Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ἐάν μπορεῖτε... Άγιος Νικόλαος Βελίμιροβιτς


Εάν μπορείτε να βοηθήσετε ένα άτομο - βοηθήστε 

Αν δεν μπορείτε να βοηθήσετε - προσευχηθείτε,
Αν δεν ξέρετε πώς να προσευχηθείτε - σκεφτείτε ένα άτομο καλά!
Και αυτό θα είναι βοήθεια, γιατί οι φωτεινές σκέψεις είναι επίσης ένα όπλο!
Άγιος Νικόλαος Βελίμιροβιτς
 https://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/blog-post_3.html

Ἅγιοι Νικόλαος Βελιμίροβιτς καί Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Δύο γίγαντες τῆς Ὀρθοδοξίας.


 

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/blog-post_951.html?m=1

sτάρετς Σέργιος Chevitch. Γιά τήν ἀγάπη.


 …η αγάπη προϋποθέτει την ανεκτικότητα. Να είμαστε ανένδοτοι ως προς τον σεβασμό της αλήθειας και του καλού, αλλά και εξαιρετικά ανεκτικοί με τους ανθρώπους που εξαπατώνται και αμαρτάνουν.

Η αγάπη επίσης προϋποθέτει την ταπείνωση. […]Αντί να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους άλλους, οφείλουμε κυρίως να συναισθανόμαστε πόσο ανάξιοι είμαστε για την αλήθεια που κατέχουμε.
(...)
Αγάπη είναι, πρώτα από όλα[…]Να βρισκόμαστε πάντοτε σε επιφυλακή για τον πλησίον μας[…]να είμαστε διαρκώς έτοιμοι να τον βοηθήσουμε.
Στάρετς Σέργιος Chevitch

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/chevitch_13.html?m=1

Τό βαρόμετρο τῆς εἰσάκουσης τῶν αἰτημάτων μας στήν προσευχή


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στέκεται και υπαίθριες δραστηριότητες

 Στάρετς Σαμψών Σίβερς 1900 - 1979

 Άνομα προσευχόμαστε! Ναι, άνομα προσευχόμαστε, όταν προσευχόμαστε σε κατάσταση ταραχής.Το αισθανόμαστε, ότι είναι τολμηρό αυτό πού ζητάμε- και όμως το ζητάμε! Έχομε χρέος να λέμε:«Γεννηθήτω το θέλημα Σου»! Σε όλα· Σε όλα. Σε όλα «γεννηθήτω το θέλημα Σου»! Μα τα λόγια αυτά δεν μας αρέσουν!
Γιατί; Γιατί δεν έχομε ταπείνωση. Γιατί δεν έχομε υπακοή. Όταν λοιπόν προσευχόμαστε σ' αυτή την κατάσταση, ή κατάσταση μας δεν είναι δυνατό να μας αφήσει να αισθανθούμε στην προσευχή, ούτε χαρά, ούτε ησυχία. Αυτό είναι το βαρόμετρο της προσευχής. Βαρόμετρο της εισάκουσης των αιτημάτων μας είναι ή ειρηνικότης, ή ησυχία, ή ήρεμη χαρά. Καί όταν τέτοια ήσυχη χαρά δεν υπάρχει στην ψυχή μας, ή προσευχή μας είναι άνομη.
https://proskynitis.blogspot.com/2019/04/blog-post_12.html

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο – Μέρος Ά - ιε΄. Ὁ κοσμοκαλόγηρος Δημήτριος ὁ καλυβίτης


 

Ο Δη­μή­τρης γεν­νή­θη­κε στίς 14 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1903 στό χω­ριό Κου­ρα­μά­δες Κερ­κύ­ρας καί βα­πτί­στη­κε στίς 14 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1904 στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κα­λυ­βί­του ἀ­πό τόν ἔ­χοντα φή­μη ἁ­γί­ου ἐ­φη­μέ­ρι­ο τοῦ χω­ριοῦ παπα–Κων­σταντῆ. Ἦ­ταν τό δεύ­τε­ρο παι­δί τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ Σπύ­ρου Γραμ­μέ­νου τοῦ ἐ­πο­νο­μα­ζο­μέ­νου «Γαρ­δε­λῆ» καί τῆς Μα­ρί­ας Βέρ­γη. Ἡ για­γιά του (μη­τέ­ρα τοῦ πα­τέ­ρα του) λε­γό­ταν Λου­κί­α ἢ Λου­τσέ­τα, ὅ­πως τήν φώ­να­ζαν, καί ἦ­ταν ἐγ­γο­νή τοῦ παπα–Νι­κό­λα Κο­σκι­νᾶ.
Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἀ­πό τίς πλέ­ον εὐ­κα­τά­στα­τες τοῦ χω­ριοῦ. Εἶ­χαν σπί­τια, ἐ­λι­ές, ἀ­μπέ­λια, χω­ρά­φια, ζῶ­α, ἐ­λαι­ο­τρι­βεῖ­α. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ση­μαῖ­νον πρό­σω­πο τοῦ χω­ριοῦ, ὁ δέ παπ­ποῦς του ἦ­ταν γι­ά χρό­νια προ­ε­στώς. Εἶ­χαν με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α καί...ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν πολ­λούς ἐρ­γά­τες, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες.
 
Ὁ Δη­μή­τρης ὡς πρῶ­τος ἀ­πό τά ἀρ­σε­νι­κά παι­διά ἀ­νέ­λα­βε τήν εὐ­θύ­νη τῆς ἐρ­γα­σί­ας καί ἐ­πί­βλε­ψης ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ου­σί­ας. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶς πα­τρι­αρ­χι­κή. Κα­τά τά οἰ­κο­γε­νεια­κά ἤ­θη τῆς ἐ­πο­χῆς, τά παι­διά ἔ­πρε­πε νά δεί­χνουν τυ­φλή ὑ­πα­κο­ή στούς γο­νεῖς ἐφ᾿ ὅρου ζω­ῆς, εἰ­δι­κά στόν πα­τέ­ρα πού τό­τε τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ἀ­φέντη».
 
Τά ἐν­δι­α­φέ­ροντα ὅ­μως τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἄλ­λα. Ἀ­πό μι­κρό παι­δί κούρ­νια­ζε στά πό­δια τῆς για­γιᾶς του Λου­τσέ­τας ἡ ὁ­ποί­α, ὡς ἐγ­γο­νή πα­πᾶ, εἶ­χε γνώ­σεις καί βι­ώ­μα­τα τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης. Ἁ­πλά καί τα­πει­νά με­τέ­δι­δε αὐ­τά στόν μι­κρό της ἐγ­γο­νό ὁ ὁ­ποῖ­ος κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ρου­φοῦ­σε ὅ­λο αὐ­τό τό πνευ­μα­τι­κό γά­λα πού τοῦ προ­σφε­ρό­ταν. Τόν ἀ­νέ­παυ­αν ὄ­χι μό­νο τά λό­για πού ἦ­ταν ὅ­λο εὐ­χές καί συμ­βου­λές, ἀλ­λά καί ὅ­λη ἡ γε­μά­τη ἀ­γά­πη συμ­πε­ρι­φο­ρά της. Κα­τά και­ρούς ἡ γρι­ά Λου­τσέ­τα εὐ­ω­δί­α­ζε τό­σο, πού με­ρι­κές γει­τό­νισ­σες ὅ­ταν πα­ρα­τη­ροῦ­σαν τό φαι­νό­με­νο, κα­θώς ἦ­ταν ἄ­σχε­τες ἀ­πό τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, ἔ­λε­γαν πε­ρι­παι­κτι­κά: «Ἡ Λου­τσέ­τα ξε­λα­δί­ζει (βγά­ζει λά­δι, ἄ­ρω­μα) πά­λε. Ἐ­λᾶ­τε βο­ρές (βρέ) νά τσῆ (τῆς) μά­σου­με τό λά­δι». Ἡ ἴ­δια δέν κα­τα­λά­βαι­νε για­τί τῆς συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, καί ἔ­λε­γε ὅτι θά εἶ­χε μοιά­σει σέ κά­ποι­ον πρό­γο­νό της.
 
Ὅ­ταν ἔ­μα­θε γράμ­μα­τα ὁ Δη­μή­τρης, τό μό­νο πού τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε ἦ­ταν νά δι­α­βά­ζη θρη­σκευ­τι­κά βι­βλί­α, ὅ­πως τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε καί τό νά βρί­σκε­ται κοντά στόν πα­πᾶ, νά τόν ὑ­πη­ρε­τῆ σέ ὅ­λες τίς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες καί νά βρί­σκε­ται μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό ὡς γραμ­μα­τι­κού­δι (παι­δί πού ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τόν ἱ­ε­ρέ­α). Τό ὄ­νει­ρό του ἦ­ταν ὅ­ταν με­γα­λώ­ση νά γί­νη καί αὐ­τός πα­πᾶς καί νά ὑ­πη­ρε­τῆ τόν Χρι­στό. Νά ὑ­πη­ρε­τῆ ὅ­μως τόν Χρι­στό, ὄ­χι μέ­σα στόν κό­σμο, ἀλ­λά νά γί­νη μο­να­χός, νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ καί νά μπῆ σέ κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι. Οἱ δι­κοί του βέ­βαι­α οὔ­τε νά τό ἀ­κού­σουν ἤ­θε­λαν. Στό μυα­λό τους εἶ­χαν νά τόν παντρέ­ψουν γιά νά δι­α­χει­ρί­ζε­ται τήν με­γά­λη τους πε­ρι­ου­σί­α ἀ­κό­μα κι ἂν γι­νό­ταν πα­πᾶς, ἀρ­κεῖ νά ἔ­με­νε στό σπί­τι.
 
Πῶς νά στα­θῆ ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος, ὅ­ταν ἡ νε­α­νι­κή του καρ­διά φλο­γιζό­ταν ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ πού τοῦ ἔ­δι­νε ὤ­θη­ση νά φύ­γη;
 
Ὅ­μως ποῦ νά πά­η; Χρή­μα­τα δέν εἶ­χε γι­ά νά φύ­γη ἐ­κτός Κερ­κύρας. Εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τούς γο­νεῖς του δέν θά ἔ­παιρ­νε πο­τέ γι­ά ἕ­να τέ­τοι­ο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἀ­κό­μα καί ἂν πή­γαι­νε σέ κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι τῆς Κερ­κύ­ρας, ὁ πα­τέ­ρας του θά τόν γύ­ρι­ζε σί­γου­ρα πί­σω. Ἔ­τσι, θά ἔ­πρε­πε νά κά­νη ὑ­πο­μο­νή καί ὑ­πα­κο­ή, ἕ­ως ὅ­του ἐ­νη­λι­κι­ω­θῆ καί πά­η στρα­τι­ώ­της˙ με­τά θά ἔ­βλε­πε τί θά γι­νό­ταν. Ἄλ­λω­στε εἶ­χε στή­ριγ­μα τήν ἁ­γι­α­σμέ­νη για­γιά του καί τόν σο­φό κα­τά Θε­ό καί χα­ρι­τω­μέ­νο γέ­ροντα Πνευ­μα­τι­κό του ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ χω­ριοῦ παπα–Κων­σταντῆ πού τόν κα­θω­δη­γοῦ­σαν. Τήν προ­σευ­χή καί τόν ἐκ­κλη­σια­σμό εἶ­χε κα­τα­φύ­γιο καί ἐλ­πί­δα του.
 
Ἡ ὥ­ρα τῆς στρά­τευ­σής του ἔ­φτα­σε σέ ἡ­λι­κί­α 22 ἐ­τῶν. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό σπί­τι καί ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἔ­παιρ­νε χρή­μα­τα στά χέ­ρια του, αὐ­τά πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας του γι­ά ναῦ­λα. Πῆ­ρε τίς εὐ­χές ὅ­λων, ἀλ­λά πρό πάντων τῆς για­γιᾶς του, για­τί τίς εἶ­χε πο­λ­λή ἀ­νάγ­κη.
 
Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στήν Πρέ­βε­ζα μέ ἄλ­λους τέσ­σε­ρις συγ­χω­ρια­νούς συ­νο­μή­λι­κούς του καί ἀ­πό ἐ­κεῖ, με­τά τήν βα­σι­κή ἐκ­παί­δευ­ση, τούς ἔ­στει­λαν μέ­σῳ Πει­ραι­ᾶ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἕ­να τα­ξί­δι ὅ­μως μέ πλοῖ­ο τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης καί ἐν και­ρῷ χει­μῶ­νος δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση. Ἀ­πό τόν Πει­ραι­ᾶ γι­ά Θεσ­σα­λο­νί­κη χρει­ά­στη­καν μί­α ἑ­βδο­μά­δα γιά νά φτά­σουν μέ συ­νε­χῆ θα­λασ­σο­τα­ρα­χή. Τό πλοῖ­ο ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νο μέ στρα­τι­ῶ­τες καί πο­λε­μο­φό­δια πα­ρά­δερ­νε μέ­σα στά ἀ­φρι­σμέ­να καί ψη­λά σάν βου­νά κύ­μα­τα. Ὁ Δη­μή­τρης στρι­μωγ­μέ­νος κά­που στήν μέ­ση τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος δέν φο­βό­ταν, πα­ρ᾽ ὅ­λο πού ὅ­λοι εἶ­χαν πα­νι­κο­βλη­θῆ.
 
Οἱ συγ­χω­ρια­νοί του εἶχαν στραμ­μέ­νο τό βλέμ­μα τους στό ἀ­τά­ρα­χο καί γα­λή­νιο πρό­σω­πο τοῦ Δη­μή­τρη καί τοῦ φώ­να­ζαν ἱ­κε­τευ­τι­κά: «Δη­μή­τρη, κά­νε κά­τι, χα­νό­μα­στε!». Δι­αι­σθά­νονταν ὅ­τι ὁ Δη­μή­τρης, σάν ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ, μπο­ροῦ­σε νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­ση μα­ζί Του μέ­σῳ τῆς κα­θα­ρῆς προ­σευ­χῆς του καί νά γλυ­τώ­σουν ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἐ­φιά­λτη. Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν αὐ­τοί πού στό χω­ριό τόν χλεύ­α­ζαν καί τόν εἰ­ρω­νεύ­ονταν ὡς ἀ­σχο­λού­με­νο μέ τά κα­λο­γε­ρι­κά.

Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος:«Τά γράμματα εἶναι καλά, ἀλλά χωρίς ἠθική καί ἀρετή δέν σώζουν, ἐνῶ ἀρετή χωρίς γράμματα σώζει»


 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ

ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ

Τά γράμματα εἶναι καλά, ἀλλά χωρίς ἠθική καί ἀρετή δέν σώζουν, ἐνῶ ἀρετή χωρίς γράμματα σώζει. Ὅταν τά γράμματα συμβαδίζουν μέ τήν εὐσέβεια, τήν ἠθική καί τήν ἀρετή, τότε ἀποδίδουν πολλούς καί μεγάλους καρπούς. 
Σκεφθεῖτε ὡς φρόνιμοι, ὅτι θά πεθάνετε καί τήν ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τοῦ σώματος, δέν θά σᾶς συνοδεύσουν οὔτε οἱ γονεῖς σας, οὔτε οἱ ἀδελφοί καί συγγενεῖς σας, οὔτε ὁ κόσμος, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ δόξα, οὔτε τά γράμματα, οὔτε οἱ τρυφές καί ἀναπαύσεις οἱ σωματικές. 
Μετανοήσατε καί ἐπιστρέψτε καλῶς, ἀπό ὅπου ἐξήλθατε κακῶς μέ τό θέλημά σας καί βρίσκεσθε στήν παρακοή. Τό θέλημα καί ἡ παρακοή εἶναι θάνατος ψυχικός, θάνατος αἰώνιος. Σᾶς εὔχομαι ἀληθινή μετάνοια, μέ συντριβή καί ταπείνωση. 
 

