δέ ὅτι ἡ Ὑμετέρα Ὁσιότης τοῦ ἀληθοῦς καταστοχαζομένη σκοποῦ, καίτοι τά ὄρη καταλαβοῦσα καί μακράν τοῦ κόσμου τόν τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τῆς ἀρετῆς διανύων δόλιχον {=τό στάδιον}, ὅμως περί πολλοῦ ποιεῖται τήν εὐσέβειαν, καί τοῦ ὀρθοῦ ὑπεραμύνεται φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, τό κατά δύναμιν τῇ Χριστιανικῇ κοινωνίᾳ χρήσιμος φαινομένη» [3].  
Ὁ Γέρων Δανιήλ, συνεδέετο πνευματικῶς μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο [4], μέ τόν ὅσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο [5], τή Γερόντισσα Θεοδοσία, Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κεχροβουνίου τῆς Τήνου [6], μέ τόν λογοτέχνη Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη (ἀργότερα Μοναχό Ἀνδρόνικο), τόν ὁποῖον ὁ π. Δανιήλ βοήθησε στόν μοναχικό του προσανατολισμό [7] καί μέ πολλές ἄλλες πνευματικές μορφές τῆς ἐποχῆς του. 
Ὁ Γέρων Εὐλόγιος Κουρίλας ὁ Λαυριώτης (1880-1961), μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσᾶς (1937-1939) καί Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (1942-1949), στή συλλυπητήρια ἐπιστολή του (22 Σεπτεμβρίου 1929) πρός τούς Δανιηλαίους γιά τήν ἐκδημία τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ἔγραφε μεταξύ ἄλλων: «Ὁ θάνατος αὐτοῦ ἀφίησιν ἀνεκπλήρωτον κενόν εἰς τήν σύστασιν τοῦ συγχρόνου ἀσκητισμοῦ. Δέν βλέπω ἐκεῖ πέριξ ἄλλον Δανιήλ καί τοῦτο μέ τρομάζει! Πάντες διασχίζοντες τά ἀπρόσιτα ἐκεῖνα μέρη εὕρισκον ὄασιν ἐν τοῖς Κατουνακίοις καί ᾐσθάνοντο ἀνακούφισιν τῶν κόπων ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συναναστροφῆς, τώρα ἀπωλέσαμεν καί τήν παρηγορίαν ταύτην!» [8]. 
Ἡ φωνή τῆς θεολογίας τοῦ «ποιήσαντος καί διδάξαντος» Γέροντος Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τά νέα ρεύματα σκέψεως καί πνευματικότητος ἤδη ἀπό τήν ἐμφάνισή τους στά τέλη τοῦ 19ου καί ἀρχές 20οῦ αἰῶνος, ἔχει ἰδιαίτερη ἀπήχηση σήμερα καί κατευθύνει πρός τήν πάντοτε ἀσφαλῆ συμπόρευση «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις». 
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπισήμανση καί προειδοποίηση τοῦ Γέροντος Δανιήλ, αὐτονόητη γιά ὅσους Ὀρθοδόξους γνωρίζουν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀλλά πολύ χρήσιμη στόν εὐρύτερο ἐκκλησιαστικό χῶρο:  «Πρέπει ὁ Χριστιανός νά μή δίδῃ τήν ἐλαχίστην ἀκρόασιν εἰς ἐκείνους τούς λυμεῶνας {=καταστροφεῖς}, κἄν Ἱερεῖς καί Ἀρχιερεῖς ὦσι, κἄν διδάσκαλοι καί πνευματικοί, οἵτινες παρενείρουσι {=εἰσάγουν πλαγίως} καί διδάσκουσι διά τῶν φαινομένων σοφιστειῶν τά ἐναντία τῶν Ὀρθοδόξων νοημάτων καί ἱερῶν παραδόσεων, ἀλλά νά ἐμμένῃ στερρά εἰς ὅσα παρέλαβε παρά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» [9]. 
