Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Μοναχισμός και αίρεση Π. ΜΩΥΣΗΣ




Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Εισήγηση του Αγιορείτη μοναχού π. Μωυσή στην Ημερίδα "ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ", πού πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2001 στο Ιερό Κοινόβιο Όσιου Νικόδημου.
Αφού ευχαριστήσω θερμά την προ­σκαλούσα φίλη Ιερά Μονή και ταπεινά συγ­χαρώ για την εικοσαετή ανο­δική πορεία της θ' αρχίσω την αφιλόδοξη εισήγηση μου με τη γνωστή αλλά σημαντική διήγηση περί του αββά Αγά­θωνος:
Ακούοντες τινές ότι έχει μεγάλην διάκρισιν, ηθέ­λησαν να τον δοκιμάσωσιν αν οργίζηταν όθεν είπον εις αυτόν
-Σύ είσαι ό Αγαθών; άκούομεν ότι είσαι πόρνος και υπερήφανος.
 Ο δε όσιος είπε:
-Ναι, ούτως έχει η αλήθεια.
Πάλιν είπον
-Σύ είσαι ο Αγαθών, ο φλύαρος και ο κατάλαλος;
Ο δε όσιος απεκρίθη:
-Ναι, εγώ είμαι.
Οι δε πάλιν είπον
-Σύ είσαι ο Αγαθών ο αιρετικός;
 Ο όσιος απεκρίθη:
-Δεν είμαι αιρετικός.
Εκείνοι δε παρεκάλεσαν αυτόν λέγοντες:
-Διατί τας μεν ύβρεις εδέ­χθης, ταύτην όμως δεν εβάστασας;
Απεκρίθη ο Γέρων:
-Εκείνας μεν εδέχθην, διότι είναι όφελος εις την ψυχήν μου, το δε αιρετικός είναι χωρισμός από του Θεού και δια τούτο δεν το εδέχθην.
Οι δε ακούσαντες θαύμασαν την διάκρισιν του και απήλθον ωφεληθέντες.
Δεν θ' αναφερθούμε εδώ στην ευαγγελική απαρχή του αγιοτρόφου μονα­χισμού στην Ιστορία, στους θεσμούς και στην προ­σφορά του. Δεν θ' αντικρούσουμε τη διατηρούμενη πολεμική πολλών κατ' αυτού, την παρεξήγηση, τη μη γνώση του σκοπού του, ακόμη κι ανθρώπων της Εκκλησίας, πού θέλουν να μετατρέψουν τους Μονα­χούς σε απλούς κοινωνικούς εργάτες, να τους χρη­σιμοποιήσουν και να τους εκμεταλλευθούν. Έτσι συμβαίνει το οξύμωρο σχήμα κι ενώ ορισμένοι κατη­γορούν τους μοναχούς ως φυγόκοσμους και φυγό­πονους και μη συνδράμοντες στο ποικίλο έργο της Εκκλησίας π.χ. κατά των αιρέσεων, άλλοι ή και οι ίδιοι «μετά της αυτής οξύτητος και κριτικής καταδι­κάζουν τας εμφανίσεις των μοναχών εις το στάδιο των θεολογικών ή υπέρ των ιερών παραδόσεων γενι­κώς αγώνων, ως έργον μακράν της αποστολής των, ως έκφρασιν υπερήφανου διαθέσεως και φιλοταράχου διαγωγής». Απερίφραστα αμέσως θα πούμε πώς οι κρίσεις αυτές φανερώνουν παχυλή άγνοια του ευαγ­γελίου, της πατερικής διδασκαλίας, της εκκλησιαστι­κής ιστορίας και του συναξαριστή. Δεν ισχύουν για τους μοναχούς οι λόγοι του Αποστόλου Παύλου: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι' επιστολής ημών» και «τας δε βέβηλους κενοφωνίας περιίστασο»;.
Βέβαια θα πρέπει να τονίσουμε στους διάφορους επικριτές μας ότι άλλο είναι η θεολογία, την οποία οι ασκητικοί πατέρες δεν επιτρέπουν στον καθένα μοναχό, και άλλο η απαραίτητη διαφύλαξη των δογμά­των, δηλαδή της ορθοδόξου πίστεως. Η καλή ευαι­σθησία των μοναχών δεν τους κάνει δογματολόγους, αλλά ταπεινούς αγωνιστές υπέρ διασφαλίσεως των δια μακρών αγώνων των αγίων πατέρων ορθώς δογματισθέντων και υπό διαφόρων κατά καιρούς αδαώς αθετουμένων  και μάλιστα εκκλησιαστικών ποιμένων. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει χαρακτη­ριστικά: «Ούτε  τω  θεολογούντι  αρμόζει μετάνοια ούτε τω μετανοούντι θεολογία. Καθόσον γαρ απέχουσιν ανατολαί από δυσμών, κατά τοσούτον υψηλότερα η θεολογία της μετανοίας εστί ...» Όπως και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακας: «Ουκ εγκληθησόμεθα, ω ούτοι, εν εξόδω ψυχής, διατί ου τεθαυματουργήκαμεν, ούδ' ότι ου τεθεολογήκαμεν, ούδ' ότι θεωρητικοί ου γεγόναμεν αλλά λόγον πάντες δώσωμεν τω Θεώ, διότι αδιαλεί­πτως ου πεπενθήκαμεν». Ένα επίσης συνηθισμένο και μάλλον υποκριτικό επιχείρημα είναι το λεγόμενο ότι οι μοναχοί θα πρέ­πει πάντοτε να είναι απόλυτα αφοσιωμένοι στα μονα­χικά τους αυστηρώς καθήκοντα και ιδιαίτερα το της προσευχής. Ουδείς ουδόλως αντιλέγει. Το έργο της προσευχής όμως, το μεγάλο, ωραίο και όντως δυνατό, δεν αναιρεί την έμπρακτη ομολογία στον καλό αγώνα κατά της πονηρής κακοδοξίας. Οι επιτήδειες σοβαροφανείς αυτές ενστάσεις δηλώνουν απουσία του φωτός της διακρίσεως και σαφή παραποίηση της ορθοπραξίας. Το Ευαγγέλιο και οι Πατέρες μας υποχρεώνουν στην ατάραχη κι εγνωσμένη ομολογία όταν η πίστη κινδυνεύει. Πλεονάζει ο συναξαριστής ομολογητών οσίων και είναι πλούσιος ο έπαινος της μητέρας Εκ­κλησίας υπέρ των υπομονετικών, επίμονων, θαρρε­τών και τολμηρών, άφοβων και γενναίων τέκνων της ερήμου. Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει στους πολλούς μοναχούς του: «Έργο δε μοναχού, μηδέ το τυχόν ανέχεστε καινοτομήστε το Ευαγγέλιον, ίνα μη υπόδειγμα τοις λαϊκοίς προτιθέμενοι αιρέσεως και αιρετικής συγκοινωνίας, της υπέρ αυτών απώλειας λόγον υφέξωσι». Και με τον τρόπο αυτό γίνονται οι μοναχοί φως στους λαϊκούς κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος και δεν προδίδουν τον Θεό ησυχάζοντες όταν το κινδύνευον είναι η ορθόδοξη πίστη και γίνο­νται μαχητικοί οι ειρηνικοί και πράοι ασκητές κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Όλοι οι ομολογητές όσιοι υπήρχαν πάντοτε και ασκητές και δεόμενοι, πιστά τέκνα της Εκκλησίας, υπάκουα και πρόθυμα μέχρις αίματος. Οι αγωνιστές «υπέρ του κοινού κτή­ματος του θησαυρού της υγιαινούσης πίστεως», κατά τον Μέγα Βασίλειο δεν διακατέχονταν από ένα στείρο φανατισμό, μία προσκόλληση σε ανούσιους τύπους, ένα ανόητο ζηλωτισμό, ένα καλογερικό πείσμα, ένα νοσηρό φονταμενταλισμό. Οι ομολογητές όσιοι και οι ακόλουθοι τους δεν υπήρξαν αγενείς, αφιλάδελφοι, αφιλάνθρωποι, αφιλόξενοι, γιατί, κι αυτοί οι χαρα­κτηρισμοί δυστυχώς ακούσθηκαν πρόσφατα από επί­σημα χείλη. Η επιμονή των οσίων θεωρείται υπό των ορθολογιστών αδιαλλαξία, η σιωπή τους ως έλλειψη αγάπης, ο λόγος τους αντιδραστικός, απηρχαιωμένος, αρτηριοσκληρωτικός, ασυμβίβαστος υπό των ευγε­νώς χαμογελούντων σύγχρονων οικουμενιστών.