Βίωση της αγιοπνευματικής χαράς Γερόντισσας Φεβρωνίας,

Γερόντισσας Φεβρωνίας, 
Προ-Ηγουμένης Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πανοράματος
Η βίωση της αγιοπνευματικής χαράς, καθίσταται αδύνατη στις περιπτώσεις των ανθρώπων που καταπατούν την ηθική συνείδηση. Και θα έλεγε κανείς, αλίμονο στις ψυχές που έχει πάψει να τους ελέγχει η ηθική συνείδηση.
Επίσης, συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους να φαίνεται μεν ότι έχουν πνευματική ζωή, αλλά ουσιαστικά να «τα μπαλώνουν» με την συνείδηση τους. Δεν πειράζει το ένα, δεν πειράζει το άλλο. Και πάνε στον πνευματικό και παρουσιάζουν τις αλυσίδες, - γιατί η αμαρτία είναι αλυσίδες-, τις παρουσιάζουν ωραιοποιημένες, επιχρυσωμένες και στολισμένες με λουλούδια. Μπορεί πίσω από ένα ψέμα να κρύβεται ένα έγκλημα. Όμως λένε, «είπα ψέματα», και τελείωσε. Είναι όπως η νοικοκυρά, που αντί να πάει στα σκουπίδια, πετάει τα σκουπίδια μέσα στο σπίτι. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορεί να έχουν αληθινή, αγιοπνευματική χαρά. Γι’ αυτό και τα κόμπλεξ της μειονεξίας και οι καταθλίψεις και οι αντιδράσεις. Διότι κάποια στιγμή αναταράζεται αυτό το υποσυνείδητο, στο οποίο απωθούνται όλα τα ενοχικά βιώματα, και το εξαγόμενο είναι αντίδραση, ανεξήγητα ξεσπάσματα, θυμός, μειονεξία, ψυχική κόπωση και όλα αυτά τα σχετικά.
Οι άνθρωποι όμως που ζουν αυθεντική πνευματική ζωή, βιώνουν την αγιοπνευματική χαρά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτή η χαρά είναι η χαρά που απορρέει από την ταπείνωση και την αυτομεμψία. Σ’ αυτή την περίπτωση η ταπείνωση γίνεται η χωματερή, μέσα στην οποία συγχωνεύονται και δουλεύονται όλα τα ενοχικά βιώματα και οι τύψεις της συνειδήσεως, και έτσι καταργείται το υποσυνείδητο. Τότε η ψυχή γίνεται δοχείο που έχει μύρο και είναι ανοιχτό. Δεν μπορεί να μην ξεχειλίσει η ευωδία.
Βέβαια, πολλές φορές, όταν μας λένε για ταπείνωση και αυτομεμψία, αντιδρούμε και δεν θέλουμε να ακούμε· κουραζόμαστε. Αλλά η ταπείνωση είναι συνυφασμένη με την χαρά. Ακόμα και μετά από την αμαρτία μπορεί να νοιώθουμε χαρά, αν την αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση και μετάνοια. Και αμαρτάνοντας και μετανοώντας αληθινά, μπορεί να νοιώθουμε χαρά, τη χαρά της μετανοίας και των δακρύων.
Αν λοιπόν δεν νοιώθουμε χαρά, ας αναρωτηθούμε μήπως κάτι συμβαίνει. Είναι σαν να λέμε στους Αγίους, κάνατε λάθος που είχατε χαρά στο μαρτύριο σας. Σαν να κρίνουμε τους Αγίους, ενώ «οι Άγιοι κρινούσιν ημάς». Και ας μην λέμε, μου έφταιξε αυτό ή το άλλο, και γι’ αυτό δεν έχω χαρά. Αυτό είναι κοροϊδία, ξεγέλασμα του εαυτού μας· είναι πλάνη. Γιατί την αγιοπνευματική χαρά την νιώθουμε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

Κύριο ἄρθρο: Τὰ θηρία τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



Προσκλήθηκα από τον “Σύνδεσμο Κρητών Θεολόγων” να εισηγηθώ σε Συνέδριό του το θέμα “η εικόνα του συγχρόνου κόσμου”. Προσπαθώντας να δω ποια είναι η κατάσταση του συγχρόνου κόσμου, την εντόπισα κυρίως στην δυαδική σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού σήμερα επιδιώκεται η απόλαυση της ηδονής με οποιονδήποτε τρόπο είναι δυνατόν, και βέβαια, συνέπεια αυτής της ηδονής είναι η οδύνη, ο πόνος, η βίωση της τραγικότητος του θανάτου. Έτσι, λοιπόν, από την παρα-φύση ηδονή προέρχεται η οδύνη, και στην προσπάθεια να αποφύγη ο άνθρωπος την οδύνη, καταλήγει στην ηδονή, συνέπεια της οποίας είναι πάλι η οδύνη. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο.

Μόλις επέστρεψα από το Συνέδριο, μου τηλεφώνησε μια Αμερικανίδα, η οποία πρόσφατα ήλθε στην Ελλάδα και βαπτίσθηκε και τώρα είναι μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ύστερα από πολλές περιπέτειες στην ζωή της. Να σημειωθή ότι ήταν αθλήτρια και μέλος της Ολυμπιακής Ομάδος των Η.Π.Α. στην κωπηλασία. Της ανέφερα το κεντρικό σημείο της εισηγήσεώς μου, που ήταν η σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης και εντυπωσιάσθηκε. Μετά από λίγες ημέρες μου έστειλε ένα γράμμα, στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφερόταν και στο σοβαρό αυτό ζήτημα. Θα ήθελα να παραθέσω στην συνέχεια τις σκέψεις της:

“Με ενδιαφέρει πολύ η διάλεξη με θέμα τον κύκλο θανάσιμης ηδονής - οδύνης. Είναι ένα από τα θηρία (τέρατα) που κρατούν την Αμερική στα ματωμένα τους δόντια. Κάθε κύκλος της δίνης που οδηγεί στην άβυσσο είναι όλο και περισσότερο οδυνηρός, αλλά το μόνο που διδάσκουν στην Αμερική είναι η αρχή της ηδονής. Έτσι, οι άνθρωποι έχουν “ρυθμισθεί” να αρπάζουν όλο και περισσότερα, να αμβλύνουν, όπως είπατε και σεις, τον πόνο. Και τα δύο, και ο πόνος και η ηδονή, τρέφονται το ένα από το άλλο και, καθώς μεγαλώνει ο πόνος, περισσότερη ηδονή χρειάζεται για να τον αναισθητοποιήση. Η ιδέα του να σπάση κανείς αυτόν τον φαύλο κύκλο αρνούμενος να θρέψη την πείνα των αισθήσεων με νηστεία και προσευχή, μετάνοια και ησυχία ακούγεται καθαρή τρέλλα για έναν Αμερικανό. Μόνον αυτοί που έχουν πέσει πολύ χαμηλά (έχουν πιάσει πάτο) θα είναι ανοιχτοί να ακούσουν κάτι τέτοιο. Η ηδονή είναι το οικονομικό κέντρο της Αμερικής. Η “φυσιολογική” τάση, και όντως αυτό είναι και το θέμα πολλών διαφημήσεων, είναι: “Το αξίζεις! Πάρε αυτό ακριβώς που θέλεις! Απόλαυσέ το! Θα αισθανθείς ωραία!”. Η δυτική κουλτούρα βρίσκεται σε έναν αγώνα δρόμου προσπαθώντας να κάνει τα πάντα για να αποφύγη την απελπισία, και η ειρωνεία είναι ότι όσο περισσότερο πασχίζει, τόσο περισσότερο απελπισμένη γίνεται, απρόθυμη να παραδεχθή ότι είναι αδύνατο να γεμίση αυτό το κενό”.

Το κείμενο αυτό, που είναι γραμμένο με πολύ ωραίο τρόπο, από μια γυναίκα που τώρα τελευταία προσήλθε στην Ορθοδοξία και διαβάζει φιλοκαλικά κείμενα, δείχνει δε την διαφορά μεταξύ της λεγομένης δυτικής και Ρωμαίϊκης παράδοσης. Πολλοί ομιλούν για το δυτικό πνεύμα, αλλά ίσως δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η ατμόσφαιρα του δυτικού πνεύματος είναι ο ηδονισμός και η αισθησιοκρατία. Καθώς επίσης πολλοί ομιλούν για την Ορθοδοξία, την Ρωμαίϊκη παράδοση, αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν ότι το ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος φαίνεται στον τρόπο υπέρβασης της ηδονής και της οδύνης

Κύριο ἄρθρο: “Ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος” Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Μέσα στην ζέστη του καλοκαιριού ανατέλλει η ελπίδα της άνοιξης. Την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου την ονόμασαν Πάσχα του Καλοκαιριού, γιατί προαναγγέλλει την υπέρβαση του θανάτου, την μοναδική ελπίδα του ανθρώπου.

Τα τροπάρια που ψάλλονται στην Εκκλησία αυτήν την μεγάλη ημέρα ομιλούν συνεχώς για την υπέρβαση του θανάτου, ο οποίος θάνατος αποτελεί την μεγαλύτερη περιπέτεια του ανθρώπου, αλλά και ολόκληρης της κτίσης. Έτσι, η ακολουθία της Κοιμήσεως είναι ένα πανηγύρι ζωής. Ο θάνατος της Παναγίας ονομάζεται Κοίμηση. “Τη ενδόξω κοιμήσει σου”. Πρόκειται για μια αθάνατη Κοίμηση. “Τη αθανάτω κοιμήσει σου”. Η Παναγία είναι “Μήτηρ της ζωής”. Στο πρόσωπό της νικήθηκαν οι νόμοι της φύσεως. “Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοί Παρθένε άχραντε”. Η Παναγία είναι “η μετά θάνατον ζώσα”. Και το εκπληκτικότερο είναι ότι στο πρόσωπο της Παναγίας ο θάνατος προμνηστεύεται την ζωή. “Ζωήν προμνηστεύεται θάνατος”.

Έχει κανείς την αίσθηση, διαβάζοντας και ψάλλοντας αυτήν την ακολουθία ότι ο άνθρωπος, πέρα από την ύμνηση της ιστορικότητος του γεγονότος, προσπαθεί δι’ αυτού του τρόπου να ξεπεράση την βασανιστικότητα του θανάτου, από τον οποίο προέρχονται όλα τα ανθρωπολογικά, κοινωνικά, κοσμολογικά και οικολογικά προβλήματα. Ο θάνατος δεν είναι μια πράξη που την αντιμετωπίζει κανείς στο τέλος της βιολογικής του ζωής, αλλά ένα υπαρξιακό γεγονός μεγάλων διαστάσεων, που το βλέπει κανείς μέσα του, αλλά και σε ολόκληρη την κτίση.

Ο θάνατος, όπως το έχουν σημειώσει, εκτός από τους θεολόγους, και οι ψυχαναλυτές, ψυχοθεραπευτές και ψυχολόγοι, αλλά και η σύγχρονη επιστήμη της θανατολογίας, συνδέεται με την βαθειά κρίση την οποία περνά ο άνθρωπος. Γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος στην ζωή του περνά μέσα από διαδοχικές κρίσεις θανάτου.

* * *

Κατ’ αρχάς η γέννηση ενός ανθρώπου είναι υπόθεση χαράς, αλλά ταυτόχρονα και στέρησης της ελευθερίας. Ο κάθε άνθρωπος είναι αποτέλεσμα της αγάπης δύο ανθρώπων, αλλά επειδή αυτή η αγάπη συνδέεται με την αναγκαιότητα του ενστίκτου, είναι μία στέρηση της οντολογικής ελευθερίας (Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ.Ιωάννης). Επί πλέον, δεν υπάρχει δυνατότητα να ερωτηθή ο άνθρωπος αν ήθελε να γεννηθή. Αυτό το γεγονός τον κάνει τραγικό όν. Ομοιάζει με κάποιον που τον έκλεισαν στην φυλακή και στην συνέχεια του δίδουν την δυνατότητα να την στολίζη καλά και να συνδικαλίζεται. Το πρόβλημα όμως είναι να απαλλαγή από τα στενά όρια της φυλακής. Γι’ αυτό, όπως έχει επισημανθή, το δεδομένο της ύπαρξης είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελευθερίας. Ο άνθρωπος έχει σχετική και όχι απόλυτη ελευθερία.

Επίσης, στην ηλικία των 7-11 ετών, όπως έχει αποδείξει ο Ελβετός Ψυχολόγος άααάάε, το παιδί αποκτά για πρώτη φορά την βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι ένα γεγονός μη αναστρέψιμο, δηλαδή ένα τελικό γεγονός στην ζωή του ανθρώπου, και αυτό του δημιουργεί τρομερή υπαρξιακή κρίση για το τί είναι θάνατος και τί είναι ζωή. Τα υπαρξιακά ερωτήματα που αναφύονται έντονα στην νεανική ηλικία δεν είναι ανεξάρτητα από αυτά τα προβλήματα της εσωτερικής κρίσης.

Το πρόβλημα του θανάτου συνεχίζεται με άλλη μορφή στην εφηβική ηλικία. Πολλοί ψυχαναλυτές κάνουν λόγο για άγχος ανυπαρξίας που διαποτίζει τους εφήβους. Αλλά και οι κρίσεις όλων των ηλικιών συνδέονται στενά με το υπαρξιακό πρόβλημα του θανάτου. Η κοινωνική αποκατάσταση που συνδέεται με την ανασφάλεια, η μεγάλη κρίση της μέσης ηλικίας, όταν ο άνθρωπος βλέπει τον χρόνο να περνά και την πορεία της ζωής του να οδεύη προς το τέλος, η τραγική κρίση της σύνταξης, όλα αυτά συνδέονται με τον θάνατο.

Ο άνθρωπος, άλλωστε, γεννιέται για να πεθάνη. Αυτό συνιστά και το μεγαλείο, ότι γεννιέται, αλλά και την τραγικότητα της ύπαρξης ότι πεθαίνει. Όλοι οι υπαρξιστές φιλόσοφοι, αλλά και ο σύγχρονός μας HEIDEGGER, ο οποίος, όπως ο ίδιος λέγει, δεν είναι υπαρξιστής, αλλά φιλόσοφος του νοήματος του όντος, ασχολούνται με το θέμα του θανάτου.

Ἡ Ὀρθόδοξη Γοητεία Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



Η επίσκεψη του Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην Γαλλία, που πραγματοποιήθηκε το τέλος του 1995, συνετέλεσε στο να στραφή περισσότερο η προσοχή των Γάλλων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την θεολογία, την τέχνη της, όπως την βυζαντινή αγιογραφία και την μουσική, με την μυστική της παράδοση προσήλκυε πολλούς Ευρωπαίους στους κόλπους της. Στην Ευρώπη ιδρύονται Έδρες για την σπουδή της Ορθοδόξου Παραδόσεως, συγκροτούνται ομάδες για να μελετήσουν πτυχές της Ορθοδόξου θεολογίας, κυρίως της λεγομένης νηπτικής θεολογίας. Όμως η επίσκεψη του Πατριάρχου μεγάλωσε αυτή την στροφή, όπως φαίνεται από δημοσιεύματα εφημερίδων.

* * *

Πρόσφατα το Γαλλικό περιοδικό “LE POINT”, όπως το αναλύει η Ελευθεροτυπία (15-1-1997), ως κεντρικό θέμα του έχει την Ορθόδοξη Εκκλησία με τίτλο “Ορθοδοξία, το μεγάλο ξύπνημα”. Κεντρική ιδέα είναι η ύπαρξη στην Γαλλία μιας “ορθόδοξης γοητείας”. Παρατηρείται μια αθρόα προσέλευση Γάλλων στην Ορθοδοξία. Γράφει το περιοδικό: “Η Γαλλία μετρά σήμερα περίπου 300.000 Ορθοδόξους. Κάθε χρόνο δεκάδες Γάλλοι επιλέγουν να μπούν στην γλυκυτάτη Ορθοδοξία”. Προσπαθεί το περιοδικό να απαντήση στο ερώτημα, γιατί μεγαλώνει ο αριθμός των Γάλλων που προσέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γράφει: “Ο μη Χριστιανός γοητεύεται από το προσκύνημα στις πηγές του πρωτόγονου Χριστιανισμού. Βρίσκει εκεί μια πνευματική τεχνική και μια μυστικιστική διάσταση που δεν έχει σε τίποτε να ζηλέψη τα ανατολικά δόγματα”.

Ασφαλώς εδώ γίνεται λόγος για την νηπτική παράδοση και θεολογία της Εκκλησίας, που σήμερα γίνεται αντικείμενο ερεύνης από πολλούς Χριστιανούς, αλλά και αθέους της Δύσεως. Εξ άλλου, η Ορθόδοξη θεολογία, που συνδέει πολύ στενά τον ησυχασμό με την δράση, την αποφατικότητα με την καταφατικότητα, την λογική με τον νού... κ.λ.π., είναι μοντέρνα στην μεταμοντέρνα εποχή και ικανή να αναπαύη τα πιο ατίθασα πνεύματα των ανθρώπων.

* * *

Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο σημείο της αναλύσεως από το γαλλικό περιοδικό είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την αυθεντικότητα της πίστης. Ενώ, όπως ισχυρίζεται, η Ορθοδοξία στην Ρωσία, την Σερβία, την Ρουμανία έχει πέσει στην “εθνικιστική παγίδα” και τον “θρησκευτικό ιμπεριαλισμό”, αντίθετα η Ελλάδα είναι “η πατρίδα της πίστης” όπου η Ορθοδοξία αποτελεί “αναπόσπαστο τμήμα του εθνικού πολιτισμού, γνωρίζει μια ανανέωση και τα μοναστήρια του Άθω ξαναζωντανεύουν”.

Βέβαια, οι γενικεύσεις κάνουν μεγάλο κακό, καθώς επίσης και οι απλουστεύσεις δημιουργούν αρκετά προβλήματα. Όμως, διακατέχομαι από την βεβαιότητα ότι πράγματι στην Ελλάδα, την οποία ακόμη και άλλοι ομόδοξοι αδελφοί μας υπολογίζουν πολύ, αφού διαθέτει πολύ μεγάλο θεολογικό και μοναστικό δυναμικό, διαζώζεται η αυθεντικότητα της πίστεως και η αληθινότητα της ζωής, παρά τα διάφορα σφάλματα σε προσωπικό επίπεδο. Οι επισκέψεις μου σε Ανατολή και Δύση με οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα.

Στην Ανατολή (Συρία, Λίβανο) λειτουργούν ακόμη Εκκλησίες οι οποίες διασώζουν μονοφυσιτικές και μονοθελητικές αντιλήψεις, όπως είναι η Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία (μονοφυσιτική) και η Μαρωνική Εκκλησία (μονοθελητική). Όλες οι διαμάχες μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας και των φιλοσοφούντων Θεολόγων έγιναν κυρίως στην Ανατολή, όχι τόσο επειδή εκεί ανθούσε ο Χριστιανισμός, αλλά επειδή οι άνθρωποι εκεί είναι επηρεπείς σε φανατισμούς και σε απολυτοποιήσεις.

Στην Δύση ακόμη οι Χριστιανοί ή θα εκκοσμικεύονται και θα αλλοιώνουν την πίστη τους ή θα παρασύρονται σε φανατισμούς και υπερβολές. Αυτό το παρατήρησα σε πολλά θεολογικά ζητήματα.

