Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Όσιος Άνθιμος ο διά Χριστόν σαλός († 9 Δεκεμβρίου 1867)


Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας και τα πρώτα του χρόνια τα έζησε με πολλή ευλάβεια και προσήλωση στις Ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας. Νέος νυμφεύθηκε και κατόπιν χειροτονήθηκε Ιερεύς. Μετά τον θάνατο της συζύγου του ήλθε στο Άγιον Όρος, περί το 1830, κι έγινε μοναχός στη μονή Σίμωνος Πέτρας.
Το 1841 επέλεξε ένα δύσκολο δρόμο αγιότητος, την διά Χριστόν σαλότητα, και αναχώρησε για τις αθωνικές ερημιές. Συχνά πήγαινε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος και του άρεσε ν΄ ακούει την ακολουθία από τον νάρθηκα προσποιούμενος, για να ταπεινώνεται, τον σαλό. Όταν τον αντιλαμβάνονταν, αναχωρούσε για τα σπήλαια, τα δάση και τις ρεματιές του Άθωνα. Μ΄ ένα τριμένο τσουβάλι αντί για ράσο, με μεγάλη αυτομεμψία και αυταπάρνηση, ζούσε στις παγωνιές και τους καύσωνες με υπομονή κι ελπίδα. 
Σε ορισμένους με το διορατικό του χάρισμα αποκάλυπτε τους κρυφούς τους λογισμούς και τους διόρθωνε κατανύσσοντάς τους. Ορισμένοι τον θεωρούσαν πραγματικά σαλό. Εκείνος όμως τηρούσε πάντα τον αυστηρό κανόνα της ακτημοσύνης, της νηστείας και της προσευχής, μισώντας τις τιμές και τους επαίνους. 
Για κατοικία είχε τους βράχους, τα φαράγγια και τις κουφάλες των δένδρων. Περιδιάβαινε όλο το Άγιον Όρος νουθετώντας πολλούς με την άκρα ασκητική του ζωή.
Το τέλος του, πού από καιρό το προγνώρισε, τον βρήκε στο νοσοκομείο της μονής Ζωγράφου, στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 9 Δεκεμβρίου.

 Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
2.
Ο πατήρ Άνθιμος γεννήθηκε στη Σόφια και υ­πήρξε στον κόσμο ιερέας σε ενορία. Μετά το θάνατο της πρεσβυτέρας του, περί το 1830, αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου στην αρχή μόνασε στην μονή της Σιμωνόπετρας και έλαβε το μοναχικό σχήμα.
Από το έτος 1841 άρχισε να κάνει τον δια Χριστό Σαλό, αλλά δεν έγινε γνωστό τι τον οδήγησε να ακο­λουθήσει αυτό τον δύσκολο και μαρτυρικό δρόμο της πνευματικής ζωής. Αγαπούσε πολύ το ρωσικό μονα­στήρι του Αγίου Παντελεήμονα, του άρεσε πολύ να παρακολουθεί τις ρωσικές ακολουθίες, γι’ αυτό και πήγαινε συχνά εκεί, μερικές φορές έμενε για μια εβδο­μάδα, ίσως και περισσότερο.
Ο π. Άνθιμος πάντοτε προσπαθούσε να κρύβει την εσωτερική ζωή του, κάνοντας τον τρελό, συχνά μιλούσε άσκοπα και αλλόκοτα και μερικές φορές συ­μπεριφερόταν παράξενα. Όταν καταλάβαινε ότι οι άν­θρωποι άρχιζαν να αντιλαμβάνονται την πνευματική του νοερή εργασία και να του δείχνουν σεβασμό, σκο­πίμως κάτι παράλογο θα έβρισκε να κάνει, για να ανα­τρέψει την εκτίμηση προς το πρόσωπό του ή θα έφευ­γε για την έρημο, για να ησυχάσει για δύο ή τρεις μή­νες, ή πάλι θα έτρεχε στις σπηλιές και στα απόμακρα μέρη του Άθωνα και έπειτα πάλι θα επέστρεφε στο μοναστήρι.
Στην αρχή της σαλότητάς του και για πέντε περί­που χρόνια, φορούσε κανονικό ράσο και ζωστικό, έ­τρωγε στην κοινή τράπεζα και δεν απομακρυνόταν για πολύ στην ερημιά. Έτσι, σιγά σιγά προσπαθούσε να γίνεται πιο ολιγαρκής και στο φαγητό και στα εν­δύματα, ώσπου τα παπούτσια του τρύπησαν, τα ρούχα του άρχισαν να σχίζονται και αυτός κατέληξε να ζει σαν ρακένδυτος. 
Πολλοί, βλέποντας την υπερφυσική του συμπεριφορά, πνευματικά δυνάμωναν, αλλά μερι­κοί σκανδαλίζονταν γιατί τον θεωρούσαν ασυλλόγιστο. Εκείνος νουθετώντας διόρθωνε, ενδυνάμωνε και τις ψυχές των αδελφών με την κάθε ευκαιρία ωφελού­σε, όμως, την εσωτερική του ζωή απέκρυπτε με προ­σοχή. Λίγοι ήσαν αυτοί που είχαν την ευλογία να τους αποκαλυφθεί, αλλά οι περισσότεροι γνώριζαν ό­τι είχε το χάρισμα της προορατικότητας.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, πολύ συχνά πήγαινε στο Ρωσικό, αλλά δεν έμπαινε πάντοτε μέσα, εκτός αν τον καλούσαν επιτακτικά. Έμενε συχνά πί­σω από το μοναστήρι κοντά στην κουζίνα ή στην τρα­πεζαρία για τους εργάτες, όπου τον καιρό που έκανε πολύ κρύο πήγαινε για να ζεσταίνεται και να τρέφε­ται.
 Ο ηγούμενος είχε πει στον εκεί τραπεζάρη να υ­ποδέχεται τον γέροντα και να τον περιποιείται. αυτός εγκάρδια τηρούσε την εντολή του ηγουμένου και κα­τάφερε να αποκτήσει ιδιαίτερα την εμπιστοσύνη του π. Άνθιμου, έτσι διδάχθηκε και τα μυστικά του πνευ­ματικά γυμνάσματα.
Ο π. Άνθιμος είχε μεγάλο χάρισμα από τον Θεό για αρκετό διάστημα να νηστεύει, πράγμα το οποίο πρόσεχε να μη γίνεται ορατό, αλλά μερικές φορές, ό­χι σκόπιμα, στο οικείο περιβάλλον του, αποκάλυπτε τα χαρίσματα τα οποία ο Κύριος τον αξίωνε να γευθεί. 
Έτσι μια φορά κατά το χρόνο της νηστείας των αγίων Πέτρου και Παύλου, ο γέροντας πήγε στο Ρω­σικό πολύ κουρασμένος και ο μοναχός που τον υποδέ­χθηκε τον περιποιήθηκε με χαρά και του παρέθεσε τράπεζα. Ο π. Άνθιμος άρχισε να τρώει, ο μοναχός τότε έφυγε προς στιγμήν από την τραπεζαρία, κοιτά­ζοντας λίγο προς το μέρος του γέροντα. Ο π. Άνθι­μος μη γνωρίζοντας ότι τον κοιτάει, άρχισε να τρώει γρήγορα και λαίμαργα. Αυτό σκανδάλισε τον τραπε­ζάρη ο οποίος άρχισε να κατηγορεί τον γέροντα με τον λογισμό του, γιατί τάχα ο τόσο ξηρός και αδύνα­τος μοναχός τρώει τόσο πολύ. Έχοντας τέτοιους λο­γισμούς βγήκε από την τραπεζαρία. Ο γέροντας αφού τελείωσε το φαγητό, βγήκε και αυτός και κάθισε δί­πλα στην πόρτα. Βλέποντας τον φίλο μοναχό, που τον περιποιήθηκε, τον κάλεσε να καθίσει δίπλα του και τον πήρε από το χέρι, ρωτώντας τον:
-Αλήθεια, γνωρίζεις λοιπόν αδελφέ μου, τί σημαί­νει ταπείνωση;
Ο μοναχός με ταπείνωση απάντησε:
-Δεν γνωρίζω.
-Ταπείνωση σημαίνει, κανένα να μη κατακρίνεις και τον εαυτό σου να θεωρείς τον χειρότερο από όλους. Ιδού, εσύ πριν λίγο σκανδαλίστηκες και με κατέκρινες γιατί έφαγα τόσο πολύ, αλλά δεν ξέρεις πόσες μέ­ρες έχω να φάω… Θυμάσαι, όταν για τελευταία φορά έφαγα εδώ;
-Θυμάμαι πάτερ, ότι ήσουν εδώ την Κυριακή των Βαΐων, από τότε δεν σε ξαναείδα.-
-Βλέπεις λοιπόν πόσες ήμερες έχω να φάω; Και συ με κατακρίνεις γιατί τρώω πολύ. Αδελφέ. τα χαρί­σματα του Θεού είναι διάφορα και στον καθένα κάτι έχει δώσει ξεχωριστό. Έτσι σε μένα ο Θεός έδωσε την δύναμη να υπομένω την πείνα και την δίψα. Μπο­ρείς όμως εσύ σ’ αυτά να υπομένεις τόσο, όσο εγώ; Κάνε δοκιμή, βγάλε τα ενδύματά σου και ανυπόδητος έλα μαζί μου, τουλάχιστον μέχρι το κοντικό μοναστή­ρι. Εσύ είσαι ψάλτης, πώς ψέλνεις στον Θεό; Οι λο­γισμοί σου τρέχουν σε όλες τις κατευθύνσεις, άκουσε πώς εγώ τώρα θα ψάλλω.
Ο γέροντας ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και με φωνή όλο συγκίνηση έψαλλε:
-Αλληλούια…
Δάκρυα μεγάλα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του. Ο τραπεζάρης εθλίβη και άρχισε να κλαίει. Τότε ο γέροντας του είπε:
-Λοιπόν, αδελφέ, μη κατακρίνεις κανένα, γιατί δεν γνωρίζεις τι χαρίσματα μπορεί να διαθέτουν άλ­λοι.  προσοχή να δίνεις στα της δικής σου  ψυχής.
Ο αδελφός, έβαλε μετάνοια στον γέροντα και τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει και από τότε δημιουρ­γήθηκε μεταξύ τους μια πνευματική φιλία.
Ένας άλλος αδελφός, κάποτε, σκανδαλίστηκε από κάποιες ενέργειες του γέροντα και τον ενόχλησε ο λο­γισμός: Είναι δυνατόν να είναι διορατικός, ενώ έτρω­γε τόσο πολύ;
Ο γέροντας κατάλαβε τους λογισμούς του και τον κάλεσε κοντά του λέγοντας:
-Εσύ, αδελφέ, θέλεις να γίνεις μοναχός καλός, ενώ οι λογισμοί σου βρίσκονται στην Ρωσία. Θα πας εκεί, θα κάνεις το θέλημά σου και αφού θα ξαναγυρί­σεις εδώ, τότε ο πνευματικός σου θα σου δώσει το μέγα και αγγελικό σχήμα.
Τα λόγια του Στάρετς επαληθεύθηκαν, όπως είχε προβλέψει. Εκείνος ο αδελφός είχε πολλούς λογι­σμούς γι’ αυτό εγκατέλειψε το κοινόβιο και έφυγε για την πατρίδα του τη Ρωσία, αλλά έπειτα από ένα χρό­νο πάλι επέστρεψε στο Άγιο Όρος και αξιώθηκε του μεγάλου σχήματος.
Ο μοναχός που διακονούσε τον π. Άνθιμο τον ε­κτιμούσε σαν άγιο, όμως συγχρόνως, φοβόταν να το εκφράσει, γιατί γνώριζε ότι ο γέροντας δεν ήθελε ε­παίνους. Μια φορά ο τραπεζάρης περίμενε τον γέρο­ντα, τον τακτοποίησε στην τράπεζα, ενώ ο ίδιος από σεβασμό δεν κάθησε δίπλα του, αλλά προσποιήθηκε ότι έχει κάποιο διακόνημα. Ο γέροντας έτρωγε σιω­πηλός με δυσκολία και έβλεπε τον αδελφό, ο οποίος πήγαινε εδώ κι εκεί. Όταν τελείωσε το φαγητό ο π. Άνθιμος, σηκώθηκε από το κάθισμα λέγοντας:
