Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ι.Μ. Ιβήρων Καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου

Είδα άνθρωπον εν Χριστώ, προ ετών δεκατεσσάρων, αρπαγέντα τον τοιούτον εως τρίτου ουρανού». Ηρπάγη στον Παράδεισο -με το σώμα ή χωρίς το σώμα, δεν ξέρω, ο Θεός ξέρει-. Και άκουσε άρρητα ρήματα που δεν είναι δυνατόν να λεχθούν με ανθρώπινη γλώσσα. «Υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι, υπέρ δε εμαυτού ου καυχήσομαι, ει μη εν ταις ασθενείαις μου». Αυτή η εμπειρία τον σφράγισε για πάντα. Θυμαται ακριβώς πότε έγινε («προ ετών δεκατεσσάρων»). Αυτή τον τρέφει συνεχώς· αποτελεί την πεμπτουσία της ζωής του· την πηγή της θεολογίας και του κηρύγματος του. Μπορούμε να πούμε οτι αυτή η αρπαγή «εως τρίτου ουρανού» είναι η δεύτερη -και σημαντικότερη- κλήσι του Αποστόλου από τον Κύριο. Μετα από αυτή την εμπειρία και τη σχέσι του με τα άρρητα μυστήρια, ο Κύριος επέτρεψε, «ίνα μη υπεραίρηται» ο Απόστολος, να τον βρή κάποιος ανυπόφορος πειρασμός· «σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν».
29416
Γι’ αυτό το θέμα παρεκάλεσε τρείς φορές τον Κύριο να τον απαλλάξη από τη δοκιμασία. Αλλά ο Κύριος του είπε: «Αρκεί σοι η χάρις μου· η γάρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Και ο Παύλος, αντιλαμβανόμενος τον λόγο του Κυρίου, καταλήγει: «Ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού.,.Όταν γάρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμι». Αυτή είναι η εν Χριστώ ελευθερία. Το ευαγγέλιο της χαράς. Η καινή κτίσις, ο Παράδεισος για όλους. Αυτή είναι η ανατροπή της πεπτωκυίας καταστάσεως και λογικής: να καυχάσαι για τα βάσανα και τις δοκιμασίες. Να είσαι δυνατός, όταν ασθενής. Έτσι, ο Παύλος, ως νέος Μωυσής κατερχόμενος από το όρος της θείας αρπαγής, καταγράφει τον νέο νόμο της Χάριτος, όχι πάνω σε πέτρινες πλάκες, αλλά πάνω στις πλάκες της ανθρώπινης καρδιάς (βλ. Β΄ Κορ. 3, 3). Τα άρρητα ρήματα που άκουσε φανερώνονται με αυτή τη θεία αλλοίωσι και την άκρα ταπείνωσι στη ζωή και στη διαγωγή του. Φανερώνει και ζή το γεγονός ότι καταργήθηκε ο θάνατος, με το να ομολογή: «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι»· και όταν πεθαίνω για τον Χριστό, τότε πραγματικα ζώ.

Γέροντας Ελισαίος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας Η άνοδος του ανθρώπου προς τον Θεό και η κάθοδος του Θεού στον άνθρωπο