Στην Ελλάδα, όμως, υπάρχει μια θαυμαστή ισορροπία, τόσο στην θεολογία, όσο και τον μοναχισμό. Αυτό έχει υποστηριχθή παλαιότερα από τον οσιολογιώτατο Μοναχό π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, που ισχυριζόταν ότι ο μοναχισμός στην Ελλάδα απέκτησε μια ισορροπία, αφού ξέφυγε από μυστικισμούς και ορθολογισμούς.

Πιστεύω ότι αυτό έχει σχέση με την Παράδοση ενός τόπου. Πριν την έλευση του Χριστιανισμού στον τόπο αυτό έγινε μεγάλη συζήτηση πάνω στα βασικά θέματα που απασχολούσαν και απασχολούν τον άνθρωπο, ήτοι τα θέματα του Θεού, της υπάρξεως του ανθρώπου, του κακού που υπάρχει στον κόσμο και κάθε φιλόσοφος κατέληγε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Έπειτα, οι Πατέρες της Εκκλησίας έχοντας την Αποκάλυψη του Θεού, την διετύπωσαν με την βοήθεια της υπάρχουσας ορολογίας. Έτσι, οριοθέτησαν την πίστη με ψυχραιμία και ακριβολογία, αφήνοντας όμως περιθώρια και στην βίωση του μυστηρίου.

Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Σέ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου ἀνήγγειλα ὅτι πρόκειται νά δημοσιεύσω ἕνα κείμενο, στό ὁποῖο θά προσπαθήσω νά ἑρμηνεύσω τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί ἡ Ἀποστολική Διαδοχή μέσα στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό κάνω μέ τό παρόν κείμενο, τό ὁποῖο δέν διεκδικεῖ αὐθεντία, ἀλλά τονίζει μερικές ἀλήθειες καί εἶναι ἐπιδεκτικό διορθώσεων. Ἄλλωστε, στήν Ἐκκλησία παραμένουμε πάντοτε ἐν φόβῳ Θεοῦ καί σέ κατάσταση μαθητείας. Οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ παρέμειναν στούς αἰῶνες ὡς Μαθητές Χριστοῦ.

Κατά καιρούς ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιολογικά θέμα­τα λόγῳ συγχρόνων προβλημάτων καί ἐπιδιώκεται νά ἀντιμετω­πι­σθοῦν καί νά λυθοῦν κατά τόν καλύτερο τρόπο. Ἔτσι, καί στίς ἡμέρες μας ἀναφύονται ἐκκλησιολογικά ζητήματα καί διατυπώ­νονται πολλές ἀπαντήσεις.

Οἱ ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι σημαντικές, θεόπνευστες, πού δείχνουν πῶς οἱ Πατέρες ἐπέλυσαν τά θέματα πού ἀνέκυψαν στήν ἐποχή τους, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄, 28). Ἀναζητεῖται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύ­ματος πού δίνεται στούς Ἁγίους, πού εἶναι δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄργανα τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, σεβόμαστε ἀπό­λυτα τίς ἀποφάσεις αὐτές καί τίς ἑρμηνεύουμε ἐκκλησιαστικά. Τό λέγω αὐτό, γιατί ὑπάρχουν σήμερα μερικοί πού μέ ὀρθολογικό πνεῦμα ἐπικαλοῦνται τούς ἱερούς κανόνας, ὡσάν νά εἶναι νόμοι τῆς Πολιτείας καί διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Θά πρέπει κανείς, ὅμως, νά δῆ τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων, δηλαδή νά τούς δέχεται, χωρίς νά τούς παραθεωρῆ, νά ἀγω­νίζεται νά συναντήση τό πνεῦμα πού ζωοποιεῖ καί ὄχι τό γράμμα τοῦ νόμου πού «ἀποκτέννει» (Β΄ Κορ. γ΄, 6).

Μέ ἀφορμή τό λεγόμενο «οὐκρανικό ζήτημα» γίνεται εὐ­ρύ­τατος διάλογος γιά τόν τρόπο ἐπιλύσεώς του. Τό τελευταῖο διάστημα παρατηρῶ ὅτι ἐπικεντρώθηκε τό ἐνδιαφέρον πολλῶν στό κατά πόσον οἱ Ἐπίσκοποι πού ἀπετέλεσαν τήν Αὐτοκέφαλη Οὐκρανι­κή Ἐκκλησία ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, διότι προέρχονται ἀπό καθηρημένους, σχισματικούς καί «αὐτοχειροτόνητους» Ἐπισκόπους.

Τό θέμα, ὅμως, εἶναι ὅτι σέ πολλούς παραμένει ἀδιευκρί­νιστο τί εἶναι Ἀποστολική Παράδοση καί τί εἶναι Ἀποστολική διαδοχή, ἀλλά κυρίως καί πρό παντός τί εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλη­σίας. Ὅλα αὐτά μερικοί τά συνδέουν μέ ἕναν κατεστημένο ἀνθρώπινο θεσμό καί δέν βλέπουν τήν θεολογία πού εὑρίσκεται κάτω ἀπό αὐτά.  Νομίζουν ὅτι Ἀποστολική Διαδοχή εἶναι μόνον μιά σειρά χει­ρο­τονιῶν, ἀνεξάρτητα ἀπό τό μυστήριο τῆς Πεντη­κοστῆς καί τό μυστήριο τῆς Ἀποστολικῆς Παράδοσης-παρακαταθήκης πού δίνεται στήν Ἐκκλησία.

Ἐπίσης, μερικοί ὁμιλοῦν γιά τό κατά πόσον οἱ Ἐπί­σκο­ποι πού ἀποτέλεσαν τήν Οὐκρανική Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Πρέπει, ὅμως, νά ἐξετασθῆ τί εἶναι Ἀποστολική Παρά­δοση καί τό κυριότερο εἶναι ἄν αὐτοί οἱ ἴδιοι θεωροῦν ταυτοχρόνως ὅτι καί οἱ δυτικοί Χρι­στιανοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ἀγγλικανοί, Προτεστάν­τες) καί οἱ ἀνατολικοί Χριστιανοί (Μονοφυσίτες, Μονοθελῆτες) ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ὅτι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί ἔχουν μυ­στήρια.

Ὅσοι ὁμιλοῦν (Προκαθήμενοι καί Σύνοδοι) γιά ἀπώλεια τῆς  Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στούς σχισματικούς Κληρικούς τῆς Οὐκρανίας, πρέπει νά ἀπαν­τήσουν εὐθαρ­σῶς ἄν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί γενικά οἱ αἱρετικοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Δέν μποροῦν νά κρίνουν μέ δύο μέτρα καί δύο σταθμά, δηλαδή νά πιστεύουν ὅτι οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας δέν ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, ἐνῶ συγχρόνως νά διδάσκουν ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί ἄλλοι Χριστιανοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ἑπομένως ἔχουν μυστήρια.

Τελικά, τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Διαδοχή; Εἶναι μόνον μιά «σειρά χειρο­τονιῶν», ἀνεξάρτητα ἀπό τήν Ἀποστολική Παράδοση, δηλαδή τήν Πεντη­κοστή; Καί γενικά τί εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας;

Μερικές ἀπαντήσεις θά δοθοῦν στήν συνέχεια, χωρίς νά διεκδικοῦν τό ἀλάθητο, πού τό ἔχουν οἱ θεούμενοι ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται συνοδικά. Θά παρακαλοῦσα τόν ἀναγνώστη νά κατανοήση καλῶς τά πρῶτα σημεῖα καί μέσα σέ αὐτό τό πνεῦμα νά ἑρμηνεύση ὅσα θά ἐκτεθοῦν στό τέταρτο σημεῖο.
1. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

Κατ' ἀρχάς εἶναι ἀπαραίτητο νά δοῦμε τί εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ κοινωνία θεώσεως. Ὁ Χριστός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, θνητή καί παθητή, ἄκρως ὅμως καθαρά, ὥστε νά νικήση τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πρό πάντων τῶν χρόνων, αἰωνία, ἀλλά ἐφανερώθη στήν σάρκα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει ὅτι κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. «Καί πάντα ὑπέταξεν ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ, καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφ. α΄, 22-23).

Στήν ἴδια Ἐπιστολή ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Ὁ Χριστός ἠγάπησε τήν ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς, ἵνα αὐτήν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτήν ἑαυτῷ ἔνδοξον τήν ἐκκλησίαν, μή ἔχουσαν σπίλον ἤ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾿ ἵνα ᾖ ἁγία καί ἄμωμος» (Ἐφ. ε΄, 25-27).

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, ἄμωμη, καθαρή καί αὐτό ὀφείλεται στήν κεφαλή της, δηλαδή τόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει κανένα σπίλο, καμμία ρυτίδα, ἀλλά εἶναι ἁγία καί ἄμωμη. Μέ αὐτό ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας προέρχεται καί ὀφείλεται στήν ἁγία κεφαλή της, καί ὄχι στήν ἁγιότητα τῶν μελῶν της. Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ δέν ἁγιάζουν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἁγιάζονται ἀπό αὐτήν, κυρίως ἀπό τήν κεφαλή της, τόν Χριστό.

Κατ’ ἐπέκταση οἱ ἁμαρτίες τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀναξιότητα τῶν Κληρικῶν της –Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί Διακόνων– δέν «μολύνουν» τήν Ἐκκλησία, ἀλλά οἱ Κληρικοί, ἔστω καί ἀνάξιοι, παραμέ­νουν στήν Ἐκκλησία καί λειτουργοῦν, ὅταν δέν ἐξεδόθη κάποια κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας γιά ἀργία ἤ καθαίρεση, καί ἐν καιρῷ ἀποβάλλονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀποβάλλει κάθε ξένο στοιχεῖο καί μή ἀφομοιώσιμο.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἑρμηνεύει τά χωρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27): «Ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε» (Ἐφ. δ΄, 4-5). Γράφει ὅτι ὅπως τό σῶμα χωρίς τό πνεῦμα εἶναι νεκρό καί ἀναίσθητο, ἔτσι καί ἐκεῖνος πού ἀπό τήν παραμέληση τῶν ἐντολῶν, μετά τό βάπτισμά του, νεκρωθῆ, «ἀνενέργητος γίνεται καί ἀφώτιστος τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί τῇ τοῦ Χριστοῦ χάριτι». Ὁ Χριστιανός αὐτός ἔχει τό Πνεῦμα, μέ τήν πίστη καί τήν ἀναγέννηση πού ἔλαβε στό Βάπτισμα, ἀλλά τό Πνεῦμα εἶναι ἀνενέργητο καί ἀκίνητο μέσα του, ἐπειδή αὐτός εἶναι νεκρός πνευματικά.

Στήν συνέχεια χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα τήν σχέση μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἡ ψυχή εἶναι μία καί ἔχει πολλά μέλη τοῦ σώματος. Ὅλα αὐτά τά κρατᾶ καί τά ζωοποιεῖ ἡ ψυχή, ἡ ὁποία κινεῖ ὅσα εἶναι δεκτικά τῆς ζωῆς. Ὅταν, ὅμως, μερικά μέλη νεκρώθηκαν καί ἔμειναν ἀκίνητα ἀπό κάποια ἀσθένεια, τότε ἡ ψυχή τά συγκρατεῖ μέν, ἀλλά αὐτά εἶναι ἄζωα καί ἀναίσθητα. Αὐτό γίνεται καί μέ τά μέλη τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐκκλησία. «Ὅλον ἐν ὅλοις ἀμιγῶς τοῖς Χριστοῦ μέλεσίν ἐστι τό Χριστοῦ πνεῦμα ἐνεργοῦν καί ζωοποιοῦν τά μετέχειν ζωῆς δυνάμενα, ἀλλά καί τά μή μετέχειν ἀσθενῆ φιλανθρώπως ὡς οἰκεῖα περικρατεῖ».

Καί καταλήγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ὅτι κάθε πιστός πού παραμένει στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετέχει μέσῳ τῆς πίστεως στήν υἱοθεσία τοῦ Πνεύματος, μπορεῖ, ὅμως, νά μένη ἀνενέργητος καί ἀφώτιστος, λόγῳ τῆς ἀμέλειας καί τῆς ἀπιστίας, στερούμενος τό φῶς καί τήν ζωή τοῦ Ἰησοῦ. Ἔτσι, κάθε μέν πιστός εἶναι «μέλος Χριστοῦ καί πνεῦμα Χρι­στοῦ ἔχων∙ ἀνενέργητος δέ καί ἀκίνητος καί πρός μετουσίαν τῆς χάριτος ἀνεπίδεκτος».

Αὐτό τό χωρίο εἶναι καταπληκτικό καί ἐξηγεῖ θεολογικά τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία. Σαφέστατα, λοιπόν, φαίνεται ἐδῶ ὅτι ἄν ἕνας Κληρικός δέν καθαιρεθῆ καί ἕνας λαϊκός δέν ἀφορισθῆ, ἀλλά ἁμαρτάνει, παραμένει στήν Ἐκκλησία, ἀλλά δέν εἶναι ζωντανό μέλος, ἐπειδή εἶναι ἀνεπίδεκτος στήν μετουσία τῆς θείας Χάριτος, ὡς νεκρός κατά πνεῦμα. Πάντως, ἡ παρουσία του στήν Ἐκκλησία δέν τήν μολύνει.

Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Μαθητές ἔγιναν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τό ἴδιο καί ὅλοι ὅσοι πίστευσαν στόν Χριστό, βαπτίσθηκαν καί ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν μεγάλο μυστήριο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. γ΄, 16).

Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, ὅπως περιγράφεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά καί στίς Ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων ζοῦσαν στήν Ἐκκλησία ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Διαβάζουμε αὐτά τά κείμενα καί ἐκπληττόμαστε γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Αὐτά τά ἴδια τά συναντᾶμε καί στά κείμενα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων τοῦ 2ου καί 3ου αἰῶνος, ὅπως καί στά πρῶτα Μαρτυρολόγια.

Ὅταν μερικοί Χριστιανοί θεολόγοι ἄρχισαν νά ἐπηρεάζονται ἀπό τήν φιλοσοφία καί ἐκκοσμικεύθηκαν, τότε ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐθέσπισε δόγματα καί κανόνας γιά νά διαφυλάξη τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν αἵρεση καί τά σχίσματα. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων προῆλθαν ἀπό τήν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τήν πρώτη περίοδο ζοῦσε χωρίς τήν Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία ἀπαρτίσθηκε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἔτσι ζοῦσε καί χωρίς ἱερούς κανόνας, οἱ ὁποῖοι θεσπί­σθηκαν ἀργότερα γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά παρακάμπτουμε τούς ἱερούς κανόνας, ἀλλά οὔτε καί νά τούς θέτουμε πάνω ἀπό τήν Ἐκκλη­σία. Ἡ Ἐκκλησία ὡς τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐκείνη πού διά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων γράφει τήν Ἁγία Γραφή καί θεσπίζει τούς ἱερούς κανόνας, καί ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν Πατέρων, ἐπιλύει τά προκύπτοντα κάθε φορά ζητήματα. Μπορεῖ, βέβαια, νά ὑπάρξουν κάποιες εἰσηγήσεις ἐπιστημόνων, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ ἀποφασίζει σχετικῶς.

Ἀκόμη καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διατύπωσαν διάφορες γνῶμες σέ κείμενά τους, σχετικά μέ ἐπίκαιρα ποιμαντικά προβλήματα καί στήν συνέχεια πολλές ἀπό αὐτές τίς πατερικές ἀπόψεις ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποδέχθηκε μέ τόν 2ο Κανόνα της (Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης).

Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες συσκεπτόμενοι κυρίως ἐν Συνόδῳ ἑρμηνεύουν θεοπνεύστως τούς ἱερούς κανόνες καί τούς προσαρμόζουν σέ διάφορα σύγ­χρονα προβλήματα, χρησιμοποιώντας κατά περίπτωση τήν ἀκρί­βεια ἤ τήν οἰκονομία, κατά τό συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Τό Σάββατον διά τόν ἄνθρωπον ἐγένετο, καί οὐχ ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον» (Μάρκ. β΄, 27).

Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία ὡς τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι εὐρύτερη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί φανερώνεται στήν Ἁγία Γραφή, εἶναι εὐρύτερη ἀπό τούς ἱερούς κανόνας καί φανερώνεται στούς κανόνας, εἶναι εὐρύτερη ἀπό τά Μυστήρια καί φανερώνεται στά Μυστήρια. «Ἡ ἐμπειρία αὐτή τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ἐξαντληθῆ οὔτε εἰς τήν Γραφήν, οὔτε εἰς τήν παράδοσιν, ἀντανακλᾶται μόνον εἰς αὐτάς» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκι).

 Ἔχου­με περιπτώσεις πού ἐκεῖνοι πού βασάνιζαν τούς μάρτυρες, πί­στευσαν στόν Χριστό, ὁμολόγησαν τόν Χριστό καί μαρτύρησαν γι’ Αὐτόν καί κατατάχθηκαν στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά βαπτισθοῦν, χωρίς νά χρισθοῦν καί χωρίς νά κοινωνήσουν τοῦ Σώμα­τος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, χωρίς νά καταταγοῦν στό Ἁγιο­λόγιο μέ ἰδιαίτερη πράξη.

Προφανῶς, αὐτό γίνεται, γιατί αὐτή ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τούς θεουμένους Ἁγίους καί ἐν Συνόδῳ εἶναι τό μέγα μυστήριο. Στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν πολλά Μυστήρια, ἀλλά αὐτή ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μέγα Μυστήριο.

Κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ἡ Ἱεραρχία εἶναι μιά εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος, ἡ ὁποία τελεῖ «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» μέ ἱερατικές τάξεις καί ἐπιστήμη, τά δέ «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» εἶναι τά πραγματικά μυστήρια στήν Ἐκκλησία.

Ἀποδέχομαι ἀπόλυτα στούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἀγνοήσω ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπό αὐτούς, τούς ἑρμηνεύει σωστά καί ζῆ καί πολιτεύεται μέ τήν πλούσια Χάρη τοῦ Χριστοῦ καί ἐνεργεῖ δι' αὐτῶν. Ὅταν ὁμιλῶ γιά Ἐκκλη­σία δέν ἐννοῶ ἕναν ἀνθρώπινο θεσμό, ἀλλά τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού φωτίζει καί ἐνεργεῖ διά τῶν θεου­μένων καί θεοπνεύστων Ἁγίων, στόν συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας.

Σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ἀναφερόμενος στούς ἱερούς Κανόνες: «Οἱ ἱ. Κανόνες δέν σώζουν ἀφ' ἑαυτῶν τόν πιστόν. Βοηθοῦν ὅμως αὐτόν νά μένῃ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν ἑνότητι μετά τῶν ἄλλων μελῶν, ὥστε νά ἔχῃ τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας». Ἐπισημαίνει ὅμως ὅτι «οἱ Κανόνες ὡς ὅρια, δέ ἐξαντλοῦν τό μέγα μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί χωρίς αὐτούς ἡ Ἐκκλησία δέν ἐκφράζεται ὡς κοινωνία ἀγάπης, ὡς θεόσδοτος τάξις καί ἑνότης, ὡς ἁρμονικόν σῶμα Χριστοῦ» (Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης).

Ἑπομένως, σεβόμαστε τίς Τοπικές καί Οἰ­κου­­με­νικές Συνόδους, ἀλλά σεβόμαστε ἀπολύτως τό μέγα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στό ὁποῖο τελεσιουργεῖται τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
2. Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι, ὑπῆρξε ἕνας μεγάλος θεο­λόγος τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὁ ὁποῖος ἔζησε στήν Ρωσία, τήν Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική ὅπου συνάντησε ποικίλα χριστιανικά ρεύματα, τά ὁποῖα ἀντιμετώπισε κατά τό πλεῖστον μέ ὀρθόδοξο ἐκκλησια­στικό φρόνημα. Ἔπρεπε νά ἐκφράση τήν ἄποψή του γιά αἱρε­τικούς καί σχισματικούς Χριστιανούς, γιά αἱρέσεις καί σχίσματα καί ὁ λόγος του διακρινόταν ἀπό μιά νηφαλιότητα, χωρίς νομι­κισμούς καί ἠθικισμούς.

Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ἑρμηνεύει τί εἶναι ἡ Πεντηκοστή μέσα στήν Ἐκκλησία, καί συνδέει τήν Πεντηκοστή μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή.

Ἡ Ἐκκλησία, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, εἶναι μία, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μία ἑνότητα καί αὐτό σχετίζεται μέ τό ὅτι εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί συνδέεται μέ τήν Πεντηκοστή. Γράφει: «Ἡ Πεντηκοστή εἶναι τό πλήρωμα καί ἡ πηγή ὅλων τῶν μυστηρίων καί τῶν μυστηριακῶν πράξεων, ἡ μία καί ἀνεξάντλητη πηγή ὅλης τῆς μυστηριακῆς καί πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό νά ζῆ κανείς μέσα στήν Ἐκκλησία σημαίνει ὅτι συμμετέχει στήν Πεντηκοστή».

Ἡ Πεντηκοστή πού εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας «διαιωνίζεται μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή, δηλαδή μέ τό ἀδιάσπαστο τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος, μέ τό ὁποῖο κάθε τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κάθε στιγμή ὀργανικά ἑνωμένο μέ τήν πρωταρχική πηγή». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Πεντηκοστή δέν μεταφέρεται καί βιώνεται ἀόρατα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν Ἀποστολική Διαδοχή. Αὐτή ἡ «Ἀποστολική Διαδοχή δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ κανονικός (kanonical), τρόπον τινά, σκελετός τῆς ἐκκλησίας», ἀφοῦ «ἡ ἱεραρχία εἶναι πρωτίστως μιά χαρισματική ἀρχή, δηλαδή μιά “ὑπηρεσία (ministry) τῶν μυστηρίων” ἤ μιά “θεία οἰκονομία”». Ἡ Ἱεραρχία «εἶναι ἕνα ὄργανο τῆς Καθολικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἑνότητα τῆς χάριτος. Εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία ὅ,τι εἶναι ἡ κυκλοφορία τοῦ αἵματος γιά τό ἀνθρώπινο σῶμα».

Οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι «τά ὄργανα τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς» καί αὐτοί ἔχουν εὐθύνη γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό νά τελοῦν τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τό Μυστήριο τῆς Χειροτονίας. «Ὁ Μυστικός Δεῖπνος καί ἡ Πεντηκοστή ἑνώνονται ἀχώριστα μεταξύ τους». Μέ αὐτήν τήν προοπτική κάθε Ἐπίσκοπος ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα καί τό κέντρο τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, γιατί κυρίως ὁ Ἐπίσκοπος μετέχει σέ αὐτήν τήν «καθολικότητα» τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν ἐποχῶν.

Ἡ χειροτονία ἑνός Ἐπισκόπου γίνεται ἀπό δύο ἤ τρεῖς Ἐπισκόπους, πού δέν ἐνεργοῦν ἀτομικά, ἀλλά ὡς μέτοχοι αὐτῆς τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ πραγματοποίηση ἤ ἐπέκταση τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς γίνεται στήν ἀδιάσπαστη καθολικότητα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, «ἡ Ἀποστολική Διαδοχή ποτέ δέν μπορεῖ νά ἀποσπαστεῖ ἤ νά διαχωριστεῖ ἀπό τό ὀργανικό περιβάλλον τῆς ζωῆς τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἄν καί ἔχει τή δική της θεϊκή προέλευση», γι’ αὐτό καί ἡ Ἀποστολική Διαδοχή «ποτέ δέν πρέπει νά θεωρεῖται ὡς μιά ἀφηρημένη ἀπαρίθμηση διαδοχικῶν ἐπισκόπων», ἀλλά ὡς μετοχή στήν Χάρη καί τήν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. «Ἡ Ἀποστολική Διαδοχή δέν ἐμφανίζει μιά αὐτάρκη ἁλυσίδα ἤ σειρά Ἐπισκόπων. Εἶναι ἕνα ὄργανο καί ἕνα σύστημα τῆς μοναδικότητας (oneness) τῆς Ἐκκλησίας».

Ἔτσι, ἡ Ἀποστολική Διαδοχή δέν εἶναι ἁπλῶς μιά σειρά χειροτονιῶν, ἀλλά συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Πεντηκοστή. Ἀναφερόμενος στούς ἱερούς κανόνας, βάσει τῶν ὁποίων συγκροτεῖται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, γράφει: «Κάθε παράβαση τῶν "κανόνων" ταυτόχρονα σημαίνει κάποια ἀπώλεια τῆς χάριτος, δηλαδή σημαίνει: ἀπομόνωση, ἀλλοτρίωση, ἀπόρριψη, παραμέληση τῶν μυστηρίων (mystical forgetfulness), στένεμα τῆς περί Ἐκκλησίας ἀντιλήψεως, καί μείωση τῆς ἀγάπης. Γιατί ἡ Ἀπο­στολική Διαδοχή καθιερώθηκε γιά χάρη τῆς ἑνότητας καί καθολικότητας (sobornost), καί δέν πρέπει ποτέ νά γίνει τό μέσο (vehicle) πού θά φέρνει τό χωρισμό (exclusiveness) καί τή διαίρεση».

Συνδέει τήν Ἀποστολική Διαδοχή μέ τήν Πεντηκοστή. Γράφει: «Ἡ Ἀποστολική Διαδοχή δέν πρέπει νά χωριστεῖ ἀπό τήν Ἀποστολική Παράδοση, καί στήν πράξη δέν μπορεῖ ποτέ νά χωριστεῖ». Καί αὐτή ἡ παράδοση δέν εἶναι μιά παρελθοντολογία, καί ἕνα μουσεῖο τοῦ παρελθόντος, ἀλλά «ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, πρῶτα ἕνα ἀδιάσπαστο ρεῦμα πνευματικῆς ζωῆς πού ξεκινᾶ ἀπό τό Ὑπερῶο… Πιστότητα στήν Παράδοση, εἶναι ἐπίσης συμμετοχή στήν Πεντηκοστή καί ἡ Παράδοση σημαίνει ὁλοκλήρωση τῆς Πεντηκοστῆς… Παράδοση εἶναι ἡ ἐξουσία (power) νά διδάσκει κανείς, νά ὁμολογεῖ, νά δίνει μαρτυρία καί νά κηρύσσει (proclaim) στηριζόμενος στό βάθος τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραμένει πάντα ἡ ἴδια καί ἀναλλοίωτη (unimpaired)».

Ἡ διδασκαλία καί ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, πρωτίστως, προσφέρεται ἀπό τήν Ἱεραρχία πού ἐξασκεῖ τό ἔργο αὐτό «ὡς ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας», τό ὁποῖο δεσμεύεται ἀπό τήν «συναίνεση τῆς ἐκκλησίας», «ὄχι τόσο καί πάλι ἀπό τήν ἄποψη τοῦ κανονικοῦ δικαίου ὅσο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί μαρτυρίας». Ἔτσι, ὁ Ἐπίσκοπος διδάσκει τόν λαό καί δίνει τήν μαρτυρία τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτήν τήν ἐξουσία τήν λαμβάνει ἀπό τόν Χριστό καί ὄχι ἀπό τό ποίμνιό του.

Ἡ Πεντηκοστή εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ὅλης δομῆς της. Καί ὅσοι μένουν στήν Ἐκκλησία πρέπει νά μετέχουν τῆς ἐμπειρίας τῆς Πεντηκοστῆς . «Τό νόημα καί τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς βρίσκεται στήν ἀπόκτηση τοῦ Πνεύματος. Ἐρχόμαστε σέ κοινωνία μέ τό Πνεῦμα στά μυστήρια, καί πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά πληρωθοῦμε Πνεύματος κατά τήν προσευχή καί τήν δράση. Αὐτό συνιστᾶ τό μυστήριο τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Ἀλλ’ ἀκόμα καί σ’ αὐτό θεωρεῖται ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία καί εἴμαστε μέρος τῆς ἴδιας τῆς δομῆς της». Ὅταν διασπᾶται ἡ Ἀποστολική Παράδοση ἀπό τήν συνέχεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τότε δέν μπορεῖ νά διατηρηθῆ ἡ Ἀποστολική Διαδοχή.

Ἐπισημαίνει δέ ἀκόμη ὅτι τά μυστήρια δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πίστη ἐκείνων πού τά τελοῦν καί συμμετέχουν σέ αὐτά:

«Μιλώντας γενικά, ἡ ἀποτελεσματικότητα καί ἡ ἀληθινό­τητα τῶν μυστηρίων δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πίστη ἐκείνων πού συμμετέχουν σ’ αὐτά. Γιατί τά μυστήρια τελοῦνται μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι ἀνθρώπου, καί ἡ ἀδυναμία καί ἀτέλεια ἑνός ἐπί μέρους ἱερέα ἀναπληρώνονται ἀπό τή μυστηριακή συμμετοχή στίς ἱεροτελεστεῖες του ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας -τῆς Ἐκκλη­σίας ἡ ὁποία τόν ἔχει ὁρίσει καί ἐξουσιοδοτήσει νά "ἱερουργεῖ τά Μυστήρια". Ἐν τούτοις, παρ’ ὅλα αὐτά, εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀπομονώσει κανείς τελείως τήν ἀντικειμενικά χαρισματική στιγμή τῶν μυστηρίων. Παραδείγματος χάριν, πῶς μπορεῖ νά διατηρηθεῖ ἡ Ἀποστολική Διαδοχή ὅταν ἡ Ἀποστολική Παράδοση ἔχει δια­σπα­στεῖ μαζί μέ τήν συνέχεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς; Ὁπωσδή­ποτε μιά παραφθορά τῆς πίστεως δέν μπορεῖ παρά νά ἀποδοθεῖ κατά τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο στήν ἱεραρχία τέτοιων κοινοτήτων στίς ὁποῖες ἡ Ἀποστολική "παρακαταθήκη τῆς πίστεως" δέ δια­φυλάχτηκε, καί ὅπου τό πλήρωμα τῆς Παραδόσεως ἔχει μειωθεῖ ἀπό διακοπές (κενά) μέσα στήν ἱστορική συνέχεια».

Στήν συνέχεια ἀναφέρεται στήν δυνατότητα συνέχισης τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στίς ὁμάδες, ὅταν ἀποσχίζον­ται ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὅταν ἐπιστρέφουν πάλι σέ αὐτήν.

«Ἀκόμα πιό ἀμφισβητούμενη εἶναι ἡ συνέχεια (continuity) τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς σέ σχισματικές ὁμάδες, ἰδιαίτερα ἄν αὐτή συνεχίστηκε ἤ καί "ἐπανα-φέρθηκε" ἀκριβῶς μέ τό σκοπό νά γίνει ὁ χωρισμός μόνιμος. Πῶς μπορεῖ ἡ ἱεραρχική ἁλυσίδα νά ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται μέσα στή διαίρεση, ὅταν αὐτός ὁ λόγος ὑπάρξεώς της εἶναι ἡ ἑνότητα; Καί πῶς μποροῦν οἱ σχισματικοί ἱεράρχες νά ἐνεργοῦν ὑπέρ καί ἐξ ὀνόματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Κι’ ὅμως ἡ Ἐκκλησιαστική ζωή στήν πράξη ἐπιβε­βαιώνει τό γεγονός ὅτι αὐτό εἶναι δυνατό, καί ὅτι ἡ ζωή τῆς χά­ριτος στίς σχισματικές ὁμάδες δέν ἐξαφανίζεται καί δέν στα­ματᾶ, ὁπωσδήποτε καί, ἀσφαλῶς, ὄχι ἀμέσως. Ἐν τούτοις, δέν μπο­ροῦμε νά θεωρήσουμε δυνατό τό ὅτι αὐτή θά μποροῦσε νά συνεχίζεται ἀμείωτη, γιά τό λόγο ἀκριβῶς ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά ἀπομονώσει τελείως (sharply) διάφορες ἀπόψεις τῆς ὀργανικῆς ὁλότητας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ ἀνθρώπινη καί ἱστορική ἀπομόνωση, ἀκόμα κι’ ἄν δέν ὁδηγοῦν ὁλότελα στή διάσπαση τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, πρέπει ὁπωσδήποτε νά τήν ἐξασθενίσουν μυστηριακά. Γιατί ἡ ἑνότητα μέσα στή χάρη μπορεῖ νά φανερωθεῖ μόνο μέσα στό "μυστήριο τῆς ἐλευθερίας", καί μόνο μέσῳ μιᾶς ἐπιστροφῆς στό πλήρωμα καί τήν κοινωνία τῆς Καθολικῆς Ἐκ­κλη­σίας μπορεῖ κάθε ἀποσχισμένη ἱεραρχική ὁμάδα (body) νά ξαναπάρει τήν πλήρη μυστηριακή της σημασία. Ταυτόχρονα μ’ αὐτή τήν ἐπιστροφή ὑπάρχει ἡ ἀποδοχή τῆς Ἀποστολικῆς "παρα­καταθήκης τῆς πίστεως", σ’ ὅλη τήν πληρότητά της».

Αὐτό σημαίνει ὅτι στίς σχισματικές καταστάσεις ἄν καί ἡ ζωή τῆς χάριτος δέν σταματᾶ ἀμέσως, ὅμως ἐξασθενίζεται ἡ Ἀποστολική Διαδοχή καί φανερώνεται μέ τήν ἐπιστροφή στό πλήρωμα καί τήν κοινωνία τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας.

 «Ὁπωσδήποτε μιά παραφθορά τῆς πίστεως δέν μπορεῖ παρά νά ἀποδοθεῖ κατά τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο στήν ἱεραρχία τέτοιων κοινοτήτων στίς ὁποῖες ἡ ἀποστολική παρακαταθήκη τῆς πίστεως δέ διαφυλάχθηκε, καί ὅπου τό πλήρωμα τῆς παραδόσεως ἔχει μειωθεῖ ἀπό διακοπές (κενά) μέσα στήν ἱστορική συνέχεια».

Τό συμπέρασμα τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι εἶναι ὅτι «ἡ Ἀποστολική Διαδοχή ἐνισχύεται μόνο μέ τήν πιστότητα στήν Ἀποστολική Παράδοση καί μέ τήν τήρηση (fulfilment) τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως. Στό ἀδιαχώριστο τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως βρίσκεται ἡ πληρότητα (fulness) τῆς Πεντηκοστῆς».

Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέονται στενά μεταξύ τους ἡ Πεντηκοστή, ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, πού ἐνεργοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία καί τήν καθολικότητά της, πού εἶναι τό μέγα μυστήριο, καί μέσα στά πλαίσια αὐτά ἐξασκεῖ τό ἔργο του ὁ Ἐπίσκοπος καί δίνει τήν μαρτυρία-ὁμολογία τῆς πίστεως.