Τό αὐθεντικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς ἕπεται τῆς ἀμέσως ἀκολουθούσης μεταφράσεως, καί προέρχεται ἀπό τό βιβλίο-συλλογή τοῦ Γέροντος Δανιήλ «Πατρικαί Διδαχαί» [10]. Ἀπευθύνεται στόν ἱεροσπουδαστή Γεώργιο Παπαγεωργιάδη (1881-1958), φοιτητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ἀργότερα διακεκριμένο Ἱεροκήρυκα καί συγγραφέα καί Μητροπολίτη Νευροκοπίου (1942-1945) [11]. Ὁ Γέρων Δανιήλ τονίζει στόν νέο θεολόγο φοιτητή τό ὕψος τοῦ λειτουργήματος τῆς Θεολογίας, τήν ἀνάγκη ὑψηλῆς πνευματικῆς βιοτῆς καί ἐμμονῆς στίς ἱερές Παραδόσεις, ἀλλά καί τήν δέουσα περιφρόνηση πρός τίς ἀντιδράσεις τῶν νεωτεριστῶν μέ τήν βοήθεια τῆς εἰς Χριστόν Πίστεως.

Ἐπιστολή πρός τόν φοιτητή Γεώργιο Παπαγεωργιάδη· γιά τό πῶς νά εἶναι ὁ ἀληθής θεολόγος 
Στόν ἀγαπητό μου κ. Γεώργιο, εὔχομαι ἀπό ψυχῆς 
Ἀφοῦ διεξῆλθα μέ ζωηρό ἐνδιαφέρον καί ἄπλετη πνευματική θυμηδία τό γενικό περιεχόμενο τῆς τελευταίας σου ἐπιστολῆς, πού εὑρίσκεται στά χέρια μου, καί ἀφοῦ διεπίστωσα τίς ἀγαθές σκέψεις καί τούς διαλογισμούς σου, πλήρεις συνέσεως  καί εὐλαβείας, ἐπήνεσα πάρα πολύ τήν σύνεσή σου, καταβρέχοντας τήν ἐπιστολή σου μέ πατρικά δάκρυα. 
Ἐπαινῶ, καθώς ἀξίζει, τόν χριστιανικό καί εὐαγγελικό ζῆλό σου καί τήν ἐπαγρύπνηση τήν ὁποίαν ἔχεις γιά τόν μελλοντικό σου βίο, περί τοῦ ὁποίου εὔχομαι καί πάντοτε θά εὔχομαι, ἄν καί ἀνάξιος, νά ἀποβῆ ἀποδοτικός καί σωτήριος. 
Ἔχεις δίκιο, ἀγαπητέ μου Γεώργιε, νά λυπεῖσαι πολύ, βλέποντας τή γενική ψυχρότητα καί ἀδιαφορία πού ἔχουν οἱ περισσότεροι Ἱεροσπουδαστές, διότι δέν ἀντιλαμβάνονται τό ὕψος τῆς ἀποστολῆς τους, τῆς ὁποίας ὁ σκοπός ὡς ἐπί τό πλεῖστον παραμορφώθηκε. Καί, ἐνῷ κατά κοινή ὁμολογία, ὅλες οἱ προσπάθειες τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας συμφωνοῦν πρός αὐτό καί τό κηρύττουν, ὅτι δηλαδή οἱ ἀπόφοιτοι Ἱεροσπουδαστές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς πρέπει νά ἐργασθοῦν ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀναφανοῦν καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα γνήσιοι ἀκόλουθοι πάνω στά ἴχνη τῶν διασήμων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἀπ’ ἐναντίας βλέπουμε μέ λύπη ὅτι παραβλέπεται ὁ κύριος σκοπός τοῦ προαναφερθέντος προορισμοῦ καί ἀντί γιά τό κέρδος τῶν καρπῶν τό ὁποῖο προσδοκοῦμε, συναντᾶμε ὅλα τά ἀντίθετα. 