-Καλά, καλά αδελφέ, τώρα σταμάτησε. Είθε να σε βοηθήσει ο Κύριος και να σου δίνει δύναμη.
Ένας ιερομόναχος του είχε πει ότι ο τραπεζάρης νοσταλγούσε την ιδιαίτερή του πατρίδα και σκεφτό­ταν να αφήσει το Άγιον Όρος. Όταν πάλι εκείνος ο αδελφός σκεφτόταν αυτά, ξαφνικά στο κελλί του μπή­κε ο π. Άνθιμος, πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί πριν και του είπε:
-Η μητέρα του Θεού μου αποκάλυψε να σου πω, να μη πας στην Ρωσία γιατί, αν ξαναφύγεις για τον κόσμο, να ξέρεις πως θα πέσεις σε μεγάλες αμαρτίες.
Κάποτε για πολύ καιρό ο γέροντας είχε μείνει με προσευχή στις κορυφές του Άθωνα. Ο τραπεζάρης, ο οποίος για αρκετό καιρό είχε να δει τον γέροντα ανη­σύχησε και γι’ αυτό έκανε προσευχή στο Θεό να τον οδηγήσει πίσω στο μοναστήρι. Γιατί συλλογιζόταν ό­τι ίσως ο γέροντας από την πολλή άσκηση στην έρη­μο κουράστηκε και ίσως έπρεπε κάποιος να του πάει φαγητό και τσάι. Την επομένη ημέρα το πρωί ο γέρο­ντας επέστρεψε στη  μονή και όταν συνάντησε τον τραπεζάρη φίλο του, τον κοίταξε με ελαφρό χαμόγελο και του είπε:
-Ορίστε, για το θέλημά σου κατέβηκα από τον Ά­θωνα, είμαι κατάκοπος και τα πόδια μου πλήγιασαν α­πό τις πέτρες. Χρειάζομαι λοιπόν το τσάι σου, έπειτα από τέτοια κούραση.
Ο αδελφός ξαφνιάστηκε για το προορατικό του χάρισμα και του ζήτησε συγγνώμη για την ταλαιπω­ρία.
Μια φορά, αρχές Οκτωβρίου, όταν στο Ρωσικό είχαν αγρυπνία προς τιμήν της Τιμίας Εσθήτος (Ζώ­νης) της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο π. Άνθιμος βάδιζε προς το μοναστήρι κουρασμένος και με δυσκολία α­ναπνέοντας. Όταν συνάντησε τον γνωστό του μονα­χό, του είπε:
-Αυτή την νύκτα βρισκόμουν σε μια τοποθεσία κοντά στη μονή Ζωγράφου και προσευχόμουν πάνω σε μια πέτρα. Κατά την ώρα της προσευχής είδα την Μητέρα του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό προς το μοναστήρι σας. Χάρηκα γι’ αυτή την αποκάλυψη και έτρεξα προς τα εδώ για να προφθάσω, να βρεθώ υ­πό την σκέπη της, μαζί με όλους εσάς. Όμως, όταν άρχισα να τρέχω, ξαφνικά εμφανίστηκε ένα φίδι και με ορμή πετάχθηκε πάνω μου και με δύναμη με δά­γκωσε στο πόδι. Αλλά κατάλαβα ότι αυτό ήταν πειρα­σμός, ο οποίος ήλθε κατά παραχώρηση Θεού, για να με κάνει να ξεχάσω την πνευματική ωφέλεια και την αγρυπνία, γι’ αυτό και δεν έδωσα σημασία και άρχισα να τρέχω, έως το μοναστήρι.
Ο αδελφός κοίταξε το πόδι του γέροντα: Η πα­τούσα ήταν τραυματισμένη και το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Η μεγάλη αγάπη του γέροντα προς τον Θεό τον έκανε να μη αισθάνεται τον σαρκικό πόνο.
Ο χειμώνας του 1862 ήταν πολύ κρύος και γεμά­τος χιόνια. Ο π. Άνθιμος ζούσε τότε στην έρημο, σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Άθωνα. Το χιόνι σε ‘κείνο το σημείο ήταν τόσο πολύ, που έφραξε την έ­ξοδο της σπηλιάς. Έτσι ο γέροντας αποκλείστηκε για σαράντα έξι ήμερες, δίχως ψωμί. Επειδή τον χει­μώνα τον περνούσε μέσα στο μοναστήρι και οι πατέ­ρες του Ρωσικού έβλεπαν ότι με τέτοιο δυνατό κρύο δεν ερχόταν, άρχισαν να ανησυχούν, μήπως του συνέ­βη κάτι στην έρημο. Τότε μια μέρα ο γέροντας κατέ­βηκε στο μοναστήρι κατάκοπος και με παγωμένο πρό­σωπο και τα χέρια. Ο αδελφός που έδειχνε πάντα εν­διαφέρον γι’ αυτόν, βλέποντάς τον απροσδόκητα ανα­φώνησε χαρούμενος:
-Πάτερ εσύ είσαι; Εμείς ανησυχούσαμε, ότι δεν θα σε ξαναδούμε. Πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό;
-Καθόμουν στην σπηλιά.
-Και τί έτρωγες εκεί πάτερ;
-Αδελφέ μου π. Βίκτωρα, πόσο εκεί υπέφερα από το κρύο και τον διάβολο, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Νόμι­σα ότι είχε έρθει το τέλος της ζωής μου, αλλά εμφανί­στηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και με γλύτωσε από τον θάνατο.
Κάποτε πάλι συνέβη, να μην εμφανιστεί στο μο­ναστήρι ο γέροντας για πέντε μήνες. Οι μοναχοί και πάλι ανησύχησαν μήπως του συνέβη τίποτα κακό. Ο πνευματικός Ιερώνυμος γνώριζε έναν ησυχαστή στον οποίο ο π. Άνθιμος είχε εμπιστοσύνη και τον παρα­κάλεσε να αναζητήσει τον γέροντα και να μάθει την αιτία που τόσο καιρό δεν έχει εμφανισθεί στο μοναστήρι. Βλέποντας τον π. Άνθιμο εκείνος ο πνευματι­κός τον ρώτησε, γιατί δεν πηγαίνει πια στο Ρωσικό. Ο γέροντας του απάντησε:
-Όσο καιρό δεν με επαινούσαν και δεν με θεωρούσαν άγιο, πήγαινα, τώρα ό­χι μόνο δεν έχω όφελος να πάω, αλλά ίσως είναι και προς ζημία της ψυχής μου. Την τελευταία φορά που πήγα, ένας ιερομόναχος έπεσε στα πόδια μου και είπε: προσευχήσου για μένα, άγιε πάτερ, τον αμαρτωλό. Ό­ταν έφυγε αυτός, άλλος ένας ιερομόναχος ήρθε να μου πει τα ίδια. Βλέπεις λοιπόν, μπορώ να ξαναπάω σ’ αυ­τούς; Αν και αγαπώ τόσο αυτό το μοναστήρι, γι’ αυτό θα τους επισκέπτομαι σπάνια.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο π. Άνθιμος πήγαινε στο Ρωσικό, αλλά δεν έμπαινε μέσα, παρά ήταν φιλοξε­νούμενος του φίλου του μοναχού έξω από το μοναστή­ρι. Μ’ αυτόν συζητούσε για όλα και του αποκάλυπτε ακόμα, τα θαυμαστά σημεία. Μια φορά ο γέροντας πήγε και μίλησε στην ώρα της τράπεζας, όπου τον εί­χαν προσκαλέσει και είπε τα εξής:
-Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, χθες την Κυρια­κή επισκέφθηκε το μοναστήρι σας, γιατί είχατε φιλο­ξενήσει πολλούς ερημίτες στην τράπεζά σας, δίνοντάς τους και ευλογίες.
Ο π. Άνθιμος δεν είχε μόνιμη κατοικία, αλλά ό­λο το Άγιον Όρος ήταν δικό του. (Περιπατητές, ονο­μάζονταν εκείνοι οι μοναχοί που δεν ανήκαν σε κά­ποιο μοναστήρι, δηλαδή ενταγμένοι σε κάποιο μοναχολόγιο). Πήγαινε σε όλα τα μοναστήρια και τις σκή­τες και σε όλα τα μέρη, μα πιο συχνά στο Ρωσικό. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε γύρω από τη μο­νή Ζωγράφου και εργαζόταν στο κτίσιμο του νέου μο­ναστηριού, μεταφέροντας πέτρες και νερό.
Τον Αύγουστο του 1867, ο μεγάλος ασκητής για τελευταία φορά επισκέφθηκε το Ρωσικό, πήγε κατευ­θείαν μέσα στο αρχονταρίκι και για πολλή ώρα συνο­μίλησε με τον γνωστό του αδελφό μοναχό. Τον νουθέτησε πώς να νικάει τους λογισμούς και τα πάθη και στο τέλος του είπε:
-Εγώ πλέον δεν θα ξανάρθω σε σας, γιατί σύντο­μα θα πεθάνω.
Στο τέλος του Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο π. Άνθιμος πήγε στου Ζωγράφου και εκεί αρρώστησε. Τον έβαλαν στο νοσοκομείο, στο οποίο παρέμεινε δώ­δεκα ημέρες. Στις εννέα Δεκεμβρίου (1867) έφυγε από αυτή την ζωή και εν ειρήνη αναπαύθηκε εις τας ουρανίους μονάς.
 Από το Περιβόλι της Παναγίας, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη



Όσιος Νήφων ο Καυσοκαλιβίτης


  Ὁ Ὅσιος Νήφων καταγόταν ἀπὸ τὸ Λούκοβο τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερέας. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν τὸν πῆρε ὁ ἀδελφός τοῦ πατέρα του καὶ τὸν πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μεσοποτάμου, κοντὰ στὸ Δέλβινο. 

  Ἀπὸ μικρὸς ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ ἔγινε πολυμεθέστατος. Ἐπειδὴ διψοῦσε νὰ ζήσει τελειότερα τὴν μοναχικὴ ζωή, ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πῆγε ὑποτακτικὸς σὲ ἕνα γέροντα Σιναΐτη στὸ Γηρομέρι καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ γέροντα πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος, καὶ ἐγκαταστάθηκε στὰ μέρη τῆς Μεγίστης Λαύρας.

  Ἐκεῖ ἔγινε ὑποτακτικός τοῦ θαυμαστοῦ ἀσκητή Θεόγνωστου. Μὲ τὴ συνεχῆ ἄσκηση ἔφθασε σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς καὶ πάρα πολλοὶ μοναχοὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν ὑποτακτικοί τοῦ Ὁσίου.

  Ἐπειδὴ ὅμως ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία, ἔφυγε καὶ πῆγε κοντὰ στὸν Ἅγιο Μάξιμο τόν Καυσοκαλυβίτη καὶ ἡσύχαζε μαζί του ἀρκετὰ χρόνια. Ὁ Ὅσιος, ὁ ὁποῖος γνώριζε ἀπὸ πρὶν γιὰ τὴν κοίμησή του, ἔφυγε ἀπὸ τὸν μάταιο κόσμο στὶς 14 Ἰουνίου 1330 σὲ ἡλικία 96 ἐτῶν. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη του τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.
Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο τῆς ΣΦΕΒΑ 2015

Ο Οσιομάρτυς Παχώμιος ο Ρώσος ή Καυσοκαλυβίτης, ή Ουσακιώτης, ή Ευκαρπιώτης. († 7 Μαΐου 1730)


Ο βίος του Αγίου 
Ἡ καλύβη Ἁγ. Ἀκακίου βρίσκεται στή σκήτη Ἁγ. Τριάδος Καυσοκαλυβίων
τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶναι ἕνα ἡσυχαστήριο πού ἵδρυσε τό ἔτος 1680
 ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης καί εἶναι κτισμένο πάνω ἀπό τό σπήλαιο
ὅπου ἀσκήθηκε ὁ Ὅσιος καί στό ὁποῖο εἶχε ἀσκηθεῖ τόν 14ο αἰ. ὁ ὅσιος Μάξιμος
 ὁ Καυσοκαλύβης. Ἐδῶ ἐπίσης ἀσκήθηκαν οἱ ἅγιοι νέοι ὁσιομάρτυρες Ρωμανός,
Νικόδημος καί Παχώμιος, καθώς καί ἄλλες ἁγιασμένες μορφές.
 

    Ὁ ὁσιομάρτυς Παχώμιος, πού στάθηκε ὁ τελευταῖος ἀπό τούς τρεῖς ὑποτακτικούς τοῦ Καυσοκαλυβίτη ὁσίου Ἀκακίου, γεννήθηκε γύρω στά 1670 στήν κάτω Ρωσία ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς πού κατά τή βάπτισή του τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Προκόπιος.
Σέ ἡλικία 15 περίπου ἐτῶν αἰχμαλωτίστηκε ἀπό Τατάρους ἐπιδρομεῖς, κατά τή διάρκεια τοῦ Μεγάλου Ρωσοτουρκικοῦ πολέμου, ἐπί τσάρου Πέτρου τοῦ Α΄ τοῦ Μεγάλου (1672-1725) καί πουλήθηκε σέ Τοῦρκο, ὁ ὁποῖος τόν μετέφερε στήν πατρίδα του, τό Οὐσάκι τῆς περιοχῆς τῆς Φιλαδελφείας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ τό ἀφεντικό του, τοῦ ἔμαθε τήν τέχνη τῆς βυρσοδεψίας, ἐνῶ παράλληλα, χρησιμοποιώντας βασανιστήρια καί παντοειδεῖς στερήσεις, τόν πίεζε νά ἀλλαξοπιστήσει. Εἰκοσιεπτά χρόνια αἰχμαλωσίας ὑπέμεινε ὁ Προκόπιος γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σταθερός καί ἀκλόνητος στήν εὐσέβεια, ὥσπου στό τέλος ὁ ἀφέντης του βλέποντας καί θαυμάζοντας τήν πίστη του, τοῦ χάρισε τήν ἐλευθερία του.

