Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Βίος του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα



ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΗΣ ΒΙΡΙΤΣΑ
Ο όσιος Σεραφείμ της Βίριτσα (κατά κόσμον Βασίλειος Μουραβιόβ του Νικολάου) γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1866 (με το παλαιό ημερολόγιο) στο χω­ριό Παχρομέγεβο της περιοχής Ρίμπινσκ, νομού Γιαροσλάβλ. Οι γονείς του Νικόλαος και Χιονία ήταν αγρότες. Το παιδί βαπτίστηκε την 1 Απριλίου του 1866 στο ναό του Χριστού Σωτήρος του χωριού Σπάσσκογε , που βρισκόταν κοντά στο Βαχρομέγεβο. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος...
Μετά τον Βασίλειο στην οικογένεια Μουραβιόβ γεννήθηκαν δύο κορίτσια - η Ελισάβετ το έτος 1871 και η Ευδοκία το έτος 1875. Και τα δύο τους όμως πέ­θαναν πολύ σύντομα, δεν έζησαν ούτε από ένα χρόνο. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1876 πέθανε από φυματίωση ο πατέρας του Βασιλείου και το παιδί έμεινε με την μητέρα του, που και αυτή ήταν άρρωστη. Ο Κύριος όμως δεν άφησε τους δούλους του· μεταξύ των γειτό­νων βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος που δούλευε ως βοηθός εμπόρου στην Αγία Πετρούπολη. Μαζί του ο Βασίλειος πήγε στην πρωτεύουσα όπου άρχισε να ερ­γάζεται και αυτός σ' ένα εμπορικό κατάστημα...
Από παιδί ο Βασίλειος ποθούσε πολύ να γίνει μο­ναχός. Μια μέρα αφού πήρε την άδεια από το αφεντικό του πήγε πρωί πρωί στην Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι με σκοπό να μιλήσει με τον ηγούμενο. Επειδή ήταν νωρίς ο ηγούμενος δεν τον δέχθηκε και οι μοναχοί του πρότειναν να πάει να μιλήσει με έ­ναν γέροντα, μεγαλόσχημο μοναχό. Ο Βασίλειος γο­νάτισε μπροστά του και άρχισε να τον παρακαλά να τον πάρουν στο μοναστήρι για οποιαδήποτε δουλειά. Η απάντηση όμως του διορατικού αυτού γέροντα ή­ταν η εξής: να μείνει στον κόσμο, να κάνει οικογέ­νεια, να θρέψει τα παιδιά του και μετά μαζί με τη σύ­ζυγο να αφιερώσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής στην μοναχική άσκηση. Ο ίδιος ο πατήρ Σεραφείμ μετά από πολλά χρόνια διηγήθηκε αυτή την ιστορία, χωρίς όμως να κάνει γνωστό το όνομα του γέροντα.
Πράος και ταπεινός που ήταν, ο Βασίλειος, δέχθη­κε τα λόγια αυτά στην καρδιά του σαν να ήταν το θέ­λημα του Θεού και προσπαθούσε να εναρμονίσει την ζωή του στην κατεύθυνση που του έδωσε ο Κύριος μέ­σω του πιστού του δούλου.

Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, Προφητείες



Δύο από της Προφητείες του Αγίου Πατρός ημών Σεραφείμ της Βίριτσα
«...θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί αλλά τα χρήματα και τα αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό. Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών. Από την μία θα χρυσώνουν τους τρούλους και θα βάζουν επάνω τους τούς σταυρούς και από την άλλη παντού θα βασιλεύει κακία και ψεύδος. Η αληθινή Εκκλησία πάντα θα διώκεται. Αυτοί που θέλουν να σωθούν, θα σώζονται με τις ασθένειες και τις θλίψεις. Ο τρόπος που θα γίνονται οι διωγμοί θα είναι πολύ πονηρός και θα είναι πολύ δύσκολο κανείς να προβλέψει τους διωγμούς. Φοβερός θα είναι αυτός ο καιρός, λυπάμαι αυτούς που θα ζούνε τότε»
«...θα έλθει εποχή που η διαφθορά και η ακολασία μεταξύ των νέων θα φτάσει σε έσχατο σημείο. Παρθένοι νέοι σχεδόν δεν θα υπάρχουν. Θα βλέπουν την ατιμωρησία τους και θα νομίζουν ότι όλα τους είναι επιτρεπτά για να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους...
Θα τους καλέσει, όμως, ο Θεός και θα καταλάβουν ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν μια τέτοια ζωή και με διάφορους τρόπους θα οδηγηθούν στον Θεό. Σε πολλούς θα υπάρχει τάση προς την ασκητική ζωή. Αυτοί που παλιά ήταν αμαρτωλοί και οινοπότες θα γεμίσουν τις εκκλησίες και θα αισθανθούν μεγάλη δίψα γιά την πνευματική ζωή. Πολλοί θα γίνουν μοναχοί. Θ' ανοίξουν τα μοναστήρια και οι εκκλησίες θα είναι γεμάτες πιστούς. Το ότι σήμερα αμαρτάνουν πολύ, θα τους οδηγήσει σε πιο βαθιά μετάνοια.
Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα
Εκδόσεις "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Στάρετς Ευστράτιος (1788-1855)