 
Από την τηλεοπτική συνέντευξη του διευθυντή σύνταξης της Πεμπτουσίας Νίκου Κόϊου με τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμ. Ελισαίο
ΝΚ – Γέροντα μου δώσατε τώρα μία αφορμή, πολύ ωραία, με την σύνδεση Αγίου Όρους και κόσμου να πάω στο επόμενο το ερώτημα. Ένα ερώτημα το οποίο πραγματικά απασχολεί πάρα πολύ τον κόσμο που εκκλησιάζεται, που θρησκεύει στην κοινωνία μας, στην πατρίδα μας αλλά και εκτός συνόρων Ελλάδας, κάθε άνθρωπο ο οποίος θέλει να πλησιάσει προς τον χριστιανισμό και στην αυθεντική πνευματική ζωή.
xrgelis2
Οι συνθήκες ζωής τα τελευταία τουλάχιστον 30 χρόνια έχουν αλλάξει ραγδαία και σε πρακτικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο κοσμοαντίληψης. Τώρα, μέσα σε τόσο ριζικές αλλαγές οι οποίες έχουν αλλάξει και τον τρόπο ζωής, πάρα πολύ, και επηρεάζουν κοινωνία και πρόσωπο, υπάρχει τρόπος κάποιος να τραβήξει τον κόσμο προς την εκκλησία, προς τον μοναχισμό ή είναι πολύ δύσκολο να γίνει αυτό λόγω των νέων συνθηκών;
ΓΕ – Πάντοτε στην ιστορία ήταν δύσκολο. Πάντοτε υπήρχε αυτή η δυσκολία και εάν ανατρέξουμε, στις ιστορικές πηγές ή στα φαινόμενα κάποιας άλλης εποχής θα δούμε ότι πάντοτε υπήρχε αυτό το πρόβλημα. Φυσικά δεν μπορεί κανείς να ανατρέψει την εξέλιξη. Δεν μπορεί να ανατρέψει την επιθυμία για τη γνώση, την απόκτηση μέσων για τον άνθρωπο. Δηλαδή δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, πηγαίνουμε μπροστά. Επομένως αυτήν την εξέλιξη πρέπει να την θεωρήσουμε με άλλη οπτική, ότι δηλαδή είναι κάτι θετικό που γίνεται στην κοινωνία μας.
Η Εκκλησία φυσικά θα χρησιμοποιήσει μερικά σύγχρονα μέσα προσελκύσεως του κόσμου. Πρέπει να αναρωτηθούμε π.χ., ως Εκκλησία, πού συγκεντρώνουμε τον κόσμο; Πώς του μιλάμε; Ποια γλώσσα του μιλάμε; Με ποια σχήματα του μιλάμε; Με ποιές εικόνες και παραβολές του μιλάμε σήμερα; Γιατί και ο Χριστός μιλούσε με παραβολές. Εκεί που έβλεπε τους αγρούς, τα ζώα, τους ανθρώπους, την φτώχεια, την αναπηρία, την ανημπόρια, την αρρώστια, μιλούσε με παραβολές. Έχουμε οπωσδήποτε πολλά σύγχρονα μέσα, τα οποία θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, αυτό όμως δεν αποτελεί την ουσία της επιστροφής και της έλξεως. Ο άνθρωπος θα έλθει στην εκκλησία από τη στιγμή που έχει μία διάθεση αυτογνωσίας. Δεν είναι το θέμα αν θα μαζέψουμε εμείς οπαδούς στον μοναχισμό ή στην εκκλησία. Το θέμα είναι, έχει ο άνθρωπος τη διάθεση αυτήν, την διάθεση να γνωρίσει τον εαυτό του;
Η εκκλησία έχει δομή κοσμική και θεσμική. Όμως δεν είναι αυτή η ουσία της. Η Εκκλησία είναι το μυστικό σώμα του Χριστού, που προσκαλεί τον άνθρωπο να γνωρίσει την αλήθεια. Έχει ο άνθρωπος μέσα του αυτήν τη διάθεση να γνωρίσει την αλήθεια; Αυτό είναι που μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία. Δηλαδή δύο πράγματα μπορεί να του προσφέρει, τη ζωή και τη νίκη στον θάνατο. Αν τον ενδιαφέρουν αυτά, δεν χρειάζονται άλλα, αυτή είναι η ουσία. Η Εκκλησία τί μεταφέρει; Κρατάει ένα λυχνάρι. Όταν πάει να γίνει εγκόσμιος οργανισμός, πάντοτε αποτυχαίνει. Οσάκις η εκκλησία θέλησε να επιβάλει τον εαυτό της στον κόσμο, να αποδείξει ότι είναι ένας δυναμικός οργανισμός, πάντοτε απέτυχε, πάντοτε έσπασε τα μούτρα της. Όμως ένα πράγμα δεν αλλάζει: η Εκκλησία είναι η εικόνα των εσχάτων. Δηλαδή έρχεται να μας πει τι συμβαίνει έξω από αυτόν τον κόσμο, όχι τι συμβαίνει σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό οι πάντες το γνωρίζουν καλύτερα από την Εκκλησία, οι άλλοι το ξέρουν πολύ καλύτερα από εμάς. Εμείς όμως μπορούμε να τους πούμε: «θέλετε να σας αποκαλύψουμε τι συμβαίνει έξω από αυτόν τον κόσμο»; «Θα σας το πούμε». Τί είναι ο μοναχισμός; Είναι ένα λυχνάρι που λέει, «υπάρχει φως, δείτε το, αυτό είναι το φως». Ποιο είναι; Είναι το φως της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, να μάθουμε πώς θα επικοινωνούμε, πώς θα ενωθούμε, πώς θα καταλάβουμε, πώς θα γευθούμε τον Θεό. Αυτά τα δύο έχει να προσφέρει η Εκκλησία, αυτά έχει να πει. Θα δείτε ότι όταν η εκκλησία μιλήσει με αληθινό τρόπο για αυτά, ο κόσμος θα έλθει στην Εκκλησία. Φυσικά θα χρησιμοποιήσουμε και μερικά μέσα, αλλά δεν είναι αυτό το παν. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν μέσα, αλλά απέτυχαν. Π.χ. η καθολική εκκλησία προσπάθησε να προσαρμοστεί πάμπολλες φορές, μιλώντας για το παρόν, μιλώντας για την σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά απέτυχε. Και απέτυχε, γιατί δεν μιλάει για τα έσχατα. Εμείς μιλάμε για την άνοδο του ανθρώπου προς τον Θεό και για την κάθοδο του Θεού στον άνθρωπο, για το τί γίνεται έξω από εδώ. Δηλαδή μιλάμε και για την παρούσα ζωή, πώς θα την φτιάξουμε καλύτερη εδώ, πώς ο άνθρωπος θα νοιώσει ήρεμος και αναπαυμένος, πλήρης μέσα στη ζωή του μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να φωνάξουμε «μη φοβάστε τον θάνατο», πρέπει να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με τον θάνατο, ο θάνατος είναι μία μετάβασις. Αυτά δεν αλλάζουν στην Εκκλησία. Όταν μιλήσουμε γι’ αυτά με γνήσιο και βιωματικό τρόπο και όχι με κούφια λόγια, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι πράγματα υπαρκτά για μας, για την Εκκλησία και για τους αντιπροσώπους της, τότε οπωσδήποτε η Εκκλησία θα ελκύσει τον κόσμο, θα ελκύσει πρόσωπα.
Αλλά ποιους; Αυτούς που θέλουν!