Ὅμως, λίγο πρίν ἀναχωρήσει ἀσθένησε. Τότε, ἐκμεταλευόμενοι τό γεγονός αὐτό γνωστοί του Τούρκοι πού τόν ἐπισκέφθηκαν, διέδωσαν ψευδῶς ὅτι ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί θέλησε νά γίνει Τοῦρκος καί γι’ αὐτό τοῦ φόρεσαν τούρκικα φορέματα. Μόλις ὅμως ὁ Προκόπιος συνῆλθε ἀπό τήν ἀσθένειά του, ἔβγαλε τά ροῦχα αὐτά καί ἀνεχώρησε γιά τή χώρα τῆς μετανοίας, τό Ἅγιον Ὄρος, γύρω στά 1712.
         Στή Νέα Σκήτη τῆς μονῆς Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἀρχικά ἐγκαταστάθηκε, ὑποτάχθηκε στόν πνευματικό Ἰωσήφ, πού ἀσκεῖτο σέ ἡσυχαστήριο, στοῦ ὁποίου τήν τοποθεσία, ἀργότερα, τό 1802, ἱδρύθηκε ἡ Καλύβη Ζωοδόχου Πηγῆς ἀπό τόν μητροπολίτη Λακεδαιμονίας Θεοφάνη (+ 1805). Ὁ πνευματικός Ἰωσήφ τόν ἔκειρε σύντομα μοναχό δίνοντάς του τό ὄνομα Παχώμιος. Μετά ἀπό 12 χρόνια ἀσκήσεως ἀναχωρεῖ ἀπό τή Νέα Σκήτη γιά τά Καυσοκαλύβια, γύρω στά 1724, ὅπου ὑποτάχθηκε ἐπί 6 χρόνια στόν ἅγιο ἱδρυτή τῆς Σκήτης Ἁγίας Τριάδος, ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη.
     Στά Καυσοκαλύβια, μέ τίς εὐχές καί νουθεσίες τοῦ Ὁσίου καί μέ τόν ἀπερίγραπτο, σύμφωνα μέ τό βίο του, πνευματικό ἀγῶνα, ἔγινε τύπος καί παράδειγμα τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀγωνιώντας ὅμως μήπως κατά τόν καιρό τῆς ἀσθενείας του στό Οὐσάκι εἶχε πράγματι βγεῖ ἀπό τό στόμα του ἄθελά του ἐκεῖνος ὁ λόγος τῆς ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτός θά εἶχε εἰπωθεῖ ἀσυναίσθητα καί χωρίς τόν ἔλεγχο τῆς βουλήσεώς του, ἄρχισε νά ἐπιθυμεῖ σφόδρα τό μαρτύριο.
    Φανερώνοντας ὅμως τούς λογισμούς του αὐτούς ὡς καλός ὑποτακτικός στό Γέροντά του, ἄκουσε ἀπό τόν Ὅσιο πολλούς ὀνειδισμούς καί δέχτηκε αὐστηρές ἐπιπλήξεις, θέλοντας μέ τόν τρόπο αὐτό νά φανερωθεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι ἀπό τήν μεγάλη πνευματική του πείρα ὁ ὅσιος Ἀκάκιος γνώριζε, ὅτι τέτοιοι λογισμοί πολλές φορές εἶναι καρπός διάνοιας ὑπερήφανης καί ὄχι ἔκχύλισμα θείου ἔρωτα.
Ἀλλ’ ἐπειδή οἱ παραπάνω λογισμοί παρέμεναν στήν καρδιά του Παχωμίου αὐξανόμενοι μέρα μέ τή μέρα καί μετά ἀπό τή διαπίστωση τόσο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου ὅσο καί ἄλλων πνευματικῶν πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὅτι ὁ πόθος τοῦ Παχωμίου γιά τό μαρτύριο ἦταν κατά Θεόν, ἀποφασίστηκε ἡ ἀναχώρησή του γιά τόν τόπο τῆς ὁμολογίας του. Συνοδίτης στή μαρτυρική του πορεία ἦταν ὁ πρῶτος του Γέροντας ἱερομόναχος Ἰωσήφ Νεοσκητιώτης.
    Ὅταν ἔφθασαν μέσω Σμύρνης στό Οὐσάκι, ὁ μέν πνευματικός κατέλυσε σ’ ἕνα κοινό πανδοχεῖο, ὁ δέ Παχώμιος, ἀφοῦ πρῶτα ἐπισκέφθηκε τήν οἰκία τοῦ πρώην ἀφέντη του, κατέληξε στό παζάρι ὅπου καί τόν ἀναγνώρισαν γνωστοί του Ἀγαρηνοί. Αὐτοί, φοβούμενοι μήπως ἦρθε γιά νά ξαναβρεῖ τήν περιουσία του, τόν ἄρπαξαν καί τόν ἔσυραν στό δικαστήριο τοῦ τόπου, δέρνοντας καί ὑβρίζοντάς τον καθ’ ὁδόν. Ἐκεῖ, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ὅτι ἀπό Μουσουλμάνος ξανάγινε Χριστιανός, ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Χριστό. Ἀπ’ ἐκεῖ, ὁ δρόμος γιά τό πολυπόθητο μαρτύριο ἦταν ἤδη ἀνοικτός.   
            Οἱ παρόντες στό δικαστήριο συκοφάντες, ἀφοῦ ἔδεσαν σάν κακοῦργο τόν Παχώμιο, ἄρχισαν νά τόν σέρνουν πρός τόν τόπο τῆς καταδίκης, ἔξω ἀπό τήν πόλη, ἐκεῖ ὅπου ἔσφαζαν τά πρόβατα, κάτω ἀπό ἕνα γεφύρι καί δίπλα σέ μία βρύση, σύμφωνα μέ τό Βίο. Τή μαρτυρική πομπή συνόδευαν Τοῦρκοι καί Ἑβραῖοι ἀπό τούς ὁποίους, ἄλλοι μέν τόν ἔβριζαν καί τόν ἐνέπαιζαν, ἄλλοι τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί ἄλλοι ἐνέπτυαν στό πρόσωπό του καί τόν ἐκολάφιζαν. Ἀρκετοί δέ ἀπό τούς Χριστιανούς, προσευχόμενοι μέσα στήν καρδιά τους, τόν παρότρυναν νά ἐγκαρτερήσει μέχρι τέλους καί νά ἀξιωθεῖ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου, τόν ὁποῖο ἔλαβε κατά τήν ἑβδόμη τοῦ μηνός Μαΐου, τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ὁ δέ συνοδίτης τοῦ Ὁσιομάρτυρος, ἱερομόναχος Ἰωσήφ, μαθαίνοντας τά γενόμενα, πῆρε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, πέρασε ἀπό τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου καί εἶδε τό τρισόλβιο λείψανο νά κεῖται στή βαμμένη μέ τό αἷμα του γῆ.