Στις αρχές του 19ου αιώνος το μοναστήρι του Γκλινσκ, στη νότια Ρωσία, μεταξύ των πό­λεων Τσερνιγκώφ και Κουρσκ, απέκτησε μεγάλη φήμη για τον αριθμό και την πνευματικότη­τα των πατέρων του.
Η μονή του Γκλινσκ είχε ιδρυθή από τον 16ο αιώνα στο ομώνυμο δάσος[1], στις όχθες του πόταμου Όμπεστ, αλλά κατά τις τρεις πρώτες εκατονταετηρίδες της ζωής της δεν εγνώρισε ιδιαίτερη άνθησι. Το 1817 όμως ανέλαβε την ηγουμενία της ο ονομαστός στάρετς Φιλάρετος (Ντανιλέφσκυ, 1777-1841), γαλουχημένος πνευματικά από τον αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο (†1802) της μονής του Σωφρόνιεφ, μαθητή του μεγάλου οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (1722-1794). Κάτω από την σοφή και θεοφιλή διαποίμανσι του στάρετς Φιλαρέτου, η αδελφότης σύντομα αυξήθηκε αριθμητικά, καλλιεργήθηκε πνευματικά και ανέδειξε σημαντικές ασκητικές προσωπικότητες[2].
Μετά την κοίμησί του (31-3-1841) οι αδελφοί επέλεξαν ως υποψηφίους διαδόχους του τον π. Πορφύριο, πνευματικό, και τον π. Θεοδόσιο, προϊστάμενο της μονής. Κατά θεία οικονομία όμως ο τοπικός επίσκοπος ώρισε ως ηγούμενο τον κτίτορα της μονής Κοτμίζσκυ γέροντα Ευ­στράτιο[3], που εγκαταβίωνε στο Γκλινσκ από το 1820. Έτσι πραγματοποιήθηκε και μια σχε­τική πρόρρησις του στάρετς Φιλαρέτου.
Ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του στάρετς Ευστρατίου μάς είναι γνωστά, πέρα από την παραδεδομένη φήμη του ως αυστηρού και βιαστού ασκητού. Όταν ανέλαβε την ηγουμενία εί­χε ήδη δώδεκα χρόνια που δεν ξάπλωνε σε κρεββάτι. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σε μια καρέκλα. Έμενε σ' ένα φτωχικό κελλί, και δεν διέθετε κανένα προσωπικό αντικείμενο.
Όταν έγινε ηγούμενος, τίποτε δεν άλλαξε τον τρόπο της ζωής του. Αναδείχθηκε σε αντάξιο διάδοχο του προκατόχου του. Επί των ημερών του επεκτάθηκε κτιριακά η μονή, ανεγέρθηκε νέο Καθολικό και αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός τόσο των αδελφών όσο και των προσκυνητών, που κατέφθαναν στο Γκλινσκ για πνευματική ζωογόνησι και παρηγοριά.
Εκοιμήθη την 22 Ιουλίου 1855, σε ηλικία 67 ετών.

Ο Πνευματικός των Σέρβων

π. Γ. Μεταλληνος και Δ. Τσελεγγίδης με Ρουμάνο Γέροντα

Μοναχός Γαλακτίων Ηλίε (1882-1946)