Θεωρούμε επίσης απαραίτητο να αναφέρουμε πώς στον αντιαιρετικό αγώνα των μοναχών υπήρξαν και αρκετές παραλείψεις, συχνές υπερβολές, ανεπίγνωστοι ζηλωτισμοί, αυθαιρεσίες, παραποιήσεις και ασέβειες, πού δυστυχώς συνεχίζονται μέχρι σήμερα κι αποτελούν μελανές ιστορίες του μοναχισμού. Εκτροπή, άμβλυνση και παραχάραξη του. Ο Θεός να μας φυλάει από τις πολλές πλάνες, κι όπως ωραία λέγεται στο Άγιον Όρος: «Να πλανεθείς εύκολο να ξεπλανεθείς δύσκολο». Το πιο λυπηρό είναι να έχουμε ναυάγια στο λιμάνι. Φοβούμενοι κι αγωνιζόμενοι για την αποφυγή τους μακαρίζουμε κι ευγνωμονούμε θερμά τους οσίους πού αποτελούν τους οικουμενι­κούς διδασκάλους, τους καθηγητές της ερήμου, τους οσιομάρτυρες ομολογητές,  τους φωτοδότες νηπτικούς συγγραφείς, τους λάτρεις της Αλήθειας.
Η αίρεση αποτελεί παραποίηση της Αλήθειας, υποκειμενική, εγωιστική ερμηνεία ανθρώπων αταπείνωτων, φιλόδοξν, νοσηρών, συγχυσμένων και ταλαίπωρων. Ο Μέγας Αντώνιος σε όραμα προείδε τους Αρειανούς ως κτήνη λακτίζοντα την αγία Τράπεζα. Στο θαυμάσιο βίο του, πού έγραψε ο Μ. Αθανάσιος, παρουσιάζεται ως ιεραπόστολος και ιε­ροκήρυκας, πού άφησε την ησυχία της ερήμου και κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενισχύσει το λαό του Θεού από τη μάστιγα του αρειανισμού. Αναφέ­ρεται μάλιστα πώς στους «αιρετικούς μίλησε φιλι­κώς, παρά μόνον τόσον, όσον να νουθέτηση αυτούς να επιστρέψουν εις την ευσέβειαν, θεωρών και διδά­σκων την φιλία και ομιλία με αυτούς ως βλάβη και απώλεια ψυχής». Αυτά είπε προς τους μαθητές και λίγο προ του μακαρίου τέλους του και αυτή ήταν η στάση όλων των μοναχών της εποχής του προς τους αιρετικούς. Οι μοναχοί ακολουθούσαν τον Μ. Αθα­νάσιο και ενισχύονταν από αυτόν. Τη στάση έναντι των αιρετικών πού είχε ό Μ. Αντώνιος είχαν και οι άγιοι Μ. Παχώμιος και Μακάριος ο Αιγύπτιος μετά των μαθητών τους.
Ο όσιος   Ιουλιανός δια προσευχών και διδασκαλιών εμψύ­χωσε τους Ορθοδόξους κατά των ετεροδιδασκαλιών, ο όσιος Αφραάτης άφησε τον έγκλειστο βίο για να κηρύξει στους πιστούς τα Ορθό­δοξα δόγματα, πού παρερμήνευαν οι Αρειανοί και ο όσιος Ισαάκιος - της Μονής Δαλμάτων δεν δίστασε να ελέγξει  και τον αυτοκράτορα Ουάλεντα για τον επη­ρεασμό του από τον   Αρειανισμό. Ο κατανυκτικός όσιος Εφραίμ ο Σύρος υπήρξε αυστηρός ασκητής και ελεγκτής των αιρετικών Απολλιναρίου, Μάνητος, Βαρδησάνη και Μαρκίωνος.
Από τους πρώτους πού αντέδρασαν στην αιρετική  νόσο του νεστοριανισμού  ήταν  ο ηγούμενος των Ρουφιανών Κωνσταντινουπό­λεως όσιος Υπάτιος, ο όποιος δεν δίστασε να αντικρούσει σθεναρές απειλές και τιμωρίες πολιτικών και εκκλησιαστικών αρχόντων. Τον μονοφυσιτισμό έγκαιρα καταδίκασαν απτόητοι οι όσιοι Μ. Ευθύμιος, Γελάσιος, Συμεών ό Στυλίτης, Ιωάννης Κολωνίας, Σάββας ο Ηγιασμένος και Μ. Θεοδόσιος, δίχως να δειλιάσουν    στις απειλές,  κάμνοντας πορείες και μακρές συζητήσεις μετά των υπευθύνων, ακολουθούμενοι υπό χιλιά­δων μοναχών.
Τον ωριγενισμό καταδίκασαν νωρίς οι όσιοι Μ. Παχώμιος, Σάββας ο Ηγιασμένος, Ιωάννης Κολωνίας, Κυριάκος ο Ανα­χωρητής, αββάς Βαρσανούφιος και Μάξιμος ο Ομολογητής, ο όποιος αναδείχθηκε και κύριος πολεμιστής του μονοθελητισμού, συνοδευόμενος υπό πολλών μοναχών, υπομείνας κακουχίες πολλές, μαρτύρια και εξορίες. Η Ορθόδοξη χριστολογία εξαρτήθηκε από την αλύγιστη σταθερότητα ενός μοναχού, του οσίου Μαξίμου, πού του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει άλλο για την ελευθερία, την αγάπη, την αγιότητα.
Ο μοντερνισμός και η εκκοσμίκευση ήταν μάλλον οι αρχές της πολύχρονης ταραχής της εικονομαχίας. Μεταξύ των μεταρρυθμίσεων αναφέρονται η συντόμευση της Θ. Λειτουρ­γίας, η κατάργηση αγρυπνιών και άλλων ιερών ακολουθιών, νηστειών και εορτών, η απλοποίηση της διατροφής τών μονα­χών, η δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας, ό περιορι­σμός κούρων και χειροτονιών, η  εκλογή των επισκόπων να κυρώνεται από το αυτοκρατορικό συμβούλιο. Οι εικονομάχοι κύριους αντίπαλους είχαν τους μοναχούς, πού νωρίς και θαρρειά στηλίτευσαν την καινοτομία. Πρόμαχοι αυτών οι όσιοι Ιωάννης ό Δαμασκηνός και Θεόδωρος ο Στουδίτης, οι οποίοι υπέστησαν τα πάνδεινα απτόητοι. Ο αυτοκράτορας Κωνστα­ντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος γνωρίζοντας το έργο των Μονών διέταξε την κατάργηση τους και τη δίωξη των μόνιμων οικητόρων τους, πιέζοντας τους να ακολουθήσουν τον έγγαμο βίο. Δίκαια οι ιστορικοί ονομάζουν την περίοδο μοναχομαχία. Οι όσιοι Στέφανος ο Νέος, Στέφανος ο Σαββαϊτης, Ανδρέας ο εν Κρίσει, Θεόφιλος, Προκόπιος και Βασίλειος υποστήρι­ξαν την ορθή τιμή και προσκύνηση των αγίων εικόνων κατά την πρώτη εικονομαχική περίοδο με πολλές περιπέτειες και μεγάλα μαρτύρια. Και κατά τη δεύτερη εικονομαχική περίοδο πλήθος ηγουμένων και μοναχών διώχθηκαν και μαρτύρησαν για την ορθή πίστη.