Γέροντας Ελισαίος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας Εμείς κοπιάζουμε κι ο Θεός το βλέπει και μας προετοιμάζει για τη Βασιλεία





[Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα της Συνέντευξης του Πανοσιολ. Καθηγουμένου της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας Αρχιμ. Ελισαίου στο Διευθυντή Σύνταξης της Πεμπτουσίας κ. Νικόλαο Κόιο]
ΝΚ – Γέροντα, εσείς πρoΐστασθε εδώ και αρκετά χρόνια πνευματικά του κοινοβίου της Σιμωνόπετρας και θέλουμε να μας πείτε από την εμπειρία σας ως πνευματικός:
Τελικά τι χρειάζεται, ποια είναι η ουσία του πράγματος που χρειάζεται ο άνθρωπος για να  να προχωρήσει στην πνευματική ζωή; Και διαφέρουν οι απαιτήσεις της πνευματικής ζωής από τα παλαιότερα χρόνια με τις απαιτήσεις της πνευματικής ζωής σήμερα; Αυτό είναι ένα πράγμα που απασχολεί πολλούς.
ΓΕ – Βεβαίως δεν υπάρχει μια συνταγή για την πνευματική ζωή.
elisaie2
Ο άνθρωπος πρέπει να ξεκαθαρίσει με σαφήνεια μέσα του, κατά τη γνώμη μου, δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι την πνευματική ζωή κάποιος την επιθυμεί, δηλαδή ο άνθρωπος, ο πιστός, ο μοναχός, και δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του μοναχού και του πιστού όσον αφορά την επιθυμία, τον πόθο, όπως λέμε, της πνευματικής ζωής, διότι κάθε άνθρωπος έχει αυτό τον έμφυτο πόθο της στροφής προς τον Θεό. Αυτό είναι κλασικό και δεν διαψεύδεται από κανέναν. Το πρώτο είναι αυτό, αλλά υπάρχει και ο άλλος πόλος. Αυτός που δίνει την πνευματική ζωή, δηλαδή ο Θεός. Ένας επιθυμεί και ο άλλος δίνει. Επομένως η πνευματική ζωή είναι μία δωρεά στον άνθρωπο από τον Ίδιο τον Θεό. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, για να αποσαφηνίζει ο άνθρωπος μέσα του τι επιδιώκει στην πνευματική ζωή.
Η πνευματική ζωή είναι η ζωή του πνεύματος, αυτό που μας χαρίζει το Άγιο Πνεύμα. Άλλωστε είναι τόσο γνωστό, βιβλικώς και πατερικώς, ότι η ζωή είναι μία Χάρις, μία χαρά, μία ευλογία, ένα χάρισμα που δίνεται στον άνθρωπο, μία δωρεά• εξάλλου δωρεάν είναι η σωτηρία μας. Και για αυτό τον λόγο δεν πρέπει να μπερδεύεται ο άνθρωπος και να αναζητεί πράγματα, τα οποία ποτέ δεν θα τα πετύχει. Τι ζητάει λοιπόν ο Θεός από τον άνθρωπο; Ζητάει τον κόπο του. Κοπιάζεις; «Τα καλά κόποις κτώνται», λέει το αρχαίο ρητό. Κοπιάζεις; Ο Θεός θα σου χαρίσει την πνευματική ζωή. Πόσο κοπιάζεις; Όσο μπορείς. Δεν υπάρχει ένας κώδικας, δεν υπάρχει μία, ας πούμε, μέθοδος, στην οποία θα πεις: ξέρεις, άμα κάνεις αυτά, έχεις την πνευματική ζωή. Μπορεί να μην κάνεις τίποτα και να έχεις την πνευματική ζωή, διότι π.χ. είσαι ταπεινός, διότι έχεις χάρισμα από τους γονείς σου να έχεις καθαρή καρδιά. Κόπος; Ο κόπος είναι ότι κρατάς την καθαρή καρδιά σου. Αυτός είναι ο κόπος σου. Άλλος κοπιάζει, άλλος ασκείται και κοπιάζει, διότι είτε μπορεί είτε χρειάζεται να κοπιάσει για τα πάθη του και για τις αμαρτίες του.
Και επομένως αυτό που ζητάει, όπως λέει και ο γέροντας Αιμιλιανός, διότι δεν είναι δικά μου λόγια αυτά, είναι μια βιωματική εμπειρία. Ο γέροντας λέει, για να ξεκινήσεις την πνευματική ζωή χρειάζεται να καταλάβεις ότι είσαι αμαρτωλός. Μα πώς το καταλαβαίνεις αυτό; Δεν μπορείς και αυτό να το καταλάβεις ακόμα! Λες ότι είμαι αμαρτωλός αλλά δεν το αισθάνεσαι! Τι μπορείς να αισθανθείς; Τον κόπο! Π.χ. η εκκλησία έχει κανόνες. Γιατί τους έχει; Για να σε βοηθήσει. Λέει, να πας στην εκκλησία. Είναι κόπος την Κυριακή, στην σύγχρονη εποχή να πας στην εκκλησία. Αν εντάξεις μέσα και τον κόπο αυτόν, καταλαβαίνεις ότι αυτό χρειάζεται ο Θεός από σένα. Και δεν χρειάζεται να πεις, «θα ακολουθήσω μία μέθοδο στην πνευματική ζωή». Η πνευματική ζωή είναι ποικιλία χάριτος του Θεού και θα δοθεί στον καθένα που κοπιάζει με ταπεινή και απλή καρδιά, χωρίς να αποβλέπει ότι οπωσδήποτε το αντάλλαγμα του κόπου του θα είναι αυτή η πνευματική ζωή. Θα είναι η πνευματική ζωή που του χρειάζεται, που την αντέχει, που την δέχεται.
Διότι ο Απόστολος Παύλος λέει: επιδιώκετε, διώκετε τα χαρίσματα και τα μείζονα χαρίσματα. Γιατί, λέει, διώκετε αυτά και τα μείζονα, δηλαδή δεν λέει για όλους! Άλλος αυτό, άλλος εκείνο, μείζον δε η αγάπη. Για να αποκτήσεις αυτή την αγάπη όμως πρέπει να δώσεις τα πάντα από τον εαυτό σου. Ο Θεός είναι μπροστά σου και δίνει κατά την επιθυμία σου, κατά τον κόπο σου, κατά την χωρητικότητα, όσο αντέχεις• σου λέει, «παιδί μου δεν χρειάζεσαι περισσότερο εσύ, ούτε πνεύμα, ούτε κάτι άλλο, διότι θα πάρουν τα μυαλά σου αέρα π.χ. ή δεν θα σε ωφελήσει εκεί ή θα πέσεις από κει. Τώρα θα κάνουμε αυτό». Γι’ αυτό λοιπόν να το ξεκαθαρίσουμε και να το απλοποιήσουμε για τους ανθρώπους: υπάρχει αυτός που επιθυμεί και αυτός που δίνει. Ο Θεός έχει τους θησαυρούς. Εμείς τι κάνουμε; Κοπιάζουμε! Δίνουμε τον κόπο και τον ιδρώτα μας. Αυτό βλέπει ο Θεός και μας ετοιμάζει και για την πνευματική ζωή και για την βασιλεία.