Ὁ σύνδεσμος αὐτός προϋποθέτει Ἐπισκόπους πού μετέχουν τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, ἔχουν τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή, εἶναι μέλη τῆς Ἱεραρχίας τῶν Ἐκκλησιῶν τους, ἐκφράζονται συνοδικά, ὁπότε εἶναι οἱ ἀληθινοί ποιμένες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, πού ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας.
3. Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας μεγάλος δογματικός θεο­λό­γος τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μαθητής τοῦ π. Γεωργίου Φλω­ρόφ­σκι κατά τήν φοιτητική του ζωή, καί στήν συνέχεια συνάδελφός του καί φίλος του, εἶδε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ὅσα γίνονται σέ αὐτήν μέσα ἀπό τήν ζωή, τήν ἐμπειρία καί τήν διδασκαλία τῶν θεου­μένων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνέλυσε μέ καθαρό τρόπο τίς ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, πού εἴδαμε προηγουμένως.

Γιά νά δοῦμε τήν σκέψη του καί νά τήν κατανοήσουμε, πρέπει νά διευκρινισθῆ ὅτι στήν ἀρχαία Ἐκκλησία γίνεται συνε­χῶς λόγος γιά τήν «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως», γιά τήν «Ἀπο­στολική Παράδοση», γιά τήν «Ἀποστολική ζωή». Μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίση πολλά τέτοια χωρία στίς Ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Τέκνον Τιμόθεε τήν παρακαταθήκην φύλαξον» (Α΄ Τιμ. στ΄, 20), «τήν καλήν παρακαταθήκην...» (Β΄ Τιμ. α΄, 14), «κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε...» (Β΄ Θεσ. β΄, 15).

Ἔτσι, Ἀποστολική Παράδοση εἶναι ἡ ζωή τήν ὁποία παρέ­λαβαν οἱ Ἀπόστολοι ἀπό τόν Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, κυρίως τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ἔφθασαν στήν θεοπτία, καί αὐτήν ἐδίδασκαν στούς Χρι­στιανούς καί τήν μετέδιδαν μέ τόν λόγο καί τά μυστήρια πού τελοῦσαν.

Ὅταν, ὅμως, ἀνέκυψαν διάφοροι αἱρετικοί, ὅπως οἱ γνω­στικοί Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι προφασίζονταν ὅτι παρέλαβαν ἀπό τόν Χριστό μιά ἄλλη γνώση, πέραν αὐτῆς πού κατέγραψαν οἱ Ἀπόστολοι, καί οὐσιαστικά ἀνεμείγνυαν τήν Ἀποκάλυψη μέ τήν φιλοσοφία καί τόν ἀνατολικό τρόπο σκέψεως, τότε οἱ Ἀπο­στολικοί Πατέρες ἔκαναν λόγο γιά «Ἀποστολική Διαδοχή». Τό ἔργο αὐτό τό ἔκανε κυρίως ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λυῶ­νος, πού ἀποδείκνυε ὅτι ἡ Ἀποστολική Παράδοση μεταδί­δεται μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή, καί ἐκτός αὐτῆς τῆς Ἀπο­στο­λικῆς Διαδοχῆς δέν ὑφίσταται ὀρθή Ἀποστολική Παράδοση.

Τήν κρίσιμη ἐκείνη περίοδο ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου (Λυῶνος) ἀποδείχθηκε ὁ θεολόγος τῆς παραδόσεως, ἡ ὁποία παράδοση εἶναι ἄγραφη καί γραπτή. Καί ἐρωτᾶ: «Καί ἐάν δέν εἶχον ἀφήσει οἱ ἀπόστολοι οἱανδήποτε Γραφήν, θά ἔπρεπε τότε νά ἀρνηθῶμεν τήν παράδοσιν ἥν παρέδωσαν εἰς ὅσους ἐνεπιστεύθη­σαν τήν Ἐκκλησίαν;».

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει ὅτι ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε τό κήρυγμα, τήν πίστη καί τά φυλάσσει ἐπιμελῶς «ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα», «καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη». «Καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν, καί συμφώνως ταῦτα κηρύσσει καί διδάσκει καί παρα­δίδωσιν, ὡς ἕν στόμα κεκτημένη». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, κατέχει ὅλη τήν ἀλήθεια, πού παραδόθηκε στούς Ἀποστόλους τήν Πεντηκοστή, ἔχοντας τήν ἴδια καρδία καί τήν κηρύσσει, τήν διδάσκει καί τήν παραδίδει μέ ἕνα στόμα. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία κατέχει τήν ἀλήθεια.

Οἱ Χριστιανικές κοινότητες, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο, πού εἶναι διασκορπισμένες σέ ὅλη τήν οἰκουμένη μέ τά μέλη τους συγκροτοῦν τήν Ἐκκλησία, ἔχοντας, ὅμως, τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού ὑπάρχει σέ αὐτήν. Αὐτή ἡ ἀλήθεια παραδίδεται μέ τό ἐπισκοπικό χάρισμα, μέ τήν διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, κατά τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός. Ἔτσι, ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί ζωή πού ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία μεταδίδεται μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή. Συνδέει στενά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Εὐχαριστία.

Μάλιστα, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος συνέταξε ἐπισκοπικούς καταλόγους γιά τίς Ἐκκλησίες Σμύρνης, Ἐφέσου καί Ρώμης, πού εἶχε γνωρίσει, γιά νά συνδέση καθαρά τήν Ἀποστολική Παράδοση-ἀλήθεια μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή καί ἔτσι νά ἀντιμετωπίση τήν αἵρεση τοῦ γνωστικισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέσβευε ὅτι εἶχε κληρο­νομήσει μιά ἄλλη παράδοση, διαφορετική ἀπό τήν παράδοση τῶν Ἀποστό­λων.

Ἀπόδειξη ὅτι συνδέεται ἡ Ἀποστολική Παράδοση-ἀλήθεια μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, φαίνεται στό ἀπολυτίκιο πού ψάλλεται στίς μνῆμες τῶν ἁγίων Ἐπισκόπων.

«Καί τρόπων μέτοχος καί θρόνων διάδοχος τῶν Ἀπο­στόλων γενό­μενος τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε εἰς θεωρίας ἐπί­βασιν, διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερο­μάρ­τυς ...».

Στό τροπάριο αὐτό πού ψάλλεται γιά τούς ἁγίους Πατέ­ρας, ἁγίους Ἐπισκόπους, φαίνεται ὅτι προηγεῖται τό νά εἶναι κανείς μέτοχος τοῦ τρόπου τῶν Ἀποστόλων καί ἀκολουθεῖ τό νά εἶναι διάδοχος τῶν θρόνων τῶν Ἀποστόλων. Αὐτό συνδέεται μέ τήν πράξη καί τήν θεωρία. Πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί θεωρία εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση. Τότε ὁ Ἐπίσκοπος ὀρθοτομεῖ  τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί δίνει τήν μαρτυρία καί διά τοῦ αἵματός του. Ἄν δέν ἔφθασε στήν θεοπτία, ἀκολουθεῖ τούς θεόπτες.

Αὐτή ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας ἀποδίδεται μέ τήν τάξη τῆς χειροτονίας τοῦ Ἐπισκόπου. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀφοῦ πρῶτα ψηφισθῆ, κατόπιν δοκιμασίας ἐάν ἔχη καλῶς περί τήν πίστη, στήν συνέχεια κατά τήν ἀκολουθία τῆς χειροτονίας του πρῶτα δίνει τήν ὁμολογία ὅτι θά τηρῆ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί ἔπειτα ἀκολουθεῖ ἡ χειτονονία του σέ Ἐπίσκοπο. Ἔτσι, συνδέεται ἀναπόσπαστα ἡ Ἀποστολική Παράδοση-Πεντηκοστή μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῆς Ἀρχιερωσύνης.

Αὐτόν τόν σύνδεσμο μεταξύ τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἐξέφραζε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Ἔλεγε γιά τήν «παρακαταθήκη τῆς πίστεως».

«Ἡ Παρακαταθήκη εἶναι ἡ ἔκφανση τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὑποστατικῆς ἐν Χριστῷ ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως, πού εἶναι ἔργο τῆς ἀλαθήτου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού φωτίζει τούς Προφῆτες, Ἀποστόλους καί ἁγίους στήν καθοδήγηση τῶν πιστῶν στήν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τῆς μεθέξεως τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ».

 Στήν οὐσία ἡ Παρακαταθήκη εἶναι τό μυστήριο τῆς πίστεως πού ἀποκαλύπτεται στούς ἁγίους καί παραδίδεται ἀπό αὐτούς στά πνευματικά τους παιδιά.

 «Ἡ Παρακαταθήκη τῆς Παραδόσεως ὑπάρχει πρό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου, φανερώνεται στούς Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁλοκληρώνεται διά τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου καί ἐνεργεῖ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση τῶν πιστῶν στήν Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Παρακαταθήκη τῆς πίστεως, ἤτοι ἡ Ἱερά Παράδοση, δέν εἶναι διαφορετική ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά ἐμπεριέχεται σέ αὐτήν. Ἐνῶ δέν εἶναι διάφορη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἐν τούτοις δέν εἶναι ἡ ἴδια, διότι ἡ Παρακαταθήκη-Παράδοση ταυτίζεται μέ τήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, ἡ Παρακαταθήκη τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ὑπάρχει στήν Ἁγία Γραφή, ὅταν ἀναγινώσκεται καί ἑρμηνεύεται στήν Ἐκκλησία».

Ἔτσι, ἡ Παρακαταθήκη τῆς πίστεως-Ἱερά Παράδοση εἶναι εὐρύτερη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί βιώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία. Πρόκειται γιά τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 «Ἡ Παρακαταθήκη τῆς πίστεως εἶναι τό κέντρο καί ἡ μορφοποιός δύναμη τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως πού προϋποθέτει δοτήρα πού εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός, δωρεά τῆς μεθέξεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀσάρκου Λόγου στήν Παλαιά Διαθήκη καί τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου στήν Καινή Διαθήκη, καί δέκτες, φύλακες καί μεταδότες τῆς θείας δωρεᾶς πού εἶναι ὁ Προφήτης, ὁ Ἀπόστολος καί ὁ ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας».

 Ἡ Ἱερά Παράδοση-Παρακαταθήκη πού εἶναι τό μυστήριο τοῦ ἀσάρκου καί σεσαρκωμένου Λόγου βρίσκεται στήν Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζεται ἐν μέρει στήν Ἁγία Γραφή καί ἐμπεριέχεται σέ ὅλη τήν λυτρωτική καί συνοδική λειτουργία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν Ἐκκλησία, καί ἐκφράζεται ἀπό τήν Ἱεραρχία. Ἑρμηνεύεται ἀπό τούς ἁγίους, ἀλλά συγχρόνως παραμένει μυστήριο.

 Ἡ Ἱερά Παράδοση «παραμένει μυστήριο, διότι ἡ θεία δόξα ὅπως καί ἡ μέθεξη αὐτῆς, ὑπερβαίνει καί τήν νόηση καί τήν αἴσθηση, ἄν καί ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος δοξάζεται-θεοῦται ἐν Θεῷ».

 Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Παρακαταθήκη τήν ὁποία παραδίδει ἡ Ἐκκλησία διά τῆς Ἱεραρχίας διά μέσου τῶν αἰώνων, «κατά τήν θεία Εὐχαριστία στούς Ἐπισκόπους καί τούς Πρεσβυτέρους κατά τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους, ὥστε διά τῶν Ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων νά φυλαχθῆ καί μεταδοθῆ πρός ἁγιασμό καί θέωση τῶν πιστῶν. Ὅμως, Αὐτός ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός φυλάττει, μεταδίδει καί παραδίδει τήν Παρακαταθήκη, δηλαδή τόν Ἑαυτό Του, μέ τούς φίλους Του». Ὅποιος ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία «παύει νά εἶναι φορεύς τῆς Παρακαταθήκης».

Κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «Ἀποστολική Παράδοση» εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ὁ φορεύς τῆς Ἀποστο­λικῆς Παραδόσεως γνωρίζει τόν τρόπο νά ὁδηγῆ τόν ἄνθρωπο στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς.

«Τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Παράδοση; Διότι οἱ ἀρχαῖοι μιλοῦσαν γιά Ἀποστολική Παράδοση, ὄχι γιά Ἀποστολική Διαδοχή. Ἀποστολική Παράδοση εἶναι ἡ παράδοση τῆς διαγνώσεως καί τῆς θεραπείας καί οἱ κληρικοί ὑπῆρχαν γι’ αὐτόν τόν σκοπό. Ἔκαναν σωστή διάγνωση καί σωστή θεραπεία. Τίποτε ἄλλο. Δέν ὑπάρχει κανένας ἄλλος σκοπός».

Στήν συνέχεια Ἀποστολική Διαδοχή εἶναι ἡ μετάδοση τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως. Λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης:

«Ἀποστολική Διαδοχή, σέ μᾶς, τί σημαίνει: Σημαίνει ὄχι χειροτονία τῶν Ἐπισκόπων μόνο, ἀλλά σημαίνει ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖον ὁ Ἐπίσκοπος χειροτονεῖται. Δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Ἐμεῖς ταυτίζουμε τώρα τήν Ἀποστολική Διαδοχή μέ τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου. Δέν εἶναι μαγεία ἡ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου. Ὁ Ἐπίσκοπος χειροτονεῖται γιά κάποιο σκοπό. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός αὐτός; Τῆς διάγνωσης καί θεραπείας. Ὁ γιατρός, γιατί γίνεται γιατρός; Τόν χειροτονοῦμε κάποιον γιατρό∙ γιατί τόν χειροτονοῦμε γιατρό; Διότι ἔχει γίνει γιατρός∙ ἔχει γίνει γιατρός, γι’ αὐτό τόν χειροτονοῦμε γιατρό».

Ὅλα αὐτά εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά κατανοηθοῦν τά ἑπόμενα.
4. Ἐκκλησιαστικές συνέπειες

Ἀπό ὅλα τά ἀνωτέρω ἐξάγονται μερικές συνέπειες.

Πρώτη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μέγα μυστήριο, τό μυστήριο τῶν μυστηρίων. Ὅσοι διά τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος γίνονται μέλη της, πρέπει νά ζοῦν ἐν Χριστῷ καί νά συμμετέχουν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄν δέν ζοῦν ὅπως θέλει ὁ Χριστός, παραμένουν μέν στήν Ἐκκλησία, ἀλλά εἶναι ἄζωοι καί ἀναίσθητοι, ὡς ξερά κλαδιά στό δένδρο.

Οἱ Ἐπίσκοποι ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, εἶναι ὄργανα τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί δέν ἐνεργοῦν ἀτομικά, ἀλλά ὡς μέτοχοι τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ἀνήκουν σέ μιά Ἐκκλησία μέ τόν Πρῶτο καί βιώνουν τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀποστολική Διαδοχή δέν εἶναι μόνον μιά σειρά χειροτονιῶν, ἀλλά συνδέεται στενά μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Πεντηκοστή, πού βιώνονται μέσα στήν Ἐκκλησία.

Δεύτερη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός τήν ἁγίασε καί τήν ζωοποιεῖ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τά μέλη της, ἀλλά ἀπό τήν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἀναξιότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικῶν καί λαϊκῶν, δέν μολύνει τήν Ἐκκλησία. Ὅταν κοινωνοῦμε ἀναξίως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δέν μολύνεται ὁ Χριστός, ἀλλά ἐμεῖς κατακρινόμαστε.

Ἑπομένως, ἐάν ἡ Ἐκκλησία δέχεται κατ’ οἰκονομία κάποιον ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας μέ Χρίσμα, χωρίς Βάπτισμα, ὅπως ἀποφάσισε ἡ Ὀρθόδοξη Σύνοδος τοῦ 1484, ἡ ὁποία ἀποκήρυξε καί τήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας τοῦ 1439/40, δέν σημαίνει ὅτι μολύνεται ἡ Ἐκκλησία. Καί ὁ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός δέχεται τούς αἱρετικούς μέ Χρίσμα. Ἔγραφε: «Χρίομεν τούς ἐξ αὐτῶν (Λατίνων) ἡμῖν προσιόντας ... ὡς αἱρετικούς ὄντας». Δέν σημαίνει ὅτι ἡ εἰσδοχή τῶν αἱρετικῶν στήν Ἐκκλησία μέ Χρίσμα, χωρίς Βάπτισμα, κατά τήν γνώμη τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, εἶναι μόλυνση τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἐάν ἡ Ἐκκλησία δεχθῆ κάποιον σχισματικό «Κληρικό» μέ χειροθεσία ἤ μέ ἄλλον τρόπον, δέν σημαίνει ὅτι μολύνεται ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό εἶναι μιά ἐκκλησιολογική βλασφημία καί συνιστᾶ τήν ἀρχαία αἵρεση τῶν «καθαρῶν».

Σέ μιά τέτοια περίπτωση ὑπέχουν εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι οἰκονομοῦν τά πράγματα πέραν τῆς οἰκο­νομίας καί θά δώσουν λόγο στόν Θεό, ἀλλά δέν μολύνεται ἡ ἴδια ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Ἐκκλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὡς ζωντανός ὀργανισμός κρατᾶ καί τά ἄρρωστα μέλη της πρός καιρόν, καί θά τά ἀποβάλη τελικά μέ τόν τρόπο πού ἐκείνη γνωρίζει. Αὐτό γίνεται καί μέ τούς ἀνάξιους Κληρικούς πού ἔλαβαν μέ κανονικό τρόπο τήν ἱερωσύνη ἤ τήν ἀρχιερωσύνη. Στήν περίπτωση αὐτή δέν μολύνεται ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο σωματεῖο, ἀλλά ὁ Θεανθρώπινος Ὀργανισμός.