Η δεύτερη χριστιανική χιλιετία, μετά την οριστικοποίηση του σχίσματος του 1054, τυγχάνει για τον Ορθόδοξο μοναχισμό πλήρως αντιλατινική, λόγω του υπόπτου και ύπουλου  επεκτατισμού του Παπισμού. Η Δύση συνεχώς παραποιεί την Ορθόδοξη παράδοση και αλώνει την Ορθόδοξη Ανατολή με τις σταυ­ροφορίες. Από τους πρώτους οσιομάρτυρες της παπικής θηριωδίας ήσαν οι 13 όσιοι της Μονής Καντάρας της Κύπρου. Παπικοί ανα­φέρουν πώς στα σχέδια τους για την ψευδή ένωση των Εκκλησιών και την καθυπόταξη της Ορθοδοξίας στον Παπισμό κατά τους τελευταί­ους αιώνες του Βυζαντίου ήσαν οι μοναχοί, οι όποιοι επηρέαζαν ισχυρά τον λαό. Στους Λατινόφρονες της Κωνσταντινουπόλεως οι Αγιο­ρείτες μοναχοί απάντησαν ευθαρσώς, και μετά τη Σύνοδο της Λυώνος (1274), οπού αντιστάθηκαν σθεναρά στα λατινικά δόγματα και την πίστη τους υπέγραψαν με  αίμα Καρυώτες, Ιβηρίτες, Βατοπαιδινοί, Ζωγραφίτες καί Ξενοφωντινοί μοναχοί. Μεγάλος αντίπαλος της ψευδοσυνόδου της Λυώνος είναι και ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης, ο όποιος άφησε την ησυχία και ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να καυτηριάσει τα καινοφανή δόγματα των Λατίνων και για αυτό να εξοριστεί και να του κοπεί η γλώσσα. Στη φυλακή έγραψε το σπουδαίο αντιλατινικό έργο του «ΑλφαβηταλφάΒητος».
Ένας πλανεμένος μοναχός, Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ανεδεί­χθη πολέμιος του ησυχασμού του 14ου αιώνος. Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς μπροστά στον κίνδυνο αφήνει την αθωνική ησυχία και με το βαρύ του πνευματικό οπλισμό κατατροπώνει την κακοδοξία και αποστομώνει τον αιρετικό και τους ακο­λούθους του, πού φτάνουν μέχρι τις ήμερες μας, και το χειρότερο, ορισμένοι βρίσκονται και εντός των Ορθοδόξων τειχών, αφού αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοή­σουν ότι ο προσευχόμενος αγωνιστής μετέχει των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Ο θεόπτης θεολόγος Αγιο­ρείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκφράζοντας αριστοτεχνικά την αγιορείτικη παράδοση περί του ακτίστου φωτός κατετρόπωνε τους δυτικόφρονες, σχολαστικιστές, ουμανιστές κι ορθολογιστές, και το έργο του αποτε­λεί πολύτιμη παρακαταθήκη. Η προ­σφορά του παρεξηγήθηκε και δεν κατενοήθη απ' όλους, ώστε σύγχρο­νοι του επίσκοποι ακόμη και να τον φυλακίσουν παρασυρό­μενοι από τους αιρετικούς. Κλείνουμε την παράγραφο αυτή λέγοντας πώς αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο ίσως να είμασταν όλοι ουνίτες, για αυτό και οι Λατίνοι μισούν τόσο πολύ τον άγιο. Το πλήθος των μοναχών ήσαν παλαμιστές.
Την περίοδο της τουρκοκρατίας οι μοναχοί εργάσθηκαν σθεναρά να βαστηχτούν τα πόδια του έθνους: η γλώσσα κι η θρησκεία και ν' αντιμετωπίσουν τους λυμαινόμενους αιρετι­κούς, κυρίως τους παπικούς. Το αποδεδειγμένα γνήσια ανα­γεννητικό αγιορείτικο κίνημα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων εργάσθηκε για την εμψύχωση του λαού και την αντίκρουση των ετεροδιδασκαλιών. Σήμερα η παναίρεση του Οικουμενι­σμού, κατά τον γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, και τα κύματα του μοντερνισμού, πού καλούνται εκκοσμίκευση, κατά τον Γέρο­ντα Γεώργιο Γρηγοριάτη, απειλούν υποχθόνια την Ορθο­δοξία. Μόνο εδραιωμένος ο μοναχισμός στους αρχαίους μοναχικούς θεσμούς και αφοσιωμένος ο παρθένος, ακτήμων και υπάκουος μοναχός στο μόνιμο έργο της προσευχής και της ασκήσεως, θα έχει την πανοπλία του πνεύματος, γι να διατηρήσει ακραιφνή κι άβατο τον μοναχισμό από αλλότρια ήθη και να είναι η πέτρα της πίστεως η απαρασάλευτη στην αγιοτρόφο, μαρτυρική και ομολογιακή παράδοση. Γιατί αν παρασυρθούμε κι εμείς από αγαπολογίες, υποχωρήσεις κολακείες και χορηγίες, χαμόγελα, συγκρητισμούς, οπισθοχωρήσεις, ένοχες ανοχές και παραχαράξεις, ο κίνδυνος θα είναι μεγάλος. Η αντίσταση δεν θα πρέπει να είναι αντίδραση, ο λόγος να είναι τόσο ισχυρός όσο και νηφάλιος, η σιωπή διακριτική, η αγωνία καλή και όχι αγχώδης, διαφορετικά θα εγκλεισθούμε σε ένα νευρικό, επιπόλαιο, ταραγμένο, αψυχολόγητο κι ανεπίτρεπτο ζηλωτισμό, που θα είναι λανθασμένος, αφού δεν θα έχει τα στοιχεία της ειρήνης κα της ευλογίας των πιστών και ταπεινών, έστω κι αν είναι λίγοι καταφρονεμένοι, κατηγορούμενοι και μη χειροκροτούμενοι. Ο μοναχισμός θα ξαναπολεμηθεί, καλούμεθα να υπομείνουμε προσευχητικά και γενναία ετοιμάζοντας τα δυνατά όπλα του πνεύματος. Το κυρίως ελλείπων είναι η αγιότητα και αυτή θα σώσει από την αλλοτρίωση τον κόσμο. Εύχεστε

Εκκλησία και πολιτεία, του Αγιορείτη μοναχού Μωυσή



Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Οι δυσκολίες των καιρών θα μπορούσαν να οδηγήσουν την πολιτεία στην υποστήριξη θεσμών ιερών, όπως είναι η ορθόδοξη εκκλησία, της οποίας αναγνωρίζουν επιφυλακτικά μόνο το φιλανθρωπικό έργο.
Η εκκλησία έχει δύναμη να ενώνει, να εμπνέει, να παρηγορεί, να δίνει ελπίδα. Εντούτοις συχνά πυκνά τη χτυπούν και θέλουν να την απαξιώσουν. Η εκκλησία βεβαίως δεν φοβάται διόλου τον πόλεμο. Πολεμούμενη νικά, κατά τον ιερό Χρυσόστομο. Είναι η εκκλησία των μαρτύρων, των ομολογητών, των οσίων, των αγωνιστών. Η πολεμική αυτή υπήρχε πάντοτε, σήμερα όμως έχει ενταθεί. Η εκκλησία είναι το φως και η αλήθεια. Δεν την επηρεάζει το σκοτάδι και το ψέμα.
Η εκκλησία, το Άγιον Όρος, οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι πιστοί δεν θα πρέπει συνεχώς να έχουν μια αμυντική θέση, έναν φόβο, μια ηττοπάθεια. Η εκκλησία παντού και πάντοτε θα πρέπει να ομολογεί την αλήθεια, να κηρύττει Χριστό Σταυροαναστηθέντα, να προσφέρει θάρρος, ελπίδα και αισιοδοξία. Ο λόγος να έχει εμπειρία και βίωμα. Ο βίος καθαρότητα και ανυποκρισία ώστε να επηρεάζει. Στον πόλεμο δεν απαντάμε με πόλεμο, ούτε στο κακό με κακό. Ο αγώνας μάς δοκιμάζει, μας ωριμάζει, μας καλλιεργεί, μας ωραιοποιεί. Ποτέ η εκκλησία δεν θα χρησιμοποιήσει κοσμικά μέσα για να επιβληθεί. Μερικές φορές διδάσκει με το παράδειγμα, τη διακριτική σιωπή, τον νηφάλιο λόγο, τις πράξεις και τα έργα, και όχι με τα παχιά και βροντώδη λόγια.
Η πονεμένη πατρίδα μας, η ηρωική Ελλάδα, έχει μεγάλη ανάγκη από ουσιαστικές κοινωνικές και πνευματικές αλλαγές. Μόνο έτσι θα μπορεί να εμποδιστεί η κάθε χρεοκοπία που τόσο ταλαιπωρεί. Η κατάσταση έχει φτάσει σε όρια τραγικά.