Ἐάν μέ πολλή προσοχή καί διεισδυτική ἔρευνα ἐξετάσουμε ποῦ στηρίζεται ὁ κλάδος τῆς Θεολογίας καί πῶς πρέπει νά καταγίνεται μέ αὐτόν ἐκεῖνος πού πρόκειται νά θεολογήσει, θά δοῦμε μέ δέος καί, ταυτόχρονα, μέ ἔκπληξη ὅτι ὁ κλάδος αὐτός δέν στηρίζεται σέ κάποια ἁπλῆ φυσική ἐπιστήμη ἤ τέχνη, ἀλλά σέ κάποιο ἄλλο ἀντικείμενο [ἐρεύνης], τό ὁποῖο δωρίζεται μόνον σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν τήν ἐνάρετη βιοτή καί σήκωσαν μέ μέγιστη αὐταπάρνηση τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, γινόμενοι τύπος καί ὑπογραμμός γιά τούς λοιπούς Χριστιανούς καί τούς νεοφωτίστους. Ὄντας δέ τέτοιοι, ὀφείλουν νά ἐκριζώνουν ἀπό τόν ἑαυτό τους κάθε φιληδονία καί ἰδιοτέλεια καί νά ἐξασκοῦν κάθε εἶδος ἀρετῆς, ὥστε νά γίνουν ὄντως ἐκλεκτά σκεύη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί νά ἀναφανοῦν εὐαγγελικοί φωστῆρες στόν ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. 
Χωρίς τά πλεονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, εἶναι ἀδύνατον αὐτός πού θεολογεῖ νά ἐπιτύχει στήν ἀποστολή του καί νά μυηθεῖ στήν κατανόηση ὅσων διδάσκει. 
Ὅταν ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς ἀπέστειλε τούς Μαθητές Του στό θεῖο κήρυγμα καί Τούς ἐμπιστεύθηκε τήν ἀποστολή τους ὡς Θεολόγων, Τούς ἐπεσήμανε ρητῶς τά ἑξῆς: «Ἔτσι νά λάμψει τό φῶς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά δοῦν τά καλά σας ἔργα ...» [12]. Εἶδες, ἀγαπητέ μου, «τά καλά ἔργα», λέγει. Καί πάλι σέ ἄλλο σημεῖο διακήρυξε: «Αὐτός πού μέ ἀγαπᾷ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου καί σέ αὐτόν θά ἐμφανίσω τόν Ἑαυτόν μου» [13]. Συνεπῶς, δίχως τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός δέν μᾶς ἐμφανίζεται, καί καθώς δέν μᾶς ἐμφανίζεται, εἶναι ἀδύνατον νά θεολογήσει ἐπαξίως ἐκεῖνος πού θεολογεῖ, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μύριες φορές σοφός. 
Μέ ἕνα λόγο, αὐτός πού προτίμησε τήν ἐκμάθηση τῆς Θεολογίας, ὀφείλει ἀπό καθῆκον νά ἐξασκεῖ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς, τήν ὁποίαν μελλοντικῶς θά διδάξει, καί νά ἀσκεῖ χωρίς παρέκκλιση τό ὑψηλό του ἐπάγγελμα, δίχως νά ἀποβλέπει οὔτε στήν ἐπίτευξη τῆς κούφιας ἀσήμαντης δόξας, οὔτε σέ κάποια κερδοσκοπικά μέσα, οὔτε στόν κορεσμό καί τήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν· καί τότε θά δεῖ τούς ἀειθαλεῖς καρπούς τού κηρύγματός του νά ὑπερπληθύνονται. Αὐτή τήν ταπεινή μου ἀντίληψη ἐπικυρώνει ἐπιπροσθέτως, ἄν δέν ἀπατῶμαι, ὄχι μόνον ἡ φύση τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί ἡ φύση τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία καταδεικνύεται ἀπό τήν ἱστορική βιογραφία τῶν φωστήρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. 
Ὅσον ἀφορᾷ δέ σέ κάποιους, ὀλιγάριθμους, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται εὐσυνειδήτως, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μέν τήν διάθεση νά ἐργασθοῦν ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λέγετε, ἀλλά, προσέχοντας τήν σημαντική ἀντίδραση ὅσων φρονοῦν ἀντίθετα, φοβοῦνται καί τρόπον τινά ἀπορρίπτουν τήν ἔναρξη τοῦ καλοῦ, φοβούμενοι καί ὑπολογίζοντας τήν πιθανότατη ἀσυμφωνία, δέ πρέπει γι΄ αὐτό νά δυσανασχετεῖτε καί νά λυγίζετε, διότι ὁ Πανάγαθος Θεός μέσῳ ὀλιγαρίθμων δούλων Του ἐκπληρώνει τίς ἀποφάσεις Του. 