Ὁ Μέγας Βασίλειος στήν εὐχή τῆς θείας Λειτουργίας πού συνέταξε γράφει: «Σύ ἱκάνωσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ἐνώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου, προσάγωμέν σοι θυσίαν αἰνέσως∙ σύ γάρ εἶ ὁ ἐνεργῶν τά πάντα ἐν πᾶσι». Καί στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς γράφει: «Διά τοῦτο, Δέσποτα πανάγιε, καί ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί καί ἀνάξιοι δοῦλοι σου, οἱ καταξιωθέντες λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, οὐ διά τάς δικαιοσύνας ἡμῶν (οὐ γάρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς), ἀλλά διά τά ἐλέη σου καί τούς οἰκτιρμούς σου οὕς ἐξέχεεας πλουσίως ἐφ’ ἡμᾶς θαρροῦντες προσεγγίζομεν τῶ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ».

Τρίτη. Ἡ Ἀποστολική Παράδοση εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ «πα­ρα­­καταθήκη τῆς πίστεως» πού φυλάσσεται μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, καί «κοινωνία θεώσεως», κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία φυλάσσει τήν ἀλήθεια οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται πρός τήν Πεντηκοστή μέ τήν «πρακτική φιλοσοφία» ἤ κάθαρση, τήν «φυσική θεωρία» ἤ φωτισμό καί τήν «μυστική θεολογία» ἤ θέωση-θεοπτία, κατά τόν μέγα διδάσκαλο καί Πατέ­ρα ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή.

Τετάρτη. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό ὁποῖον ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία χειροτονεῖ τόν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤ ἀποδέχεται τήν Ἀποστολική Παράδοση γιά νά καθοδηγῆ τούς Χριστιανούς πρός τήν μέθεξη αὐτῆς τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἐξηγεῖται τό χωρίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ὅτι ἐξέλεξαν οἱ Ἀπόστολοι τούς διακόνους, πού ἦταν πλήρεις Πνεύ­ματος Ἁγίου. Ἑπομένως, ἑνώνεται στενά ἡ Ἀποστολική Παράδοση μέ τήν Ἀποστολική Διαδοχή.

Ὅταν κάποιος Κληρικός δημοσίως ἀποκηρύσσει τήν Ἀποστολική Παράδοση ἤ πίπτει σέ κανονικά ἁμαρτήματα, τότε ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι φορεύς τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως τόν ἀντιμετωπίζει κατάλληλα γιά τήν θεραπεία του καί τήν προφύλαξη τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τότε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς, μέ τά ὄργανά της, ἐπιβάλλει κανονικές ποινές, ἤτοι τήν ἀκοινωνησία, τήν καθαίρεση, καί τελικά τόν ἀφορισμό, καί ὅταν πρόκειται γιά Ἐκκλησιαστική Κοινότητα διαγράφεται ἀπό τά Δίπτυχα. Στίς περιπτώσεις αὐτές ἡ Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καθιστᾶ ἀνενεργό τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης, δέν μποροῦν οἱ ἀναφερόμενοι νά τελοῦν μυστήρια, καί ἐάν ἐξακολουθοῦν νά τελοῦν μυστήρια, αὐτά εἶναι ἀνυπόστατα καί ὁ ἴδιος εὐθύνεται, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι πού τόν ἀκολουθοῦν. Τότε δέν μπορεῖ νά λειτουργήση ἡ Ἀποστολική Διαδοχή.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἄλλο εἶναι τό «καθαιρείσθω», τό «ἀφοριζέσθω» καί «τό ἀνάθεμα ἔστω», πού ἐπιτάσσουν οἱ ἱεροί Κανόνες, καί τίθεται σέ τρίτο πρόσωπο, καί ὅσοι ὑποπίπτουν σέ αὐτά εἶναι ὑπόδικοι, ἕως ὅτου κατηγορηθοῦν καί δικαστοῦν τελικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί ἄλλο εἶναι ὅταν ἡ Σύνοδος ἐνεργήση ἐμπράκτως τήν καθαίρεση τῶν Ἱερέων, τόν ἀφορισμό καί τόν ἀναθεματισμό τῶν λαϊκῶν καί ὁ κανόνας τίθεται σέ δεύτερο πρόσωπο, πού πρέπει νά γίνεται ἀποδεκτό ἀπό ὅλους.

Πέμπτη. Ὅταν μιά Τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδε­μένη μέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κρατᾶ τήν πίστη καί τήν ὁμολογεῖ, ἀλλά χειροτονεῖ κάποιον πού ὁμολογεῖ μέν τήν πίστη ἐξωτερικά,  ἀλλά ἐσωτερικά τήν ἀρνεῖται ἤ ἔχει κωλυτικά τῆς Ἱερωσύνης, τότε ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὅτι ὁ Θεός δέν χειροτονεῖ ὅλους, ἀλλά ἐνεργεῖ μέσα ἀπό ὅλους.

Σέ μιά ὁμιλία του ἐπαινεῖ τόν Ἱερέα καί τόν θεωρεῖ ἄγγελο Κυρίου καί λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού καταφρονεῖ τόν Ἱερέα, δέν καταφρονεῖ τόν ἴδιο, ἀλλά τόν Θεό ὁ ὁποῖος τόν χειροτόνησε. Καί ἐάν, ὅπως λένε μερικοί, δέν τόν χειροτόνησε ὁ Θεός, τότε οἱ Χριστιανοί δέν μετέχουν τοῦ βαπτίσματος, οὔτε τῶν μυστηρίων οὔτε ἀπολαμβάνουν τῶν εὐλογιῶν, καί ἑπομένως δέν εἶναι κανείς Χριστιανός. Καί στήν συνέχεια, ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση: «πάντας ὁ Θεός χειροτονεῖ, καί τούς ἀναξίους;», λέγει: «Πάντας μέν ὁ Θεός οὐ χειροτονεῖ, διά πάντων δέ αὐτός ἐνεργεῖ, ἤ καί αὐτοί εἴεν ἀνάξιοι, διά τό σωθῆναι τόν λαόν».

Ἔτσι, ἕνας Ἐπίσκοπος πού δέν ἔχει Ἀποστολική Παράδοση, οὔτε ζῆ σύμφωνα μέ τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν ἔχει καθαιρεθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία στήν ὁποία ἀνήκει, τότε τελεῖ κανονικά τά μυστήρια, ἀφοῦ ὁ Θεός ἐνεργεῖ δι’ αὐτοῦ, ἐπειδή ὁ Χριστός εἶναι «ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος», ἀλλά ὁ ἴδιος δέν σώζεται.

Κατά τόν ἱερό Νικόλαο Καβάσιλα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ κατά διττό τρόπο. Ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι ἐνεργεῖ ἡ θεία Χάρη στήν θεία Λειτουργία διά τοῦ Ἱερέως καί ἁγιάζονται ὀ ἄρτος καί ὁ οἶνος καί γίνονται Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, καί ὁ δεύτερος ὅτι ἡ ἴδια Χάρη ἁγιάζει τόν Ἱερέα διά τῆς μεταλήψεως τῶν Τιμίων Δώρων ἤ τόν κατακρίνει.

Ἔτσι, παραμένει τότε ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, ἀλλά ὅταν ὁ Ἱερεύς καθαιρεθῆ ἤ ἀφορισθῆ τότε καθίσταται ἀνενεργό τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης καί ἡ Ἀποστολική Διαδοχή.

Ἕκτη. Ὑπάρχουν Ἐπίσκοποι πού ἔχουν τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σειρά χειροτονιῶν, ἀλλά δέν ἔχουν τήν Ἀποστολική Παράδοση καί ζωή καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ δι' αὐτῶν, ἐάν δέν ἔχουν καθαιρεθῆ. Καί ὑπάρχουν ἅγιοι πού ἔχουν τήν Ἀποστολική Παράδοση καί ζωή, χωρίς νά δια­θέτουν τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ὅπως εἶναι οἱ εὐλογημένοι Μοναχοί, πού δέν ἔχουν χειροτονηθῆ. Καί ὑπάρχουν ψευ­δε­πίσκοποι πού δέν ἔχουν οὔτε Ἀποστολική Παράδοση οὔτε Ἀποστολική Διαδοχή, ἐπειδή δέν ἔχουν χειροτονηθῆ μέ κανονικό τρόπο. Ἐπίσης ὑπάρχουν Ἐπίσκοποι πού ἔχουν καί Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή. Ὅσοι ἀνήκουν στήν τελευταία κατηγορία εἶναι τό «κλειδί» ἐπιλύσεως τῶν διαφόρων θεμάτων.

Ἑβδόμη. Ὅταν ἀπό μιά Χριστιανική Κοινότητα χάνεται ἡ Ἀποστολική Παράδοση ὡς μέθεξη τῆς ἀλήθειας καί βίωση τῆς Πεντηκοστῆς, τότε δέν εἶναι ἐνεργής ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, διότι ἡ Ἀποστολική Διαδοχή προϋποθέτει τήν Ἀποστολική Παράδοση, τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, εἴτε ὡς μέθεξη τῆς Πεντηκοστῆς εἴτε ὡς ἀποδοχή καί ὁμολογία τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως ἐκφράσθηκε στίς Οἰκουμε­νικές Συνόδους.

Ὅταν κάποιος αἱρετικός ἤ σχισματικός ἐπανέρχεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τότε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς ἀποφασίζει γιά τόν τρόπο τῆς εἰσδοχῆς του, βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στίς Οἰκουμενικές καί Τοπικές Συνόδους. Ἡ Ἐκκλησία σέ ὅλες τίς περιπτώσεις ἐκφράζεται συνοδικῶς καί ὄχι ἀτομικῶς οὔτε ἀνθρωποκεντρικῶς. Καί οἱ ἱεροί Κανόνες δέν ἑρμηνεύονται νομικιστικά, ἀλλά ἐκκλησιαστικά, κατά πνεῦμα. Γι' αὐτό δέν ἔχουμε Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως δήλωσε ἐπανειλημμένως ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ἀλλά οὔτε ἔχουμε καί «Πάπες», Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, πού ἐνεργοῦν ἀτομικά καί ὄχι συνοδικά. Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ συνοδικά, τό πολίτευμά της εἶναι «συνοδικόν ἱεραρχικῶς» καί «ἱεραρχικόν συνοδικῶς». Καί αὐτό κρίνεται ἀπό τήν πιστότητα στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὀγδόη. Ὅσοι κατά τρόπον ἀντορθόδοξο καί ἀντιεκκλησιαστικό κάνουν λόγο γιά τό ὅτι ἡ ἀποδοχή ἀπό τήν Ἐκκλησία μερικῶν σχισματικῶν «Κληρικῶν», μέ τόν τρόπο πού παραπέμπτει στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, «μολύνει» τήν Ἱερωσύνη καί τήν Ἐκκλησία καί φοβοῦνται καί οἱ ἴδιοι αὐτήν τήν «μόλυνση», ἀφ' ἑνός μέν ἐκφράζουν μιά ἐκκλησιολογική αἵρεση, ἀφ' ἑτέρου δέ πρέπει νά ἐξετάσουν τί ἔγινε σέ ἄλλες περιπτώσεις.

Γιά παράδειγμα, τί ἔγινε τά δεκαεπτά (17) χρόνια (1833-1850) πού ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν σχισματική. Βεβαίως, οἱ τότε Ἐπίσκοποι δέν χειροτόνησαν ἄλλους Ἐπισκόπους, ἀλλά τελοῦσαν Μυστήρια. Ἔχουν «μολυνθεῖ» οἱ μεταγενέστεροι καί ἐμεῖς;

Τί ἔγινε στήν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας πού βρισκόταν σέ σχίσμα ἀπό τό 1872 ἕως τό 1945; Ἔχει «μολυνθεῖ» ὁλόκληρη ἡ Ὀρθοδοξία;

Τί ἔγινε μέ τήν ἀποδοχή τῶν δύο παλαιοημερολογιτῶν «Ἐπισκόπων» ὡς Μητροπολιτῶν, τοῦ Χριστοφόρου Χατζῆ καί τοῦ Πολυκάρπου Λιώση πού ἔγιναν ἀντιστοίχως Δρυϊνουπόλεως καί Σισανίου; Αὐτοί εἶχαν προηγουμένως καθαιρεθῆ ὡς Ἀρχιερεῖς ἀπό τό Συνοδικό Δικαστήριο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐπανῆλθαν στήν τάξη τῶν Πρεσβυτέρων καί ὅμως μέ ἀναθεωρητικό Δικαστήριο ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας τούς ἐπανέφερε ὡς κανονικούς Ἀρχιερεῖς, χωρίς ἀναχειροτονία, θεωρώντας κατ' οἰκονομία ὡς κανονική τήν χειροτονία τους τό 1935. Μήπως αὐτοί ἐμόλυναν τό Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού συμμετεῖχαν σέ ἐκλογές καί χειροτονίες ἄλλων Ἐπισκόπων; Αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο νά λεχθῆ. Πάνω στό θέμα αὐτό ὑπάρχει πλούσιο ὑλικό στά Πρακτικά τῶν Συνεδριάσεων τῶν Ἱεραρχιῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῶν παρελθόντων ἐτῶν.

Βεβαίως, εὐθύνονται ὅσοι διαπράττουν κανονικά παραπτώματα, ὅσοι χειροτονοῦν ἀναξίους Κληρικούς καί ἀδιαφοροῦν γιά ἀναξίους Κληρικούς ἤ κάνουν παράχρηση τῆς οἰκονομίας γιά τήν ἐπιστροφή αἱρετικῶν καί σχισματικῶν στήν Ἐκκλησία καί θά δώσουν λόγο στόν Θεό. Ἀλλά ἐπ' οὐδενί λόγῳ μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά «μόλυνση» τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό εἶναι βλασφημία.

Ἐνάτη: Οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι οἱ «οἰκονομοῦντες τάς Ἐκκλησίας», καί μάλιστα ἀποφασίζουν ἐν Συνόδῳ, γιατί δέν πρέπει νά γίνεται σύγχυση καί ἐκτροπή τῆς «ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας». Ὁ Στ' Κανόνας τῆς Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου σαφῶς διαγορεύει:

«Ἐπειδὴ πολλοὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν συγχεῖν καὶ ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καὶ συκοφαντικῶς αἰτίας τινὰς κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδὲν ἕτερον, ἢ χραίνειν τὰς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καὶ ταραχὰς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες...».

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τούς Ἐπισκόπους της, πού εἶναι οἱ «οἰκονομοῦντες τάς Ἐκκλησίας» καί φυσικά αὐτοί θά δώσουν λόγο στόν Θεό γιά τόν τρόπο πού οἰκονομοῦν τίς Ἐκκλησίες. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀναρχική κοινωνία, ἀλλά εἶναι μιά «ἱεραρχικῶς συνοδική κοινωνία».

Δεκάτη. Τό θέμα τῆς Οὐκρανίας εἶναι πολύπλοκο καί πολυχρόνιο καί δυστυχῶς ἔχει ἐμπλακεῖ σέ ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές σκοπιμότητες. Ἔχει μεγάλη εὐθύνη τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, πράγμα πού παραβλέπουν ὅσοι κρίνουν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, διότι, μαζί μέ ἄλλα, ὑποσκάπτει τόν θεσμό τοῦ Πρωτόθρονου Πατριαρχείου. Αὐτό τό ἔχω ἀναλύσει σέ διάφορα κείμενά μου, ὅπως:

«Τό πρόβλημα τῆς Οὐκρανίας», πρίν ἕνδεκα (11) χρόνια (Ἰούλιος 2008), «Ὑπάρχει "Τρίτη Ρώμη";» (Ὀκτώβριος 2018), «Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» (Ὀκτώβριος 2018), «Ἡ συζήτηση γιά τήν ἀνακήρυξη Αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία» (Ὀκτώβριος 2018), «Ἱεροί Κανόνες καί Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο» (Νοέμβριος 2018), «Ὁ μύθος τοῦ "λευκοῦ καμηλαυκίου"» (Φεβρουάριος 2019) καί στό ἔγγραφό μου πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάρτιος 2019).

Ὡς πρός τό θέμα πού μέ ἀπασχολεῖ στό παρόν κείμενο, «Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», σημειώνω ὅτι ὅσοι κρίνουν αὐστηρῶς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, παραθεωροῦν τίς ἀπόψεις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας γιά τήν Ἀποστολική Παράδοση, τήν Ἀποστολική Διαδοχή καί τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως φαίνεται σέ διάφορες ἀποφάσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀλλά καί στήν «Κοινή Δήλωσιν τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί Πασῶν τῶν Ρωσιῶν Κυρίλλου», στήν Ἀβάνα (Κούβας) στίς 12 Φεβρουαρίου 2016.

Καί μοῦ κάνει ἰδιαίτερη καί μεγάλη ἐντύπωση ὅτι κρίνουν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀμνηστεύουν ὅλα τά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα καί ἄλλες ἐνέργειες τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Ἀλλά αὐτό θά εἶναι ἀντικείμενο ἄλλου κειμένου μου.