Άνθρωποι παραμιλούν, έχουν χάσει τον ύπνο τους, παιδάκια λιποθυμούν από πείνα, νέοι αυτοκτονούν. Δεν φτάνει η εκκλησία να μοιράζει χιλιάδες πιάτα φαγητό.
Δυστυχώς υπάρχει σοβαρή έλλειψη παιδείας από υποτίθεται υπεύθυνους ανθρώπους, που κινούνται δίχως υψηλούς στόχους και οράματα. Άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά δίχως έμπνευση, φιλότιμο και μεράκι. Όλοι αυτοί που θα μπορούσαν να ανακόψουν την εξαθλίωση του τόπου μας και των ταλαίπωρων ανθρώπων.
Όπως λέει εύστοχα (εδώ) σύγχρονος αγιορείτης ηγούμενος, «στο επίπεδο της εθνικής και κοινωνικής συνοχής, της θυσίας και της προσφοράς, η εκκλησία θα είχε διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο, εάν η πολιτεία δεν ήταν τόσο στενόκαρδη και κοντόφθαλμη στην αξιοποίηση του δυναμικού της εκκλησίας». Πράγματι αυτή η επιφυλακτικότητα της πολιτείας έναντι της εκκλησίας είναι λίαν λυπηρή. Η κρίση είναι πρώτιστα πνευματική. Έτσι είναι απαραίτητη η συμβολή της εκκλησίας.
Δυστυχώς η απερίσκεπτη απόρριψη των ηθικών και παραδοσιακών αξιών μας είχε σοβαρές συνέπειες. Αλληθωρισμός προς τα ξένα, μιμητισμός προς τα αλλότρια, στροφή προς τα θολά, δεν φέρνουν καλό. Πληγωθήκαμε από το ανίερο, το μοντέρνο, το ξένο. Οι παραδοσιακές αξίες είναι γερές βάσεις, ισχυρά θεμέλια, δυνατή ενέργεια.
Η επικράτηση του ευδαιμονισμού, η νάρκωση της καλοπέρασης, η επίδραση της εκκοσμίκευσης, η όξυνση του νεοπλουτισμού, η έξαρση της διασκέδασης, η φλεγμονή της ηδονοθηρίας, τορπίλισαν την υγεία της κοινωνίας. Την έθεσαν στο κρεβάτι του πόνου και της δυστυχίας. Θέλησε ο Νεοέλληνας να ζήσει δίχως Θεό. Νόμισε πως μπορεί να ζήσει δίχως καρδιά. Δίχως Θεό η ζωή είναι άχαρη, θολή, σκοτεινή, μαύρη. Ο Θεός χαρίζει απλόχερα ειρήνη, χαρά, ευλογία, ισορροπία, απλότητα, εγκράτεια, ταπείνωση και υπομονή.
........Μόνο ένας αληθινός χριστιανός μπορεί να είναι ικανοποιημένος στα λίγα, τα λιτά, τα απαραίτητα. Χαίρεται να σέβεται, να τιμά. Να βοηθά, να συνομιλεί ευγενικά.
........Η εκκλησία έχει παράδοση φιλανθρωπίας, φιλαδελφίας και φιλοτεκνίας. Σέβεται και τιμά το κάθε πρόσωπο ως μοναδικό, ιερό και ανεπανάληπτο. Ο ατομισμός, η ιδιοτέλεια, η έπαρση, το συμφέρον και η υποκρισία είναι αδύνατον να ανήκουν σε ένα πιστό τέκνο της εκκλησίας. Η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα, η ενότητα είναι το γλυκό κρασί που χαρίζει «νηφάλια μέθη» στους πιστούς. Οι μακράν γεύονται πικρά ποτά, αποτελέσματα των αυθαίρετων επιλογών τους. Είναι καιρός ακόμη η πολιτεία να δει ανεπιφύλακτα την εκκλησία. Σήμερα, που τόσο μεγάλη είναι η ανάγκη της αλληλοβοήθειας και της συνοχής, για τη διατήρηση βασικών αξιών. Είναι απαραίτητη η εκατέρωθεν γνήσια εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια και ομοψυχία. Η μικρή Ελλάδα μπορεί ξανά να μεγαλουργήσει με τη συμφιλίωση. Η Εκκλησία καλεί σε ενότητα τους πάντες. Είναι πολυτέλεια οι ιδιοτροπίες, οι διαχωρισμοί, οι αντιπαλότητες και οι γκρίνιες. Μη και η εκκλησία γίνει κόμματα με περίεργες αντιφάσεις. Εκκλησία και πολιτεία, ιδιαίτερα σήμερα, μπορούν και πρέπει άμεσα να συνεργαστούν, να συγκλίνουν, να συμφωνήσουν. Ο πολιτισμός, η πίστη και η αγάπη θα δημιουργήσουν ισχυρό τείχος για ανάπτυξη και πραγματική πρόοδο.

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης: «Την πάνσεπτον εγκράτειαν εναρξώμεθα φαιδρώς»



Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Ή περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι κυρίως περίοδος οδύνης καί πένθους. Και παρότι ό σημερινός άνθρωπος δεν θέλει καθόλου να πονά και να πενθεί είναι ο πιο πονεμένος και ό πιο σκυθρωπός. Ή περίοδος αυτή αυτό ακριβώς θέλει να μας προσφέρει την όντως ηδονή της εν Θεώ ζωής καί την ελευθερία της αθάνατης ζωής, τη διάβαση μας, το Πάσχα το δικό μας, πού θα έλθει όμως με την κατάνυψη, την περισυλλογή, την αυτομεμψία, τη νήψη και τη μετάνοια.
Το πνεύμα της Αγίας Τεσσαρακοστής δεν είναι απλώς ή αποχή μερικών βρωμάτων. Από αυτήν την παρεξήγηση θέλει να μας απαλλάξει καί η ίερή υμνολογία της περιόδου αυτής, όταν μας καλεί την πάνσεπτον έγκράτειαν έναρξώμεθα φαίδρώς. 
Όταν μας θέλει να προσλάβουμε αγάπης την λαμπρότητα, προσευχής την αστραπήν, άγνείας καθαρότητα, ευανδρείας την ίσχύν. Επίσης να προσέξουμε μήπως βρωμάτων νηστεύουσα ψυχήν μου, και παθών μη καθα­ρεύουσα, μάτην έπαγάλλη τη άτροφίη.
Ιδιαίτερα ή περίοδος αυτή είναι υπόμνηση και ώθηση για τους αργούς, περίεργους,φίλαρχους καί άργολόγους, αλλά και για τους ράθυμους, εμπαθείς κι όλους εκείνους που έχουν αποκάμει στον αγώνα της ζωής. Είναι μια παρακίνηση για πνευματική αφύπνιση, για αναζωογόνηση της ψυχής, που θα επανορθώσει τα λάθη του παρελθόντος καί θ'ανασυγκροτή­σει τίς δυνάμεις της ψυχής.
Σταυρώσωμεν, λοιπόν αδελφοί, τα μέλη δί' εγκράτειας, νήψωμεν εις προσευχάς ώστε να καθαρθώμεν τάς αισθήσεις καί όψόμεθα τω άπροσίτω φωτί της Αναστάσεως...


- Ορθόδοξη πίστη και ζωή Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης



Η πίστη δεν είναι κάποια αόριστη και αφηρημένη θεωρία, μια ωραία ιδεολογία και μια συμφέρουσα θρησκευτική άποψη. Η ορθόδοξη πίστη είναι βίωμα, ήθος, τρόπος ζωής και υπάρξεως.
Πίστη σημαίνει η ζωή του Χριστού να γίνει ζωή μου. Θα καταθέσω τη σκέψη μου ως ένας απλός πιστός, ένας ταπεινός μοναχός, ένας ειλικρινής άνθρωπος.
Η σύνδεση με τον Χριστό μας οδηγεί σε όλη την αλήθεια. Ο μεγάλος Θεός γίνεται μικρός, προσφιλής και οικείος, για να χωρέσει στον νου και στην καρδιά μας. Ο άνθρωπος από άτομο γίνεται πρόσωπο αγαπώντας ανιδιοτελώς και θυσιαστικώς. Η ηθική ζωή συνίσταται στην ελεύθερη τήρηση των ευαγγελικών αρετών. 
