Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

«Δος αίμα και λάβε Πνεύμα»


dos_aima_lave_pneuma
«Δος αίμα και λάβε Πνεύμα», λέει ο Πέτρος ο Δαμασκηνός.
Ο δε άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει: «Εκείνος, που πιστεύει, φοβάται· και εκείνος ο οποίος φοβάται, ταπεινώνεται. Εκείνος δε, ο οποίος ταπεινώνεται, γίνεται πράος… Ο δε πράος τηρεί τις εντολές. Και εκείνος που τηρεί τις εντολές, καθαρίζεται. Εκείνος δε, ο οποίος καθαρίσθηκε, φωτίζεται. Και εκείνος ο οποίος φωτίσθηκε, αξιώνεται να ενωθεί με τον Νυμφίο Λόγο μέσα στο μυστικό θάλαμο των Μυστηρίων» (Μαξίμου Ομολογητή, Τετρακόσια Κεφάλαια περί Θεολογίας, Εκατοντάς Α’, §16).
«Είναι στενή η πύλη και γεμάτη δυσκολίες η οδός που οδηγεί στη ζωή»(Ματ. 7,14), και επομένως οδυνηρός ο αγώνας για να απαλλαγούμε από τα πάθη, τα οποία εμποδίζουν το φωτισμό. Η μακροχρόνια πείρα των Πατέρων μας το απέδειξε αυτό με κάθε αξιοπιστία.
«Μέσα σε σώμα γεμάτο αμαρτία δεν κατοικεί ο Θεός»(πρβλ. Σοφ. Σολ. 1, 4)· «Η μεν αρχή όλων των παθών είναι η φιλαυτία· το δε τέλος, η υπερηφάνεια. Φιλαυτία δε είναι η παράλογη αγάπη προς το σώμα. Εκείνος που την απέκοψε, απέκοψε μαζί όλα τα πάθη που γεννώνται απ’ αυτήν»(Μαξίμου Ομολογητή, Τετρακόσια Κεφάλαια περί αγάπης, Εκατοντάς Γ’, §57). Τόσον η αρχή, όσον και το τέλος αυτού του ολέθρου, είναι θανατηφόρα, ειδικά δε είναι βλαβερή στην προσευχή. Μόνον δε στον ταπεινό κατά το φρόνημα πλησιάζει η χάρις.
Και οι παλαιότεροι και οι επόμενοι θεοφιλείς φωτιζόμενοι από την χάριν έδωσαν διάφορα ονόματα στον Υπερούσιο Θεό μας, χαρακτηρισμούς από τις θείες του ιδιότητες  ή από τους τρόπους των αγίων του εμφανίσεων, ως φως, αλήθεια, παναγαθότητα και άλλα. Ένας ακόμη χαρακτηρισμός, τον οποίον και ο ίδιος φανέρωσε είναι το «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»(Ματ. 11, 29). Αυτός είναι ιδιαιτέρως σημαντικός, και γι’ αυτό οι απ’ αιώνος αγωνιζόμενοι πιστοί το συνέλαβαν όχι ως απλή αρετή αλλά ως ενδεικτικό του θείου του χαρακτήρα, ο οποίος αφορά ειδικά την προσωπικότητα. «Οι του Χριστού» οφείλουν να φέρουν τον χαρακτήρα του Πατέρα τους, για να γίνει ελεύθερη η είσοδός τους στην βασιλεία του Θεού, και να μην εκδιωχθούν ως νόθοι σύμφωνα με το φοβερό λόγο «δεν σας γνωρίζω»(Ματ. 25,12), εφ’ όσον «ο Θεός εναντιώνεται στους υπερήφανους και στους ταπεινούς δίνει τη χάρη του»(Ιακ. 4, 6).
Η υπερηφάνεια είναι απαίσιο σκοτάδι· είναι το αντίθετο της θείας αγαθοσύνης, η αρχή κάθε κακού, η ρίζα κάθε τραγωδίας, ο σπορέας του μίσους, το σώμα του κακού, από την οποίαν πηγάζει ο ολέθριος ατομισμός.
Ο Χριστός είναι «το φως και η αλήθεια και η ζωή». Όταν αυτό το αληθινό φως μας αγκαλιάσει, τότε αισθανόμαστε την αγάπη του, τη σοφία του, Αυτόν ως αυτοαλήθεια. Με απερίγραπτη  χαρά αποκτούμε αισθητή γνώση ως κατάσταση του πνεύματός μας. Είπε μόνος του για τον εαυτόν του ότι «εγώ είμαι η αλήθεια»(Ματ. 14, 6), και το επιβεβαίωσαν ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα. Στην κατανόηση όμως αυτής της θεολογικής πραγματικότητας δεν φθάνει κανείς μόνον ακούοντάς την.«Στη βασιλεία του Θεού δεν θα μπει όποιος μου λέει “Κύριε, Κύριε”, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου»(Ματ. 7, 21).
Η κατανόηση αυτής της αλήθειας και η ανακάλυψη του Θεού Λόγου, ο οποίος ευρίσκεται κρυμμένος στις εντολές του, γίνεται με παρατεταμένη και μακροχρόνια παραμονή στην προσευχή και την μετάνοια. Όσο περισσότερο παραμείνουμε στην τήρηση των εντολών, τόσο περισσότερο φωτισμό και πλατυσμό δεχόμεθα στο νου. «Συ, Κύριε, διέταξες να φυλάμε και να τηρούμε τις εντολές σου με προσοχή, ακρίβεια και προθυμία»(Ψαλμ. 118, 4)… «Πόσο γλυκά είναι τα λόγια σου όταν τα εκφωνώ και τα λέω. Στο στόμα μου είναι πιο γλυκά και από το μέλι»(Ψαλμ. 118,103)… «Φως στη ζωή μου είναι ο νόμος σου, Κύριε. Φως που φωτίζει την πορεία της υπάρξεώς μου»(Ψαλμ. 118, 105).
Η τήρηση των εντολών και η υπομονή στα θλιβερά χαρακτηρίζουν το νόημα του σταυρού, και μακάριος είναι όποιος αποδέχεται πρόθυμα την άρση του. Όποιος δέχεται αυτό το νόημα του σταυρού ως πιστός χριστιανός, υπομένει κατά διαφορετικό τρόπο. Τον δέχεται ως κλήση του ουράνιου Πατέρα. Στον σταυρό ολοκληρώνεται η χριστιανική αποστολή, και σ’ αυτόν πραγματοποιείται η συνάντηση του κτιστού μετά του άκτιστου θείου Είναι. Καταπιεζόμενοι από τη βία των ελεεινών παθών και των πονηρών πνευμάτων, ως μοναδικό σωσίβιο έχουμε την καταφυγή προς αυτόν που μπορεί να μας σώσει και συνεχώς φωνάζουμε «Έλα γρήγορα ως οικτίρμων και σπεύσε ως ελεήμων να μας βοηθήσεις, γιατί όταν το θέλεις μπορείς». «Βάλε σε ενέργεια την ακατανίκητη δύναμή σου και έλα γρήγορα να μας σώσεις»(Ψαλμ. 79, 3). Η άκτιστη θεία χάρις του Κυρίου μας ως μητέρα συμπαρίσταται και όχι μόνον μας σώζει από όσα μας και τα δεινά, αλλά παρηγορεί και το πνεύμα μας με τη γλυκύτητα της παρουσίας της και μας εμπνέει θάρρος για νέες άμυνες και επιθέσεις. Στα παθήματα και γενικά τις δοκιμασίες πλατύνεται το πνεύμα μας και αυξάνει η πνευματική γνώσις. «Στη θλίψη μου με έσωσες χαρίζοντας ανακούφιση στη ψυχή μου»(Ψαλμ. 4, 1). Όταν αυξηθεί η καλή συνήθεια της καρτερίας στις δοκιμασίες, τότε και ο Θεός επιτρέπει σκληρότερους πειρασμούς για την τελειοποίησή μας. Αυτό επισημαίνει και ο ψαλμός. «Είναι ευτυχής ο άνθρωπος, τον οποίον θα παιδαγωγήσεις, Κύριε, και θα τον διδάξεις με το νόμο σου»(Ψαλμ. 93,12). «Δεν είναι δυνατόν να ξεφύγει την μέλλουσα κρίση εκείνος, ο οποίος αμάρτησε, χωρίς να υπομείνει εδώ εκούσιους κόπους ή ακούσιες οδυνηρές επιπτώσεις»(Μαξίμου Ομολογητή, Τετρακόσια Κεφάλαια περί αγάπης, Εκατοντας Β’, §66).
Η μεγαλύτερη ωφέλεια από τις οδυνηρές επιπτώσεις των πειρασμών είναι η απ’ αυτούς προερχομένη ταπείνωση, με την οποία το απαίσιο τέρας του εγωισμού συντρίβεται και η θεία γνώση πλησιάζει το νου. Δεν είναι τολμηρό, εάν μεταφορικά ονομάσουμε το είδωλο του εγωκεντρισμού «βδέλυγμα της ερημώσεως που στήνεται  μέσα σε τόπο άγιο»(Ματ. 24, 15). Κανένας άλλος παράγοντας δεν είναι τόσον αποτελεσματικός, όσον οι διάφορες θλίψεις, είτε εκούσιες είτε ακούσιες, οι  οποίες οδηγούν το νου στο ταπεινό φρόνημα. Η αδυναμία της απολυτρώσεώς του, τον διδάσκει πρακτικά πόσον ασήμαντος και ευτελής είναι. Τότε το «χωρίς εμένα δεν μπορείτε τίποτε να κάνετε»(Ιω. 15, 5) του Κυρίου γίνεται απολύτως καταφανές, και έτσι μεταφέρεται  ο νους με τη βοήθεια της χάριτος στον πραγματικό κόσμο της άνω βασιλείας.
Το δεύτερο σκέλος της ωφέλειας από τις δοκιμασίες είναι η βαθύτερη γνώση των ακατάληπτων κριμάτων της προνοίας του Θεού για την διοίκηση της κτίσεως. Τα φαινόμενα, πολλές φορές οδυνηρά και επίπονα είναι τα κατάλληλα θεραπευτικά μέσα, με τα οποία συγκρατεί η θεία παναγαθότητα στην ισορροπία την επαναστατημένη πεσμένη φύση μας.