         Μετά τρεῖς μέρες Χριστιανοί πῆραν τό ἱερό λείψανο καί τό ἐνταφίασαν στήν ἁγιοτόκο μικρασιάτιδα γῆ. Κάποια μάλιστα Χριστιανή πού βασανιζόταν ἀπό ἡμικρανία, ἀφοῦ ἐπικαλέστηκε τή βοήθεια τοῦ ἁγίου Παχωμίου καί ἔχρισε μέ τό αἷμα του τήν κεφαλή της, ἐλευθερώθηκε ἀμέσως καί γιά πάντα ἀπό ἐκεῖνους τούς δυσβάστακτους πόνους. Καί τόσο πολύ εὐλάβεια ἔτρεφε ἀπό τότε στόν Ἅγιο, ὥστε ἔγραψε πρός τούς πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού τόν γνώριζαν, ζητώντας νά ἱστορήσουν γιά λογαριασμό της τήν εἰκόνα του. Ὅταν δέ τήν ἔλαβε, μέ λαμπρότητα καί εὐλάβεια τελοῦσε κάθε χρόνο τήν ἑορτή τοῦ  Ὁσιομάρτυρος.
Αποτέλεσμα εικόνας για οσιος παχωμιος ο αγιορείτης        Τό Βίο καί τό Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Παχωμίου συνέταξαν ὁ ἱερομόναχος Ἰωνᾶς Καυσοκαλυβίτης (+ 1765) βιογράφος τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἀπό τόν ὁποῖο ἄκουσε τά περί τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου καί ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Καλογερᾶς ὁ Πάτμιος, «γνώριμος» τοῦ ἁγίου Παχωμίου, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει στό πρός αὐτόν Ἐγκώμιο ( Λειψία 1765).
   Ἐπιτομή τοῦ Βίου ἐξέδωσε ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Νέο Μαρτυρολόγιο. Ἀρκετά χρόνια ἀπό τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Παχωμίου, ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ἀπό τόν μητροπολίτη Φιλαδελφείας Ἰωσήφ, ἐνῶ ἀργότερα, ἀπό τόν ἴδιο ἱεράρχη πού ἦταν Πάτμιος στήν καταγωγή καί ἀδελφός τῆς μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς ἱερᾶς νήσου, μεταφέρθηκαν στό καθολικό τῆς παραπάνω Μονῆς, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Αποτέλεσμα εικόνας για οσιος παχωμιος ο αγιορείτης    Δύο Ἀκολουθίες τοῦ ὁσιομάρτυρος Παχωμίου, ἡ μία τῆς ἀθλήσεως καί ἡ ἄλλη τῆς ἀνακομιδῆς τμήματος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του ἀπό τήν Πάτμο στήν μονή Ἁγίου Παύλου στό Ἅγιον Ὄρος, ἔργα τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ἐκδόθηκαν τό 1953. Ἑτέρα Ἀκολουθία, σύνθεση τῶν ὑμνογράφων ἱερομονάχων Σεραφείμ, καί Νικοδήμου Κάππου τῶν Πατμίων, τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου (τοῦ ἔτους 1930) καί τοῦ ἱερομονάχου Ἀθανασίου Σιμωνοπετρίτου, ἐκδόθηκε τό 2005. Ὁ ἅγιος Παχώμιος συνυμνεῖται ἐπίσης στίς Ἀκολουθίες Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Νεομαρτύρων, Πατμίων Ἁγίων, Λαυριωτῶν Ὁσίων, Καυσοκαλυβιτῶν Ὁσίων καθώς καί τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτου, βιογράφου τοῦ Ὁσιομάρτυρος.
ΠΗΓΗ και εδώ
         Στή Νέα Σκήτη τῆς μονῆς Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἀρχικά ἐγκαταστάθηκε, ὑποτάχθηκε στόν πνευματικό Ἰωσήφ, πού ἀσκεῖτο σέ ἡσυχαστήριο, στοῦ ὁποίου τήν τοποθεσία, ἀργότερα, τό 1802, ἱδρύθηκε ἡ Καλύβη Ζωοδόχου Πηγῆς ἀπό τόν μητροπολίτη Λακεδαιμονίας Θεοφάνη (+ 1805). Ὁ πνευματικός Ἰωσήφ τόν ἔκειρε σύντομα μοναχό δίνοντάς του τό ὄνομα Παχώμιος. Μετά ἀπό 12 χρόνια ἀσκήσεως ἀναχωρεῖ ἀπό τή Νέα Σκήτη γιά τά Καυσοκαλύβια, γύρω στά 1724, ὅπου ὑποτάχθηκε ἐπί 6 χρόνια στόν ἅγιο ἱδρυτή τῆς Σκήτης Ἁγίας Τριάδος, ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη.
     Στά Καυσοκαλύβια, μέ τίς εὐχές καί νουθεσίες τοῦ Ὁσίου καί μέ τόν ἀπερίγραπτο, σύμφωνα μέ τό βίο του, πνευματικό ἀγῶνα, ἔγινε τύπος καί παράδειγμα τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀγωνιώντας ὅμως μήπως κατά τόν καιρό τῆς ἀσθενείας του στό Οὐσάκι εἶχε πράγματι βγεῖ ἀπό τό στόμα του ἄθελά του ἐκεῖνος ὁ λόγος τῆς ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτός θά εἶχε εἰπωθεῖ ἀσυναίσθητα καί χωρίς τόν ἔλεγχο τῆς βουλήσεώς του, ἄρχισε νά ἐπιθυμεῖ σφόδρα τό μαρτύριο.
    Φανερώνοντας ὅμως τούς λογισμούς του αὐτούς ὡς καλός ὑποτακτικός στό Γέροντά του, ἄκουσε ἀπό τόν Ὅσιο πολλούς ὀνειδισμούς καί δέχτηκε αὐστηρές ἐπιπλήξεις, θέλοντας μέ τόν τρόπο αὐτό νά φανερωθεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι ἀπό τήν μεγάλη πνευματική του πείρα ὁ ὅσιος Ἀκάκιος γνώριζε, ὅτι τέτοιοι λογισμοί πολλές φορές εἶναι καρπός διάνοιας ὑπερήφανης καί ὄχι ἔκχύλισμα θείου ἔρωτα.
Ἀλλ’ ἐπειδή οἱ παραπάνω λογισμοί παρέμεναν στήν καρδιά του Παχωμίου αὐξανόμενοι μέρα μέ τή μέρα καί μετά ἀπό τή διαπίστωση τόσο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου ὅσο καί ἄλλων πνευματικῶν πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὅτι ὁ πόθος τοῦ Παχωμίου γιά τό μαρτύριο ἦταν κατά Θεόν, ἀποφασίστηκε ἡ ἀναχώρησή του γιά τόν τόπο τῆς ὁμολογίας του. Συνοδίτης στή μαρτυρική του πορεία ἦταν ὁ πρῶτος του Γέροντας ἱερομόναχος Ἰωσήφ Νεοσκητιώτης.