Στην αγαθοεργία και την παθοκτονία. Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, έστω και αν παραστράτησε και αιχμαλωτίστηκε, διατηρεί τη μοναδικότητα και ιερότητα του «κατ’ εικόνα». Κάθε άνθρωπος με τη συνείδησή του έχει πνοή Θεού μέσα του και ως εκ τούτου είναι αξιότιμος αξιοσέβαστος και αξιοπρόσεκτος. Αξίζει τη συμπάθειά μας. Η τιμή και η αγάπη δεν θα πρέπει να ανήκει μόνο στους μεγάλους, τους κατέχοντες, τους νέους, τους ωραίους, τους ευφυείς και ηθικούς, αλλά και στους διανοητικώς και σωματικώς ανάπηρους, τους υπέργηρους, τους ανήμπορους και τους άσημους φτωχούς.
Η ορθόδοξη πίστη κάνει τον άνθρωπο να μην απελπίζεται ποτέ. Μάλιστα τον οδηγεί στη δωρεά, στην ευεργεσία, στη φιλανθρωπία, στη συμπαράσταση και στην ανακούφιση. Βλέποντας ο πιστός στο πρόσωπο του άλλου τον Χριστό γίνεται πιο ανεκτικός, πιο επιεικής, πιο φιλικός, πιο συγκαταβατικός, πιο συγχωρητικός και υποχωρητικός. Η Ορθοδοξία δεν αντιμάχεται την επιστήμη. Τον επιστήμονα όμως τον θέλει σεμνό, ταπεινό, ήπιο και καλοκάγαθο. Δεν τον θέλει αυθάδη, αντάρτη, αυθαίρετο, ασεβή και αρνησίθεο. Όσους δεν πιστεύουν δεν θα πρέπει να τους βλέπουμε με την άκρη του ματιού μας βιαστικά. Κάποιον πόνο μεγάλο έχουν, κάποια αντίδραση, κάτι που δεν τους αφήνει να εκφραστούν εγκάρδια.
Η υπερηφάνεια θα πρέπει να είναι άγνωστη στον γνήσιο ορθόδοξο πιστό. Η υπερηφάνεια αύξησε τις ψυχικές διαταραχές, τα άγχη, τις θλίψεις, τις απογοητεύσεις, τις καχυποψίες, τις φαντασίες, τις απομονώσεις και τις ταραχές.
Έτσι ανικανοποίητος και ανισόρροπος ταλαιπωρείται ο ίδιος και ταλαιπωρεί και τους άλλους. Ο πιστός Χριστιανός έχει τη γλυκιά χαρά της ταπεινώσεως και ικανοποιείται παντού και πάντοτε. Ο ενστερνισμός της παραμελημένης αγίας ταπεινώσεως θα εξισορροπήσει και θα ανορθώσει τον πεσμένο άνθρωπο.
Θα πρέπει η ορθόδοξη πίστη να μεταποιηθεί και εκσυγχρονιστεί για να ικανοποιήσει τους σύγχρονους ανθρώπους; Πιστεύουμε ακράδαντα όχι. Ο Χριστός επανερχόμενος στον κόσμο θα έλεγε τα ίδια πράγματα. Η καρδιά του ανθρώπου πάντα ζητά την αλήθεια. Αυτή την αλήθεια καλούμαστε να προσφέρουμε με περισσή αγάπη. Οι εκπτώσεις εδώ δεν ωφελούν, όπως και τα δυσβάστακτα φορτία. Δεν θα αυξήσουμε τους ακόλουθούς μας με το να τους χαϊδεύουμε τα αυτιά.
Σκοπός μας δεν είναι να δημιουργήσουμε οπαδούς που θα μας χειροκροτούν και επιδοκιμάζουν. Το κυρίως ζητούμενο είναι η αγιότητα. Η αγιότητα θα σώσει τον κόσμο. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να γεννά και σήμερα αγίους.
Καλούμαστε, αγαπητοί μου, να βιώσουμε, να δοξάσουμε και να εμπνεύσουμε την αγιότητα. Η απόκτηση της αγιότητας δεν είναι προς αύξηση των μετοχών μας προς την επαινοθηρία, αλλά από μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και προς τη δόξα του. Από φιλότιμο και αγώνα για μια ζωή ενάρετη, ευχάριστη, ησύχια και ελεύθερη. Πηγή του αγιασμού είναι ο Πανάγαθος Θεός, που αποτελεί τη μοναδική αυτοαγιότητα.
Μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορούμε να φθάσουμε στην αγιότητα. Η ανεξαρτητοποιημένη αυτοθέωση είναι άγνωστη στην ορθόδοξη πνευματική ζωή.
Όπως και άλλοτε έχουμε πει ο κύριος λόγος της υπάρξέώς μας είναι η συνάντηση με τον Θεό. Η πορεία μας προς τον αγιασμό δεν είναι μία καθαρά ιδιωτική υπόθεση.
 Υπάρχει μέσα στο σώμα της Εκκλησίας και στην ορθόδοξη παράδοση. Επηρεάζει η κίνησή μας αυτή και τους γύρω μας, τους οποίους βοηθάμε καλύτερα με το παράδειγμα. Γινόμαστε τότε πιο συγκαταβατικοί, πιο συνεννοήσιμοι, πιο ευχάριστοι. Η αλήθεια να ομολογείται άφοβα πάντοτε, αλλά χαμηλόφωνα, τεκμηριωμένα, ήπια.
Η ορθόδοξη πίστη μας οδηγεί στην προσευχή για τους άλλους, στο να δίνουμε παρά να παίρνουμε, να χαιρόμαστε στη χαρά του άλλου, να λυπούμαστε στη λύπη του, να σκεπτόμαστε τον αιώνιο προορισμό μας, να μάθουμε να υπομένουμε, να ελπίζουμε, να εγκρατευόμαστε και να χαιρόμαστε την απλότητα και τη λιτότητα.
Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 19 Φεβρουαρίου 2011

Οι σύγχρονοι Άγιοι και Γέροντες της Ορθοδοξίας για τον Οικουμενισμό


image1.jpg

Σύγχρονοι Γέροντες και Οικουμενισμός
Οι Άγιοι ως φορείς του Αγίου Πνεύματος είναι οι γνήσιοι εκφραστές του θείου θελήματος. Πάντοτε η Εκκλησία βασίζεται στους λόγους Τους και στο παράδειγμά Τους ώστε η πορεία Της να είναι ορθή. Η μελέτη των κειμένων και των θέσεών τους κρίνεται απαραίτητη. Ιδιαιτέρας σημασίας θεωρούμε τις απόψεις συγχρόνων Οσίων Πατέρων για το φλέγον θέμα της παναιρέσεως του «Οικουμενισμού». Τα λόγια τους είναι ξεκάθαρα και αναφέρονται ακριβώς για αυτό το θέμα σ' αυτήν την εποχή, έτσι δεν είναι δυνατόν να παρερμηνευθούν κατά την βούληση του καθενός. Νομίζουμε πως κάθε υγιής Χριστιανός οφείλει να Τους ακολουθήσει.
Γέρων Παΐσιος o Αγιορείτης
Οικουμενισμός, και κοινή αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους. Αυτά είναι σχέδια διαβόλων. Οι Σιωνιστές ετοιμάζουν κάποιον για Μεσσία.
Είναι και μερικοί που ξεκινούν με καλή διάθεση. Αλλά, όταν μαζεύωνται τι μάγοι, τι πυρολάτρες, τι Προτεστάντες, ένα σωρό - άκρη δεν βρίσκεις -, για να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο, πώς να βοηθήσουν; Ο Θεός να με συγχωρέση, αυτά είναι κουρελούδες του διαβόλου.
Στα θέματα της πίστεως ήταν ακριβής και ασυγκατάβατος. Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία, γι' αυτό δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με πρόσωπα μη ορθόδοξα. Τόνιζε: «Για να συμπροσευχηθούμε με κάποιον, πρέπει να συμφωνούμε στην πίστη». Διέκοπτε τις σχέσεις του ή απέφευγε να δη κληρικούς που συμμετείχαν σε κοινές προσευχές με ετεροδόξους. Τα «μυστήρια» των ετεροδόξων δεν τα αναγνώριζε.