Γέροντας Ελισαίος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας Κι ο πνευματικός πατέρας είναι μία δωρεά από το Θεό





ΝΚ – Ακριβώς στη συνέχεια των όσων μας είπατε, τα οποία ήταν πολύ διαφωτιστικά, γέροντα, σας άκουσα εγώ ο ίδιος και σας ακούσαμε και άλλοι στο μεγάλο συνέδριο του 2007 για τον γέροντα Σωφρόνιο να αναλύετε το ζήτημα της πνευματικής πατρότητας ως μυστήριο. Πείτε μας λίγο για το θέμα αυτό. Τι σημαίνει πνευματική πατρότητα για την πνευματική ζωή και των μοναχών και των λαϊκών, και γενικότερα για την πνευματική ζωή της εκκλησίας.
ΓΕ – Τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς το συνέδριο, πώς ήταν το θέμα ακριβώς, εσείς ίσως να το διατηρείτε καλύτερα στο μυαλό σας και πράγματι τότε μιλήσαμε για την πνευματική πατρότητα. Βέβαια θα το βρείτε πώς το ανέλυε, εγώ δεν μπορώ να το πω αυτό ακριβώς πώς αισθανόταν. Εμείς από την μικρή μας εμπειρία και από την παράδοση του γέροντος Αιμιλιανού μπορούμε νά πούμε κάτι.
elyse2
ΝΚ – Να σας το πω ίσως και λίγο διαφορετικά. Όταν αναζητά κάποιος έναν πνευματικό πατέρα, ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία πρέπει να έχει στο νου του, όταν θα αναζητήσει ας πούμε τον πνευματικό του πατέρα;
ΓΕ –Δύο πράγματα πρέπει να αναζητά στον πνευματικό πατέρα. Δεν πρέπει να αναζητήσει κανένα χάρισμα, πρέπει να αισθανθεί εμπιστοσύνη και αγάπη. Αν αισθανθεί αυτά, έχει όλα τα χαρίσματα, έχει όλες τις δυνατότητες που θα του δώσει ο πνευματικός του πατέρας. Ο πνευματικός πατέρας είναι μία δωρεά και αυτή από τον Θεό. Δίνει την εξουσία ο Θεός ο πνευματικός πατέρας να συγχωρεί αμαρτίες. Ποιος είσαι που συγχωρείς αμαρτίες; Ο Μόνος που συγχωρεί αμαρτίες είναι ο Θεός. Σου δίνει τή δυνατότητα να απαλλάσσεις τους ανθρώπους από πάθη, να τους παρηγορείς, να τους κάνεις διάφορα. Αυτό είναι ένα χάρισμα από τον Θεό. Και βλέπετε ότι αυτό πρέπει πράγματι να το έχεις από τον Θεό. Και βλέπεις ανθρώπους απλούς, που πετυχαίνουν στην πνευματική τους πατρότητα και άλλους που είναι πάρα πολύ σπουδαίοι και δεν πετυχαίνουν, διότι εκείνοι βάζουν τον εαυτό τους και όχι το χάρισμα. Αυτός που ψάχνει για τον πατέρα, δεν πρέπει να ψάχνει, πρέπει να μην έχει τίποτα στο μυαλό του, να θέλει τον πνευματικό πατέρα γιατί είναι ο μεσάζων, ο μεσίτης, ο οδηγός, αλλά να νοιώσει την εμπιστοσύνη, την ανάπαυση όπως λέμε, και την αγάπη. Τα ένοιωσε αυτά; Θα δείτε ότι τον πνευματικό πατέρα θα τον αγαπάει και όταν είναι καλός και όταν είναι αυστηρός, θα τον αγαπάει και όταν είναι σκυθρωπός και όταν είναι χαμογελαστός, θα τον αγαπάει και στον έπαινο και στην κρίση και στην αυστηρότητα,  διότι θα έχει κατακτήσει την πραγματική σχέση του με τον πνευματικό πατέρα.
Πού στηρίζεται αυτή η σχέση; Διότι όσα είπαμε παραπάνω είναι από την πλευρά του αναζητούντος. Από την πλευρά του πνευματικού πατρός, αυτός δηλαδή που δέχεται, πρέπει να ξέρει ότι αυτό το παιδί, ο μοναχός που έρχεται, δεν είναι δικό του κτήμα. Αυτός έχει ρόλο να τον οδηγήσει, όπως λέμε, για να μην πω θεωρητικές κουβέντες, στον Θεό, δηλαδή στην ελευθερία των τέκνων του Θεού· έχει σκοπό όχι να αποκτήσει πνευματικά παιδιά, αλλά να μάθει τα πνευματικά παιδιά του να ζουν όχι εξαρτημένα από τον ίδιο, αλλά με μία μέθοδο που θα τά αφήσει να πετάξουν μόνα τους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό καί για τον εξής λόγο: λέμε ότι στην οικογένεια, εάν ο πατέρας παρακολουθεί τα παιδιά του μέχρι να γεράσουν, το δέχονται τα παιδιά αυτό;
ΝΚ – Όχι βέβαια.
ΓΕ – Επομένως γιατί έναν πνευματικό πατέρα πρέπει να τον δεχθούν έτσι με αυτή την έννοια; Δηλαδή να τον έχουν και να λένε ο πνευματικός μου πατέρας; Ποιος είναι ο πνευματικός πατέρας; Ο πνευματικός πατέρας, είναι αυτός που σε γέννησε; Δεν αλλάζει. Θα πας σε έναν εξομολόγο μετά. Θα πας σε εξομολόγο, γιατί ο πνευματικός πατέρας δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό σου.