    Ὅταν ἔφθασαν μέσω Σμύρνης στό Οὐσάκι, ὁ μέν πνευματικός κατέλυσε σ’ ἕνα κοινό πανδοχεῖο, ὁ δέ Παχώμιος, ἀφοῦ πρῶτα ἐπισκέφθηκε τήν οἰκία τοῦ πρώην ἀφέντη του, κατέληξε στό παζάρι ὅπου καί τόν ἀναγνώρισαν γνωστοί του Ἀγαρηνοί. Αὐτοί, φοβούμενοι μήπως ἦρθε γιά νά ξαναβρεῖ τήν περιουσία του, τόν ἄρπαξαν καί τόν ἔσυραν στό δικαστήριο τοῦ τόπου, δέρνοντας καί ὑβρίζοντάς τον καθ’ ὁδόν. Ἐκεῖ, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ὅτι ἀπό Μουσουλμάνος ξανάγινε Χριστιανός, ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Χριστό. Ἀπ’ ἐκεῖ, ὁ δρόμος γιά τό πολυπόθητο μαρτύριο ἦταν ἤδη ἀνοικτός.   
            Οἱ παρόντες στό δικαστήριο συκοφάντες, ἀφοῦ ἔδεσαν σάν κακοῦργο τόν Παχώμιο, ἄρχισαν νά τόν σέρνουν πρός τόν τόπο τῆς καταδίκης, ἔξω ἀπό τήν πόλη, ἐκεῖ ὅπου ἔσφαζαν τά πρόβατα, κάτω ἀπό ἕνα γεφύρι καί δίπλα σέ μία βρύση, σύμφωνα μέ τό Βίο. Τή μαρτυρική πομπή συνόδευαν Τοῦρκοι καί Ἑβραῖοι ἀπό τούς ὁποίους, ἄλλοι μέν τόν ἔβριζαν καί τόν ἐνέπαιζαν, ἄλλοι τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί ἄλλοι ἐνέπτυαν στό πρόσωπό του καί τόν ἐκολάφιζαν. Ἀρκετοί δέ ἀπό τούς Χριστιανούς, προσευχόμενοι μέσα στήν καρδιά τους, τόν παρότρυναν νά ἐγκαρτερήσει μέχρι τέλους καί νά ἀξιωθεῖ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου, τόν ὁποῖο ἔλαβε κατά τήν ἑβδόμη τοῦ μηνός Μαΐου, τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ὁ δέ συνοδίτης τοῦ Ὁσιομάρτυρος, ἱερομόναχος Ἰωσήφ, μαθαίνοντας τά γενόμενα, πῆρε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, πέρασε ἀπό τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου καί εἶδε τό τρισόλβιο λείψανο νά κεῖται στή βαμμένη μέ τό αἷμα του γῆ.
         Μετά τρεῖς μέρες Χριστιανοί πῆραν τό ἱερό λείψανο καί τό ἐνταφίασαν στήν ἁγιοτόκο μικρασιάτιδα γῆ. Κάποια μάλιστα Χριστιανή πού βασανιζόταν ἀπό ἡμικρανία, ἀφοῦ ἐπικαλέστηκε τή βοήθεια τοῦ ἁγίου Παχωμίου καί ἔχρισε μέ τό αἷμα του τήν κεφαλή της, ἐλευθερώθηκε ἀμέσως καί γιά πάντα ἀπό ἐκεῖνους τούς δυσβάστακτους πόνους. Καί τόσο πολύ εὐλάβεια ἔτρεφε ἀπό τότε στόν Ἅγιο, ὥστε ἔγραψε πρός τούς πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού τόν γνώριζαν, ζητώντας νά ἱστορήσουν γιά λογαριασμό της τήν εἰκόνα του. Ὅταν δέ τήν ἔλαβε, μέ λαμπρότητα καί εὐλάβεια τελοῦσε κάθε χρόνο τήν ἑορτή τοῦ  Ὁσιομάρτυρος.
Αποτέλεσμα εικόνας για οσιος παχωμιος ο αγιορείτης        Τό Βίο καί τό Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Παχωμίου συνέταξαν ὁ ἱερομόναχος Ἰωνᾶς Καυσοκαλυβίτης (+ 1765) βιογράφος τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἀπό τόν ὁποῖο ἄκουσε τά περί τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου καί ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Καλογερᾶς ὁ Πάτμιος, «γνώριμος» τοῦ ἁγίου Παχωμίου, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει στό πρός αὐτόν Ἐγκώμιο ( Λειψία 1765).
   Ἐπιτομή τοῦ Βίου ἐξέδωσε ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Νέο Μαρτυρολόγιο. Ἀρκετά χρόνια ἀπό τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Παχωμίου, ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ἀπό τόν μητροπολίτη Φιλαδελφείας Ἰωσήφ, ἐνῶ ἀργότερα, ἀπό τόν ἴδιο ἱεράρχη πού ἦταν Πάτμιος στήν καταγωγή καί ἀδελφός τῆς μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς ἱερᾶς νήσου, μεταφέρθηκαν στό καθολικό τῆς παραπάνω Μονῆς, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Αποτέλεσμα εικόνας για οσιος παχωμιος ο αγιορείτης    Δύο Ἀκολουθίες τοῦ ὁσιομάρτυρος Παχωμίου, ἡ μία τῆς ἀθλήσεως καί ἡ ἄλλη τῆς ἀνακομιδῆς τμήματος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του ἀπό τήν Πάτμο στήν μονή Ἁγίου Παύλου στό Ἅγιον Ὄρος, ἔργα τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ἐκδόθηκαν τό 1953. Ἑτέρα Ἀκολουθία, σύνθεση τῶν ὑμνογράφων ἱερομονάχων Σεραφείμ, καί Νικοδήμου Κάππου τῶν Πατμίων, τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου (τοῦ ἔτους 1930) καί τοῦ ἱερομονάχου Ἀθανασίου Σιμωνοπετρίτου, ἐκδόθηκε τό 2005. Ὁ ἅγιος Παχώμιος συνυμνεῖται ἐπίσης στίς Ἀκολουθίες Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Νεομαρτύρων, Πατμίων Ἁγίων, Λαυριωτῶν Ὁσίων, Καυσοκαλυβιτῶν Ὁσίων καθώς καί τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτου, βιογράφου τοῦ Ὁσιομάρτυρος.
ΠΗΓΗ και εδώ