Ἐάν, ἀγαπητέ μου, ἡ δομή τῆς Ἐκκλησίας ἦταν, ὅπως ἤδη εἴπαμε, φυσική καί ἐκυβερνᾶτο μέ φυσικές ἐπινοήσεις, τότε θά εἴχατε μέγα δίκιο νά στενοχωρεῖσθε καί νά διακατέχεσθε ἀπό ἀμηχανία καί λύπη. Ἀλλά ἐμεῖς βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ οὔτε στερεώθηκε ἀπό τά πολλά καί ἰσχυρά μέσα, οὔτε πτοήθηκε ἤ νικήθηκε ἀπό τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀντιθέτων. 
Ποιός ἀπό τούς πιστούς καί εὐσεβεῖς ὑπηρέτες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ Πίστη Του μέ παράδοξο τρόπο οἰκοδομήθηκε καί στερεώθηκε ἀπό δώδεκα ἀγράμματους, ἄοπλους, ἀπροστάτευτους, ἀδύνατους καί ἄπορους Ἀποστόλους καί Μαθητές; Αὐτοί ὄντας ἔτσι, μέ ποιά ὅπλα καί ἰσχυρά μέσα καί φυσικές δυνάμεις ἤ χρηματικούς πόρους νίκησαν ἰσχυρούς βασιλεῖς καί ἀτίθασους σατράπες καί ἐπέστρεψαν στή θεογνωσία ἀπειράριθμα ἔθνη; 
Ὅταν ὁ Προφήτης Δανιήλ σπούδαζε μαζί μέ τούς λοιπούς ὑποτρόφους τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορος, γιατί, ἐνῷ ὑπαγόταν στήν ἴδια μέ τούς συσπουδαστές του φιλοσοφική παιδεία, ἔγινε ὅμως σοφότερος ἀπό αὐτούς καί ἐπέλυσε τά δυσνόητα ὄνειρα τοῦ βασιλέως, τά ὁποῖα ἐκεῖνοι ἀγνοοῦσαν; Γιατί ἐπακολούθησε σέ αὐτόν ἡ τόσο πολλή δόξα; Τό γνωρίζουμε ὅλοι, ὅτι τοῦ προσετέθη, ὡς συνέπεια τῆς θεοσεβείας του καί τῆς ἐνάρετης πολιτείας του. 
Ἐπίσης, καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος: μήπως καί αὐτοί φοιτώντας στή Σχολή καί σπουδάζοντας μαζί μέ ἀσεβεῖς δέν ἄκουγαν κάθε μέρα πάρα πολλά ἀσεβῆ καί παράνομα καί, τό χειρότερο, ὅτι καί οἱ διδάσκαλοί τους ἦταν εἰδωλολάτρες καί ἐπικούρειοι φιλόσοφοι; Ὅμως, ἀποβλέποντες στήν ὠφελιμότητα τῆς ἀληθοῦς χριστιανικῆς φιλοσοφίας καί διατηρώντας στενῶς τίς πατρικές παραδόσεις, ἔγιναν οἰκουμενικοί κήρυκες καί ἐγκωμιάζονται τώρα ἤδη ἀπό ὅλους ὑπερβολικῶς. 
Αὐτά ἔχοντας ὑπ΄ ὄψιν, ἀγαπητέ μου Γεώργιε, καί αὐτούς μιμούμενος σέ ὅλα, τρέχε τόν προκείμενον ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς. Ὅλη ἡ στόχευσή σου νά εἶναι πῶς νά γίνεις εὐάρεστος στόν Θεό, καί νά ἀποκτήσεις μέσῳ τῆς εὐσυνειδησίας τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί ἐν συνεχείᾳ θά παρουσιασθοῦν τά ἀγαθά πού ἀκολουθοῦν, χωρίς ἐμεῖς νά γνωρίζουμε τό πῶς. 