Προσωπικά παραμένω στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν σχέση μεταξύ Ἀποστολικῆς Παράδοσης καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός δέ τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχισματικῶν καί «αὐτοχειροτονήτων» Ἀρχιερέων ἰσχύει ὅ,τι ἔγραψα στό ἀπό 30-4-2019 ἔγγραφό μου πρός τήν Ἱερά Σύνοδο:

«Ὡς πρός τό θέμα τοῦ πῶς ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἡ "Ἀρχιερωσύνη" τῶν Ἐπισκόπων πού "χειροτονήθηκαν" ἀπό τούς καθηρημένους Ἀρχιερεῖς καί τούς σχισματικούς ἤ "αὐτοχειροτονήτους", ἡ Ἐκκλησία μας πρίν λάβη κάποια ἀπόφαση, θά πρέπει νά ἐρωτήση τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἀποκατέστησε τούς "Ἀρχιερεῖς" αὐτούς».

Αὐτό ἐγράφη, γιατί πρίν ἀποφασίσουμε ὡς Ἐκκλησία γιά τό θέμα αὐτό, πρέπει νά ἀκούσουμε ἐπισήμως πῶς τό ἀντιμετώπισε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Δυστυχῶς, ὅμως, παρατήρησα ὅτι ὅσοι μέ ἔκριναν, τό ἔκαναν ἤ μέ τήν παραθεώρηση αὐτῆς τῆς προτάσεως ἤ μέ τήν παρερμηνεία της.

Ὅλα τά ἀνωτέρω τά ἔγραψα γιά νά τονισθῆ ὅτι πρέπει τά σύγχρονα ἐκκλησιολογικά προβλήματα νά τά ἐπιλύουμε μέ βάση τούς ἱερούς κανόνας πού ἐθέσπισαν οἱ θεόπνευστοι Πα­τέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά δέν πρέπει αὐτοί οἱ κανόνες νά ἑρμηνεύονται μέ πνεῦμα νομικιστικό, πράγμα πού δέν ἔκαναν οἱ Πατέρες. Οἱ Πατέρες ὡς πνευματικοί ἰατροί καί ἔχοντας τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὕστερα ἀπό τήν μέθεξη τῆς καθαρ­τικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, θεράπευαν κάθε πρόβλημα πού ἀναφυόταν, καί αὐτό τό ἔπραταν Συνοδικῶς. Καί μία ἀντορθόδοξη Σύνοδος, μιά ψευδοσύνοδος, διορθώνεται πάλι ἀπό ἄλλη Ὀρθόδοξη Σύνοδο, στήν ὁποία ὑπάρχουν Ἐπίσκοποι μέ Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή. Ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεῖ περί αὐτοῦ.

Γι’ αὐτό εἶναι παράλογο καί ἀντιδεοντολογικό, μερικοί νά «κόβουν καί νά ρά­βουν» στά μέτρα τους τίς λέξεις τῶν ἱερῶν κανόνων, γιά νά ὑποστηρίζουν κάθε φορά τίς θεωρίες τους, πού σχηματίζονται ἀνάλογα μέ τήν κάθε περίσταση.

Γενικά, πρέπει νά ζοῦμε τό μυστήριο τῆς Ἐκ­κλησίας, μέ πράξη καί θεωρία, ὅπως τό ψάλλουμε σέ ὅλα τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας,  ὥστε νά ἔχουμε ἐκκλησια­στικό φρόνημα. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ὑπέρτατο μυστήριο, πού συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.   

Η δύναμις τής προσευχής καί ειδικά τής νοεράς καί οι ανεκλάλητοι στεναγμοί τού Αγίου Πνεύματος



Κυριακή Σαμαρείτιδος (και Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης) του 2006


Σήμερα χριστιανοί μου έχουμε δύο μεγάλα γεγονότα τα οποία γιορτάζουμε πανηγυρικά και θεοφιλώς.
Το πρώτον είναι η γιορτή των δυό μεγάλων Αγίων και θεοστέπτων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης,
και δεύτερον ο θεολογικότατος διάλογος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με μια αμαρτωλή γυναίκα, την Σαμαρείτιδα, την μετέπειτα Αγία Φωτεινή, στην οποία αποκαλύπτει
πρώτον ότι ο ίδιος είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου. «Εγώ είμαι ο λαλών σοι», διεκήρυξε και εις αυτήν και εις τους αιώνας των αιώνων, και
δεύτερον ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και Αληθεία δεί προσκυνείν».

Εμείς όμως κατ’ επανάληψιν, τα 25 αυτά εδώ χρόνια, σταθήκαμε αναλυτικά στα υψηλά νοήματα αυτού του διαλόγου, όπως επίσης ασχοληθήκαμε και με την ζωή της Αγίας Φωτεινής, καθώς και την ιεραποστολική της δράση. Επίσης ομιλήσαμε για την ζωή των δύο Αγίων, Κωνσταντίνου και Ελένης, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίχτηκε η Εκκλησία μας, για να κηρύξει ιδιαίτερα τον Μέγα Κωνσταντίνο ως Άγιον.

Εμείς όμως δεν θα σταθούμε ούτε στο ένα ούτε στο άλλο αλλά θα συνεχίσουμε το θέμα μας περί προσευχής, αναφωνώντες και προτρέποντες με την κραυγήν του Αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Ολόκληρος η Εκκλησία χριστιανοί μου, ασχολείται με θέματα που αφορούν την πνευματική ζωή του αγωνιζομένου Ορθοδόξου Χριστιανού, προσφέροντας τα δόγματα της πίστεως, αλλά ασχολείται όμως και με την προσευχή, και μάλιστα με την νοερά καρδιακή προσευχή, η οποία διαχέεται όχι μόνον σε ολόκληρη την φιλοκαλία αλλά και στη ζωή των Πατέρων της Εκκλησίας μας εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια.
Χωρίς προσευχή δεν μπορούμε να σταθούμε ούτε και να προοδεύσουμε πνευματικά, διότι η προσευχή είναι η τροφή της ψυχής, είναι το ύδωρ το ζόν, είναι η αναπνοή της, το οξυγόνο της, ο αέρας της.
Με την προσευχή δηλώνουμε ότι είμεθα παιδιά του Θεού και Πατρός και αδελφοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Με την αληθινή ζωντανή προσευχή μαλακώνουν οι πολλές θλίψεις, τα βάσανα και οι στεναχώριες της ζωής, και αχρηστεύονται τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού, τα καθ’ ημών δολίως κινούμενα.
Με την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα με την νοερά αποκαλύπτονται όλες οι παγίδες των υποκριτών, διαλύονται οι συκοφαντίες και τα ψεύδη των ανθρώπων που θέλουν το κακό μας. Με το όνομα του Ιησού Χριστού και την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" καταφλέγονται οι αχυρώδεις πονηροί και αισχροί λογισμοί, και εξουδετερώνονται οι δόλιες επιθέσεις του κόσμου της κακίας.

Ρίζα από την οποία βλαστάνει και καρποφορεί κάθε αρετή μέσα στο Χριστό έχει την αρετήν της από τον Θεόν αφού ως γνωστόν «πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του Πατρός των φώτων».
Η καλλιέργεια όμως και η ανάπτυξις των αρετών οφείλεται στην δική μας προαίρεση, και ασφαλώς στην χάρη του Θεού, αλλά στην προαίρεση που έχει καθαρά την προσευχή ως μητρός ούσης αυτών όλων των αρετών και στη συνδρομή επαναλαμβάνω της Θείας Χάριτος.
Ως κορυφαία πάλι του χορού των αρετών αποβλέπει στην τελεία κάθαρση και τον αγιασμόν του όλου ανθρώπου. Ουδεμία αρετή δύναται να παραμείνει σταθερή μέσα μας, εάν η καρδιά μας δεν επικαλείται συνεχώς το όνομα του Ιησού Χριστού, μας βεβαιώνει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Όταν η πονεμένη μας προσευχή συνοδεύεται από πίστη δυνατή, τότε γίνονται θαύματα. Αν θέλετε το τοποθετούμε διαφορετικά πιστεύοντες απόλυτα στη δύναμη της προσευχής προς τον Χριστόν, την Παναγία και τους Αγίους, και πάλιν το θαύμα πραγματοποιείται. Η προσευχή μας όταν γίνεται με συντριβή και ταπείνωση, γεννά το πένθος, τα δάκρυα, την κατάνυξη, την μετάνοια, την αγάπη, την ελπίδα, και όλες τις άλλες αρετές.

Πώς όμως θα αποκτήσουμε υπομονή στις θλίψεις της ζωής, χωρίς έμπονη προσευχή προς τον Σωτήρα μας Χριστό;
Και πώς θα συγχωρούμε καθημερινά τον κακό γείτονά μας, τον αχάριστο συγγενή μας, ή τον δύστροπο και πονηρό συνάνθρωπό μας χωρίς προσευχή προς τον Χριστόν;
Και πώς θα συγχωρούμε τους εχθρούς μας και θα τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά όπως εντέλλεται ο λόγος του Θεού, αν η προσευχή μας δεν μοιάζει με την προσευχή του Χριστού στον Κήπο της Γεθσημανή και πάνω στο Σταυρό; «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Και τώρα ας θέσουμε ένα βασικό πνευματικό θέμα. Αν πραγματικά θέλουμε να μάθουμε και επιθυμούμε με όλη μας την καρδιά το πώς να προσευχόμεθα ενώπιοι ενωπίω, το πώς δηλαδή θα προσευχόμεθα σα να είναι ακριβώς μπροστά μας ο Χριστός, που αυτό πραγματοποιείται στο βάθος της καρδιάς μας, θα πρέπει να επικαλούμεθα εξ όλης ψυχής και διανοίας, όπως το Πνεύμα το Άγιο, ο Παράκλητος, να μας διδάξει απλανώς την αληθινή προσευχή, την λεγομένη καρδιακή, με τους δικούς της ακαταλήπτους αλαλήτους στεναγμούς.

Ναι αδελφοί μου, ναι χριστιανοί μου, το τι και το πώς και το πότε δει προσευξόμεθα, ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα το Άγιον υπερτυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις.
Το άγιον Πνεύμα θα μας μάθει πώς και πότε να προσευχόμεθα με ασφάλεια και σιγουριά χωρίς τον κίνδυνο της πλάνης, των φαντασμάτων και των φώτων και πολλών άλλων καταστάσεων διαβολικών.
Εμείς όμως μαζί με την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" θα ζητάμε κατά
πρώτον να αγιάζεται το όνομα του Θεού με τη ζωή μας, με τα έργα μας, τα οποία θα πρέπει να είναι έργα άξια της μετανοίας, έτσι τελείωσε σήμερα το Αποστολικόν μας Ανάγνωσμα.
Δεύτερον να ζητάμε την δόξαν του Αγίου Θεού πάνω δω στη γή, και
τρίτον να γίνεται το δικό Του πάντοτε θέλημα και όχι το δικό μας. «Γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γής, ζητείτε την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, δηλαδή, την πραγματοποίηση της αρετής, μέσα στην δική σας, και πάντα ταύτα προστεθήσεται υμίν», δηλαδή όλες οι βασικές υλικές ανάγκες οπωσδήποτε θα τις καλύπτει ο Θεός Πατέρας.
Θα μας μάθει ακόμα το Πανάγιον Πνεύμα και τον πόλεμο κατά των πολλών μας παθών, για να γκρεμισθεί το μεσότειχον της αμαρτίας αλλά και της φοβεράς κακίας του διαβόλου που φράζει και κλείνει τον δρόμο από τον νού στην καρδιά, διότι τελικά αυτός είναι ο κυριότερος σκοπός της προσευχής. Πως θα βυθιστεί ο νούς μας αμετεώριστα και αφάνταστα, ανίδεα και ανεμπόδιστα, μέσα στο βάθος της καρδιάς μας.
Το Άγιον Πνεύμα θα μας μάθει επίσης πώς να ενδυναμώνεται με την επίκλησιν του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού η αδύνατη θέλησή μας, και πώς να τελειοποιείται η αγαθή προαίρεσίς μας,
ακόμα να μας μάθει πώς να καθαρίζεται ο σκοτισμένος μας νούς και
πώς να εμβολιάζεται πνευματικά με την ευχή η αγριελαία της ψυχής μας και να μεταβάλλεται σε κατάκαρπη καλλιελαία.
Θα μας μάθει επίσης το Άγιον Πνεύμα
πώς θα καταστήσει τον νούν και την καρδιά μας ναόν Του, διότι είναι γνωστόν στους νηπτικούς Πατέρας της Εκκλησίας μας πώς ο Πανάγιος εν Τριάδι Θεός εισέρχεται και κατοικεί μέσα στην καθαρά καρδιά όπου και αποκαλύπτει αρρήτως τα άρρητα μυστήρια. Το βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος στο Ευαγγέλιό Του ότι «προς αυτόν ελευσόμεθα, εγώ ως Υιός, ως Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, ο Πατέρας και το Άγιον Πνεύμα, και προς αυτόν ελευσόμεθα και παρ’ αυτώ μονήν ποιήσωμεν».

Ναι, η συντετριμμένη λοιπόν και αγαπώσα καρδία δια της προσευχής έχει προσωπική της συναίσθηση, έχει προσωπική την συνάντηση μετά του Αγίου Θεού μέσα της, κατά τρόπον ακατάληπτον και αλάλητον. Αυτά δε λέγονται με λόγια.. Είναι προσφορά και διδασκαλία της Εκκλησίας μας, διότι όλοι σας γνωρίζετε και όλοι μας ξέρουμε ότι δεν πρέπει να λέμε ψέματα. Δεν πρέπει να απατούμε, δεν πρέπει να αδικούμε, δεν πρέπει να κάνουμε ή το ένα ή το άλλο το αρνητικό. Και αντιθέτως δε να κάνουμε και το θετικό, να κάνουμε το καλό, να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, να εξομολογούμεθα, να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων, να ελεούμε, να προσευχόμεθα, να καλλιεργούμε τις αρετές, να τηρούμε τις εντολές και τόσα άλλα πράγματα.
Αλλά όμως δε φτάνει μόνο αυτά. Θέλουμε και μία ζωντανότερη και δυνατότερη επαφή με τον Κύριό μας τον Ιησούν Χριστόν, και αυτό πραγματοποιείται με την ευχή. Δηλαδή με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".

Το Άγιον Πνεύμα το οποίον υπερτυγχάνει υπέρ ημών στεναγμούς αλαλήτους, με αυτούς τους αλαλήτους στεναγμούς και τους ανασασμούς Του, μας μαθαίνει μέσα από τη ματωμένη εμπειρία της καθάρσεως των παθών μας, διότι αυτή άλλος σκοπός της ζωής μας είναι τηρούντες τις εντολές να καθαριζόμεθα από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, γι’ αυτό και η προσευχή μας πρέπει να είναι αέναη, ακατάπαυστη, αδιάλειπτη και αδιάκοπη, όπως η αναπνοή μας, όπως η ανάσα μας, όπως οι παλμοί της καρδιάς μας. Και τότε τα θαύματα θα πραγματοποιούνται.

Ναι αδελφοί μου δεν είναι τίποτα να καθίσουμε λιγάκι το βραδάκι έστω και για πέντε λεφτά της ώρας, αν δεν μπορούμε όρθιοι καθισμένοι σε ένα σκαμνάκι, ακουμπισμένοι στον τοίχο, και κει να λέμε την ευχούλα με το κομποσχοινάκι στο χέρι, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Επαναλαμβάνω όμως, ότι για να έχουμε πρόοδο στην πνευματική μας προσευχή, χρειάζεται να προηγείται η κάθαρσις από τα πάθη μας, με νηστεία, κατά δύναμιν νηστεία βέβαια, διότι τώρα άλλοι από μας έχουν γεράσει και οι περισσότεροι είναι γεμάτοι από ασθένειες. Με αγρυπνία κατά δύναμιν, με εγκράτεια κατά δύναμιν, με προσευχή συνεχή, για να εξαφανιστούν όλα τα πάθη και οι αδυναμίες μας, αλλά και οι ιδιοτροπίες μας όμως, και οι κακές μας συνήθειες, και οι πονηρές μας επιθυμίες και όλων των ειδών τα κακά συναπαντήματα όπως και οι κακοί μας λογισμοί.

Έτσι καθαρίζεται ψυχοσωματικά ο αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός. Και τότε καθίσταται μακάριος.
Μακάριος διότι του χαρίζεται κατά χάριν η Βασιλεία του Θεού, αφού ήδη είναι πτωχός τω πνεύματι, και ο Θεός «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ουκ εξουδενώσει». Και στους ταπεινούς δίδει την χάριν και «παν δώρημα τέλειον» και αυτήν ακόμα την χαρά του Παραδείσου, ΜΟΝΟΝ στην ταπεινή καρδιά την προσφέρει ο Θεός.
Και είναι ακόμα μακάριος όχι μόνον διότι πενθεί καθημερινώς διά τις αμαρτίες του, διότι είναι αμαρτωλός, και κτυπάει το στήθος του, παρόλες τις καλοσύνες που κάνει και τον καλό τον λόγο που λέγει και την καλή προσφορά των έργων που έχει – δεν πιστεύουμε εμείς στην εργοσωτηρία – χτυπάει το στήθος του και φωνάζει, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Και μέσα σ’ αυτήν την αμαρτωλότητα τοποθετεί και τον σύντροφόν του, τοποθετεί και το παιδί του, τοποθετεί και τον αδελφό του, τοποθετεί και τον γείτονα, τοποθετεί τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο ακόμα και αυτόν τον εχθρόν, τον άσπρο, τον μαύρο, τον κόκκινο, τον κίτρινο. «Ο Θεός μου, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», φώναξε ο Τελώνης και εδικαιώθη. Και ο άλλος που καμάρωνε για τα έργα του, τάχασε, διότι υπερηφανεύθηκε.
Αλλά πρέπει όμως να φωνάζουμε και την κραυγή του ληστού, «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», διότι ΘΑ ΕΛΘΕΙ, όχι μόνον κατά την Δευτέρα Παρουσία, αλλά όταν θα κλείνουμε τα μάτια μας. Και τότε θα θυμηθούμε τον μακαρισμό που λέγει «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Αν περιμένουμε τον Θεόν να Τον δούμε στην Βασιλεία των Ουρανών, λέγει ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ματαιοπονούμε. Να κάνουμε συνεχή και αδιάλειπτη και επίμονη καθημερινή και νυκτερινή προσευχή, για να δούμε τον Θεόν μέσα στην καρδιά μας.
Με μία αγάπη απέραντη που να απλώνεται προς όλον τον κόσμον, προς όλους τους ανθρώπους. Και να κλαίμε και να χύνουμε δάκρυα όχι μόνο για τη δική μας αμαρτωλότητα και αμαρτία, αλλά για τις αμαρτίες όλου του κόσμου.