Της Βασίλισσας του Ουρανού η Παράταξη (Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων)


Image may contain: 9 people, people standing

«Τη δευτέρα Κυριακή του Ματθαίου, την μνήμην εορτάζομεν πάντων των Οσίων Πατέρων, των εν Αγίω Όρει του Άθω λαμψάντων».

Όρη ιερά και, άγια υπάρχουν πολλά… Άγιο όρος και θεοβάδιστο, το Σινά. Εκεί δόθηκε από τον ίδιο το Θεό Σαβαώθ ο Νόμος στο δούλο Του τον Μωυσή. Άγιο όρος το Θαβώρ! Εκεί η Μεταμόρφωση του Ιησού υπήρξε για τους Αγίους Αποστόλους μια εμπειρία θεώσεως. Άγιο όρος το Όρος των Ελαιών, απ’ όπου ο Θεάνθρωπος ανελήφθη στους ουρανούς, «ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω» κ.λπ.
 Όμως εμείς όταν μιλάμε για «Άγιον Όρος», εννοούμε «τον αγιώνυμο Άθω, τον νοητό της Θεοτόκου και ωραίο παράδεισο». Το «Περιβόλι της Παναγίας», όπως απλά τον αποκαλούμε. Άθως. Άγιον Όρος, Περιβόλι της Παναγίας! Ένα βουνό και μια χερσόνησος, που έλαβε το όνομα της απ’ αυτό. Ένα τοπίο ελληνικό, αρκετά όμορφο βέβαια, μα όχι και μοναδικό στις φυσικές ομορφιές. Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής, θα μπορούσε να ελκυσθεί ίσως περισσότερο από κάποιες άλλες γωνιές της ελληνικής γης. Κι όμως ο Άθως έχει μια δική του ομορφιά, μυστική, κρυμμένη από τα βέβηλα μάτια εκείνων που ως άφρονες λέγουν «εν τη καρδία αυτών: ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13: 1).

Η ομορφιά αυτή, η απρόσιτη σ’ όσους δεν διαθέτουν τις πνευματικές προϋποθέσεις, οφείλεται στα μυρίπνοα άνθη που άνθισαν στις υπώρειες του. Στα κρίνα τα αειθαλή και πανεύοσμα, που φύτρωσαν στις κοιλάδες του. 

Στα δένδρα του τα ουρανομήκη και ευσκιόφυλλα, που αναβλάστησαν στα παράλιά του.
 Στο χορό, θέλω να πω, των Οσίων, των Ομολογητών, των Ιεραρχών και των Μαρτύρων, που στο διάστημα της υπερχιλιόχρονης χριστιανικής ιστορικής πορείας του ανέδειξε! 
Στα ιερά καρδιοστάλακτα δάκρυα τους! Στους αλάλητους στεναγμούς της καρδιάς τους! 
Στις θεοπειθείς ευχές τους! Στην ισάγγελη πολιτεία τους! Στην καλή ομολογία της Πίστεως! Στα τίμια μαρτυρικά αίματά τους!

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Στο ασκηταριό της ταπείνωσης: ένας Γέροντας μέσα στην βιοπάλη

Έχουμε συνδυάσει τους μεγάλους Γέροντες σχεδόν αποκλειστικά με τα Μοναστήρια, και προπαντός το Άγιον Όρος, μολονότι μεγάλες μορφές κληρικών, ιεροκήρυκες ή και απλά ενοριακοί ιερείς, είναι συχνά ενάρετοι άνθρωποι, πραγματικό φως για το ποίμνιό τους. Θα προσπαθήσω εδώ να σκιαγραφήσω σε αδρές γραμμές την μορφή ενός τέτοιου πατρός, αναφέροντας και λίγες από τις διδαχές του.
Θα διηγηθώ πρώτα πώς ο εν λόγω κληρικός βρέθηκε να διακονεί στην περιοχή μας, ενώ κατάγεται από άλλον τόπο[1]. Μου είπε λοιπόν ο ίδιος ότι αρχικά ήταν ιεροκήρυκας σε ένα πολύ μεγάλο προσκύνημα, από όπου βέβαια περνούσε πολύς κόσμος, και υπήρχε, εννοείται, και η πιθανότητα να προαχθεί βαθμολογικά στην ιεροσύνη. Κάποια μέρα όμως πήγαν και τον συνάντησαν επίτροποι από τον μητροπολιτικό ναό της κωμοπόλεώς μας για να του αναφέρουν ότι «είμαστε ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Και πράγματι, η επαρχία μας δεν είχε τότε ούτε έναν μορφωμένο ιεροκήρυκα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει το κήρυγμα. Επρόκειτο μάλιστα για μια πολύ φτωχή περιοχή, με πολλούς κατοίκους που δεν είχαν καν τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Η θρησκευτική παιδεία ήταν ανύπαρκτη, η εξομολόγηση άγνωστη. Οι πάντες κοινωνούσαν απροετοίμαστοι, «για το καλό». Ακόμη και εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί πίστευαν ότι «χανόμαστε» όταν πεθαίνουμε, ενώ κάποιες γριούλες διηγιόντουσαν ευλαβείς μεν, αλλά παντελώς ανακριβείς θρησκευτικές ιστορίες. Σύντομα μάλιστα εμφανίστηκαν και οι πρώτες αιρέσεις, Πεντηκοστιανοί και Ιεχωβάδες, μέσω των οποίων ο διάβολος άρπαζε ψυχές. Όλα αυτά τα αντιμετώπισε άκρως συστηματικά ο Πατήρ, με ακάματη και ακατάβλητη αγωνιστικότητα.
Θυμάμαι ότι αναλώθηκε κυριολεκτικά περιοδεύοντας όλα τα χωριά για να κηρύξει. Μιλούσε βέβαια στους ναούς, αλλά όταν εμφανίστηκαν οι αιρέσεις, προτιμούσε να ομιλεί στις πλατείες των χωριών για να διαφωτίσει όλο τον κόσμο. Δεν σταματούσε το κήρυγμα μήτε καν αν ξεσπούσε μπόρα, οπότε αναγκαζόταν να κρατά μια ομπρέλα. Έπαιρνε μία προς μία τις κακοδοξίες των αιρετικών, και τις κατέρριπτε με αγιογραφικά εδάφια. Και έτσι, η αίρεση δεν μπόρεσε να βρει πρόσφορο έδαφος για να απλωθεί στον τόπο μας. Ειδικά για τους Ιεχωβάδες, συμβούλευε να μην τους δεχόμαστε στα σπίτια μας, να μην μιλάμε μαζί τους για θεολογικά θέματα, και να τους παραπέμπουμε στους ιερείς μας. Με μέριμνά του, μάλιστα, ήρθαν στην κωμόπολή μας γνωστοί κληρικοί του αντιαιρετικού αγώνα, και πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις με πάρα πολύ κόσμο.