Άγνωστες μορφές του Μοναχισμού
Μοναχός Γαλακτίων Ηλίε
 Μοναστήρι Συχαστρία Νεάμτς (1882-1946)
Ο π. Γαλακτίων προερχόταν από το χωριό ΙΙιπιρίγκ του νόμου Νεάμτς. Από μικρός κοντά στους γονείς του ασχολείτο με την βοσκή των ζώων, διότι απ' αυτά ζούσαν.
Όταν μεγάλωσε, υπηρέτησε στον στρατό και κα¬τόπιν γνωρίσθηκε με τον φημισμένο μοναχό
Αθανάσιο Παβαλούκα, ο οποίος είχε πάει στην μονή Νεάμτς μαζί με τον αδελφό του και τα 300 πρόβατά τους. Με την δική του συμβουλή και ο τσομπάνης Γεώργιος, όπως λεγόταν στο βάπτισμά του, άφησε τα πάντα και επήγε για μοναχός στην Συχαστρία. Εκεί μετά από λίγο διάστημα εκάρη μοναχός με το νέο όνομα Γαλακτίων. Το μοναστήρι του έδωσε το διακόνημα που είχε και στον κόσμο. Έτσι μέχρι τον θάνατό του, επί 25 περίπου χρόνια, ήτο ο τσομπάνης των προβάτων της Μονής του.
Δεν έτρωγε παρά μόνο όταν θα ετελείωνε τον μοναχικό του κανόνα, που ήτο η ανάγνωσις του Ψαλτηρίου και η Παράκλησις της Θεοτόκου. Τετάρτη και Παρασκευή έτρωγε μετά την δύσι του ήλιου. Όταν ο βοηθός του τον ερώτησε, του απήντησε:

Μοναχός Δομέτιος ο κουφός († 1905) - Το Οσιακό τέλος του


Άγνωστες μορφές του Μοναχισμού
Μοναχός Δομέτιος ο κουφός
Μοναστήρι Νεάμτς († 1905)
Έτσι ήτο γνωστός στο μοναστήρι του αυτός ο μοναχός. Είναι αλήθεια ότι δεν άκουε, αλλά ζούσε μέσα στην καρδιά του την αγάπη και την χαρά του Χριστού. Είχε έλθει στο μοναστήρι από μικρός, από το 1850. Τότε δεν είχε καταστραφή η ακοή του.
Το μοναδικό του διακόνημα επί 60 περίπου χρόνια ήτο η φροντίδα του για τα ζώα της Μονής. Καθημερινά μετέφερε τα περισσεύματα των τροφών και τα έδινε στα ζώα του, τα οποία υπεραγαπούσε. Έλεγε αδιάκοπα την προσευχή με τελεία σιωπή και πνευματική ευφροσύνη. Στο κελλί του δεν είχε τίποτε άλλο παρά ένα ράσο, ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας, μία εικόνα της Θεοτόκου και το βιβλίο των Ψαλμών. Δεν είχε κρεβάτι, ούτε στρωσίδια, ούτε τραπέζι, ούτε σκαμνί, ούτε παξιμάδι, ούτε λουκέτο για την πόρτα.
Στα γεράματά του έχασε την ακοή του και οι πατέρες τον ωνόμαζαν «Δομέτιος ο κουφός». Είχε θαυμαστό τέλος. Ας ακούσωμε τον αείμνηστο ηγούμενο της Συχαστρίας π. Ιωαννίκιο Μορόι να μας διηγηθή κάτι σχετικά με το τέλος του, εφ’ όσον παλαιά αυτός ήτο αδελφός της μονής Νεάμτς:
- Πατέρες, ενίοτε πηγαίνω με την σκέωι μου στην μονή Νεάμτς, όπου προ ολίγων ετών έζησε εκεί ένας αξιομνημόνευτος μοναχός, ο Δομέτιος ο κουφός. Τον εβλέπαμε συχνά με τα ξυλοπέδιλα κρεμασμένα στην πλάτη του για να μη τα φθείρη γρήγορα. Επήγαινε τροφή στα μοσχαράκια. Ήτο πάντοτε ειρηνικός και χαρούμενος. Αλλά οι Πατέρες της Μονής δεν τον εκτιμούσαν, αφού αυτός ζούσε πάντοτε με τα ζώα του και συχνά εκοιμόταν κοντά τους! Πολλοί από τους μοναχούς δεν τον εγνώριζαν καθόλου, ούτε ήξεραν το όνομά του, αφού τότε αριθμούντο περί τους 400.
Κάποια ημέρα του φθινοπώρου του 1905, όταν επήγαινα στην εκκλησία, διότι ήμουν τυπικάρης, άκουσα τον ιερομ. π. Γεννάδιο, τον εκκλησιαστικό μας, να λέγη:
-Πατέρες, ο Δομέτιος ο κουφός από τον σταύλο απέθανε. Τον ευρήκαν το πρωί κάτω στο δάπεδο του κελλιού του πεθαμένο. Δεν είχε τίποτε κοντά του, παρά μόνο ένα παλαιό Ωρολόγιο, ένα Ψαλτήριο και μία εικόνα της Παναγίας.