Καταπολέμησε τον οικουμενισμό και μιλούσε για το μεγαλείο και την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας,
Για ένα διάστημα είχε διακόψει, μαζί με όλο σχεδόν το υπόλοιπο Άγιον Όρος, το μνημόσυνο του πατριάρχου Αθηναγόρα για τα επικίνδυνα ανοίγματά του προς τους Ρωμαιοκαθολικούς. Αλλά το έκανε με πόνο: «Κάνω προσευχή», είπε σε κάποιον, «για να κόβη ο Θεός μέρες από μένα και να τις δίνη στον πατριάρχη Αθηναγόρα, για να ολοκληρώση την μετάνοιά του». Για τους Αντιχαλκηδονίους (μονοφυσίτες) είπε: «Αυτοί δεν λένε ότι δεν κατάλαβαν τους αγίους Πατέρες, αλλ' ότι οι άγιοι Πατέρες δεν τους κατάλαβαν. Δηλαδή σαν να έχουν αυτοί δίκαιο και τους παρεξηγήσανε». Χαρακτήρισε ως βλασφημία κατά των αγίων Πατέρων την προτεινόμενη κάθαρση των Λειτουργικών βιβλίων από τον χαρακτηρισμό του αιρετικού για τον Διόσκορο και Σεβήρο. Είπε: «Τόσοι άγιοι Πατέρες που είχαν θείο φωτισμό και ήταν σύγχρονοι δεν τους κατάλαβαν και τους παρεξήγησαν, και ερχόμαστε εμείς μετά από τόσους αιώνες να διορθώσουμε τους αγίους Πατέρες; Αλλά και το θαύμα της αγίας Ευφημίας δεν το υπολογίζουν; Και αυτή παρεξήγησε τον τόμο των αιρετικών;».
Ο διάβολος έχει τρία πλοκάμια. Για τους φτωχούς τον κουμμουνισμό, για τους πιστούς τον οικουμενισμό και για τους πλουσίους την μασσωνία.
******
Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευσαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: "Όχι μόνο με αιρετικό αλλά και με Βουδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μία παρουσία". Τί παρουσία; Τα λύνουν όλα με την λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα.
Μερικοί από τους Ορθοδόξους που έχουν ελαφρότητα και θέλουν να κάνουν προβολή, "Ιεραποστολή", συγκαλούν συνέδρια με ετεροδόξους, για να γίνεται ντόρος και νομίζουν ότι θα προβάλουν έτσι την Ορθοδοξία, με το να γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα με τους κακοδόξους.
Εκ του βιβλίου  
«Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο»
Έκδοση: Ιερού  Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστού Ιωάννου του  Θεολόγου» της Σουρωτής Θεσσαλονίκης.
*******
Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνω­ρίσει, δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότη­τα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν, διότι δεν Τον έχουν αγαπήσει.
Θα ήθελα να παρακαλέσω θερμά όλους τους φιλενωτικούς αδελφούς μας: Επειδή το θέμα της ενώσεως των Εκκλησιών είναι κάτι το πνευματικόν και ανάγκην έ­χουμε πνευματικής αγάπης, ας το αφήσουμε σε αυτούς που αγαπήσανε πολύ τον Θεόν και είναι θεολόγοι, σαν τους Πατέρας της Εκκλησίας, και όχι νομολόγοι, που προσφέρανε και προσφέρουν ολόκληρο τον εαυτόν τους εις την διακονίαν της Εκκλησίας (αντί μεγάλης λαμπά­δας), τους οποίους άναψε το πύρ της αγάπης του Θεού και όχι ο αναπτήρας του νεωκόρου. Ας γνωρίζωμεν ότι δεν υπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, αλλά και πνευματι­κοί. Επομένως, η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί να αντιμετωπισθή με συνεταιρισμόν αμαρτωλών (διότι διπλήν οργήν θα λάβωμεν), αλλά με μετάνοιαν και τήρησιν των εντολών του Κυρίου.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗ­ΤΩΝ Γέροντας ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, τόμ. Α', έκδ. Γ', σελ. 508 του κ. Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου).
Αγιορείτες Πατέρες
… αποκηρύσσομεν τα τοιαύτα φιλενωτικά συνθήματα και φιλενωτικάς τάσεις και μένομεν στερεοί και ακλόνητοι εις την Ορθόδοξον ημών Πίστην, ακολουθούντες όσα προεφύτευσαν οι Θεηγόροι Προφήται και εδίδαξαν οι Θεοκήρυκες Απόστολοι, ο των Θεοφόρων Πατέρων Σύλλογος, αι επτά άγιαι Οικουμενικοί Σύνοδοι και αι Τοπικαί τοιαύται, έχοντες επί κεφαλής τον ακρογωνιαίον Λίθον Χριστόν τον Θεόν ημών και εν γένει εμμένομεν εις όσα η Ορθόδοξος ημών Πίστις διδάσκει είτε διά γραφίδος είτε δια της Παραδόσεως, αποκρούοντες την «Ένωσιν» ή «Ενότητα» όπως την αποκαλούν εσχάτως οι φιλενωτικοί. Εάν οι Καθολικοί και οι λοιποί αιρετικοί θέλουν να επιστρέψουν εις την Ορθοδοξίαν, να έλθουν αυτοί προσπίπτοντες και ζητούντες το έλεος, ασπαζόμενοι εις το ακέραιον τα δόγματα και Παραδόσεις της αμωμήτου ορθοδόξου ημών Πίστεως και όχι να τρέχωμεν ημείς οι ορθόδοξοι προς τους αιρετικούς.
Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος
Εάν ο Πάπας θέλη ένωσιν να αναγνωρίση και ομολογήση όλας τας πλάνας, αιρέσεις και καινοτομίας τας οποίας έκαμον, απ' αρχής οι κατά καιρούς Πάπαι, αποσχισθέντες από την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, να μετανοήση, να κλαύση πικρώς, να ταπεινωθή και τότε είναι δεκτός.
...Εάν δεν αποβάλλουν την υπερηφάνεια και ο Πατριάρχης και ο Πάπας και εάν δεν ταπεινωθούν, μιμούμενοι τον Κύριον, όχι μόνον δεν θα επιτύχουν έναν αλλά θα αυξήσουν την διαίρεσιν και θα προξενήσουν μεγάλα σκάνδαλα, ταραχάς, συγχύσεις, μεγάλην βλάβην και ζημίαν εις τα εαυτών ποίμνια. Εάν μιμηθούν τον Κύριον και ταπεινωθούν, θα επιτύχουν την ένωσιν, θα ωφελήσουν εαυτούς και τα εαυτών ποίμνια και θα δοξασθή και δι΄αυτών, ως εδοξάσθη και υπό των Αγίων Αποστόλων το Όνομα του Ουρανίου μας Πατρός, επειδή «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», και «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτό υψωθήσεται» (Λουκ.18, 14).
...»Εάν οι σημερινοί Αρχιερείς, δεν σεβασθούν τας αποφάσεις, τους κανόνας και τας παραδόσεις των θείων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά τας καταφρονούν, ποίος που καλώς φρονεί θα σεβασθή τας ιδικάς των;»
Ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού παραγγέλλει: Μη συγκοινωνήτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε. Εις περιστάσεις κατά τας οποίας περιφρονείται και υβρίζεται η Αγία Ορθόδοξος Πίστις ημών επιτρέπεται έλεγχος ακόμη και θυμός δίκαιος δικαιώτατος, απαγορεύεται δε η σιωπή. Αλλά και ο έλεγχος να γίνεται με διάκρισιν και σύνεσιν, όχι, με ταραχήν και θυμόν υπερβολικόν, να γίνεται με θυμόν θεϊκόν...
Ο Θεός δεν εγκαταλείπει την Εκκλησίαν Του, και εκείνους που την πολεμούν θα τους ταπεινώση και θα τους συντρίψη ως σκεύη κεραμέως, και μακάριοι εκείνοι οι οποίοι μέχρι θανάτου θα μείνουν πιστοί εις την Ορθόδοξον πίστιν, εις την ορθόδοξον ομολογίαν.