Καί ἀπό τώρα, ὅσο τό δυνατόν, νά δεικνύεις στερεή πίστη σέ ὅσα θέσπισε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέσῳ τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων καί παραδόσεων, εἴτε μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, μή παραδεχόμενος καθόλου τίς καινοτόμες θεωρίες τῶν νεωτέρων, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ἀποχαιρέτισαν ἤδη ἀπό πολλοῦ καί τήν συνείδηση καί τήν πρός Θεόν ἀγάπη, διδάσκουν καινούργια δόγματα, σύμφωνα μέ τήν ἀρέσκειά τους, καί ἀντί νά στηρίξουν τούς πιστούς στήν εὐσέβεια, γίνονται ἀνατροπεῖς τοῦ θείου κηρύγματος καί τῆς εὐσεβείας. 
Νά συνεχίζεις μέ προθυμία τίς σπουδές σου, ἀποταμιεύοντας μέσα σου κάθε τι χρήσιμο καί ὠφέλιμο, ἀλλά τά ἔξωθεν εἰσαγόμενα φρονήματα νά τά ἀποφεύγεις ὡς θανατηφόρο δηλητήριο. 
Πρόσεχε βέβαια πάρα πολύ ἀπό τίς διαμάχες καί τίς φιλονεικίες ὅσων ἔχουν ἀντίθετα φρονήματα, διότι αὐτῶν χαρακτηριστικό εἶναι τό νά στηρίζουν τήν ἐσφαλμένη τους δοξασία πάνω σέ γελοῖα καί σοφιστικά ἐπιχειρήματα. Αὐτούς, σύμφωνα μέ τόν θεοκήρυκα Παῦλον, «μετά ἀπό πρώτη καί δευτέρα νουθεσία» [14] ἀπόφυγέ τους.  
Γιά νά φανερωθεῖς δέ ὡς γνήσιος ἀπόγονος καί ὀπαδός τῶν Μεγάλων Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλεις καθημερινῶς νά διέρχεσαι μόνος σου καί τά ἱερά  συγγράμματα καί τίς ἠθικές διδασκαλίες τους, ἀλλά καί τίς ἑρμηνεῖες τους, τά ὁποῖα θά ἀναζωπυρώσουν τήν αἴσθησή σου καί θά σέ ἀναγάγουν σέ ὑψηλότερη σφαῖρα διανοητικῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία ἔρχεται καί προστίθεται στόν πιστό καί φιλόθεο ἄνθρωπο, ἀρρήτως καί μέ τρόπο ὑπέρλογο. 
Ὁ πνευματικός σου Πατήρ
Δανιήλ Μοναχός Κατουνακιώτης 
Στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους τήν 23η Φεβρουαρίου 1902

Ο Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης μιλά για τον μεγάλο ασκητή στο φρικαλέο Καρούλι


 
Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης: Εχω διαβάσει στο Λαυσαϊκόν του Παλλαδίου τα εξής περί του αββά Ωρ: «Ούτος εν τη ερήμω διάγων, ήσθιεν μεν βοτάνας και ρίζας γλυκείας, έπινεν δε και ύδωρ ότε ηύρισκεν, εν ευχαίς και ύμνοις διατελών πάντα τον χρόνον». Νομίζω αποδίδουν άριστα τα της ασκητικοτάτης βιοτής του πατρός Φιλαρέτου.
Ηταν εν από τα εύοσμα άνθη που φυτρώνουν στα βράχια των Καρουλίων! Φίλος της αρετής όντως. Πάντα κυκλοφορούσε ξυπόλυτος.
Μια μέρα ο Γέροντάς μας, ο π. Γερόντιος, θέλοντας να τον δοκιμάσει αν είναι από τον Θεόν η τόση αγάπη και απλότητά του ή από εγωισμό, του είπε:
«Πάτερ Φιλάρετε...»
«Ευλογείτε, Γέροντα».
«Είσαι υποκριτής! Μας δείχνεις ότι περπατάς ξυπόλυτος και με κουρελιασμένα ράσα, για να κάνεις τον ταπεινό!
«Γέροντα», απήντησεν εκείνος κατεβάζοντας ταπεινά το κεφάλι, «είμαι υποκριτής! Ομως τι να κάνω για να... θεραπευθώ;»
«Να βάλεις παπούτσια και να σουλουπωθείς».
«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα· αυτό θα κάνω».