«Αν αρχίζαμε με την εξέταση του εαυτού μας, δεν θα επισύραμε την τιμωρία του Θεού. Αλλά, όταν ο Κύριος μας τιμωρεί, μας διαπαιδαγωγεί, έτσι ώστε να μην υποστούμε την τελική καταδίκη μαζί με τον κόσμο»(Α’ Κορ. 11, 31-32)· Όταν συναισθανθούμε ότι είναι απαραίτητο να περάσουμε «διά πυρός και ύδατος»(Ψαλμ. 65, 12) των ποικίλων πειρασμών, για να διαμορφώσουμε μέσα μας την συμπαθή εικόνα του τραυματισμένου ανθρώπου, όλων των συνανθρώπων μας, γεννάται μέσα μας το πραγματικό νόημα της πτώσεως και επακολουθεί η αλήθεια της αναστάσεώς μας. Η φιλάνθρωπος του Θεού οικονομία, αποτέλεσμα της πατρικής του στοργής και προνοίας, μας εισάγει στην επίγνωση της θείας αγάπης, διότι όντως «όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδαγωγεί, μαστιγώνει δε με δοκιμασίες όποιον θεωρεί δικό του παιδί»(Εβρ. 12, 6). Πόσον τότε οι φιλόθεοι γίνονται σπλαχνικοί στους συνανθρώπους τους κατά τον νόμο της επιρροής, καθώς ο «Πατέρας τους είναι σπλαχνικός»(Λουκ. 6, 36)!
Το Πνεύμα το Άγιο ως παιδαγωγός μεταδίδει διά της επιφοιτήσεώς του τον πανανθρώπινο πόνο στις ψυχές των φιλόθεων, αφού αυτές μετέχουν της άκτιστου θείας χάριτος, η οποία βαστάζει ολόκληρο τον αδαμιαίο πόνο. Απλώς υπογραμμίζουμε ότι ερμηνεύουμε το νόημα του σταυρού, το καύχημα του Παύλου, ο οποίος μόνον σ’ αυτόν στήριζε την πνευματική του οντότητα, πίστευε, ήλπιζε και εκαυχάτο. Αυτόν το δρόμο ακολούθησαν όλοι «όσοι έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του»(Γαλ. 5, 24). Ο σκοπός της θείας κενώσεως απέβλεπε να αντιπαρατάξει στη λανθασμένη προτίμηση της φιληδονίας, από την οποίαν προήλθε η πτώση, το αντίδοτο, δηλαδή την φιλοπονία.
Η κένωση του Θεού Λόγου, που έγινε μία φορά για την παναγάπη του σε μας, καθιστά περιττά τα σχόλια και τις απορίες. Ο κορυφαίος των μαθητών Πέτρος τονίζει με έμφαση· «αφού ο Χριστός πέθανε για μας ως άνθρωπος, πρέπει και εσείς να οπλιστείτε με το ίδιο φρόνημα»(Α’ Πέτρ. 4, 1). Αν το πρώτο καθήκον  κάθε λογικού όντος είναι να αγαπήσει τον Θεό εξ ολοκλήρου ως Θεό και άρα Δημιουργό και Κύριό του, τίθεται το ερώτημα. Όταν αυτός ο Θεός γίνει αναπλάστης και ανακαινιστής και αναβιβάσει τον άνθρωπο που έπεσε πάνω από την πρώτη θέση και αξία, και όχι μόνον τόσο, αλλά και «πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα, πάνω από καθετί που ανήκει όχι μόνο στον τωρινό αλλά και στον μελλοντικό κόσμο»(Εφεσ. 1, 21), ποιά λοιπόν αξία και τιμή του ανήκει; Αφού έγινε πράγματι Θεός και άνθρωπος, ο Κύριός μας, ο γλυκύτατος Ιησούς, με την υπερβολική αυτοθυσία του, μας αφαίρεσε κάθε πρόφαση ελεύθερης εκλογής ή άλλης προτιμήσεως και είμαστε πλέον λάφυρα της δικής του αγάπης. Οφείλουμε να τον αγαπούμε ολοκληρωτικά , «γιατί αυτός πρώτος μας αγάπησε»(Α’ Ιω. 4, 19).
Εάν λοιπόν κανέναν άλλον δεν γνωρίζουμε παρά μόνο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και αυτόν «εσταυρωμένον», δεν είναι πλέον απόλυτο καθήκον μας η φιλοπονία; Να λοιπόν, γιατί όλοι «οι του Χριστού» και στις τρείς περιόδους της Εκκλησίας σταύρωναν τους εαυτούς τους, «για να γνωρίσουν αυτόν και τη δύναμη της αναστάσεώς του και να μετάσχουν στα παθήματά του ακολουθώντας τον στο θάνατο, με την ελπίδα να λάβουν μέρος στην ανάσταση των νεκρών»(βλ. Φιλ. 3, 1ο-11). Αυτός είναι ο λόγος της συνεχούς αναφοράς μας στον σταυρό και την περιεκτική φιλοπονία.
Η τριαδικότητα του Θεού αποτελεί το κέντρο της θεογνωσίας· «ο Πατέρας, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και αυτοί οι τρεις είναι ένα»(Α’ Ιω. 5, 7) και μαρτυρούν το ένα για το άλλο πρόσωπο. Η μαρτυρία αυτή επεκτείνεται και στη δική μας φύση. Ο Κύριος εμπιστεύθηκε στους μαθητές του αυτό το έργο της μαρτυρίας για τον εαυτό του. «Όταν έρθει ο Παράκλητος, που θα σας τον στείλω εγώ από τον Πατέρα, το Πνεύμα της Αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, αυτός θα δώσει εξηγήσεις για μένα. Αλλά κι εσείς θα μιλήσετε για μένα, γιατί εξ αρχής είστε μαζί μου»(Ιω. 15, 26-27). Αυτού του είδους είναι και οι σχέσεις των ανθρώπων ως προσώπων. Η μαρτυρία ως ζωή αληθινή περιστρέφεται αιωνίως μέσα στην αγάπη και δημιουργεί την κοινωνία. Το πρόσωπον από τη φύση του δεν ζει απομονωμένο, αλλά κινείται με  αγάπη προς τα όμοιά του πρόσωπα και στην πράξη της αλληλεγγύης ανταποκρίνεται στο άλλο και μαρτυρεί γι’ αυτό. Γι’ αυτό το λόγο και ο Δημιουργός μας είπε εξ αρχής ότι «δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος του»(Γεν. 2, 18). Όσο με την πίστη και την υπακοή πραγματοποιούμε το θείο θέλημα, τόσο αυξάνει μέσα μας ο θείος φωτισμός. Η αληθινή μετάνοια με όλα όσα την αποτελούν και ιδιαίτερα με την εκ βάθους προσευχή, μας οδηγεί σε κοινωνία και επαφή με την άκτιστη θεία χάρη, και αυτή μας ερμηνεύει την μορφή της θείας πραγματικότητας.
Τί το παράδοξο, εάν σ’ αυτόν, στου οποίου την εικόνα και ομοίωση χαράχθηκε η ρίζα μας εξ αρχής, βρίσκουμε την επίγνωσή μας με τη χάρη του; Αυτή η επίγνωση μας μεταμορφώνει πραγματικά και μας δίνει τις θείες ιδιότητες, εφ’ όσον «όσοι τον δέχθηκαν και πίστεψαν σ’ αυτόν έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού» (Ιω. 1, 12). Τί φυσικότερο του να διατηρούν τα παιδιά τον χαρακτήρα του πατέρα τους; Εννοώ τη σπουδαιότερη θεία ιδιότητα της αγάπης, η οποία αμέσως εκδηλώνεται στη ψυχή  αυτού που αποδέχθηκε  την θεία έλλαμψη. Με την αγάπη ο πιστός επικοινωνεί με τον πλησίον και ολοκληρώνει τη μαρτυρία του. Να και μία μαρτυρία των Πατέρων μας, την οποίαν «διακήρυξαν και δεν αρνήθηκαν· και διακήρυξαν»(βλ. Ιω. 1, 20) για την αλήθεια και τις θείες επαγγελίες και όλη τη θεία αποκάλυψη και δεν την απέκρυψαν από εμάς, τα παιδιά και τους αδελφούς τους, όσα δηλαδή αυτοί άκουσαν και είδαν, ώστε η δική τους μαρτυρία να είναι για εμάς η αληθινή πληροφορία και το πλήρωμα της ελπίδας μας.
Σύμφωνα με την μωσαϊκή αποκάλυψη ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού»(Γεν. 1, 26). Τί σημαίνει αυτό; Τη δυνατότητα της φύσεώς του να μοιάσει  στον Δημιουργό του. Άρα και η αίσθηση της υπάρξεως του απολύτου όντος, δηλ. του Θεού, είναι και αυτή έμφυτη στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον, όταν πλησιάσει ο άνθρωπος με τη βοήθεια της χάριτος τον Θεό του, τον αναγνωρίζει. Με το φωτισμό της χάριτος, ο οποίος μας επιτρέπει να πλησιάσουμε τον Θεό, αρχίζει το μικρό ανθρώπινο πνεύμα να βλέπει τον Θεό «όπως πραγματικά είναι»(Α΄ Ιω. 3, 2), πάντοτε σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Δεν θα γίνει βέβαια κατανοητό το βάθος αυτού του  μυστηρίου με τις λίγες αυτές λέξεις, με τις οποίες περιγράφεται, αλλά η αλήθεια δεν αλλάζει. «Μακάριοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το πρόσωπο του Θεού»(Ματ. 5, 8). Η επαγγελία είναι ασφαλώς βεβαία, αλλά διαφέρουν τα μέσα και ο τρόπος, με τα οποία οδηγούμαστε εκεί και γι’ αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω.

(Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνική Μαρτυρία, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, σ. 26-35)

Στα όρια της θείας αλήθειας (Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνική Μαρτυρία, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, σ. 35-44)


Ο λόγος μας εξ αρχής είναι περί μετανοίας. Η προσευχή της μετάνοιας και τα φλογερά δάκρυα που προέρχονται απ’ αυτήν επαναφέρουν τη θεία χάρη που απομακρύνθηκε, με  την οποία προκαλείται η κάθαρση. «Αν ισχυριστούμε πως είμαστε αναμάρτητοι, εξαπατούμε τον εαυτό μας και δεν λέμε την αλήθεια»(Α΄ Ιω. 1, 8). Τονίζουμε λοιπόν τη μετάνοια αντί κάθε άλλης ενασχολήσεως με τη συνείδηση του αμαρτωλού εαυτού μας, διότι τότε είμαστε  στα όρια της θείας αλήθειας. Όσο βαθύτερα αισθανόμαστε την αμαρτία μας ως πληγή του θανάτου, τόσο πληρέστερα προσπίπτουμε στον Θεό με την πενθική προσευχή. Αυτή η προσευχή, μερικές φορές μας αποδεσμεύει από τα δεσμά του χώρου και του χρόνου, ώστε να αισθανόμαστε διαφορετικό τον εαυτό μας. Στην κατάσταση αυτή ο νους φωτίζεται και εισέρχεται στη σφαίρα των θείων θεωριών, άλλοτε εν είδει θεωρίας και άλλοτε πληροφορούμενος τα μυστήρια της θείας δημιουργίας, τους τρόπους της πανσωστικής προνοίας, με την οποίαν η συνεκτική δύναμη του Θεού Λόγου συντηρεί τα πάντα και τα κρατεί σε ισορροπία. «Πόσο μεγαλειώδη είναι τα έργα σου Κύριε. Όλα τα δημιούργησες με σοφία.»(Ψαλμ. 103, 24). Μυστήρια μυστηρίων! Δεν προηγείται η ύλη ή κάποιος άλλος όρος και λόγος, αλλά ο Θεός Λόγος παράγει τα πάντα όπως θέλει.
«Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα»(Ιω. 14, 26). Να σκεπτόμαστε  όπως αυτός, να αγαπούμε όπως αυτός, γιατί αυτό είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως. Αυτό μαρτυρούν όλοι οι Απόστολοι και οι θεοφόροι Πατέρες σε όλες τις γενεές. «Αν με αγαπάτε, θα τηρήσετε τις εντολές μου. Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα να σας δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αλήθειας, ώστε να είναι για πάντα μαζί σας. Το Πνεύμα αυτό δεν μπορεί να το δεχτεί ο κόσμος, γιατί ούτε το διακρίνει ούτε το γνωρίζει· εσείς το γνωρίζετε, γιατί μένει κοντά σας και θα υπάρχει μέσα σας. Δεν θα σας αφήσω μόνους και ορφανούς· θα ξανάρθω κοντά σας. Σε λίγο ο κόσμος δεν θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε, γιατί εγώ θα εξακολουθώ να ζω· το ίδιο κι εσείς θα ζείτε. Όταν έλθει εκείνη η μέρα, θα το καταλάβετε ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι εσείς από μένα, κι εγώ από σας. Εκείνος που κρατάει τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου»(Ιω. 14, 15-21). «Όποιος με αγαπά θα τηρήσει το λόγο μου. Κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του. Αυτός που δεν με αγαπά δεν ακολουθεί τα λόγια μου. Τα λόγια όμως που ακούτε δεν προέρχονται από μένα, αλλά από τον Πατέρα που μ’ έστειλε. Αυτά σας δίδαξα όλον αυτό τον καιρό που βρίσκομαι κοντά σας. Αλλά το Πνεύμα το Άγιο, ο Παράκλητος, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα και θα φέρει στη μνήμη σας όλα όσα σας έχω πει»(Ιω. 14, 23-26). Η υπόμνηση αυτής της  ευαγγελικής περικοπής είναι παρήγορη και ενθαρρυντική. Εδώ φανερώνεται ο τρόπος της αποκτήσεως ολόκληρης αυτής της ευλογίας, με την οποίαν μεταμορφώνεται ο άνθρωπος «με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα»(Β’ Κορ. 3. ι8). Και «όπως τώρα είμαστε όμοιοι με τον άνθρωπο που πλάστηκε από τη γη, αργότερα θα μοιάσουμε μ’ αυτόν που ήλθε από τον ουρανό»(Α΄ Κορ. 15, 49). Γνωρίζουμε επίσης το Πνεύμα το Άγιον και από την παράδοση της Εκκλησίας μέσω των Πατέρων μας από τις ενέργειες της χάριτος, ή οποία ενεργεί μέσα μας, όταν ευρισκόμαστε σε κατάσταση μετανοίας. Όταν πραγματοποιηθεί η ενοίκηση του Θεού στον άνθρωπο, τί άλλο είναι αυτό παρά το πλήρωμα της θεώσεως, η οποία αποτελεί το κέντρο της προσδοκίας μας; Να και η συμφωνία του Παύλου· «Κι εμείς δεν λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που στέλλει ο Θεός, για να μπορούμε να μάθουμε  όσα ετοίμασε ο Θεός για χάρη μας… Τις σκέψεις του Κυρίου ποιός κατάλαβε για να του γίνει σύμβουλος; Εμείς όμως οι πνευματικοί έχουμε το νου και τις σκέψεις του Χριστού»(Α’ Κορ. 2, 12,16). Εφαρμόζοντας τις θείες εντολές αποκτούμε ένα είδος συγγένειας με τον ίδιο τον Δημιουργό και αυτός μας αποκαλύπτεται «όπως  πραγματικά είναι»(Α’ Ιω. 3, 2). Όταν η τήρηση των θείων εντολών, η οποία εκφράζει το θείο θέλημα, γίνει ο μοναδικός σκοπός του είναι μας και «η ζωή νικήσει τον θάνατο»(Β’ Κορ. 5, 4) μας μεταδίδει  τη γνώση του Θεού. «Ξέρουμε πως ο Υιός του Θεού ήλθε και μας έδωσε την πνευματική δύναμη για να γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό»(Α’ Ιω. 5, 20). Η παράβαση της εντολής προκάλεσε την πτώση, η οποία είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό και όλων όσα έχουν σχέση με αυτόν. Ο Θεός δέχθηκε την μετάνοια και την επιστροφή και υποταγή μας στο θείο του θέλημα, αφού αποκατέστησε τις σχέσεις μας προς τη δική του αγάπη και αγιότητα. Η πλέον αποδεκτή μορφή της μετανοίας είναι κατά τους Πατέρες τα θερμά δάκρυα, τα οποία αναβλύζουν από τον πόνο της καρδίας, που αισθάνεται την αποκρουστική ενοχή και προδοσία της πατρικής του Θεού αγάπης. Εάν δεν αλλοιωθούν τα δάκρυα αυτά από την οίηση και την αμέλεια, θα μεταβληθούν σε πνευματικά και ανώδυνα με τη βοήθεια της χάριτος, όπως και τα άνθη διαδέχονται οι καρποί. Η αίσθηση του ότι «άλλος χρόνος δεν θα υπάρχει»(Αποκ. 1ο, 6), καρπός και αυτή της μνήμης του θανάτου, παρατείνει την αγωνία μας για τη συμφιλίωση με τον Θεό, από φόβο μήπως προλάβει το τέλος, πριν ο Κύριος ακούσει την κραυγή μας και αποστείλει το έλεός του. Μετά τα δάκρυα της μετανοίας ακολουθεί κατά υπερφυσικό τρόπο η αίσθηση της αγάπης του Θεού, ο οποίος δεν εξαρτάται από σκέψεις ή συλλογισμούς ή από κάποια εξωτερική επίνοια, αλλά έρχεται ως φυσική κατάσταση της ευρέσεως όσων χάθηκαν των, ή καλλίτερα ως επιστροφή του περιπλανώμενου στο σπίτι του. Τότε ξυπνά και η πραγματική συμπάθεια προς τον πλησίον, ο δε άνθρωπος αισθάνεται τον ξένο πόνο ως δικό του και θέλει να κλαίει για όλους και επιθυμεί να συγκεντρωθεί, αν είναι δυνατόν, σ’ αυτόν ο πανανθρώπινος πόνος και να γίνουν καλά όλοι όσοι υποφέρουν.
Αυτό το φαινόμενο το οποίον περιγράφω είναι κάπως παράξενο εις όσους το ακούουν. Ο Κύριος είπε: «θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει»(Ιω. 8, 32). Στην κατάσταση αυτή μεσολαβεί ακριβώς η «αυτοαλήθεια», ο Θεός, όχι ως επιστημονική ή φιλοσοφική αλήθεια, αλλά ως υπερβαίνουσα ασυγκρίτως κάθε εγκεφαλικό διαλογισμό. Δεν είναι αφηρημένη διανόηση ή μαθηματική εξίσωση αλλά «ΠΡΟΣΩΠΟΝ». Είναι ο Ων, ο απ’ αρχής, ο άναρχος Θεός, ο οποίος αποκαλύφθηκε με το «εγώ είμαι». Είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιο. Η κτιστή διάνοια είναι αδύνατο να συλλάβει με τα σύμβολα και τις παραστάσεις της το πραγματικό, το ασύλληπτο στην ουσία του «ΕΙΝΑΙ» του Θεού. Πιστεύουμε και ζούμε ως απόλυτη αλήθεια την μακαρία Τριάδα των θείων προσώπων. Και όπως ο Θεός είναι ΤΡΙΑΣ και ταυτοχρόνως ΜΟΝΑΣ, Τριάδα προσώπων «σε μια Θεότητα» έτσι και ο άνθρωπος στην οριστική του ολοκλήρωση, οφείλει να γίνει ένας άνθρωπος σε πλήθος υποστάσεων. Να μη ζει για τον εαυτό του. «Οφείλουμε και εμείς να προσφέρουμε τη ζωή μας για χάρη των αδελφών μας»(Α’ Ιω. 3, ι6). Και «δεν πρέπει να επιδιώκει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ό,τι βοηθά τον άλλο»(Α΄ Κορ. 10, 24), «και να σηκώνεις το φορτίο του άλλου»(βλ. Γαλ. 6, 2). Κατά τον ίδιο τρόπο και η Αγία Τριάδα, ο Θεός της αγάπης, δεν απομονώνεται στον εαυτό της, αλλά ζει μέσα σ’ αυτούς που αγαπά. «Κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του για χάρη των φίλων του»(Ιω. 15,13). Ο Ιησούς μας «έδειξε την αγάπη του στο μέγιστο βαθμό σ’ αυτούς που μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του ανήκαν»(Ιω. 13, 1). Διδάσκοντας δε τον πρακτικό τρόπο της «κενώσεως», τον οποίον έχει μέσα της η αγάπη, λέγει· «ο πιο σπουδαίος από σας να είναι υπηρέτης σας. Γιατί όποιος υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί και όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του θα υψωθεί»(Ματ. 23, 11-12). Άραγε ποιό είναι το νόημα εδώ; Η «κένωση», η οποία χαρακτηρίζει γενικά την θεία αγάπη, απαιτείται και από εμάς. Η ολοκληρωμένη από τον άνθρωπο μετάνοια παίρνει τη θέση της κενώσεως, εφ’ όσον για την αγάπη του Θεού φθάνει αυτός που μετανοεί στον έσχατο βαθμό της ταπεινώσεως και του εξευτελισμού του και αυτό το θεωρεί χαρά διότι μετέχει στην κένωση του Θεού Λόγου, ο οποίος για τη δική μας σωτηρία «άδειασε τον εαυτό του» γενόμενος άνθρωπος χωρίς αμαρτία και με τα παθήματά του μας ελευθέρωσε από τη φθορά και το θάνατο και μας εισήγαγε στην αιώνια βασιλεία του. Αυτός ο Θεός, στην αιωνία του θεοπρεπή μεγαλοσύνη είναι η πραγματική και απόλυτη αλήθεια. Είναι η αλήθεια, την οποίαν αναζητούμε. Για να την επιτύχουμε πρέπει να έλθει μέσα μας ο ίδιος και να ενωθούμε υπαρξιακά με αυτόν. Αυτό όμως δεν γίνεται με εξωτερικό εξαναγκασμό, ούτε μόνο από τη θεία προσφορά, αλλά και με τη δική μας αποδοχή. Ως κτίσμα ο άνθρωπος δεν μπορεί μόνος του να φθάσει την αλήθεια, διότι αυτό είναι καθαρά δώρο του Δημιουργού στον άνθρωπο χωρίς εξαναγκασμό και παραβίαση της ελευθερίας του. Είναι λοιπόν αναγκαία η συμφωνία και συνεργασία των δύο θελήσεων, του Θεού και του ανθρώπου. Την θέληση στον άνθρωπο να επιθυμεί το αγαθό όπως και ο Θεός, για να συμπράξουν και οι δύο παράγοντες, πάλιν ο Θεός τη χαρίζει στους δεκτικούς θελήσεως, εφ’ όσον «κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από το Δημιουργό των ουρανίων σωμάτων»( Ιακ. 1,17).
Μας προτρέπει πάλιν ο Κύριός μας λέγοντας «να επιζητείτε πρώτα απ’ όλα τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση της δικαιοσύνης δηλ. του θελήματός του»(Ματ. 6, 33). Αυτό σημαίνει την πριν απ’ όλα εκζήτηση της επιγνώσεως της αλήθειας και στη συνέχεια την εξάσκηση των καθηκόντων. Η εκζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού δεν είναι άλλη, παρά αυτή την οποίαν δηλώνει ο Προφήτης και Βασιλέας Δαυίδ. «Για να τηρώ τις εντολές σου, που έδωσες με τα ίδια σου τα χείλη, εγώ βάδισα το δύσκολο δρόμο της αρετής»(Ψαλμ. 16, 4)· Και να ποιος είναι ο δύσκολος δρόμος. «Μέσα στον κόσμο θα υποφέρετε»(Ιω. 16, 33) Και μόνοι μας διαπιστώνουμε από την πατερική μας παράδοση ότι «όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς»(Β΄Τιμ. 3, 12). Εάν ομολογούμε τον Χριστό ως γνήσιο «χαρακτήρα του Πατρός», και άρα Θεόν και αυτοαλήθεια, οφείλουμε να τον ακολουθήσουμε, οπότε καταλήγουμε στο σκληρό δίλημμα, το οποίον ο ίδιος λέγει· «Αν κάποιος έρχεται κοντά μου και δεν απαρνιέται τον  πατέρα του και τη μητέρα του, τη γυναίκα και τα παιδιά του, τους αδελφούς και τις αδελφές του, ακόμη και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου. Όποιος δε σηκώνει το σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου… και ο καθένας από σας που δεν απαρνιέται τα πάντα, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου»( Λουκ. 14. 26- 27, 33). Ερμηνεύοντας ο Κύριος πως ενεργεί η φύση της ομολογίας, προβάλλει το παράδειγμα της γυναικάς που γεννά. «Όταν η γυναίκα πρόκειται να γεννήσει, υποφέρει πολύ, γιατί ήρθε η ώρα των πόνων της· όταν όμως γεννήσει το παιδί, ξεχνάει πια τους πόνους, από τη χαρά της που έφερε έναν άνθρωπο στον κόσμο. Κι εσείς, λοιπόν, τώρα λυπόσαστε· αλλά θα σας δω και πάλι και θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας κανείς δεν θα μπορέσει να σας την αφαιρέσει» (Ιω. ι6, 21-22). Σε όσους υπομένουν μέχρι τέλους, σύμφωνα με το θείο ορισμό του Κυρίου, προσφέρεται αισθητά η θεία χάρις, όπως ο μισθός στους εργαζόμενους, και σ’ αυτήν την πληροφορία της θείας χάριτος, η οποία ονομάζεται από τους Πατέρες μας «πείρα θείας αντιλήψεως» δικαίως «τη χαρά τους κανείς δεν θα μπορέσει να την αφαιρέσει»( βλ. Ιω. 16, 22).
Οι άγιοι Πατέρες αποκαλούν την όχι περιστασιακή αλλά μόνιμη παρουσία της χάριτος σε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου «αίσθησιν εν Θεώ». Όταν συμβεί αυτό ειδικά σ’ αυτούς που προσεκτικά μετανοούν, αποκαλύπτεται στο νου τους και το νόημα του σταυρού, της περιεκτικής φιλοπονίας, της πραγματικής αυταπαρνήσεως. Τότε κατανοούν το ότι «όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς»(Β’ Τιμ. 3, 12)· Συνειδητοποιούν το «να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να δίνετε ευχές σ’ αυτούς που σας δίνουν κατάρες, ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν, και προσεύχεσθε γι’ αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν»(Ματ. 5, 44). Αυτή η ομολογιακή μορφή του χριστιανισμού φαίνεται σκληρή στους αμύητους στο πραγματικό φρόνημα του σταυρού. Και εδώ ίσως είναι ο κύριος λόγος για τον οποίον πολλοί «απομακρύνονται και δεν ακολουθούν πια τον Ιησού»(βλ. Ιω. 6, 66). «Σκληρά είναι αυτά τα λόγια· ποιός μπορεί να τα ακούει;»(Ιω. 6, 60).
Μέχρι να περάσει ο άνθρωπος το πρώτο στάδιο της εισαγωγικής πίστεως, από την οποία  μεταβαίνει στη λεγόμενη «πρακτική», του φαίνονται ακατανόητα τα λόγια και οι εντολές της υπερφυσικής αυταπαρνήσεως, ότι οφείλει να θυσιάσει «την ψυχήν του» (προσωπικότητά του) ολοκληρωτικά για να την κερδίσει κατά το λόγο του Κυρίου μας. Όταν όμως η θεία χάρη τον μεταφέρει στο δεύτερο στάδιο «της πίστεως της θεωρίας», το οποίο είναι γέννημα «της πείρας της θείας αντιλήψεως», τότε όχι μόνον δεν διστάζει στη φιλοπονία και αυταπάρνηση, αλλά με ζήλο και ορμή πέφτει μέσα  στη θάλασσα των πειρασμών και μας υπενθυμίζει το λόγο του μεγάλου Πατέρα και οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ότι «ερεθίζει τους δαίμονας προς μάχη». Ποιός θα πείσει τώρα το χριστεπώνυμο πλήρωμα να συνειδητοποιήσει ότι «για να μπούμε στη Βασιλεία των ουρανών, πρέπει να περάσουμε πολλές θλίψεις»;(βλ. Πράξ. 14, 22)
(Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνική Μαρτυρία, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, σ. 35-44)

Το τέρμα των Θείων επαγγελιών (Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, εκδ. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, σ. 185-192)