Γέροντας Ελισαίος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας



Εξομολόγηση, το μυστήριο της ελευθερίας



…Εσύ έχεις εμπειρία Νίκο, διότι έχεις τον γέροντα και τώρα έχεις πνευματικό πατέρα εξομολόγο. Αλλά δεν είναι ίδια η σχέση· η πατρική σχέση είναι μία, μία φορά σε γέννησε ο πατέρας σου, μία φορά σε γεννάει ο πνευματικός σου πατέρας. Επομένως αυτό μένει σαν ένας δεσμός, που κυλάει μέσα στην ζωή σου. Συνεχίζεις αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Τι σου έχει μάθει, όμως, ο πνευματικός σου πατέρας; Ότι σε αυτόν που θα πας μετά πρέπει να υπακούς, πρέπει να τον ευγνωμονείς, ότι βρέθηκε και ένας άλλος που συνεχίζεις. Άρα τον υπακούς και συνεχίζεις αυτό που σου έμαθε. Άρα δεν μπορείς να αλλάξεις την σχέση αυτή, την ζύμωση, αυτή την καρδιακή σχέση δεν θα μπορέσεις να την αλλάξεις. Έτσι δέν αλλοιώνεται η πρώτη γέννηση, αλλά καί συνεχίζεται η παράδοση καί η ζωή τής Εκκλησίας. Ακόμη ένας πνευματικός πατήρ πρέπει να διακρίνει μεταξύ του μυστηρίου και του διαλόγου. Άλλο ο διάλογος, άλλο το μυστήριο.
exomolmystel2
Διαλέγομαι, σου λέω πράγματα τα οποία είναι σωστά, μπορεί να σου πω πράγματα που είναι λάθος, μπορεί να σου πω πράγματα που δεν πρέπει να τα αντιμετωπίσεις έτσι και σου αφήνω και την ελευθερία να κινηθείς, αλλά όταν επιτελώ το μυστήριο, αυτό είναι μυστήριο Χάριτος. Έρχεσαι σε μένα μου λες και σου αφαιρώ τις αμαρτίες σου. Αυτό είναι το μυστήριο. Άρα πρέπει να εξομολογείσαι ή δεν πρέπει; Λέμε πρέπει να προσέρχεσαι στο μυστήριο της εξομολογήσεως ως το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, διότι εισπράττεις την Χάρη του μυστηριακού χαρακτήρος του γεγονότος αυτού. Για αυτό ακριβώς. Άλλο να σου δώσω κατευθύνσεις μία, δύο, τρεις, πέντε φορές στη ζωή σου. Το μυστήριο όμως είναι άλλο, θα πεις, γέροντα, ήρθα για εξομολόγηση, αυτό που κρατάει δέκα λεπτά, ένα τέταρτο, μισή ώρα. Πώς πας στη Λειτουργία μία, μιάμιση ώρα; Πας στο μυστήριό της! Και μερικές φορές, άμα κοινωνείς, ολοκληρώνεις το μυστήριο, άμα δεν κοινωνήσεις, δεν το ολοκληρώνεις, αλλά είναι μία συμμετοχή σε αυτό το μυστήριο.
Έτσι είναι και η εξομολόγηση, να μη τα μπερδεύουμε. Άλλο συζήτηση και άλλο διάλογος. Οι παλιοί παπάδες πώς πετύχαιναν; Γιατί έκαναν το μυστήριο! Και λέμε, αυτός ήταν άγιος άνθρωπος γιατί έκανε την εξομολόγηση! Γιατί; Τί μου λέει το μυστήριο; Αυτό θα κάνω. Δεν καθόταν να σκεφτεί, και για αυτό γίνονταν και θαύματα. Τώρα περισσότερο συζητούν παρά εξομολογούνται οι άνθρωποι! Και επομένως δεν λύνονται και πολύ τα πράγματα. Μπερδεύονται ακόμη περισσότερο τα πνευματικά, τα ψυχολογικά, οι διαθέσεις των ανθρώπων. Ενώ ξεχωρίζουμε το μυστήριο από την υπόλοιπη κατεύθυνση, που μπορεί να δώσει ο γέροντας στον υποτακτικό του. Εις Χριστόν γίνεται αυτό το μυστήριο και είναι μία προαγωγή, πρόοδος· πώς λες αυτό πρέπει να κάνεις τώρα και μετά σου δίνω την ελευθερία νά ενεργήσεις μόνος σου. Έπειτα σου προσθέτω κάτι άλλο, καί σιγά-σιγά θα αποκτήσεις αυτή την ελευθερία. Δεν μπορώ κάθε μέρα να σου λέω πώς θα νικήσεις το κάθε πάθος σου, πρέπει να σου μάθω γενικά πώς να νικάς τα πάθη σου, πώς θα σου φεύγουν οι λογισμοί. Αυτό θα είναι η βάσις, η διδασκαλία.
ΝΚ – Μία μόρφωσις…
ΓΕ – Μία μόρφωσις, μία αγωγή πρέπει να δίνουμε ως πνευματικοί, δηλαδή μία αγωγή για να κάνουμε προσωπικότητες. Εκεί ξεχωρίζει η αγωγή. Δηλαδή, όταν έχω πνευματική ευθύνη και βλέπω συνέχεια τά παιδιά να είναι εξαρτημένα, σημαίνει ότι εγώ δεν τον έχω προωθήσει να γίνει προσωπικότητα. Για πόσο διάστημα ελέγχομε; Αυτό το κρίνει ο κάθε πνευματικός, λίγο, πολύ, περισσότερο. Αλλά δεν μπορεί ένας πνευματικός να καλύψει όλες τις ανάγκες. Γι’ αυτό διαμοιράζεται αυτά τα χαρίσματα· και σε ένα μοναστήρι τα αναθέτει καί σέ άλλους πατέρες.

Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)


Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)