Εβαλε βαθιά μετάνοια κι έφυγε. Πήγε αμέσως και βρήκε κάτι παμπάλαια παπούτσια και τα είχε κάτω από τη μασχάλη του και, όταν ήλθε στην πόρτα του ησυχαστηρίου μας, τα έβαλε και μπήκε! Αυτό έγινε με πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τα πέλματα είχαν πρησθεί και δεν χωρούσαν σε παπούτσι για πολλήν ώραν. Ομως η υπακοή, βλέπετε, και η ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! Η αρετή φαίνεται όταν σε ελέγχει ο αδελφός κι εσύ ταπεινώνεσαι αδιαμαρτύρητα. Ο διάβολος καίγεται με τέτοια συμπεριφορά...
«Τώρα, μάλιστα! Τώρα είσαι όντως ταπεινός μοναχός» του είπε ο Γέροντάς μας.
«Ευλόγησον, Γέροντα, ευλόγησον» είπε και, αφού έβαλε μετάνοια, απομακρύνθηκε παραπατώντας σαν παιδί...
Δίπλα στο ασκητήριό του φύτρωναν αγριόχορτα. Τα έκοβε και, μολονότι του ήσαν απολύτως απαραίτητα, μας τα έφερνε λέγοντας:
«Φάτε, πατέρες. Του Θεού είναι κι αυτά και πρέπει να τα τρώγουν αυτοί που ευαρεσθούν εις Αυτόν και όχι οι ράθυμοι σαν εμένα!»
Κάποια μέρα πέρασε από εκεί ένας ρασοφόρος, ο οποίος είπε πως ήτο διάκονος. Βλέποντας τα παλαιά βιβλία του ασκητού, τα έβαλε στο μάτι και με τρόπο τ’ αφήρεσε. Εφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στη Δάφνη, μη γνωρίζοντας ότι στο τελωνείο της γίνεται έλεγχος στους εξερχομένους. Εκεί λοιπόν τον συνέλαβαν!
«Πού τα βρήκες αυτά;» τον ρώτησαν.
«Μου τα... πούλησε ο πατήρ Φιλάρετος, εις τα Καρούλια!»
Είπε ψέματα για να δικαιολογηθεί και συνέχισε τη φρικτή συκοφαντία του:
«Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιά βιβλία!»
Οι αστυνομικοί ήλθαν εδώ στην έρημο κι έκαναν ανακρίσεις. Στη συνέχεια, έχοντας πεισθεί από τον πανούργο αυτόν άνθρωπο, μήνυσαν τον άγιον ασκητή! Κάποια μέρα έφθασαν σ’ εμάς οι κλήσεις, γιατί απ’ εδώ περνούν τα πάντα. Οι ασκηταί δεν γνωρίζουν από αυτά, αλλά και γενικότερα δεν ασχολούνται με βιοτικά πράγματα. Με τις κλήσεις εκαλείτο λοιπόν να δικασθεί! Τον ενημερώσαμε σχετικά κι εκείνος μας είπε: «Εγώ δεν γνωρίζω πού να πάω. Σας παρακαλώ σεις να με οδηγήσετε». Ε, εμείς κάναμε ό,τι έπρεπε, του δώσαμε μερικά ρουχαλάκια -γιατί τα μοναδικά δικά του ήσαν ξεσχισμένα από την τραχιάν ασκητική ζωή- και είπαμε σ’ έναν γνωστό μας δικηγόρο να πάει να τον βοηθήσει. Του δώσαμε και λίγα χρήματα για να πάει στη Θεσσαλονίκη να δικασθεί. Ποιος; Εκείνος τον οποίον ούτε ο Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δεν θα δικάσει «εν εκείνη τη ημέρα». Ενας ουράνιος άνθρωπος, ο οποίος ευωδίαζε άρωμα ασκήσεως! Παρά ταύτα ο άγιος ασκητής μάς είπε: «Εγώ θα κάνω υπακοή στην Πολιτεία και θα πάω, όπως μου λένε, να δικασθώ». Εφυγε για τη Θεσσαλονίκη αυτός που είχε να βγει από το Αγιον Ορος πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Πενήντα οκτώ χρόνια ασκητής εδώ, στο Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια και πίνοντας το νεράκι του Θεού! Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος είχε φθάσει σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής, πήγε και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Πώς γίνονται εκεί ούτε που ξέρω. Δεν πήγα ποτέ σ’ αυτές τις πόρτες... Απλώς θυμάμαι, όπως μας τα έλεγε ο ευλογημένος αυτός Γέροντας. Τον φώναξε λοιπόν ο πρόεδρος του δικαστηρίου:
«Ο μοναχός Φιλάρετος;»
«Εγώ είμαι ο ελεεινός» απήντησε ταπεινά σκύβοντας το κεφάλι.