Screen shot 2015-06-15 at 7.24.14 AM
Δανειζόμαστε και πάλιν λόγους του μακαρίου Γέροντα γι’ αυτό το τελευταίο μας θέμα, περισσότερο δε για να μη λησμονηθούν όσα είδαμε και ακούσαμε από τον ίδιο και τα οποία επισφραγίζουν όσα συνεχώς μελετάμε στους Πατέρες μας. Άλλο όμως είναι να ακούει κανείς πράγματα τα οποία συνέβησαν «τω καιρώ εκείνω», και άλλο να τα βλέπει σήμερα προσωπικώς. Δανείζομαι και πάλιν σχετικό απόφθεγμα του Αποστόλου Πέτρου, που διηγείται τη δική του εμπειρία. «Λοιπόν, δεν βασιστήκαμε σε περίτεχνους μύθους για να σας γνωστοποιήσουμε  τη δυναμική έλευση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε το μεγαλείο του»(Β’ Πέτρ. 1, 16). Το ίδιο και εμείς γίναμε «αυτόπτες μάρτυρες» του οσιωτάτου μας Πατρός, όχι κατά φαντασίαν ή με φανατισμό ή άλλη σκοπιμότητα, αλλά αληθινά καταγράφουμε «όσα είδαμε και ακούσαμε και αι χείρες ημών εψηλάφησαν».
Αναφέρω αυτολεξεί μίαν έξαρση της χάριτος, όπως ο ίδιος την έπαθε, και την περιέγραψε. «Τότε δε με παρρησίαν εισέρχεται εις το ενδότερον του καταπετάσματος και της θείας νεφέλης επιφοιτούσης εν στύλω πυρός της αγάπης, όλος πυρ και ούτος γενόμενος, και μη επί πλέον βαστάσαι δυνάμενος, φωνάζει η θεία ενέργεια της αγάπης προς την πηγήν της αγάπης μέσω χειλέων ανθρωπίνων. Τίς δύναταί με χωρίσαι εκ της γλυκείας αγάπης σου, Ιησού; Και επί πλέον της αύρας πνεούσης – είτε εν σώματι ή χωρίς σώματος ο Θεός οίδεν, ή μέσον της καλύβης ή έξω εν αέρι ο Θεός οίδε – τούτο μόνον οίδεν εκείνος που οίδεν, ότι όλος γενόμενος πυρ μετά του πυρός, και δάκρυα αγάπης απορρέων μετά θαυμασμού και εκπλήξεως φωνάζει παύσον, γλυκεία αγάπη, τα κύματα της χάριτός σου, ότι αι αρμονίαι των μελών μου διελύθησαν. Και ταύτα λέγων, του πνεύματος του αέρος επιπνέοντος μετά της θαυμασίας αυτού και αρρήτου ευωδίας, καταπαύουν αι αισθήσεις, μη συγχωρούσης όλως σωματικής ενεργείας…».
«Ως μέγα το θαύμα και πολλής θεωρίας ανάπλεον. Και νοερώς ας ανέλθωμεν εις το θαβώριον, όσοι τοις παθήμασι δι’ αγάπην Χριστού εσταυρώθημεν, ίνα και την μεταμόρφωσιν της καλής αλλοιώσεως λάβωμεν, και του λοιπού ο γλυκύς Ιησούς νοερώς εμφανίζει την δόξαν του και της όντως χαράς μυστηριωδώς και ημείς απολαύσωμεν. Αυτός γαρ έστιν αληθώς η χαρά, αυτός και το χάρισμα! Ο μόνος δοτήρ και ωσαύτως το δώρημα, αυτός η πηγή ο πηγάζων το ύδωρ το ζων».
Με αυτούς τους λόγους μάς εισάγει ο μακάριος Γέροντας  στη βαθμίδα της δικής του θεωρίας και εν συνεχεία ερμηνεύει τους όρους, υπό τους οποίους τα λογικά όντα κοινωνούν και αισθάνονται με ευγνωμοσύνη  στην πληρότητά του το κεντρικό νόημα του «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Με σύντομα αλλά σαφή παραδείγματα προβάλλει τις κύριες θέσεις, όπου ο άνθρωπος, μετά το έλεος από τη θεία χάρη, ευχαριστεί και ομολογεί ανεπιφύλακτα ότι «μας έσωσε, όχι για τα καλά έργα που τυχόν κάναμε εμείς, αλλά γιατί μας σπλαχνίστηκε»(Τίτ. 3, 5). Στο ύψος της πνευματικής θεωρίας, όπου οι νόες των θεουμένων εισέρχονται ενδεδυμένοι το πλήρωμα της ταπεινοφροσύνης του Θεού Λόγου που τους μεταμόρφωσε, στρέφουν όπως ο Μωυσής το πρόσωπο από την απρόσιτη θέα, και οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι της Αποκαλύψεως προσκυνούν τον Θεό που κάθεται στο θρόνο του (βλ. Αποκ. 4, 1ο).
Εκτενέστερα περιγράφεται από τον Πατέρα μας το φρόνημα των τελείων και απαθών εν Χριστώ, που μετασχηματίζονται διά της χάριτος κατά το ομοίωμα του αρχετύπου, όπου, «ως πράοι και ταπεινοί τη καρδία», αποδίδουν τα πάντα στην πρώτη και κύρια αρχή, και τίποτε στον εαυτό τους, διότι τα πάντα γεννήθηκαν και ολοκληρώθηκαν σ’ αυτούς εν Χριστώ Ιησού, του Κυρίου τους  και «ό,τι υπάρχει είναι πλασμένο δι’ αυτού και αυτόν έχει σκοπό του»(Κολ. 1, 16). Αυτός είναι και ο λόγος που κρατούν σταθερή την απάθεια στο πλήρωμα του αγιασμού, διότι μόνον τότε μπορούν να αποκτήσουν την αρτιότητα της προσωπικότητός τους. Κατά την επιφοίτηση της χάριτος, όπου αισθάνονται πληρέστερα το απέραντο της θείας μεγαλωσύνης και το ευτελές και ασήμαντο της κτιστής τους φύσεως, γνωρίζουν ότι η υπάρχουσα τότε αξία είναι θεία δωρεά και ως αρχή (δημιουργία) και ως τέλος (αγιασμός και τελείωση). Έτσι ερμηνεύεται θαυμάσια ο λόγος του Παύλου «τί έχεις που να μην το έλαβες; Αφού, λοιπόν, το έλαβες από το Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;»(Α’ Κορ. 4, 7) Η πλήρης επίγνωση σ’ αυτό το βαθμό δεν είναι πλαστή θεωρία της δικής μας προσπάθειας, αλλά είναι καθαρά ενέργεια της θείας χάριτος στο νου των τελείων εν Χριστώ και παραμένει ως μόνιμη πλέον πίστη και θέση, είναι δε ως νέα ψυχή και υπόσταση στα λογικά όντα, ώστε να είναι σ’ αυτά μόνιμη πραγματικότητα ο Θεός «τα πάντα εν πάσι».
Το πλήρωμα της ισορροπίας  στο νόημα της δημιουργίας, της σχέσεως μεταξύ του Δημιουργού και των κτισμάτων, ερμηνεύει ο Γέροντας ως εξής: Ο Θεός παράγει, κτίζει και προικίζει τα δημιουργήματά του, και αυτά λαμβάνουν με ευγνωμοσύνη και αποδίδουν ευχαρίστως την οφειλή. Η θεωρία αυτή παρ’ όλη την απλότητά της πραγματοποιείται σ’ αυτούς που απέκτησαν «νουν Χριστού» και «φόρεσαν την εικόνα του επουρανίου»(βλ. Α΄ Κορ. 15, 49). Αυτοί μπορούν με παρρησία να επικαλεσθούν τον Θεό Πατέρα, όπως έλεγε ο Γέροντας: «Εκείνος δε μόνον δύναται να καλέσει τον Θεόν Πατέρα, ο οποίος τον εγνώρισεν εκ της χάριτός του ως Πατέρα· και ωσαύτως εκείνος καλείται υιός, όστις εγεύθη αγάπην Πατρός εν αισθήσει υιότητος· και εκείνος αποδίδει τα του Θεού εκ των του Θεού, ο οποίος οίδε πρακτικώς ότι ήτο γυμνός, εγνωκώς την ιδίαν ασθένειαν, ομοίως τον ίδιον ευεργέτην, όπου πλουσίως τούτον ενέδυσε και του λοιπού υιόν κατά χάριν αυτόν προσηγόρευσε, και επομένως εντρυφά εις του Πατρός του τον πλούτον και τα ‘σα εκ των σων’ καθαρώς αποδίδει».
Αυτό τον τρόπο της σχέσεως του Δημιουργού με τα κτίσματά του ο Γέροντας τον ονόμαζε «κυκλοφερή κίνησιν».  Συνήθιζε να παράγει δικές του λέξεις και ορισμούς, για να εκφράζει τα δικά του νοήματα. Την ιδία τάξη απέδιδε και στα ουράνια σώματα, τους «αγίους αγγέλους», διότι και αυτά, «το είναι και το ευ είναι» αφού έλαβαν από τον Θεό, παραμένουν απαρεγκλίτως στην ισορροπία τους και αποδίδουν με ευγνωμοσύνη και ευχαρίστηση στον Θεό ό,τι εξ αρχής παρ’ αυτού έλαβαν. Έτσι λέγει ο Γέροντας: «Άπασα γαρ η κυκλοφερής αυτή κίνησις εις τα ουράνια και εις τα επίγεια, αισθητή και νοητή εξ αρχήθεν, όπου παρήχθη και το είναι εγνώρισεν, επί ταύτης ίσταται της θαυμαστής θεωρίας και την κίνησιν την αένναον έχει και ‘τα του Θεού εκ των του Θεού’ αενάως εις τον Δημιουργόν της προσφέρει. Ο δε πανυπέρπλουτος Κύριος ευχαρίστως λαμβάνει την ευχαριστίαν και παρέχει ανταμείβων φιλοτίμως και πάλιν τα ίδια». Και συνεχίζει ο Γέροντας· «αυτή γαρ αληθώς η αρχή του μονάζοντος είναι που τα πάθη αφήκε και τω Θεώ συνηντήθη και γνωρισθείς υπ’ αυτού, εκολλήθη τη αγάπη του μέχρι τούδε αγνωρίστου, επιλέγων το του Ιώβ· ‘ακοήν μεν ωτός ήκουόν σου το πρότερον, νυνί δε ο οφθαλμός μου εώρακέ σε· διό εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην, ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν’»(Άκουα μεν πρωτύτερα με τα αυτιά μου, τώρα όμως σε έχω δει με τα μάτια μου· γι’ αυτό ελεεινολόγησα τον εαυτό μου και ένοιωσα συντριβή, θεωρώ δε τον εαυτό μου χώμα και στάχτη) (Ιώβ 42, 5).
Αρχή της καθαράς πολιτείας και ελεύσεως των δωρεών του Θεού είναι η ακόλουθη: «Το να γνωρίσει κανείς την ιδίαν ασθένειαν. Διά να τύχη δε τοιαύτης γνώσεως, οφείλει να εισέλθει εις πολλούς και μεγάλους πειρασμούς. Και όταν χάριτι νικήσει και ταύτην καταλάβει, τότε και των λοιπών θέλει υπερισχύσει».
Στις υπόλοιπες βαθμίδες και καταστάσεις του αγωνιστικού του σταδίου ο άνθρωπος χρειάζεται απαραιτήτως συμμετοχή της δικής του προσφοράς μαζί με τη θεία χάρη, ώστε να νικήσει τα πάθη και να αποκτήσει τις θεοειδείς αρετές και γενικώς να ανέλθει την κλίμακα της μετανοίας. Στην κατάσταση όμως της ολοκληρώσεως του αγιασμού, δηλ. της θεώσεως, τα ανθρώπινα μέσα αδρανούν, και μόνον η θεία χάρις τα πάντα τελειοποιεί. Ο αληθινός λόγος του Κυρίου μας, «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5) είναι εδώ απόλυτος, διότι αυτή η μεταμόρφωση, «που αυτό το θνητό γίνεται αθάνατο»(Α΄ Κορ. 15, 54) είναι εξ ολοκλήρου έργο της χάριτος.
Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αυτή την αίσθηση λέγει με βεβαιότητα «τα σα εκ των σων» και «κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από τον Δημιουργό των ουρανίων σωμάτων»(Ιακ. 1, 17). Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην ώρα της προσευχής, όπως ιδιαιτέρως τονίζει ο αββάς Ισαάκ. Μετά την καθαρά προσευχή, όταν φθάσει ο αγωνιστής με τη χάρη του Θεού, «ακολουθεί έκπληξη και θαυμασμός , και όχι προσευχή· επειδή σταματούν τα έργα της προσευχής, και ο νους βρίσκεται πλέον σε θεωρία, και όχι στην προσευχή»(Αββά Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, Λόγος ΛΒ’, Περί της καθαράς προσευχής). Όταν επιμέναμε να μας ερμηνεύσει ο Γέροντας τους υπερφυσικούς αυτούς τρόπους τους οποίους ο χριστοφόρος άνθρωπος πάσχει μάλλον ή απλώς αισθάνεται, αυτό μας έλεγε: «Δεν μένει τίποτε εκ του παλαιού ανθρώπου εις ενέργειαν εις αυτήν την ώραν, διότι ευρίσκεται όχι μόνον εις άλλην φύσιν, εκτός χώρου και χρόνου και φυσικών κινήσεων, αλλά εις άλλον αέρα, εις άλλον κόσμον, όπου δεν ισχύουν τα αισθητά μέτρα και σχήματα και σύμβολα». Προς διαβεβαίωση μάς ανέφερε πατερικό κείμενο κατάλληλο προς αυτό τον σκοπό. «Μέσα στη ψυχή του καθαρού υπάρχει ενας νοητός τόπος και ο ήλιος που λάμπει σ’ αυτόν είναι το φως της Αγίας Τριάδος. Και ο αέρας που αναπνέουν όσοι κατοικούν σ’ αυτόν είναι  το Παράκλητον και Πανάγιον Πνεύμα». Τότε ο Κύριός μας, ο οποίος είναι και ο δοτήρας και το δώρημα, μεταμορφώνει με τη χάρη του τον πιστό δούλο του, ο οποίος με πολλή καρτερία και υπομονή πέρασε τη θάλασσα των σκληρών πειρασμών και δεν πρόδωσε την θεία αγάπη «και τότε γνωρίζει  να βλέπει εν Θεώ και όχι όπως εμείς» όχι ανθρωπίνως, αλλά θεοπρεπώς.
Και ως προς την εν Θεώ αίσθηση, την οποίαν πάσχει και εντρυφά, με αυτόν τον τρόπο συμβαίνει σύμφωνα με όλες τις αψευδείς μαρτυρίες των Πατέρων μας. Ως προς τον εαυτόν του όμως αισθάνεται τη μηδαμινότητά του και γίνεται υποκάτω πάσης της κτίσεως, σε σημείο απίστευτο από τον κόσμο. Εάν δε ερωτηθεί, τί πιστεύει για τον εαυτόν του μετά τις τόσες αντιλήψεις του Θεού και τις σχέσεις του με αυτόν, μένει σιωπηλός, σαν να μη μπορεί να εκφραστεί. Διαβεβαιώνει ότι αυτή είναι η αλήθεια περί των θείων δωρεών και χαρισμάτων, διότι γνωρίζει ότι είναι ανέκφραστα και υπερεκπερισσού πραγματικά και βέβαια. Αυτός όμως  στον εαυτόν του τίποτα δεν βρίσκει ή βλέπει άξιον, θέλει δε εάν είναι τρόπος, να μην υπολογίζει  τον εαυτόν του στα υπαρκτά όντα, αλλά να παραμένει ως ανύπαρκτος ανάμεσα στους ανθρώπους! Μετά τις διαπιστώσεις αυτές του μακαρίου Γέροντα εννοούσαμε αρκετά το βάθος του λειτουργικού λογίου το οποίον πολύ συχνά επαναλάμβανε: «Τα σα εκ των σων, Δέσποτα πολυέλεε, φιλανθρώπως παίρνομεν και ευγνωμόνως επιστρέφομεν ευχαριστούντες το μέγα σου έλεος». Αυτό είναι ένα μέτρο της ταπεινοφροσύνης των τελειωθέντων εν Χριστώ, οι οποίοι αγωνίσθηκαν νομίμως και αξιώθηκαν του πληρώματος των θείων επαγγελιών, κατά το ανθρώπινο. Αυτοί είναι εκείνοι που φόρεσαν την στολή του επουρανίου και αποκτήσαν νουν Χριστού.
(Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, εκδ. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, σ. 185-192)