Ieromonahos Pavlos Agiopavlitis_01
Ο ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης με τα Τίμια Δώρα των Μάγων.
Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Ηλία Καρασάββας γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1939. Σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρολογίας και Μηχανολογίας του Πανεπιστημίου Ρώμης της Ιταλίας. Προσήλθε στην ιερά μονή Αγίου Παύλου το 1963. Εκάρη μοναχός το 1964. Τη μονή της μετανοίας του αγάπησε ένθερμα και διακόνησε άοκνα, ταπεινά και αθόρυβα. Τον γνωρίσαμε και ωφεληθήκαμε από τη μετριοφροσύνη του και την καταδεκτικότητά του. Χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος το 1965.
Γράφαμε τότε: «Υπήρξε προϊστάμενος της μονής, τακτικός εφημέριος, αγαπητός αδελφός, κατηρτισμένος ιερομόναχος και πιστός στο ορθόδοξο φρόνημα και το αγιορείτικο ήθος. Η ξαφνική εκδημία του λύπησε τους πολλούς που τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν για την αρετή του».
Ο ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης στην κρήνη της μονής.
Ο ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης στην κρήνη της μονής.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20.6.1995. Στη νεκρολογία του ο σεβαστός ηγούμενος Παρθένιος, μεταξύ άλλων ανέφερε: «Παρέδωκεν εαυτόν εις την ολοπρόθυμον διακονίαν, Θεού τε και ανθρώπων, υπηρετήσας το άγιον θυσιαστήριον επί τριάκοντα συναπτά έτη. Είναι βεβαίως γνωστή εις όλους η επί καθημερινής βάσεως ζέσις του προς τέλεσιν της θείας Λειτουργίας, εις την οποίαν “προσεκόμιζεν”, πάντοτε δαψιλώς, υπέρ πάσης ψυχής θλιβομένης τε και καταπονούμενης, ως φιλεύσπλαχνος. Πάντοτε πράος, πάντοτε ατάραχος, ηξιώθη να διακονήση την Εκκλησίαν του Θεού, και εκ του υπουργήματος του Εξομολόγου-Πνευματικού πατρός, αναπαύσας πολλούς πιστούς εν τω επιτραχηλίω αυτού, και εκ της διοικητικής θέσεως του Προϊσταμένου και του Επιτρόπου εν τη Ιερά Μονή ταύτη. Ούτω ειρηνικώς μετέβη προς Κύριον, μόλις τον εκάλεσεν. Και αν βεβαίως ανθρωπίνως λυπούμεθα νύν, διά την στέρησιν και τον χωρισμόν του αδελφού ημών, έχομεν όμως χρηστάς ελπίδας, προς τον Πανάγαθον Θεόν ημών, προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, προς τους Αγίους Αγιορείτας Πατέρας, ότι η μακαρία αυτού ψυχή μετέβη εν χώρα ζώντων».
Σε επιστολή του, το 1990, προς ένα φιλομόναχο νέο, έγραφε, μεταξύ άλλων: «Μεγάλη ψυχική ωφέλεια θα έχετε αν λέτε καθημερινά τους Χαιρετισμούς. Ομοίως και η ανάγνωση του Θεοτοκαρίου είναι καλή συνήθεια, την οποία η Παναγία μας αμείβει με την προστασία της σε δύσκολες στιγμές. Επίσης και η αδιάλειπτη προσευχή του Κυρίου και η μελέτη πνευματικών πατερικών βιβλίων μεγάλη βοήθεια παρέχει στην ψυχή. Χρειάζεται όμως βία, γιατί ο εχθρός μας διάβολος μας απασχολεί με πάρεργα και κάνει το παν για να μας εμποδίση από το κυρίως έργο της ψυχής, που είναι η ευχή και μελέτη του νόμου του Θεού, απαραίτητη για τη σωτηρία μας, που είναι και ο προορισμός του ανθρώπου στη γη… Τελικά η ταπείνωση και επιμονή θα νικήσει, θα κάμψει την ευσπλαχνία του Κυρίου και η εξομολόγηση σε καλό πνευματικό καταισχύνει τον εχθρό μας και ταπεινώνει τον εγωισμό. Εύχομαι καλή επιτυχία. Τα ονόματά σας έγραψα στο δίπτυχό μου και ευχαρίστως τα μνημονεύω».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ανεπαύθησαν εν Κυρίω οι Αγιορείτες, Πρωτατον 54/1995, σσ. 546-547. Παρθενίου Αγιοπαυλίτου αρχιμ., Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης, Πρωτάτον 56/1995, σσ. 601-602. Παύλου Αγιοπαυλίτου ιερομ., Επιστολή περί πνευματικής ζωής, Πρωτάτον 56/1995, σσ. 603-604.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1395-1397

ΕΦΡΑΙΜ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ

Θρησκεία / Μορφές

Μοναχός Εφραίμ Λαυριώτης (1926 – 25 Ιουνίου 1999)