«Γιατί πούλησες τα βιβλία αυτά;»
«Δεν τα πούλησα, αδελφέ! Να, πέρασε ο αδελφός και τα πήρε να τα διαβάσει και ασφαλώς θα τα γύριζε. Εγώ αυτό πίστευα...»
«Πρέπει να ορκισθείς, πάτερ, για να είσαι πιστευτός. Αυτή είναι η τάξη του δικαστηρίου».
«Α, δεν ορκίζομαι γιατί στο άγιον Ευαγγέλιο λέει “μη ομώσαι όλως”!»
«Μα πρέπει, πάτερ, να ορκισθείς».
«Πώς ορκίζονται;»
«Βάζοντας την παλάμη πάνω στο Ευαγγέλιο».
Ο π. Φιλάρετος τότε... έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες μπροστά στο ιερό Ευαγγέλιο και το ασπάσθηκε μ’ ευλάβεια, λέγοντάς τους:
«Αρκείσθε σ’ αυτό;»
«Οχι, πάτερ, πρέπει να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και να πεις “ορκίζομαι...” κ.λπ.».
«Δεν μπορώ να ορκισθώ».
«Μα, αν δεν ορκισθείς, θα πας εννέα μήνες φυλακή...»
«Να πάω φυλακή χίλιες φορές! Εγώ αναμένω την αιωνία καταδίκη από τον Θεό για τις αμαρτίες μου και θα σκεφθώ τη φυλάκιση των εννέα μηνών;»
Παρών ήτο και ο ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας από μεγαλοπρέπεια και ύφος- ατσαλάκωτος μέσα στα γυαλιστερά ράσα του. Είχε βάλει έναν δικηγόρο, ο οποίος είπε ένα σωρό ψεύδη. Μεταξύ άλλων ο δικηγόρος είπε:
«Πώς είναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, να κλέψει ο εκλεκτός αυτός κληρικός τα βιβλία αυτού του ρακενδύτου; Είναι δυνατόν; Μήπως τα είχε ανάγκη; Αν είναι δυνατόν...»
Εν τέλει, με αυτές τις ψευδομαρτυρίες και τη διαστρέβλωση της αληθείας, δικαιώθηκε ο απαστράπων κλέπτης και καταδικάσθηκε ο ενάρετος ασκητής, ο οποίος παρουσιάσθηκε με φτωχικά ράσα, χωρίς την τέχνη του ψεύδους και, φυσικά, δίχως να ορκισθεί. Βγήκε λοιπόν η καταδικαστική απόφαση και τον πήρε ο αστυνομικός να τον οδηγήσει στη φυλακή! Οι ιθύνοντες δεν συγκινήθηκαν και συγκινήθηκε το ακροατήριον. Εκαναν πρόχειρον έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν το ποσό που χρειαζόταν για ν’ απαλλαγεί ο ασκητής από τη φυλάκιση. Με απλότητα τους ευχαρίστησε κι έφυγε χαρούμενος, επιστρέφοντας εδώ στα Καρούλια, χώρο της μακροχρονίου ασκήσεώς του. Ευχαριστούσε κι εμάς που τον βοηθήσαμε με τις πενιχρές δυνάμεις μας: «Ευχαριστώ, πατέρες», μας έλεγε, «εύχεσθε να λυτρωθώ και από την αιωνία φυλακή!» Μεταξύ άλλων ήταν ενθουσιασμένος με τον δικηγόρο που είχαμε στείλει για να τον υπερασπισθεί. Ο αγαθός ασκητής, κάνοντας πάντα καλούς λογισμούς, τα έβλεπε όλα υπέροχα κι έλεγε και ξανάλεγε εντυπωσιασμένος:
«Αυτός ο δικηγόρος έχει πνεύμα Θεού! Οπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα, έτσι τα έλεγε».