Περί των ενεργειών της Θείας Χάριτος (Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, εκδ, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, σ. 171-176)


peri-ton-energion-tis-thias-charitos
Ο λόγος μας εδώ θα στραφεί κυρίως στην επιστροφή της χάριτος. Αυτή μετά από σκληρή δοκιμασία, αφού παιδεύσει τους αγωνιστές, επανέρχεται μονίμως ως βραβείο για αυτούς που άθλησαν νομίμως. Η διδασκαλία την οποίαν αναφέρουμε είναι η ακριβής πατερική παράδοση. Τα σημαντικότερα όμως απ’ όσα προβάλλομε  είναι οι αγώνες και τα λάφυρα της πείρας του οσιότατου Πατέρα μας, τα οποία διαπιστώσαμε και είδαμε ζώντας κοντά του.«Για όλα υπάρχει ορισμένη χρονική περίοδος και η κατάλληλη ευκαιρία για κάθε τι που γίνεται κάτω από τον ουρανό»(Εκκλ. 3, 1) κατά τη Γραφή. «Υπάρχει ορισμένος καιρός για να κλάψει κάποιος και για να γελάσει»( Εκκλ. 3, 4) όπως αναφέρει ο Σολομών. «Με μεγάλη υπομονή και εγκαρτέρηση περίμενα τη βοήθεια από τον Κύριο και με πρόσεξε και άκουσε τη δέησή μου, και με έβγαλε από το λάκκο της ταλαιπωρίας και από τη λάσπη του βούρκου και έστησε τα πόδια μου επάνω στην πέτρα και κατεύθηνε τα βήματά μου»( Ψαλμ. 39, 2-3). Μετά τον χειμώνα η άνοιξη και μετά την τρικυμία η γαλήνη. Όταν με τους ποικίλους πειρασμούς και δοκιμασίες και  της ιδίας της συστολής της χάριτος περάσει αυτός που μετανοεί «διά του πυρός των δεινών και του ύδατος της απελπισίας», δικαίως φθάνει σε αναψυχή. Ως γαληνόμορφη όψη της θείας παρηγορίας, σαν ήλιος που ανατέλλει, φωτίζει και θερμαίνει τα μέρη του αγωνιζομένου που πρόσκαιρα σκοτίσθηκαν  και παρέχει σ’ αυτά ως βραβείο το λάφυρο της πείρας, ώστε να έχει στο εξής τα αισθητήρια γυμνασμένα στη γνώση του καλού και του κακού «τα χέρια για συμπλοκές και μάχες και τα δάκτυλα στον πόλεμο»(Ψαλμ. 143, 1). Τότε αυξάνει η γνώση  στα νοήματα της Γραφής, αυτός δε που αφού υπέμεινε μέχρι τέλους  και  νίκησε, ευχαριστεί αδιαλείπτως την θεία οικονομία. Κατανοεί πλήρως το λόγο του Παύλου· «αν δεν έχετε τη διαπαιδαγώγηση που έχουν πάρει όλοι, τότε είστε νόθα κι όχι γνήσια παιδιά»(Εβρ. 12, 8.), διότι «όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδαγωγεί, μαστιγώνει δε εκείνον που παραδέχεται σαν δικό του παιδί»(Παροιμ. 3, 12). «Ας είναι δοξασμένος, ο Κύριος, ο οποίος δεν μας άφησε να γίνουμε θήραμα στα δόντια τους» (Ψαλμ. 123, 6), αλλά έδωσε «μαζί με τον πειρασμό και την διέξοδο, ώστε να μπορέσουμε να τον αντέξουμε»(Α’ Κορ. 1ο,13).
Ένας τρόπος θεραπείας, ο οποίος συνήθως συμβαίνει σε όσους δοκιμάζονται από τη συστολή της χάριτος, είναι ο μέσω άλλων πνευματικών ανθρώπων. «Ας γυρίσουν κοντά μου αυτοί που σε σέβονται και γνωρίζουν τις εντολές σου»(Ψαλμ. 118, 79)· Όταν φθάσει το πλήρωμα του χρόνου της δοκιμασίας και πολεμηθεί αρκετά ο αυθάδης λογισμός, ο οποίος προκάλεσε την συστολή της χάριτος, επανέρχεται η συσταλείσα χάρις και διανοίγει τον σκοτισθέντα νου, ο οποίος ταπεινώνεται και υπακούει σ’  αυτούς που συμβουλεύουν όσα αφορούν τη σωτηρία. Ένα από τα πρώτα αισθητά σημεία τα οποία απολαμβάνει μετά την ανάκτηση της χάριτος είναι η ειρήνη των λογισμών και η αύξηση της δευτέρας μορφής της πίστεως. Αυτή η πίστη, η οποία λέγεται και «πίστις της θεωρίας», είναι υψηλότερη της συνήθους πίστεως και γεννάται από την πείρα της θείας αντιλήψεως, της θείας παρηγορίας η οποία εμφανίσθηκε και έγινε αντιληπτή από το νου και την αίσθηση ως πρακτική θεία επέμβαση. Ο μακάριος Γέροντας αυτό το περιέγραφε ως εξής: «Και ειρήνη των λογισμών επί τούτοις εξήνθησεν, ως και δύναμις πίστεως προσετέθη… και ταύτης κυοφορησάσης λέγω της πίστεως, θυγατέρα γεννά την ελπίδα την ακαταίσχυντον, κακείθεν η θεία δυάς νοητώς πτερωθείσα προς της αγάπης την ένωσιν δέδεται».
Η πίστη της θεωρίας, ως γέννημα των πειρασμών, παρέχει στο νου θάρρος, έχουσα ως ενέχυρα τις αποδείξεις της θείας επεμβάσεως. Τότε γεννάται η μακαρία ελπίδα, η οποία δεν καταισχύνει. Αυτές οι κορυφαίες αρετές, όταν δοθούν από τη χάρη στον φωτισθέντα νουν, δεν μένουν επί πολύ μόνες, αλλά προσελκύουν ως αχώριστη την μακαρίαν αγάπη, οπότε ο άνθρωπος γεύεται ήδη από εδώ τα μυστήρια του μέλλοντος. Άλλο αισθητό σημείο της καταστάσεως αυτής είναι η αδιάλειπτος και καθαρά προσευχή, η οποία τίποτε δεν ζητεί, ως συνήθως, παρά μόνον το θέλημα του Κυρίου. Τότε αρχίζει η θεωρητική προσευχή, η οποία πλησιάζει την «εν πνεύματι και αληθεία» προσκύνηση και λατρεία, όχι όμως εντελώς. Ο Γέροντας μάς έλεγε: «Από καιρού εις καιρόν, εν ώρα της προσευχής τω Θεώ συνδεθείς, διακοπείσης της ευχής, αιχμάλωτος γίνεται εις την αγάπην του Ιησού και ορά ον φιλεί και θαυμάζει αεί την γλυκείαν πνοήν του αέρος εκείνου της διανοίας». Όταν ερχεται η χάρις πληροφορείται ο νους για την παρουσία του Κυρίου μας και αισθητά πλέον πάσχει τα θεία, εισερχόμενος «εις το εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν ο Ιησούς», όχι πλέον εξ ακοής πίστεως, αλλά αυτοπροσώπως, διά του πληρώματος της χάριτος, την οποίαν ο Κύριος δίδει σε όσους «έλαβον αυτόν» δηλ. τον δέχθηκαν και τον πίστεψαν. «Όσοι δε έλαβον αυτόν, τους έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού»(Ιω. 1, 12). Και εδώ ακόμη έχουμε εισαγωγή, όχι τελείωση. Γι’ αυτό  διακόπτεται πάλιν, υποστελλομένης της χάριτος, ο δε προσευχόμενος επανέρχεται  στην πρώτη ειρηνική του κατάσταση. Τότε, μας έλεγε ο μακάριος Γέροντας, αισθάνεται εκτός του νόμου της βαρύτητος και το σώμά του υπό την υλική του και μόνον ιδιότητα θαυμάζει τα μεγαλεία του Θεού. Αυτή την ώρα, κατά την οποίαν ο Κύριός μας «τον χειμάρρουν της τρυφής αυτού ποτίζει»(βλ. Ψαλμ. 35, 9) τους δικαίους του, φθάνει ο πάσχων αυτήν την μέθη στο σημείο να παρακαλεί: «Άνες, Κύριε, τα κύματα της χάριτός σου, ότι εκλείπω εάν έτι προσθέσης». Οι λογισμοί σιγούν, κατά τον Γέροντα, σ’ αυτήν τη θέση, όταν το πλήρωμα της θείας αγάπης πλημμυρίζει ολόκληρο το είναι του ανθρώπου, συνυπάρχει δε μαζί και βάθος ταπεινοφροσύνης. Και κατά μεν την αγάπη θέλει όλους να τους βάλει μέσα του και επιθυμεί να θυσιασθεί για όλους και να αναλάβει τον πανανθρώπινο πόνο, κατά δε το φρόνημα επιθυμεί να βρίσκεται κάτω από όλους, έχοντας τέλεια ταπείνωση, ενώ η παραμικρή αίσθηση ή γνώση για κάποιο που πάσχει του προκαλεί αμέσως λύπη και δάκρυα. Αυτός αληθινά «χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων»(Ρω μ. 12, 15). Αυτή είναι μία εκδήλωση επιστροφής της χάριτος σε όσους αγωνίζονται στον στίβο της μετανοίας και υπομένουν ακλόνητοι τις δοκιμασίες των πειρασμών και τα μυστήρια των ενεργειών της θείας χάριτος. Όποιος φθάσει σ’ αυτή τη βαθμίδα της κλίμακας, μπορεί, εάν επιθυμεί, να βοηθήσει τους άλλους, διότι όταν ανέβη στην υψηλότερη θέλει να σιωπά. Κατά την γνώμη των Πατέρων μας, όταν φθάσει, ο πνευματικός άνθρωπος σε υψηλότερη πνευματική κατάσταση, εισέρχεται  στον τόπο της θεώσεως και του συμβατισμού, οπότε σταματά πλέον κάθε εξωτερική ενέργεια, όπως ο Θεός την εβδόμη ημέρα κατέπαυσεν «από πάντων των έργων αυτού». Λέγει δε και αυτός, όπως ο Πέτρος στο θαβώριον όρος, όταν εισήλθε στην φωτεινή νεφέλη της μεταμορφώσεως, «καλόν εστιν ημάς ώδε είναι»(Ματ. 17, 4), μη μπορώντας πλέον να σκέπτεται τίποτε γήινο, παρά μόνο να μένει αιχμάλωτος στην υψηλή θεωρία του ακτίστου και απείρου «ΕΙΝΑΙ». Ο άνθρωπος λοιπόν μπορεί να θυμάται τον κόσμο και να επικοινωνεί με αυτόν μόνον στην ατελέστερη βαθμίδα – που είναι πριν απ’ αυτή που περιγράψαμε – όπου η χάρις δεν παραμένει αμετάβλητη.
Για την κατάσταση που δεν είναι ακόμα τέλεια, έλεγε ο μακάριος Γέροντάς μας, ότι «επιθυμεί ο πάσχων τα θεία, εάν ήτο δυνατόν να βάλει τους πάντας εις την καρδίαν του διά να ίδωσι και αυτοί την χάριν εκείνην, έστω και επί ζημία του ιδίου». Μας συγκρατούσε όμως σ’ αυτό λέγοντας· καλλίτερα είναι να ησυχάζετε και να προσεύχεσθε, παρά να επιχειρείτε να φωτίσετε τους άλλους, πράγμα άδηλον εν πολλοίς.
(Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, εκδ, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, σ. 171-176)