… Η ταπεινή μου γνώμη, αναφορικώς με το ενωτικόν πνεύμα προς την παναίρεσιν του Οικουμενισμού το οποίον διακατέχει το Οικουμ. Πατριαρχείον, είναι, ότι οφείλομεν ως ορθόδοξοι Χριστιανοί και μάλιστα ως μοναχοί να ακολουθήσωμεν όχι την γνώμην την ιδικήν μας, αλλά την γνώμην των Αγίων Πατέρων μας, Προφητών, Αποστόλων, Διδασκάλων και κηρύκων της αληθούς πίστεως ημών.
… τω έγραψα επιστολήν. Εις οποίαν τω γράφω, Μακαριώτατε, εάν αληθώς ηγάπας τον Πάπα έπρεπε να του είπης την αλήθειαν. Άκουσον φίλε Πάπα, συ είσαι πρώτος εις την υπερηφάνειαν και δεύτερος εγώ, διότι συ λέγεσαι Αλάθητος και εγώ Παναγιώτατος, η αλήθεια εστίν ότι ούτε συ είσαι αλάθητος ούτε εγώ Παναγιώτατος.
Γέρων Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Παναγιώτατε, Από τινων ετών κατώδυνον το Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το συνειδητώ πιστεύον πλήρωμα, παρίσταται θεατής επικινδύνων προς την Πίστην ακροβασιών του Πρώτου της Ορθοδοξίας Επισκόπου. Ούτως, ίνα παραλίπωμεν άλλου είδους ακροβασίας, η προς τον Πάπαν και τον Παπισμόν συμπεριφορά Υμών και τινών Υμετέρων αντιπροσώπων, ρίπτει εις άφατον θλίψιν, αλλά και φοβεράν ψυχικήν δοκιμασίαν, τα αληθώς ορθοδοξούντα τέκνα της Εκκλησίας. Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Υποβάλλεσθε εις τας ταλαιπωρίας μακρινών ταξιδιών προς συνάντησιν αυτού. Ανταλλάσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε urbi et orbi ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς, οίτινες, έστω και αν επιβλήθεισαν υπό το κράτος των εντυπώσεων εκ στιγμιαίων γεγονότων πρωτοφανούς οξύτητας και ως αντίδρασις εις τα γεγονότα εκείνα, ουχ ήττον δε εξέφραζον ει μη το καθολικόν φρόνημα της αμωμήτου και θεοφόρου Ορθοδοξίας και δεν απετέλουν ειμή απλήν εφαρμογήν, καθυστερημένη μάλιστα, των διατάξεων του Κανονικού της Εκκλησίας Δικαίου, επιβαλλουσών την αποπομπήν εκ της θεοτεύκτου Μάνδρας των «ανιάτως και προς θάνατον νοσούντων» προβάτων, των αιρετικών δηλαδή και φθορέων της Πίστεως.
Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις)ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά;
Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης
«Τι να συζητήσωμεν με τους Καθολικούς; Αν είναι εν τάξει η προσθήκη τους εις το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίον τηρούμεν ημείς αναλλοίωτον χάριτι Χριστού,... ή επί της μωρολογίας του αλάθητου του Πάπα, το οποίον ουδέ χωρεί εις τον νουν του κοινού ανθρώπου...;
Δεν κατεχόμεθα από μισαλλοδοξίαν, ως θέλουν να μας χαρακτηρίζουν οι επιπόλαιοι φιλενωτικοί, προμαχούμεν της πίστεως των Πατέρων μας και κατά καθήκον πνευματικόν φέρομεν εις γνώσιν του χριστεπωνύμου Ορθοδόξου πληρώματος τα ανωτέρω, ίνα προφυλάξωμεν αυτό από τας σατανικάς παγίδας του Ουνιτισμού».
«Ελληνικός Βορράς», 6 Φεβρουαρίου 1964
Μοναχοί κατά του Οικουμενισμού
Επιτροπή Γ. Φιλόθεος Ζερβάκος, Γ. Γαβριήλ Διονυσιάτης, Γ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος
Οι Ορθόδοξοι Ιερομόναχοι και Μοναχοί θεωρούν, ότι ουδεμίαν επαφή δύναται να πραγματοποιηθή άνευ των κατωτέρω στοιχειωδών προϋποθέσεων.
1. Διαπραγματεύσεις ΕΠΙ ΙΣΟΙΣ ΟΡΟΙΣ. Τούτο όμως συνεπάγεται ρητήν παραίτησιν του Πάπα από της αξιώσεως του «Πρωτείου» έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, άνευ της παραιτήσεως αυτής η φράσις «επί ίσοις όροις» καθίσταται απάτη και χονδροειδής φενάκη.
2. Εφ όσον υφίσταται η υπούλως αποκαλουμένη Ενωτική Ανατολική Εκκλησία, «Ουνιτική», ο «διάλογος» δεν δύναται να έχη άλλο αντικείμενον, παρά την προσχώρησιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την Ουνίαν, η οποία, κατά το Βατικανόν, αποτελεί την ήδη από της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας, ηνωμένην μετά της Ρώμης, Ανατολικήν Εκκλησίαν, την διατηρούσαν, κατά Παπικήν συγκατάβασιν, το τυπικόν της Ορθοδοξίας, αλλ' αναγνωρίζουσαν ανεπιφυλάκτως το πρωτείον του Πάπα, υπό την απόλυτον και αυταρχικήν εξουσίαν του οποίου, άλλωστε, διατελεί, μισθοδοτουμένη και επιχορηγουμένη.
3. Ανάληψις και προηγουμένη εκτέλεσις υποχρεώσεων περιστολής της πνευματικής, εκπαιδευτικής και ψευδοφιλανθρωπικής δραστηριότητος της εν Ελλάδι Παπικής Εκκλησίας και των παραφυάδων της, εις τους εις την χώραν μας διαβιούντας ΕΚ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ Καθολικούς, δια τους οποίους, ο Ελληνικός Ορθόδοξος Μοναχισμός, ουδεμίαν αισθάνεται εχθρότητα θεωρών αυτούς ως πεπλανημένους αδελφούς. Η αντίδρασις των Ορθοδόξων Ελλήνων εν γένει, αφορά εις την ύπουλον επέκτασιν της δραστηριότητος, αφθόνως χρηματοδοτουμένων υπό του Βατικανού, Παπικών Οργανώσεων, εις βάρος Ορθοδόξων Χριστιανών, και ιδίως υπό το πρόσχημα της φιλανθρωπίας εις τα πτωχά και απροστάτευτα τέκνα των, επί σκοπώ προσηλυτισμού των εις την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν. Η έναρξις «διαλόγου» - ανάγνωθι διαπραγματεύσεων - άνευ του προηγουμένου τερματισμού των, υπό του Βατικανού διεξαγμένων κατά της Ορθοδοξίας, εχθροπραξιών, αποτελεί δουλοπρεπή και επικίνδυνον ενέργειαν, οδηγούσαν, αναποφεύκτως, εις την κατά κράτος υποταγήν της Ορθοδοξίας, όπως πάντοτε συμβαίνει με τους κατά την διάρκειαν της εχθρικής επιθέσεως, προσερχομένους προς διαπραγμάτευσιν μετά του επιτιθεμένου.
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Ομολογητής
«Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του βρίσκεται η καρδιά όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινό ευαγγελικό όνομά των είναι παναίρεσις. Διατί; Διότι εις το διάστημα της ιστορίας αι διάφοροι αιρέσεις ηρνούντο ή παρεμόρφωνον ιδιώματά τινα του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, αι δε ευρωπαϊκαι αύται αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρον τον Θεάνθρωπον και εις την θέσιν του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού και άλλων αιρέσεων ων το όνομα λεγεών».
«… ο Πατριάρχης Αθηναγόρας; Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πίστεως, αναγνωρίζων τας Ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την Αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του. Και προετοιμάζει με αυτοκτονικήν ταχύτητα και επιπολαιότητα, κατά το παράδειγμα του Βατικανού, αυτήν την ιδικήν του λεγομένην «Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον», όχι όμως με το βασικόν ευαγγελικόν και αγιοπαραδοσιακόν θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά με καθαρώς σχολαστικο - προτεσταντικήν θεματολογίαν. Την προετοιμάζει μάλιστα εις τον Πύργον της Βαβέλ του συγχρόνου αναρχικού και μηδενιστικού κόσμου άνευ της συμμετοχής των πραγματικών ορθοδόξων ομολογητών, φορέων της Ορθοδόξου Πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως και Εκκλησιαστικότητος. Τον τελευταίον καιρόν αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην εις τας επιστολάς των, τας απευθυνομένας προς αυτόν ανοικτώς δια του Τύπου...».
(ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αριθ. 145 - 6,1 - 15 Σεπτεμβρίου 1971)
Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες, Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η έξης: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι' αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα άγια Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.
...μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παν -μυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.
Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ' αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τι μετοχή έχουν δικαιοσύνη και ανομία; τι δε κοινωνία φως προς σκότος;» (Β' Κορ. 6, 14).
Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.
Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόισκι
«Οι άνθρωποι που αρνούνται σταθερά την Εκκλησία ομιλούν για «ευαγγελικές αρχές» και «ευαγγελική διδασκαλία», αλλά ο Χριστιανισμός ως ζωή είναι τελείως ξένος σ' αυτούς... Ο Προτεσταντισμός έχει σκοτώσει την εν γένει Εκκλησιαστική ζωή, για την οποία ο Κύριος Ιησούς Χριστός προσευχήθηκε στην ιερή του προσευχή».
TROITSKY, NEW HIEROMARTYR HILARION, Χριστιανοσύνη ή Η Εκκλησία; (Jordanville, NY: Holy Trinity Monastery) (στα Αγγλικά). 
Άγιος Νικόλαος Αχρίδος
...Όλοι θέλομε να δώσει ο Θεός ενότητα πίστεως στον κόσμο. Μα εσείς τα μπερδεύετε τα πράγματα. Άλλο η συμφιλίωσις των ανθρώπων, και άλλο η συμφιλίωση των θρησκειών. Ο Χριστιανισμός επιβάλλει ν' αγαπάμε με όλη μας την καρδιά τους πάντες, όποια πίστη και αν έχουν! Συγχρόνως όμως μας διατάζει να κρατάμε αλώβητη την πίστη μας και τα δόγματά της. Σαν χριστιανοί πρέπει να ελεείτε όλο τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους! Ακόμη και την ζωή σας να δώσετε γι΄αυτούς. Αλλά τις αλήθειες του Χριστού δεν έχετε το δικαίωμα να τις θίξετε. Γιατί δεν είναι δικές σας. Η πίστη του Χριστού δεν είναι ιδιοκτησία μας να την κάνωμε ό,τι θέλομε.
Γέρων Πορφύριος
Εσείς θα κρατήσετε (στους διαλόγους) και θα ακολουθήσετε την Ορθόδοξη θέση. Αν τώρα αυτοί (οι Παπικοί) θέλουν να έρθουν μαζί μας, ούτε μπορούμε, αλλά ούτε και πρέπει να τους εμποδίσουμε να έλθουν.
Μη φοβάστε, οι διαθέσεις του Πάπα ανέκαθεν ήταν να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία και θα έλθει ημέρα που ο διάλογος θα ματαιωθεί· τίποτε δεν πρόκειται να γίνει· άλλωστε οι ουνίτες, αυτός ο δούρειος ίππος, είναι φως φανάρι ότι τον ενδιαφέρει να αναγνωρίσουν οι Ορθόδοξοι κεφαλήν τον Πάπα και τίποτε περισσότερο.
Γέροντος Πορφυρίου, Ανθολόγιο Συμβουλών, Μήλεσι 2003, σελ. 229, 290.
Γέρων Σωφρόνιος του Essex
Ο Γέροντας Σωφρόνιος αναλύει την ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που την κάνει να ξεχωρίζη από κάθε άλλη θρησκεία και Χριστιανική Ομολογία. Μέσα στην Εκκλησία μπορεί κανείς να ζήση το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Η θέα του ακτίστου Φωτός, η αίσθηση της θείας Χάριτος κατά την θεία Λειτουργία και την άσκηση, η εσωτερική ειρήνη και η πληροφορία, η ιερή ησυχία και η προσευχή κ.α., όλα αυτά δείχνουν την αλήθεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως, που υπάρχει πλούσια μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι' αυτό και σε επιστολή του συνδέει στενά: δόγμα, Εκκλησία και άσκηση. Αλλού γράφει «ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνεται από όλες τις άλλες εκκλησίες σε τρία επίπεδα, γιατί: α) μόνη αυτή αληθεύει πλήρως στην θεολογία της, β) μόνη αυτή γνωρίζει το μυστήριο της χάριτος, της αγίας ζωής, και διαφυλάσσει στην πληρότητα τη θεία χάρη, και γ) είναι η αρχαιότερη, η θεμελιώδης, η βασική, από την οποία αποσχίσθησαν κατά καιρούς μεγαλύτερα η μικρότερα τμήματα». ...
Ως ορθόδοξος εμπειρικός θεολόγος δεν μπορεί να δεχθή τον περιορισμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και την θεωρία του οικουμενισμού, τον οποίο θεωρεί ως «μία από τις πιο επικίνδυνες αιρέσεις». Η προσπάθεια μερικών να δημιουργήσουν μια «παγκόσμια και αποστολική εκκλησία» είναι μια πλανεμένη προσπάθεια. Το ίδιο πλανώνται και εκείνοι που προσπαθούν να ζήσουν «κάποιο είδος υψηλού μυστικισμού, που υπερβαίνει τα όρια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως της χριστιανικής θρησκείας». Συνιστά: «Προσεύχομαι στον Θεό εσείς να μη πλανηθείτε με όλα αυτά, αλλά να πιστεύετε ακράδαντα με την καρδιά και τον νου ότι υπάρχει πάνω στη γη εκείνη η Μία, Μοναδική και Αληθινή Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Η Εκκλησία αυτή διατηρεί αλώβητη και ακέραιη τη διδασκαλία του Χριστού (και όχι ξεχωριστά μέλη της), κατέχει το πλήρωμα της γνώσεως και της χάριτος και είναι αλάθητη». Και στην συνέχεια προσφέρει την ομολογία του, που είναι έκφραση εμπειρίας και ζωής.
Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης
* Εάν θα απολεσθώμεν ή θα επιζήσωμεν, ως Εκκλη­σία ή ως Έθνος, ουκ εστίν ημών. Ημών είναι να κρατήσωμεν την ομολογίαν μας εις την Εκκλησίαν και την αγάπην μας προς τον Χριστόν, εις όλας τας συνεπείας της ηθικής και δογματικής βιώσεως και ολα τα άλλα αφο­ρούν τον Κύριόν μας, ότι «αυτώ μέλει περί ημών»....
Αποσπάσματα από τον ένθρονιστήριον λόγον του Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, 1974
* Εκείνοι που ομιλούν πληθωρικά περί αγάπης νο­θεύουν το περιεχόμενο της για να περιπτυχθούν όλους τους αιρετικούς όλων των αποχρώσεων. Είναι τόσο ψεύ­τικη αυτή η αγάπη όσο και τα ψεύτικα λουλούδια....
* Παπικοί, Προτεστάνται, Χιλιασταί, Μασώνοι, Ενω­τικοί, Οικουμενισταί, και κάθε άλλη «ρίζα πικρίας», ό­λοι αυτοί «μίαν γνώμην έχουσι, και την δύναμιν και την εξουσίαν αυτών τω Θηρίω διδόασιν. Ούτοι μετά του Αρ­νίου πολεμήσουσι, και το Αρνίον νικήσει αυτούς, ότι Κύριος κυρίων εστί και Βασιλεύς βασιλέων, και οι μετ' αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί» (Άποκ. 17, 13).
* Φρονούμεν ότι η Ορθοδοξία δεν έχει καμμία θέση ανάμεσα σ' αυτό το συνονθύλευμα των πλανών και των αιρέσεων. Αυτό το δόλιο «οικουμενικό» κατασκεύασμα δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση της αληθείας, αλλά κατά τον π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον «είναι ένα ανακάτεμα αφανισμού της Αλήθειας. Είναι μία προσπάθεια όχι να βρουν την αλήθεια οι πλανεμένοι, αλλά να την χάσουν και εκείνοι που την έχουν, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».