Τι να συνεχίσουμε…
Είχα τόσα πολλά να σας πω, αλλά αυτά είναι αρκετά και αφού οι πρεσβείες
των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και
της Αγίας Φωτεινής
να συνοδεύουν πάντοτε τη ζωή όλων σας και
να σας δίνουν τη δύναμη να έχετε
καθαρή προσευχή,
καθαρούς λογισμούς,
αγνές πράξεις και
συμμετοχή στα Πανάγια Μυστήρια,
Αμήν.

Η αξία καί η δύναμις τής Νοεράς προσευχής



Κυρ. Μετά Φώτα, 2006

Σήμερα χριστιανοί μου, θα σας πω κάποιες σκέψεις που απ’ όπου και αν προέρχονται αυτές, έχουν για ρίζα τη Θεία Χάρη, τη δύναμη του Ιησού Χριστού και τη σοφία του Αγίου Πνεύματος.

Πολλές φορές σας έχω παρακαλέσει να πυκνώσετε τις προσευχές σας, και να μάθετε να προσεύχεστε αληθινά. Εξ όλης καρδίας και εξ όλης ψυχής. Να προσεύχεσθε για όλους και για όλα. Να προσεύχεσθε όμως όλως ιδιαιτέρως με την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Είναι το μεγαλύτερο όπλο με την φοβεροτέρα δύναμη, αφού στο όνομα του Ιησού Χριστού «παν γόνυ κάμπτει και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Όλες οι αρετές χωρίς την συντετριμμένη προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, μοιάζουν με δένδρα χωρίς ρίζα.
Οι τεταπεινωμένες προσευχές και μάλιστα αυτές που γίνονται με δάκρυα, αγιάζουν τις ρίζες των αρετών, και έτσι δίδουν και αποδίδουν τους καρπούς του Παναγίου Πνεύματος.
Ο άνθρωπος της προσευχής, ή καλύτερα ο χριστιανός της προσευχής, και αν θέλετε η χριστιανή της προσευχής, αγιάζει τον τόπο όπου και αν προσεύχεται, είτε στο δωμάτιό της, είτε στο κελάκι της, είτε στο καλυβάκι της, είτε στο δένδρο στη σκιά του οποίου προσεύχεται, και δεν αγιάζει ο τόπος τον άνθρωπο. Η προσευχή αγιάζει.

Στις ημέρες μας δυστυχώς έχει λείψει η προσευχή από τους χριστιανούς μας, έστω και αν εκκλησιάζονται ή τηρούν κάποια τυπικά καθήκοντα. Υπάρχει προσευχή, πώς δεν υπάρχει, αλλά είναι άψυχη και άνυδρη, είναι χλιαρή η προσευχή, είναι νερόβραστη, αδύνατη, γιατί δεν μπορεί να παράγει καρπούς. Δεν υπάρχει κατάνυξις, ούτε δάκρυα παρακλητικά, ούτε μετάνοια αληθινή, ούτε συντριβή και ταπείνωσις.
Όταν όμως ο χριστιανός προσεύχεται ως αμαρτωλός μπροστά στην πραγματική παρουσία του Ιησού Χριστού, όλος ο χώρος πλημμυρίζει από το φως της Θείας Παρουσίας. Έστω και αν δεν το βλέπει με τα σωματικά του μάτια, όμως το αισθάνεται, το πληροφορείται η καρδιά του, διότι ευθύς αμέσως έρχεται σε δοξολογία του αγίου ονόματός Του και σε καθημερινή καθολική ευχαριστία. Και ακολουθεί η συντετριμμένη ομολογία της αμαρτωλότητός του. Φωνάζει και κραυγάζει νοερά από μέσα του, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ναι Κύριε είμαι αμαρτωλός, και το πιστεύω. Είμαι ένα τόσο δα μικρό ανθρωπάκι που φουσκώνω όμως σαν το μπαλόνι από υπερηφάνεια, από εγωισμό, από πείσμα και από κενοδοξία.
Αν έτσι προσεύχεται, τότε ο Θεός γεμίζει την καρδούλα του προσευχομένου αλλά και τη δική σου ψυχούλα, και τη δική σου ψυχούλα από αθωότητα και καλοσύνη, διότι προσευχή και καλοσύνη πηγαίνουν μαζί. Όπως προσευχή και ενεργουμένη αγάπη μέχρι θυσίας βαδίζουν αγκαλιά, είναι θα λέγαμε αχώριστο αδιαίρετο ζευγάρι.
Η αγάπη για νάναι αληθινή θέλει συμπαράσταση, αλλά και η καλοσύνη μαζί με την κρυφή ελεημοσύνη θέλουν και αυτές συμπαράσταση. Όπως και ο πόνος του κάθε ανθρώπου και αυτός θέλει τη δική του συμπαράσταση. Οι αρρώστιες, τα βάσανα, οι θλίψεις, οι στεναχώριες και οι πίκρες της ζωής, θέλουν και αυτές τη δική τους συμπαράσταση. Ο ανήμπορος γεροντάκος με την άνοιά του ή την τυχούσα αναπηρία του, και η γριούλα με το αλχάιμερ, θέλουν και αυτοί την συμπαράστασή τους. Όχι την επαγγελματική, αλλά αυτή που βγαίνει μέσα από την καρδιά και είναι γεμάτη από αγάπη.

Και ποιος είναι αυτός που ενεργοποιεί την κάθε είδους τη συμπαράσταση στον κάθε πάσχοντα συνάνθρωπο; Είναι η τρισευλογημένη νοερά προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. Προσευχή που γίνεται με λαχτάρα για τον Θεάνθρωπο. Η προσευχή σου που γίνεται λατρεία για τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους και τους Αγίους, αυτή η προσευχή επαναλαμβάνω, που γίνεται με λαχτάρα και λατρεία για τον Θεόν, αυτή γεμίζει την καρδιά από φως, για συμπαράσταση στον πλησίον μέχρι θυσίας. Αν όμως προσεύχεσαι και δεν συμπαρίστασαι όπως πρέπει στις ανάγκες του πλησίον σου, της γυναικός σου, του ανδρός σου, του παιδιού σου, των γονέων σου, των φίλων ή των συγγενών, των ξένων ή των εχθρών, και τόσων άλλων, τότε δεν έχεις προσευχή, δεν έχεις τίποτα. Είσαι και παραμένεις άκαρπο δένδρο, ξερό και άνεδρο. Ούτε φύλλα δεν έχεις για να προσφέρεις λίγη δροσιά στην καταπονεμένη και κατάκουρελιασμένη από τα πάθη ψυχή σου.

Η προσευχή, έλεγε ένας άγιος, και ύστερα το επιβεβαίωσαν πολλοί, ότι είναι το πάν. Τι παίρνεις μέσα σου όταν κοινωνείς των Αχράντων Μυστηρίων, έστω και αν κοινωνάς, τρείς ή τέσσερεις φορές το χρόνο; Έστω και αν κοινωνάς μία φορά το χρόνο; Τι παίρνεις; Τον Χριστό! Και αν κοινωνείς όπως πρέπει, τότε συγχωρείσαι, νοιώθεις αυτό το ξελάφρωμα. Νοιώθεις το πέταγμα της ψυχής σου. Δικαιώνεσαι, φωτίζεσαι, Χριστοφορείσαι!
Αλλά και με την προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, όταν αυτή είναι νοερά και καθαρή, αφάνταστη και αμετεώριστη, άμορφη και ασχημάτιστη, γίνεται το ίδιο πράγμα. Έχουμε κοινωνία μετά του Ιησού Χριστού, πνευματική μεν, αλλά στην ουσία της είναι πραγματική. Υπάρχει μια ολοκληρωμένη και απλανής αίσθησις της παρουσίας του Θεού μέσα μας. Αφού η Βασιλεία του Θεού, - βεβαιώνει ο ίδιος – εντός ημών εστί, είναι μέσα μας. Τότε ζεις και υπάρχεις μόνον για το Χριστό. Αυτόν υπηρετείς. Αυτόν εναγκαλίζεσαι. Αυτόν αγαπάς, αυτόν λατρεύεις, αυτόν και λαχταράς. Γι’ αυτό και με τους ανθρώπους του Θεού, που έχουν και βιώνουν αυτού του είδους των εμπειριών, μας βεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή αληθινής αγάπης για τον Θεόν, είναι η προσευχή και μάλιστα η νοερά. Αυτή που μπορεί βεβαιωτικά και αγαπητικά να φωνάξει μέσα στην καρδιά της «Αβά ο Πατήρ, είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο Θεός μου, είσαι ο Σωτήρας μου»!
Σήμερα έχουμε μεγάλους ιερούς ναούς που τις περισσότερες φορές πλημμυρίζουν από το πλήθος των χριστιανών. Πολλά πνευματικά κέντρα και αίθουσες, που κι αυτές γεμίζουν. Έχουμε δεκάδες φιλανθρωπικές δραστηριότητες σε όλες τις μητροπόλεις της Ελλάδος και μάλιστα μερικές εξ αυτών είναι πολύ επαινετικές, αξιέπαινες. Μέριμνα υπάρχει για τους φυλακισμένους, φροντίδα για τους ναρκομανείς, ιδρύματα για τους απόρους, γέροντες και γερόντισσες της τρίτης ηλικίας και αναπηρίας, συσσίτια και φιλόπτωχα ταμεία πάμπολλα καθώς και έντονη δραστηριότητα για την εξωτερική ιεραποστολή. Επίσης οι περισσότεροι από τους σημερινούς κληρικούς μας διακόνους και επισκόπους είναι μορφωμένοι, κατέχουν πτυχία θεολογίας, και άλλοι κατέχουν μάστερ (master) και ντοκτορά (doctora). Όλα αυτά είναι πολύ καλά και μάλιστα άριστα και η παρουσία τους μαρτυρεί την παρουσία μιας ζωντανής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Παρά ταύτα έχω την αίσθηση, και μπορεί βέβαια να κάνω λάθος και γι’ αυτό να με διορθώσετε ότι λείπει από όλην αυτήν την ευλογημένη δραστηριότητα και παρουσία των κληρικών και λαϊκών, η ζωντανή προσευχή. Έχουμε έργα αλλά δυστυχώς πιστεύουμε στην εργοσωτηρία, δηλαδή στα έργα μας. Πολλές και οι ποιμαντικές δραστηριότητές μας, αλλά βασιλεύουν και κυριαρχούν σ’ αυτά τα πάθη μας. Λείπει η καθαρή και συντετριμμένη προσευχή, και αυτή είναι η δυστυχία μας.
Αν γνωρίζαμε ως χριστιανοί την παντοδυναμία της προσευχής στο όνομα του Ιησού Χριστού, θα είχαμε αποκτήσει νέα ζωή, με νέους και καθαρούς τρόπους σκέψεως και ενεργείας. Με λόγια χαριτωμένα, παρηγορητικά, καλοσυνάτα. Και με πράξεις στη ζωή μας καθαρά Ευαγγελικές.
Μόνον όταν προσεύχεσαι αληθινά και με ταπείνωση, τότε και πιστεύεις αληθινά! Τότε και αγαπάς αληθινά. Τότε και περιμένεις την επίσκεψη της Θείας Χάριτος. Και την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην καρδιά σου. Αυτό σημαίνει στην πράξη του, ότι με την προσευχή σου αυτή στο γλυκύτατο, το παμπόθητο αυτό όνομα του Ιησού Χριστού, μαθαίνεις πώς να πεθαίνεις κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή για το Χριστό τον Σωτήρα σου.
Και πεθαίνεις τηρώντας με ακρίβεια τις Ευαγγελικές εντολές Του. Και πεθαίνεις θυσιαζόμενος για την ανάπαυση και τη σωτηρία του συνανθρώπου σου, γιατί αυτός είναι μέρος της οικογενείας σου, είτε είναι ξένος, είτε είναι ένας άνθρωπος που σε συκοφαντεί και θέλει το κακό σου, -είναι εχθρός σου.
Προσεύχεσαι και ελεύθερα, τηρείς τις εντολές γιατί αγαπάς θυσιαζόμενος.
Προσεύχεσαι και η κοινωνία σου μετά του Ιησού Χριστού σε ελευθερώνει από τα πάθη και τις αδυναμίες.
Χωρίς αληθινή προσευχή, επίμονη και συντετριμμένη, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αγαπήσουμε το Χριστό εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας και εξ όλης διανοίας.
Θα προσεύχεσαι λοιπόν μέρα νύχτα στο όνομα του Ιησού Χριστού είτε με το στόμα είτε με το νου, είτε προφορικά, ψιθυριστά, είτε από μέσα σου, αλλά με βία και πόνο.
Και τότε σε λίγο καιρό θα νοιώσεις να πλημμυρίζεις ολόκληρος από αγάπη, και για το Χριστό και για την Παναγία και για τους Αγίους αλλά και για όλους τους ανθρώπους που είναι γύρω σου, γνωστούς και αγνώστους, εχθρούς και φίλους, με αγάπη καθαρά πνευματική.
Θα αγαπήσεις ακόμα και όλη την φύση και όλα τα πλάσματα του Θεού. Τα πάντα γύρω σου θα σου προκαλούν δέος και δοξολογία! Και ένα πουλάκι που θα ακούς να κελαηδάει. Και όταν ένα δένδρο και ένα θάμνο θα βλέπεις, η θάλασσα ή τα ποτάμια, τον ουρανό με τα’ αστέρια, τον ήλιο ή το φεγγάρι, ναι, τα πάντα μα τα πάντα μαζί με τους ουρανούς «διηγούνται δόξαν Θεού».
Γι’ αυτό λοιπόν, ας μάθουμε και μείς οι χριστιανοί, που ζούμε μέσα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, με τα τόσα βάσανα, και τις τόσες θλίψεις και πίκρες που έχουμε, να προσευχόμεθα συχνά πυκνά με την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Στο λεωφορείο, στο αυτοκίνητο, στο δρόμο, στο σπίτι, στη δουλειά, παντού και πάντοτε να λέμε την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

Από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός στη γη, το γιορτάσαμε στις 25 Δεκεμβρίου,
από τότε που μας αποκαλύφθηκε στη Θεία Του Βάπτιση στα Θεοφάνεια, προχτές το γιορτάσαμε,
από τότε που δίδαξε και κήρυξε με το λόγο Του, και απεκάλυψε τον Πατέρα, «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν», απεκάλυψε και το Άγιον Πνεύμα τον Παράκλητον ως Θεόν ομοούσιον με τον Πατέρα και τον Υιόν,
από τότε που μεταμορφώθηκε με πολλή δόξα και φως, μπροστά στους τρείς μαθητάς Του στο όρος Θαβώρ,
από τότε που σταυρώθηκε πάνω στο Γολγοθά και ιδιαιτέρως
από τότε που αναστήθηκε,
ολόκληρη η γη έγινε ο θρόνος του Σωτήρος Θεού, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

Ο κατεξοχήν όμως θρόνος του αναστημένου Ιησού Χριστού είναι οι καρδιές μας, είναι και η δική σου η καρδιά, είναι και η δική σου η καρδιά, και των μικρών αυτών παιδιών και των μεγάλων, και όλων. Θρόνος του Θεού η καρδιά του καθενός. Και όταν κάποτε αποκτήσομε καρδίαν καθαράν, κατά το «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός», που μας λέγει και ψάλουμε κάθε μέρα στον 50ο ψαλμό, χωρίς σπίλον ή νυχίδα αμαρτίας, τότε με τα μάτια της ψυχής μας θα απολαμβάνομε νοερά τη Θεία Του Παρουσία, όλη δόξα και όλη φως, μέσα στις καρδιές μας. Και τότε μας βεβαιώνουν οι άγιοι ότι αυτός που έχει την απόλυτη αίσθηση της παρουσίας του Θεού μέσα στην καρδιά του είτε δια της Θείας Κοινωνίας, ή μέσα από την πολλή πυκνή μελέτη του Ευαγγελίου, είτε δια μέσου της καθαράς προσευχής, αυτός δε γνωρίζει ούτε πόνους ούτε θάνατο. Δε γνωρίζει ακόμα ούτε μαρτύριο ούτε φυλακή ούτε εξορία ούτε φτώχεια ούτε εγκατάλειψη, τίποτα. Έχει μέσα του τον Χριστόν, έχει το πάν, έχει τα πάντα.

Χριστιανοί μου, όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν ήσαν λόγια για να περάσει η ώρα. Ήσαν λόγια του Θεού, βιώματα και εμπειρίες και πνευματικές καταστάσεις για την προσευχήν στο όνομα του Ιησού Χριστού για όσους τις έζησαν. Γι’ αυτό ας βάλουμε στον καινούργιο αυτό χρόνο το 2006, μια καινούργια αρχή, να προσευχόμαστε όσο μπορούμε περισσότερο με το όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, είτε μέσα μας είτε φωναχτά.
"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον πάντας ημάς»,

Αμήν.