Χριστιανισμός και Ουμανισμός


christinismos-ke-oumanismos
Η μικρή αυτή μελέτη σκοπό έχει μια σύντομη θεώρηση και ανάλυση του σημερινού πολιτισμού, των σκέψεων και των επιδιώξεων του σημερινού ανθρώπου, και ιδίως του ευρωπαίου ανθρώπου που επηρεάζει γενικά το ανθρώπινο σύνολο. Αν και επικαλεσθήκαμε τον όρο «ευρωπαίος», εν τούτοις δεν περιοριζόμαστε στα στενά γεωγραφικά όρια της «εν κακοίς γηρασκούσης» Ευρώπης, αλλά εννοούμε και τους δύο πολιτισμούς, Ανατολικό και Δυτικό, οι οποίοι, παρά τις διαφορετικές εκφράσεις και μορφές ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο του άθεου ουμανισμού. Θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του λαού μας στον επικείμενο κίνδυνο της απομακρύνσεως από τα ιδανικά μας, τις παραδόσεις μας, την ιερή παρακαταθήκη μας, ένεκα των ξένων και σφαλερών ιδεών που κατακλύζουν με όλα τα μέσα την κοινωνία μας. Όμως η υγιαίουσα ορθή πίστη, της οποίας είμαστε κληρονόμοι και που είναι η ιερή παρακαταθήκη μας, αποτελεί το πιο μεγάλο αγαθό υπό τον ήλιο, γι’ αυτό και ο αγώνας γι’ αυτήν πρέπει να είναι ανένδοτος και γενναίος.
Επειδή ο στόχος του διαβόλου είναι να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό, χρησιμοποιώντας άπειρες μεθόδους για να τον αποπλανήσει, γι’ αυτό εδώ θα ασχοληθούμε με μια απ’ αυτές, τον άθεο ουμανισμό, που αποτελεί και τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Σαν σε εισαγωγή θα αναφερθούμε στην ύλη και το πνεύμα, από τα οποία αποτελείται ο γύρω μας κόσμος και στη συνέχεια θα μιλήσουμε για την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, για το απόλυτο και το πεπερασμένο, το άφθαρτο και το φθαρτό, το αιώνιο και το πρόσκαιρο· θα αναφερθούμε στην «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία του ανθρώπου, η οποία μαρτυρείται όχι μόνο από την Αγ. Γραφή, αλλά και από φυσικά δεδομένα τα οποία μας δίνουν λύση στα αγωνιώδη περί του ανθρώπου ερωτήματα· θα αναφερθούμε μετά στην ενσάρκωση του Θεού Λόγου και στην τελείωση της φύσεώς μας σ’ Αυτόν και μόνον. Τέλος θα τονίσουμε ότι ο Θεάνθρωπος αποτελεί το παν, το απόλυτο κριτήριο για τον άνθρωπο, δανειζόμενοι για τον σκοπό αυτό μερικές ωραίες και σοφές σκέψεις του μακαριστού και αγίου γέροντος π. Ιουστίνου Πόποβιτς.
***
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άνθρωπος είναι μετά τον Θεό η πιο μυστηριώδης και αινιγματική ύπαρξη. Από την αρχή της ιστορίας του διαπιστώνει κανείς ότι συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να επικρατήσουν και να τον τραβήξουν προς το μέρος τους: το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, ο Θεός και ο διάβολος, το καθένα με τον τρόπο και τα μέσα του. Ποιός όμως είναι εκείνος ο παράγων διά του οποίου ο άνθρωπος αισθάνεται και διακρίνει όχι μόνο αυτές τις καταστάσεις αλλά κι όλες τις πραγματικότητες που βρίσκονται στον αισθητό κόσμο γύρω του;
Μόλις αποκτήσει τις αισθήσεις του ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό, βλέπει και αισθάνεται με αυτές και περιγράφει όλα τα υλικά πράγματα που βρίσκονται γύρω του. Ενώ όμως τα άλογα ζώα βλέπουν με τις αισθήσεις τους τον όγκο ενός πράγματος χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε την ουσία ούτε την ιδιότητά του, αντίθετα ο άνθρωπος με μια μυστηριώδη δύναμη, όταν αντικρύσει την οποιαδήποτε μορφή ύλης αμέσως την περιγράφει σ’ όλες της τις διαστάσεις. Προσδιορίζει τον χρόνο της, τις ιδιότητές της, τη χρήση της, την αλλοιώνει, την μειώνει, την αυξάνει, την διαλύει, την μεταβάλλει όπως θέλει και γενικά την υποτάσσει και την κυβερνά. Αυτό το μυστηριώδες μέσα στον άνθρωπο είναι το πνεύμα του, το οποίο δεν περιγράφεται με τα υλικά πράγματα, ούτε μοιάζει με αυτά, ούτε μπορούν αυτά να το χωρέσουν και να το περικλείσουν, αλλ’ ούτε και ο ίδιος ο άνθρωπος το γνωρίζει σε μορφή και ποιότητα. Και ενώ αυτό είναι, σε σύγκριση με την ύλη, αόρατο και άϋλο και απερίγραπτο, εν τούτοις αυτό αποτελεί όχι μόνο πιο αληθινή πραγματικότητα μέσα στο περιβάλλον των υλικών πραγμάτων (αφού τα μυστήρια του υλικού κόσμου ερμηνεύονται και κατανοούνται με το άϋλο πνεύμα), αλλά και μέτρον αυτών. Αφού αυτή είναι η πραγματικότης, ας σκεφθεί κάνεις πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η αξία του πνεύματος. «Γιατί, τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως τη ζωή του; Ή τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος ως αντάλαγμα για τη ζωή του;» (Ματθ. ιστ’ 26), έλεγε ο Κύριός μας Ι. Χριστός.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο άνθρωπος, όλη την ορατή ζωή του, η οποία ενεργείται μέσα στον χώρο και τον χρόνο, την θεμελιώνει επί των αοράτων δυνάμεων της ψυχής (του πνεύματος δηλαδή): πάνω στην αίσθηση, αντίληψη, κρίση, διάκριση, απόφαση, συνείδηση. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι ένα θαυματουργικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο οι εντυπώσεις που λαμβάνονται από τις αισθήσεις μεταβάλλονται κατά ένα ασύλληπτο τρόπο σε σκέψεις.
Ένας σοβαρός παρατηρητής της κοσμογονίας, από οποιανδήποτε πλευρά κι αν πλησιάσει την κτίση, είτε την υλική είτε την πνευματική, θα αισθανθεί την παρουσία ενός ανέκφραστου μυστηρίου σ’ όλα τα φαινόμενα. Μόνο όμως ένα υγιές πνεύμα θα μπορέσει να προσανατολισθεί ορθά και να δώσει τη σωστή ερμηνεία σ’ αυτό το αινιγματικό μυστήριο του κόσμου. Η εμπειρία που αποκτά το υγιές ανθρώπινο πνεύμα με την επαφή του με τα αισθητά και τα νοητά πράγματα το οδηγεί αμέσως στη νοσταλγία του άπειρου, του αιώνιου, του απόλυτου, και συμπεραίνει σαν βάση και σκοπό των πάντων την «αιώνια ζωή».
Στην έφεσή του αυτή προς το απόλυτο, το ανθρώπινο πνεύμα στρέφει όλη του την προσπάθεια στο να νικήσει και δαμάσει το πεπερασμένο, το θνητό, το φθαρτό, και γενικά τον περιορισμό και αυτό τον θάνατο. Αν προσέξουμε την ιστορία του ανθρώπινου βίου από τα βάθη των αιώνων, θα δούμε ότι ο στόχος των προσπαθειών του ανθρώπου με τις θρησκείες του, τις φιλοσοφίες του, τον πολιτισμό του, σ’ ένα σκοπό απέβλεπε, στο να νικηθεί η θνητότητα και ο θάνατος, που είναι το μόνο ξένο κι ανόμοιο και αλλότριο στοιχείο που παρεμποδίζει την ολοκλήρωση της ζωής.
Από πού όμως πηγάζει στο ανθρώπινο πνεύμα αυτή η νοσταλγία και έφεση προς το άπειρο; Τι είναι εκείνο που σπρώχνει την ανθρώπινη σκέψη σ’ αυτόν τον προβληματισμό του απολύτου; Εάν αυτή η σκέψη ήταν δεισιδαιμονία του απλού και αμαθούς κόσμου, δεν θα απασχολούσε τους διανοούμενους και σοφούς, ενώ βλέπουμε ότι απασχολεί έντονα κι αυτούς. Ούτε πάλιν ήταν δυνατό να επιβλήθηκαν στον άνθρωπο από την εξωτερική ύλη ή και από αυτό ακόμη το σώμα του η έννοια της αιωνιότητας και του απόλυτου, αφού αυτά (η ύλη και το σώμα) είναι πεπερασμένα.
Η μόνη εξήγηση είναι ότι ο πόθος και η έφεση του ανθρώπου προς το απόλυτο, προς την αιωνιότητα και τη ζωή, βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ύπαρξη του ανθρώπινου πνεύματος, μέσα στη φύση του, είναι το βασικό στοιχείο της οντότητάς του. Γι’ αυτό ο πόθος του απόλυτου και της αθανασίας δεν μπορούσε παρά να είναι η μόνη διαρκής μεταφυσική δίψα του. Αλλά και οι φυσικοί κανόνες των όντων δεν μας διδάσκουν ότι το καθένα αναζητεί το όμοιό του και ότι καθετί αυτό που έχει μπορεί να μεταδώσει; Έτσι την αθανασία και την αιώνια ζωή μόνον Εκείνος που είναι η αυτο-Ζωή μπορεί να μεταδώσει. Όλα αυτά δεν είναι παρά μια πιστοποίηση των λόγων της Αγίας Γραφής, η οποία μας αποκαλύπτει τους «λόγους» της δημιουργίας των όντων και ιδίως της δικής μας φύσεως, όπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν κτισθέντες, του αειζώου και αφθάρτου και αιωνίου και αθανάτου Θεού, έχουμε μέσα μας όλους τους χαρακτήρες της θεοειδούς καταστάσεως».
Είναι λοιπόν φυσικό για τον «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθέντα άνθρωπο να ποθεί τον δημιουργό του ως το πρότυπό του. Σ’ αυτή τη νοσταλγία του θείου θεμελιώνεται οντολογικά ο άνθρωπος. Ό,τι είναι κι ό,τι έχει ο Θεός, την αιωνιότητα, το άπειρο, την αθανασία, το αεί ζην, την μακαριότητα, σ’ εκείνα το ανθρώπινο πνεύμα συνεχώς περιστρέφεται και εκείνα φαντάζεται και νοσταλγεί, επινοώντας τρόπους και μεθόδους και σχήματα να ικανοποιήσει αυτή του τη δίψα και τον πόθο. Διαπίστωση της πραγματικότητας αυτής είναι ακόμη η κόπωση και η αποστροφή που αισθάνεται σε οποιανδήποτε άλλη ασχολία κι αν επιδοθεί· προσέξτε τις διάφορες κατακτήσεις τις οποίες επιτυγχάνει, πως μόλις τις ολοκληρώσει, γυρίζει αμέσως κουρασμένο σε άλλες και άλλες και ποτέ δεν αναπαύεται σε καμιά. Ενώ αντίθετα όσοι γνώρισαν τον Θεό και πέτυχαν την ένωση μαζί του με την μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του, δηλαδή διά του αγιασμού, κανείς απ’ αυτούς δεν στράφηκε σε άλλες αναζητήσεις.
Σ’ αυτή τη φυσική έφεση του ανθρώπου απαντώντας ο Σωτήρας μας, διεκήρυξε το «να γίνετε, λοιπόν, κι εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. ε’ 48). Οντολογικά λοιπόν ο άνθρωπος είναι με ολόκληρη την υπαρξή του θεοειδής και σ’ αυτό έγκειται η ουσία του. Είναι κάτι το δεδομένο, είναι η θέση της φύσεώς του. Αυτό φανερώνει και τον τελολογικό χαρακτήρα της υπάρξεως του, γιατί τέλος (σκοπός) όλων των πόθων και στόχων και ενεργειών του είναι ο Θεός. Είναι πλασμένος δυνάμει θεανθρώπινο ον, το οποίο οδηγούμενο από τη θεοειδή ψυχή του έχει χρέος να εξομοιώσει τον εαυτό του και τα πάντα προς τον Θεό και έτσι να γίνει και ενεργεία θεανθρώπινο ον όπου, ενωμένος κατά ένα τέλειο τρόπο με τον Θεό, να ζει μέσα στις άπειρες θείες τελειότητες. Έτσι ερμηνεύεται και ολοκληρώνεται το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».
 Ας μας επιτραπεί εδώ να προσθέσουμε και το εξής: όχι μόνο οι μέσα στον άνθρωπο εφέσεις μαρτυρούν την ύπαρξη Θεού και αιωνιότητας, αλλά και αυτές ακόμα —θα μπορούσαμε να πούμε— οι προκλητικές και σε πολλά αβάστακτες αδικίες που επικρατούν όχι μόνο στην κοινωνική ζωή, αλλά και σ’ όλόκληρη την κτίση. Πράγματι,  στους μεν ανθρώπους παρατηρούμε ότι άλλος είναι πλούσιος και άλλος φτωχός, άλλος είναι ωραίος και άλλος άσχημος, άλλος υγιής και άλλος ανάπηρος ή ασθενικός, σ’ άλλον έρχονται όλα βολικά και σ’ άλλον όλα ανάποδα. Στη δε φύση, βλέπουμε ανωμαλίες στους φυσικούς νόμους, θεομηνίες, συμφορές, καταστροφές που φέρνουν δυστυχία σε ολόκληρους λαούς. Μάταια οι σχετικοκράτες φιλόσοφοι θα προσπαθήσουν να δώσουν λύση γι’ αυτά που συμβαίνουν. Για ένα χριστιανό όμως η κατάφορη αυτή αδικία που βλέπουμε παντού αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως μιας μεταφυσικής δικαιοσύνης, ενός άλλου κόσμου και χώρου, καλύτερου και τελειότερου, στον οποίο βασιλεύει πραγματικά η δικαιοσύνη. Αν αρνηθούμε την ύπαρξη της δικαιοσύνης αυτής, τότε καταργείται ταυτόχρονα κι ο νόμος της λογικής και κάθε ηθικής αξίας. Εάν δεν υπήρχε κάπου αλλού η λύση στην τόση αδικία, στην τόση πρόκληση της ανισότητας, της καταπίεσης, που αποτελούν γενικό κανόνα που υπάρχει στις συνθήκες του ανθρώπινου βίου, τότε ο άνθρωπος θα ήταν το ελεεινότερο πλάσμα και η ζωή του θα αποτελούσε πραγματική κατάρα και δυστυχία.
Οι τρόποι αυτοί της γενικής προνοίας του Θεού είναι μυστηριώδεις για μας και ακατάληπτοι και μόνον όσοι έχουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορούν να διεισδύσουν και ακόμα να επέμβουν με την προσευχή τους και να τους επηρεάσουν (πόσοι άγιοι δεν θεράπευσαν ανίατες ασθένειες, σταμάτησαν θεομηνίες, έλυσαν ανομβρίες, προστάτεψαν ολόκληρους λαούς από συμφορές). Αλλ’ η πρόνοια του Θεού αποδεικνύεται άγρυπνη μέσα στις αδικίες και ανωμαλίες αυτές και από το ότι συχνά οι ανωμαλίες και οι συμφορές σταμάτησαν όταν οι άνθρωποι που τις υφίσταντο μετανοούσαν από τα πονηρά τους έργα. Αυτό σημαίνει ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία και συμπτωματικά.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι ποτέ δυνατό να πραγματοποιηθεί μια γενική δικαιοσύνη στις ανθρώπινες κοινωνίες (όπως διακηρύττουν δημαγωγικά πολλοί υλιστικά σκεπτόμενοι άνθρωποι), αφού υπάρχουν οι απεριόριστες σε αριθμό φυσικές αδικίες. Τότε μόνο η αδικία θα καταργηθεί, όταν φανερωθούν από τον ίδιο τον Δημιουργό οι «καινούριοι ουρανοί και η καινούρια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη» (Β’ Πέτρ. γ’ 13).