Ο μοναχός Εφραίμ Λαυριώτης, βαστώντας την εικόνα της Φοβεράς Προστασίας (φωτ. μοναχού Παϊσίου Καρυώτη)
Ο μοναχός Εφραίμ Λαυριώτης, βαστώντας την εικόνα της Φοβεράς Προστασίας (φωτ. μοναχού Παϊσίου Καρυώτη)
Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Φωτίου Πασσάλης, ο καλοκάγαθος, απλούστατος και ταπεινότατος αυτός άνθρωπος του Θεού γεννήθηκε στο χωριό Μαριτσά της Ρόδου το 1926. Στον κόσμο Πνευματικό είχε τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή († 1970). Προσήλθε στο Άγιον Όρος και πρώτα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων στους Γέροντες Μιχαήλ († 1979) και Ιερόθεο († 1968). Στην ιερά μονή Μεγίστης Λαύρας εισήρθε το 1957 και εκάρη μοναχός το 1958. Τον κτήτορα της μονής του όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη τον λάτρευε. Διακόνησε με προθυμία και φιλότιμο τη μονή της μετανοίας του επί έτη ως εκκλησιαστικός, παραβηματάρης, διαβαστής και κονακτσής στο κονάκι των Καρύων.
Αγαπούσε υπερβολικά την εκκλησία, την Παναγία, τους αγίους, τις ιερές ακολουθίες. Αγαπούσε την τάξη, την ευπρέπεια, το τυπικό, την παράδοση. Γι’ αυτό και πάντα θα είχε κάποιο μικρό παράπονο για κάποιες παρατυπίες η παραλείψεις. Ήταν τύπος ευχάριστος και αγαπητός για την καλοκαγαθία του και την απλότητά του. Τα λόγια του ήταν ανεπιτήδευτα, ταπεινά και χαριτωμένα. Φιλότιμος, φιλόπονος, φιλακόλουθος, φιλάγαθος και φιλάρετος. Ακτήμων, ελεήμων, συμπαθής και πάντοτε καλοσυνάτος. Συνδεόταν κι εμπνεόταν από τον συμπατριώτη του, μεγάλο νηστευτή, ανυπόδητο, και ασκητή Γέροντα Αββακούμ († 1978).
Ο μοναχός Εφραίμ Λαυριώτης στο ναό του Πρωτάτου (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου
Ο μοναχός Εφραίμ Λαυριώτης στο ναό του Πρωτάτου (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου
Κάποτε, το 1993, μου υπαγόρευε κι έγραφα: «Η Παναγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία βοήθειά μας. Έχω να σου εξιστορήσω με παράπονο για τη ζωή των παλαιών πατέρων και μοναχών, που έζησαν στο Άγιον ’Όρος. Όταν πρωτοήρθα το 1956 στο Άγιον Όρος, ο τόπος ήταν πράγματι όπως τον έγραφε ο εν Μικρά Αγία Άννη ασκήσας Αγάπιος ο εκ Κρήτης στο βιβλίο του Αμαρτωλών σωτηρία. Έβλεπες τους μοναχούς να περνάνε εκείνα τα αρχαία μονοπάτια με τα υποζύγια. Ξεκινώντας από τη Λαύρα, σε έξι ώρες σε έφερνε το μουλάρι ατό κονάκι, λέγοντας στον δρόμο τους Χαιρετισμούς και την Παράκληση της Παναγίας, έχοντας μαζί ψωμί και τυρί, να το αφήσεις στο Αγίασμα, να φάνε οι προσκυνητές. Οι αντιπρόσωποι έμεναν πάντοτε στο κονάκι έχοντας