«Γέροντα», του είπα, «η τέχνη του είναι αυτή...»
«Οχι, ευλόγησον, πνεύμα Θεού είναι» επέμενε ο Γέρων!
Τον ρώτησα:
«Γέροντα, πώς είδες τον κόσμο ύστερ’ από πενήντα οκτώ χρόνια που είχες να βγεις από το Αγιον Ορος»;
Ο καλός άνθρωπος που τα βλέπει όλα καλά έχει, όπως είπαμε, μόνον αγαθούς λογισμούς. Είπε λοιπόν ο Γέρων Φιλάρετος:
«Τι να σας πω, πατέρες, όλοι οι άνθρωποι έξω είναι πολύ καλοί. Ολοι τρέχουν πέρα δώθε για τη σωτηρία τους, εκτός από μένα τον ράθυμο και αμαρτωλό που κάθομαι σ’ αυτά εδώ τα βράχια και δεν εργάζομαι όπως πρέπει, όπως είναι το θέλημα του Θεού!»
Αυτά είπε και μπήκε στο ασκητήριό του, δοξάζοντας τον Θεό που στα τέλη της ζωής του τού έδωσε αυτή τη δοκιμασία για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως έλεγε συνεχώς.
Οταν έφθασε σε βαθύ γήρας, μας εκάλεσε μίαν ημέρα στο ασκηταριό του. Πήγαμε με τον π. Ακάκιο. Με χαρά μας είπε:
«Καλώς τα παιδιά μου! Καλά κάνατε που ήλθατε, διότι άλλη φορά δεν θα σας δω! Εγώ απόψε θα φύγω... Θέλω όμως, πριν συμβεί αυτό, να με αναπαύσετε».
«Τι θέλεις, Γέροντα;»
«Να μου ψάλετε! Πείτε κάτι να ευφρανθεί η ψυχή μου.
Ψάλαμε διάφορα κι ο Γέροντας έκλαιγε από χαρά και σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μας είπε:
«Τώρα, κάτι τελευταίο: Θέλω να μου ψάλετε τον “εθνικό ύμνο” της Παναγίας, το «Αξιον εστίν»! Αυτό όμως θα το ψάλουμε όρθιοι, όπως ψέλνουμε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδος μας!»
Σηκώθηκε με κόπο. Ητο σκελετωμένος. Το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Αφού συμψάλαμε, με δάκρυα χαράς και συγκινήσεως μας αγκάλιασε, μας ασπάσθηκε και μας είπε:
«Παιδιά μου, άλλη φορά εδώ δεν σας βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!»
Δακρύσαμε όλοι. Εκείνος με κόπο μας προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη! Οπως ακριβώς το είχε πει... Ανοίξαμε στα βράχια μια λακκουβίτσα και τον θάψαμε, αφού τον κηδεύσαμε όπως του άξιζε... Εσβησε -ανθρωπίνως το λέγω- στον αθωνικό ουρανό το αστέρι αυτό του αγιορειτικού μοναχισμού. Αφησε όμως μίαν αείφωτη τροχιά αγωνιστικότητος και ασκήσεως αυστηρής. Αιωνία του η μνήμη. Την πολύτιμη ευχή του να έχουμε.
Μερικές φορές ο πανάγαθος Θεός παραχωρεί και στο τέλος της ζωής μια δοκιμασία, για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος και να ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι και ο π. Φιλάρετος υπέμεινε αγόγγυστα και βραβεύθηκε από τον Κύριο. Είδατε, κ. Μελινέ, πώς ο διάβολος πήγε να ταλαιπωρήσει τον άνθρωπο της ασκήσεως και της αρετής, αλλ’ ο πανάγαθος Θεός τον σκέπασε με τη χάρη Του και, αντί να πάθει βλάβη η ψυχή του, δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Θεό; Περισσότερο αγάπησε τον Θεό και με μεγαλύτερη ζέση Τον εδόξαζε.
Μανώλης Μελινός