Πτυχές της ασκητικής ζωής και των λόγων του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη


Στην συνέχεια θα αναφερθούμε, βοηθούμενοι από τις άγιες ευχές του, σε πτυχές της ασκητικής ζωής και των λόγων του, όσους μπορέσαμε να συγκρατήσουμε. Εκείνο όμως, που θα ωφελήσει το πλήρωμα των πιστών και της Εκκλησίας μας, είναι η ακρίβεια του πρακτικού βιώματος, που αποτελεί την ολοκληρωμένη μετάνοια από την πράξη στην θεωρία, όπως την χάραξαν οι Πατέρες μας.
Αφού συνειδητοποίησε, ο οσιώτατος Γέροντας, την σημασία και το νόημα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και την λεπτομέρεια, που οι Πατέρες μας έζησαν σε όλη την ζωή τους, δεν έδωσε κατά το ψαλμικό λόγιο «ύπνον τοις οφθαλμοίς και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις» ( Ψαλ. 131, 4) μέχρις ότου και αυτός πρακτικά ζήσει τις θείες αντιλήψεις και δωρεές της Χάριτος, που διαπιστώναμε προσωπικά και εμείς να συμβαίνουν στην ζωή του. Περισσότερο όμως, μας συγκινούσε η αυστηρότητα της μαρτυρικής φιλοπονίας του.

Εάν κατά την Γραφή «ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» ( Παροιμ. 3, 12) ήταν επόμενο και ο όσιος αυτός αθλητής να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτών που βαστάζουν τα στίγματα του Κυρίου μας. Η ακριβής τήρηση της υποταγής και υπακοής τον δίδαξε τα μυστήρια του πνευματικού νόμου, τις ιδιότητες της Χάριτος, τους δαιδάλους της πλάνης και τα «βαθέα του σατανά» (Αποκ. 2, 24) και έγινε πλέον «διδακτός Θεού» (βλ. Ιω. 6, 45) στην πρώτη γραμμή των δασκάλων και οδηγών για την οδό της σωτηρίας. Το όνομά του, παπα-Εφραίμ ο κατουνακιώτης, αυτό δηλώνει κυρίως και λιγότερο ότι κατοίκησε και κοιμήθηκε στον συγκεκριμμένο τόπο του Αγίου Όρους.
Τα πρώτα μαθήματα άρχισαν στο ησυχαστήριο του Αγίου Βασιλείου όταν ανέλαβε την εφημερία στον Γέροντα Ιωσήφ. Έγιναν συστηματικά αποδίδοντας πνευματικούς καρπούς όταν μεταφέρθηκε ο Γέροντάς μας στην Μικρή Αγία Άννα, όπου παρέμεινε εκεί για δύο μήνες μαζί του ο παπα-Εφραίμ. Όταν τον ρωτούσαμε για να γνωρίσομε τα στοιχεία της πνευματικής προκοπής, μας έλεγε: « Δύο μήνες που κάθησα στον γέρο Ιωσήφ ήταν αρκετοί, για να βρω την χάρη, όπως οι Πατέρες μας περιγράφουν. Η προσεκτική ζωή είναι απαραίτητος όρος και ειδικά η συντριβή του θελήματος, κυρίως όμως η καθαρή προσευχή. Όπως έμαθα από τον Γέροντα να συγκεντρώνω τον νου μου, προσευχόμουν μόνος στο κελλί μου. Ξαφνικά αισθάνθηκα σαν να άνοιξε μπροστά μου το απέναντι μέρος και παρουσιάστηκαν τρεις μορφές. Τόση αγάπη πλημμύρισε την ψυχή μου, που αυθόρμητα αγκάλιασα την μεσαία. Η αίσθησή μου με έπειθε ότι ήταν ο Χριστός με δύο αγγέλους. Δεν μπορώ όμως να περιγράψω τι συνέβη ή τι αισθάνθηκα. Η λύση στην απορία μου ασφαλώς δινόταν από τον Γέροντα στον οποίον πήγαινα μόλις περνούσε η θεία επίσκεψη. Ανέβηκα στον δάσκαλο, αν και ήταν μεσάνυχτα, για να μάθω την σημασία του μυστηρίου, που για πρώτη φορά μου συνέβη». Όταν μας το διηγόταν αυτό ήταν σαν να το ξαναζούσε και μας έπειθε εκ των πραγμάτων ότι «πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις Αυτού» (Ψαλ. 144, 13).

Και συνέχισε να αφηγείται:
«Αν και ήταν ακατάλληλη η ώρα της επισκέψεως και απαιτήσεώς μου, με δέχθηκε ο Γέροντας, με αγκάλιασε με χαρά και μου είπε: Αυτή, παιδί μου, είναι η Χάρις που σε δίδασκα και ήθελες να γνωρίσεις. Αυτή είναι η πρώτη βαθμίδα, το γνήσιο πρώτο ξεκίνημα. Από εδώ θα έρθουν τα όσα περιγράφαμε και εμείς και οι Πατέρες μας, που διάβαζες και με ρωτούσες. Πόσοι το ζήτησαν αυτό μέσα στην ιστορία και την ζωή και το βρήκαν αργότερα ή μετά από έμπονη προσπάθεια και συ το βρήκες τόσο σύντομα και τόσο καθαρά. Τώρα, άλλη αίσθηση, άλλοι κόσμοι και τροφή πνευματική, άλλο επίπεδο προσευχής, που είναι μάλλον η αίσθηση της αγχιστείας “όσων έλαβον Αυτόν” και με εξουσία μπαίνουν στο χώρο της υιοθεσίας».
Στο σημείο αυτό μας προκαλούσε, ώστε να είμαστε προσεκτικοί και να επιμένουμε στην προσευχή.
Μετά από αυτό το γεγονός έγινε αχώριστη η παρουσία του στον Γέροντα και συνεχώς τον προκαλούσε. «Όχι μόνος σου Γέροντα να γεύεσαι τα κεράσματα». Ο μακάριος Γέροντας μας Ιωσήφ συνήθιζε να αγκαλιάζει το κεφάλι των μαθητών του και να προσεύχεται, όταν αισθανόταν την ώρα της μεταδόσεως κάποιας θείας ευλογίας.
Κάποτε, μας έλεγε ο αείμνηστος, όταν επισκέφθηκε τον Γέροντα τον βρήκε σε κατάσταση εκστάσεως, σε ώρα προσευχής. Κρατώντας το κεφάλι του, το ακούμπησε στο στήθος του. Προσευχόταν σαν να βρισκόταν σε θεωρία. Όταν συνήλθε του είπε με πολλή χαρά.
«Εσύ, παιδί μου δεν έχεις μόνο καθαρότητα και ευθύτητα ψυχής. Έχεις την αγνεία, τον χώρο και την έδρα της Χάριτος. Αυτά όλα που είδες και γεύτηκες είναι πληροφορίες, που πάντοτε σε απασχολούσαν. Τώρα είναι η ώρα της δικής μας προσφοράς, για να αποκτήσουμε τα θεία χαρίσματα. Τώρα είναι η ώρα της πράξεως, που είναι η επίβασις της θεωρίας».
Από τότε ο νέος αθλητής με περισσότερο ζήλο σήκωνε τον περιεκτικό σταυρό της φιλοπονίας δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπακοή, την πραγματική βάση της προκοπής. Τα έργα και οι λόγοι του οσιωτάτου Γέροντος Εφραίμ, όλη η ζωή του, όλος ο στόχος και σκοπός ήταν η υποταγή και υπακοή.

Μας έλεγε κάποτε: « Αφού, σχεδόν με περιέργεια, συνάντησα τον γερο Ιωσήφ και μου αποκάλυψε ποιός ήμουν, δεν φανταζόμουν ότι θα ενωθώ μαζί του, θα συνεχίσω την δική του παράδοση και θα γευθώ αυτά που διαβάζουμε στους Πατέρες. Ομολογώ, ότι κανέναν άνθρωπο δεν αγάπησα τόσο, ούτε φοβήθηκα, όσο αυτόν τον Γέροντα, που έγινε και έμεινε το ίνδαλμα όλης της ζωής μου, και όταν ζούσε και όταν έφυγε. Έγινε το σωσίβιό μου, η μνήμη του και μόνο με ανέσυρε από τα λάθη και με προήγαγε σε προκοπή σε όλη την ζωή μου».
Κάποτε που έκανε κάποιο λάθος και άργησε να πάει στην Λειτουργία την κανονική ώρα, τον επέπληξε και τον έδιωξε από το κελλί του. Τον κράτησε μακριά του για τρεις ημέρες, όσο και αν με δάκρυα ζητούσε συγχώρηση. Όταν τον δέχθηκε κατάλαβε, ότι ήταν μία δοκιμασία πρακτικής εμπειρίας, για να τονίσει την σημασία της ακρίβειας, που απαιτεί η πνευματική πρόοδος ώστε να οδηγηθεί από την πράξη στην θεωρία.
Η μόνιμη προσπάθεια και εργασία του Γέροντος Εφραίμ ήταν, όπως διδάχθηκε από τον Γέροντά μας Ιωσήφ, η ακριβής τήρηση του προγράμματος. Προσπαθούσε να αντιγράφει τον Γέροντα Ιωσήφ στις αγρυπνίες, στις προσευχές, όσο επέτρεπε το τυπικό τους στα Κατουνάκια. Την αγρυπνία κατά την διάρκεια της νύκτας την τηρούσε με όση δύναμη είχε. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, μετά το Απόδειπνο, αποσυρόταν σε μία άκρη της καλύβης τους με ένα μικρό σκαμνάκι και σχεδόν μέχρι τα μεσάνυκτα προσευχόταν. Τον χρόνο τον μετρούσε με την ανατολή των άστρων μέχρις ότου έφταναν σε ορισμένο ύψος.
Εντρυφούσε επίσης στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ιδιαίτερα των ασκητών και της Φιλοκαλίας. Αποστήθιζε ολόκληρα κείμενα, που αναφέρονταν στην εσωστρέφεια και τα μυστικά της θείας Χάριτος.

Η ευλάβειά του εκδηλωνόταν ιδιαίτερα στην θεία Λειτουργία και λειτουργούσε καθημερινά μέχρι τα γεράματά του, όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Συνεχώς σκεπτόταν την αυριανή Λειτουργία και προσευχόταν για να έχει αίσθηση Χάριτος. Σε αυτήν φανέρωνε όλο τον εσωτερικό του κόσμο, που έπασχε τα θεία. Ως λειτουργός ήταν μετάρσιος και επέμενε στην μνημόνευση όσων γνώριζε και θυμόταν και όσων κατά καιρούς του ζητούσαν πνευματική βοήθεια. Ιδιαίτερα όμως μεριμνούσε για τους κεκοιμημένους, γιατί έφυγαν και ίσως ήταν ξεχασμένοι. Πολλές φορές, όπως μας έλεγε, είχε πληροφορία για την κατάσταση αυτών που μνημόνευε. Όταν κάποτε ξεχνούσε να μνημονεύσει μερικούς, αισθανόταν ότι του έκαναν παράπονο. Απαιτούσε πάντοτε μετά την Λειτουργία να υπάρχουν κόλλυβα για Τρισάγιο.
Το πως θα ψάλλει τα της θείας Λειτουργίας διδάχθηκε από τον Γέροντα Ιωσήφ. Χαιρόταν τόσο πολύ ο μακάριος Γέροντάς μας από τις Λειτουργίες, που έκανε ο μακαριστός αδελφός μας και έλεγε: « Δεν πιστεύω να γίνεται στο Άγιον Όρος καλύτερη θεία Λειτουργία».
Σε όλη την ιερατική διακονία του έκανε Σαρανταλείτουργα. Είχε όμως πολλή ακρίβεια στις αμοιβές, και ουδέποτε δεχόταν χρήματα γι’ αυτά, αν δεν ήταν βέβαιος, ότι θα τα τελέσει. Δεν δεχόταν επίσης δωρεές, αν δεν μπορούσε να προσευχηθεί για τους δωρητές. Τα περισσότερα δε χρήματα μοίραζε στους φτωχούς πάντοτε μυστικά.
Επόμενο είναι φυσικά σε όσους γεύτηκαν τις θείες δωρεές να μην τους συγκινεί ή απασχολεί ο μάταιος αυτός κόσμος. Στον Γέροντα, ήταν φανερή η αποχή από τα πράγματα αυτού του κόσμου και ιδιαίτερα από τα χρήματα. Έμαθε από τον Γέροντα Ιωσήφ την δύναμη και ενέργεια της πίστεως, αυτήν που οι Πατέρες ονομάζουν «πίστιν της θεωρίας», και με την βοήθεια αυτής αμεριμνούσε, αφού όλα τα ανέθετε στην θεία Χάρη, που εν αισθήσει πάντοτε έπασχε.

(Γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 12, σ. 49-57)

Η μαθητεία του Γ. Εφραίμ Κατουνακιώτη στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή


Ο Γέροντας Ιωσήφ έμενε τότε στον Άγιο Βασίλειο, το υψηλότερο ασκητικό μέρος πάνω από τα Κατουνάκια, παράλληλο σε υψόμετρο με την Κερασιά. Κυρίαρχος Μονή των ασκητικών αυτών περιοχών είναι η Μεγίστη Λαύρα. Σε αυτά τα ερημικά μέρη ησύχαζε ο Γέροντας μας. Εκεί τον γνώρισε ο αείμνηστος Γέροντας Εφραίμ.
Τον επισκέφθηκαν με τον Γέροντα Νικηφόρο, που είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στον Γέροντα Ιωσήφ. Όπως μας έλεγε ο ίδιος, του προκάλεσε συγκίνηση και θαυμασμό η ερώτηση του Γέροντος Ιωσήφ προς τον Γέροντά του, που έγινε κατά την πρώτη συνάντησή τους. Δεν αναφερόταν στο εργόχειρο ή την ικανότητα του υποτακτικού στις διάφορες εργασίες της καλύβης.
Ο Γέροντας ρώτησε: « Κάνει, παπά Νικηφόρε, ο Εφραίμ υπακοή;». Ο παπα- Εφραίμ μας έλεγε γι’ αυτήν την ερώτηση κατά την πρώτη συνάντησή τους. « Αυτό με συγκλόνισε. Αισθάνθηκα ότι μέσα σε αυτόν τον Γέροντα υπάρχει ζωή και Χάρις, γιατί αυτή την ερώτηση από κανένα άλλον δεν την είχα ακούσει. Ευτυχώς που ο παπα- Νικηφόρος δεν με εμπόδιζε να επισκέπτομαι και να διδάσκομαι από αυτόν την Πατερική παράδοση».
Όλα τα ερωτήματά του, αλλά και όσα η απειρία του προκαλούσε, θα εύρισκαν τώρα απαντήσεις και ερμηνεία. Αυτό πραγματοποιήθηκε με την γνωριμία και τον σύνδεσμό του με τον Γέροντα Ιωσήφ. Πολύ σύντομα διδάχθηκε το νόημα του πνευματικού νόμου και την ευμέθοδο πάλη του αοράτου πολέμου, που του έγιναν ισόβια καθήκοντα και έπαθλα του ζήλου και της ευλαβείας του.

Μας έλεγε ότι είχε λογισμούς να φύγει από τον Γέροντά του, γιατί δεν βρήκε τίποτε πνευματικό. Ο Γέροντας Ιωσήφ τον συμβούλευσε να μην φύγει, αλλά να παραμείνει με ταπεινό φρόνημα και θα τον βοηθούσε αυτός πνευματικά. « Έβλεπε μέσα μου, όλο τον εαυτό μου. Με λεπτομέρεια μου ερμήνευε το τι θα μου συμβεί μέχρι τέλους της ζωής μου. Τώρα που τα βλέπω, καταλαβαίνω τι σημαίνει άνθρωπος του Θεού, τι σημαίνει άγιος».
Μια μέρα μετά την Λειτουργία τον κράτησε κοντά του και του είπε: « Ξέρω τους λογισμούς σου και όλη την κατάστασή σου. Μην φοβάσαι. Δεν θα σε αφήσω μόνο». Άρχισε να του ερμηνεύει περί πράξεως και θεωρίας, ειδικά δε τους καρπούς της νηπτικής εργασίας, που προκαλεί η εσωστρέφεια.
«Η θεία Χάρις που ήδη ενδημεί στην ψυχή σου θα αυξηθεί όπως Αυτή γνωρίζει και θα σου γίνεται “τα πάντα εν πάσι”. Στις απότομες δυσκολίες θα μορφοποιείται σε εικόνες και σχήματα και θα σε βοηθεί. Θα σε ειρηνοποιεί στις ταραχές, θα σου ανοίγει τον νου να καταλαβαίνεις τα μυστήρια της θείας Προνοίας, που θα συναντάς».
Του όρισε ένα πρόγραμμα ως πρώτη αρχή. «Θα αρχίσεις να λες την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” για μία ώρα. Να το πεις όμως στον Γέροντά σου για να μην θεωρηθεί δικό σου θέλημα». Ο Γέροντάς του, απλός όπως ήταν, δεν κατάλαβε τι σημαίνει αυτό και δεν τον εμπόδισε.
Όταν ξαναπήγε για Λειτουργία, τον ρώτησε ο Γέροντας Ιωσήφ, αν κράτησε το πρόγραμμα. Αυτός απάντησε: «Γέροντα, με αυτήν την ευχή από τα μάτια μου τρέχουν ποτάμι τα δάκρυα και μέσα μου αισθάνομαι σαν αναβρασμό. Μια φωτιά καίει στην καρδιά μου για τον Χριστό». Από τότε με την συμπαράσταση του Γέροντος Ιωσήφ άρχισε να μυείται στα μυστήρια της νηπτικής εργασίας. Αυτή η εργασία προκαλεί την κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό. Έτσι αναδείχθηκε αθωνικός φωστήρας για παρηγοριά μας στους τα «τέλη των αιώνων καταντήσαντας».
Ως ιερέας, ο παπα-Εφραίμ, είχε την δυνατότητα να επισκέπτεται πιο συχνά τον Γέροντά μας Ιωσήφ. Τρεις ή τέσσερεις φορές την εβδομάδα ανέβαινε για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Από τα Κατουνάκια προς τον Άγιο Βασίλειο ήταν αρκετή ανηφόρα. Η νεανική ηλικία και ο πνευματικός ζήλος του παπα-Εφραίμ τα υπερέβαιναν. Μάλιστα οι διηγήσεις των παλαιών Πατέρων μας, τον ερέθιζαν προς φιλοπονία, την περιεκτική ενέργεια της προκοπής.
Πολλές φορές από το ζήλο του να βρεθεί κοντά στον “δάσκαλό” του, έτσι ονόμαζε τον Γέροντα, πήγαινε νωρίτερα και καθόταν στο πεζούλι περιμένοντας να του ανοίξουν. Το τυπικό του Γέροντος Ιωσήφ ήταν αυστηρό και απαραβίαστο. Το τηρούσαν με ακρίβεια και ικανοποιούσε τον νέο ιερομόναχο αθλητή στην αρχική πορεία του ζήλου του, αφού άμαθε την σημασία της φιλοπονίας, στην οποία υπάρχει το πλήρωμα της άρσεως του σταυρού.
Το πρόγραμμα του Γέροντος Ιωσήφ συνοπτικά ήταν το ακόλουθο. Τέλεση Εσπερινού με κομποσχοίνι. Επίσημο γεύμα και μετά ξεκούραση με ύπνο. Έγερση, μικρή περισυλλογή και ένας καφές. Μετά ο καθένας αποσυρόταν και άρχιζε την αγρυπνία με κομποσχοίνι, μέχρι τα μεσάνυκτα. Στην συνέχεια άρχιζε η θεία Λειτουργία, με ησυχία και γαλήνη, αυτήν που απαιτεί η εσωστρέφεια.
Το βάθος αυτού του μυστηρίου της «εν πνεύματι και ησυχία» λατρείας, που τελειοποιούσε η θεία Λειτουργία, πάντοτε με συγκίνηση και έξαρση προσπαθούσε να μας μεταδώσει, να μας πληροφορήσει, επειδή πάντοτε το “έπασχε” ο οσιώτατος Γέροντας μας.

Επειδή η ζωή στην περιφέρεια του Αγίου Βασιλείου δεν ήταν υποφερτή, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερα μέρη, στην Μικρή Αγία Άννα, παίρνοντας μαζί τους τα μηδαμινά υπάρχοντά τους. Μερικά σπήλαια σε μία απότομη πλαγιά προς την θάλασσα αποτελούσαν δείγματα ότι κάποτε κατοικούσαν εκεί ασκητές. Κουράστηκαν να μεταβάλουν την αγριότητα και αποτομία του τόπου κατοικήσιμη. Ειδικά όμως ταλαιπωρήθηκαν, για να κτίσουν ένα μικρό ναό «εις τιμήν και μνήμην του Τιμίου Προδρόμου», που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Γέροντάς μας. Στην προσπάθεια της κατασκευής συνέβαλε και ο λειτουργός παπα-Εφραίμ, κουβαλώντας κοκκινόχωμα από τα Κατουνάκια. Με πλίνθους, ξύλα του βουνού και λαμαρίνες σε ένα βαθούλωμα του βράχου, κτίστηκε ο μικρός ναός, ως εστία της Χάριτος στην πνευματική μάνδρα του μεγάλου Γέροντός μας Ιωσήφ. Εδώ τον γνωρίσαμε και εμείς. Από τον οσιώτατο Γέροντά μας Ιωσήφ ευδοκίμησαν ως καρποφόροι κλάδοι εκατοντάδες πνευματικοί φορείς για την πολυτάραχη γενεά μας!
Στην Μικρή Αγία Άννα παρέμεινε σχεδόν δύο μήνες ο παπα-Εφραίμ κοντά στον Γέροντά και μυήθηκε στα μυστικότερα της ησυχαστικής ζωής και τα μυστήρια του πνευματικού νόμου. Μας τόνιζε, ως σημαντικό γεγονός στην ζωή του, την πληροφορία και αίσθηση της Χάριτος, που πήρε από την ευλογία του Γέροντος σε αυτό το διάστημα που παρέμεινε κοντά του. Πόσο μας προκαλούσε την λαχτάρα και άναβε τον πόθο να αξιωθούμε και εμείς την ίδια ευλογία, αφού πάντοτε προσπαθούσαμε στις ίδιες γραμμές και στόχους, μάλιστα όταν οι αποδείξεις των συνασκητών μας ήταν τόσο βέβαιες και φανερές;
Χωρίς κόπο πειθαρχούσε στις υποδείξεις του δασκάλου στην ζωή της “πρακτικής”, κατά τους Πατέρες. Αυτήν ακολουθεί η “θεωρία”, το υψηλότερο αποτέλεσμα της ανθρωπίνης προσπαθείας με συνεργασία της θείας Χάριτος, και στην οποία ως βραβείο δίδεται ο αγιασμός. Η πεμπτουσία της ευλογημένης πρακτικής, αλλά και του παραδείγματος του Κυρίου μας, είναι η με επίγνωση υποταγή και υπακοή και αυτός ήταν πλέον ο σκοπός όλων των επιδιώξεων του νέου αθλητού.
Με κύριο μέσο την υποταγή και υπακοή έφθασε με την Χάρη του Χριστού στον θρίαμβο του αγιασμού. «Υπακοή ζωή, παρακοή θάνατος», συνεχώς επαναλάμβανε.

Ποιά ήταν η αιτία της πτώσεως, της φθοράς και του θανάτου του ανθρώπου; Ποιά ήταν η αιτία της παλιγγενεσίας και της αναστάσεως; Ποιά ήταν η αιτία της υποταγής και υπακοής του Θεού Λόγου; Σκοπός της δεν ήταν να εκριζώσει τον σατανικό αυταρχισμό, που προκάλεσε τον όλεθρο του θανάτου και να αποδείξει ως οντολογικό στοιχείο ζωής την εξάρτηση από τον Θεό, αφού όλα τα όντα ως αιτιατά υπάρχουν και ευδοκιμούν μόνο κάτω από την επίδραση του Αιτίου; Όσοι άνθρωποι υποτάσσονται με όλη την προαίρεσή τους στον νομοδότη Θεό, συντηρούνται με την εξάρτηση και αντλούν από Αυτόν, επειδή είναι Αειζωία, όχι μόνο την ύπαρξη, αλλά και την προαγωγή και την παράταση. Ή όπως αναφέρει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τα λογικά όντα ως αιτιατά και αυτεξούσια εκτός από “το είναι”, έχουν την δυνατότητα να λάβουν από τον δημιουργό Θεό “το ευ είναι” και “το αεί ευ είναι”.
Αυτό το μεγάλο μυστήριο, πολύ νωρίς συνέλαβε ο νεαρός αθλητής, μοναχός και ιερέας Εφραίμ και το εφάρμοσε ως μόνιμο καθήκον, χωρίς να παραμελεί τα υπόλοιπα καθήκοντά του προς τον Γέροντα Νικηφόρο. Έχοντας πλήρη γνώση των αποτελεσμάτων της παρακοής και της αμελείας του προγράμματος, κρατούσε την ακρίβεια της συνειδήσεως, πολλές φορές σε βαθμό αυτοθυσίας και μαρτυρικής αθλήσεως, που ήταν χαρακτηριστικό της ζωής του. Η παρουσία του μόνο προκαλούσε στους προσεκτικούς την αφύπνιση και εγρήγορση. Στην ευτέλειά μου, έδειχνε πάντοτε αγάπη και αυτό ήταν αφορμή προσοχής και θάρρους στις διάφορες αποθαρρύνσεις της νεανικής απειρίας μου.

(Γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 12, σ. 41-49)