κονακτζή και μάγειρα και καλλιεργούσαν τον κήπο. Χριστούγεννα και Πάσχα έρχονταν με τα μουλάρια στο μοναστήρι, αφήνοντας πίσω τον κονακτζή και τον μάγειρα. Τότε που ήρθα στο Άγιον Όρος βρήκα τέσσερις ηγουμένους αγίους ανθρώπους: τον Γαβριήλ Διονυσιάτη, τον Χαράλαμπο τον Σιμωνοπετρίτη, Σωφρόνιο τον Κουτλουμουσιανό και τον Ευδόκιμο τον Ξενοφωντινό, ανθρώπους του Θεού και πεπειραμένους στο να διοικούν ολόκληρα μοναστήρια και υλικώς και πνευματικώς. Η Λαύρα ως ιδιόρρυθμον ειχε τον Γερο-Άμβρόσιο, που σαν γνήσιο άνθρωπο του Θεού οι προϊστάμενοι τον είχαν ως ηγούμενο. Τότε είχαν προϊσταμένους γέρους και μορφωμένους. Έβλεπες τον Παύλο τον Παυλίδη τον ιατρό και τον Γερο-Ονούφριο, τελειόφοιτο της Αθωνιάδος. Την Πρωτοχρονιά ο Γερο-Αμβρόσιος είχε τον λόγο στα διακονήματα που έδιδαν. Πρώτα συνεδρίαζαν και έβγαζαν τους επιτρόπους. Εκτυπούσαν οι καμπάνες μεγαλοπρεπώς και την επομένη έβαζαν τους διακονητές. Στο τυπικαριό ανθρώπους με πολυχρόνια πείρα, όπως ήταν ο Γερο-Ανδρέας, ο Γερο-Γρηγόριος και ο Γερο-Θεόφιλος. Κατόπιν τον κανονάρχη και τους εκκλησιαστικούς, παλαιούς με πείρα, όπως ήταν ο μακαριστός Γεδεών και ο Πέτρος. Κατόπιν τον διαβαστή. Ο μακαριστός πατήρ Κουκουζέλης κανοναρχούσε σε όλους τους ήχους…
Οι συμπατριώτες Λαυριώτες πατέρες Εφραίμ (αριστερά) και Αββακούμ.
Οι συμπατριώτες Λαυριώτες πατέρες Εφραίμ (αριστερά) και Αββακούμ.
»Οι απλοί πατέρες ζούσαν λιτά και απέριττα στην πτέρυγα του κοινού, στη νότια πλευρά της Λαύρας, που ήταν από την εποχή του αγίου Αθανασίου. Ήταν ντυμένοι με φτωχικά και μπαλωμένα ράσα, ρούχα και παπούτσια. Βλέπονταν στους στενούς διαδρόμους και μαζεύονταν τον χειμώνα στο μεγάλο δωμάτιο, που είχαν μία μασίνα και στέγνωναν τα ρούχα τους, όπως και μία κοινή βρύση που έπιναν όλοι νερό. Στο κελλί τους υπήρχε μόνο μία λάμπα, το κρεβάτι τους, η σόμπα και τα θρησκευτικά τους βιβλία. Ήταν φτωχοί και υπηρετούσαν σε όλα τα διακονήματα. Σέβονταν τους προϊσταμένους, οι οποίοι ήταν ενδεδυμένοι με μία μεγαλοπρέπεια ωσάν ηγούμενοι η αρχιερείς, αλλά και γεμάτοι ευλάβεια και φόβο Θεού. Ζούσαν σε αυτά τα απλά κελλιά και ο Γερο-Θεόφιλος και ο Γερο-Αββακούμ ως ασκητές και ερημίτες και φτωχοί και άποροι…».
Έτσι ζούσε και ο μακάριος Γερο-Εφραίμ. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 25.6.1999.
Πηγές-Βιβλιογραφία
Εφραίμ Λαυριώτου μοναχού, Αναμνήσεις Λαυρεωτών Γερόντων, Πρωτάτον 57/1996, σσ. 6-8. Αναστασίου ίερομ., Αθωνικά Δίπτυχα, Άγιον Όρος 2000, σ. 18.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1483 – 1486