Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

π.Αντριάν Φαγκατσεάνου-Ο γέροντας με τις επτά ζωές!

π.Αντριάν Φαγκατσεάνου-Ο γέροντας με τις επτά ζωές!
...Επτά φορές πέρασε ο π.Αντριαν Φαγκατσεάνου (Βιογραφικά στοιχεία εδώ) κοντά από το θάνατο.Την μια απ'αυτές τον θεωρούσαν ήδη νεκρό.Ήταν πέντε ετων,όταν εφευγαν πρόσφυγες από την Μπουκοβίνα.Ανέβασμενος σε μιά καρότσα μαζί με τους γονείς του και με ότι μπόρεσαν να περισώσουν από το βιός τους,έπαιζε. χωρίς να καταλαβαίνει την κρισιμότητα της στιγμής.Κάποια στιγμή το ποδοβολητό των αλόγων του τράβηξε την προσοχή και χωρίς να το καταλάβει έσκυψε και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από τις ρόδες:«Χωρίς να το καταλάβω οι ρόδες πέρασαν πάνω από την κοιλιά μου»διηγείται ο π.Αντριάν.Είχα πεθάνει!Οι γονείς μου τρομαγμένοι διαπίστωσαν ότι δεν αναπνέω.Είχαν βγει τα άντερά μου έξω από την κοιλιά!Η καημένη η μαμά ήταν απελπισμένη.Σταματούσαν οι καρότσες δίπλα μας και οι άλλοι πρόσφυγες την κατηγορούσαν ότι δεν με πρόσεχε.Όλοι της έλεγαν να μην κουβαλάει το πτώμα μαζί της και να το αφήσει στι πρώτο χωριό που θα συναντήσουν για να με κηδέψουν.Το χωριό λεγόνταν Χλινίτσα.Συντετριμμένη από τον πόνο σταμάτησε κοντά στην εκκλησία και επειδή ο ιερέας έλειπε με παρέδωσε σ'έναν διάκονο και πλήρωσε μια γριά για να με ετοιμάσει για την κηδεία.Η μητέρα μου έφυγε για να μη χάσει το κονβόι των προσφύγων.Πράγματι η γριά με ετοίμασε για την κηδεία κατά το έθιμο.Με έπλυνε, με έντυσε με καθαρά ρούχα,με έβαλε πάνω σ'ένα τραπέζι και μου έβαλε ένα κερί στο στήθος πάνω σ'ένα κολάκ (ζυμωτό ψωμί σε σχήμα κουλουριού)και άρχισε να διαβάζει το ψαλτήρι.Είχε ήδη νυχτώσει και η γριά διάβαζε εν συνεχεία τους ψαλμούς.Τότε κάποιος από τους παρευρισκόμενους είπε:«Γιαγιά,κλείσε το παράθυρο».Απορημένη εκείνη διαπιστώνει ότι όλα τα παράθυρα και οι πόρτεςείναι κλειστά.-:«Τότε γιατί τρεμοπαίζει η φλόγα του κεριού στο στήθος του νεκρού»;Πλησιάζοντάς με η γριά είδε ότι αναπνέω.Δεν ξέρω πως έγινε αυτό ξέρω όμως ότι ειδοποιήσαν τη μητέρα μου μέσω άλλων προσφύγων να έρθει να πάρει το γιο της που αναστήθηκε.Περιττό να σας πω τη χαρά των γονέων μου.Ήρθαν με τα πόδια μέχρι τη Χλίνιτσα και από εκεί με πήραν στη Σουτσεάβα,στο νοσοκομείο.Εκεί οι γιατροί με έραψαν λέγοντας ότι δεν έχουν ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή τους!
Ένας κλινικός θάνατος περίμενε το γέροντα Αντριάν πολλά χρόνια αργότερα στο Στάλινγκραντ όπου είχε παρουσιαστεί ως εθελοντης για να παλέψει για την ανεξαρτησία της αγαπημένης του Βεσαραβίας.Μια έκρηξη τον τραυμάτισε βαρια.Ήταν γεμάτος αίματα και το σαγόνι του κρεμόνταν κυριολεκτικά από μια κλωστή.Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο και ανάπνεε με δυσκολία λόγω αιμορραγίας.Οι γιατροί του έδιναν δυο-τρεις ώρες ζωής.Δεν είχαν τα μέσα να του κάνουν κάτι.Μόνο ένα χειρουργείο τον έσωζε.Τότε συνέβη το θαύμα.Στον αέρα ακούστηκε ο διακεκκομένος θόρυβος μιας μηχανής.Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ένα γερμανικό αεροπλάνο προσγειώθηκε κοντά στον πατέρα Αντριαν.Δεν μπορούσε να πετάξει.Είχε βλάβη στο ρεζερβουάρ της βενζίνης.Δεν ήταν κάτι το σοβαρό αφου ο γερμανός το επιδιόρθωσε γρήγορα και η μηχανή πήρε μπρος.Ένας αξιωματικός δικός μας τον παρακάλεσε να με πάρει στο νοσοκομείο.Ο γερμανός αρνήθηκε.Ήταν ένα αεροπλάνο διθέσιο και κάθε παραπάνω κιλό ίσως να ήταν μοιραίο.Τότε ο αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι και το κόλλησε στο κεφάλι του γερμανού.Ή θα με έπαιρνε μαζί του ή θα τον πυροβολούσε.Οι γερμανοί αποτραβήχθηκαν για να συζητήσουν.Είχαν αποφασίσει να τον πάρουν μαζί τους και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα να τον πετάξουν από το  αεροπλάνο.Πράγματι.με πολύ δυσκολία ανέβασαν τον τραυματία στο αεροπλάνο,στριμώχθηκε και ο γερμανός σε μια γωνιά του αεροπλάνου(μόνο αυτός ξέρει πως) και ξεκίνησαν.Μετά από λίγα λεπτά πτήσης ο π.Αντριαν άκουσε τον γερμανό να λέει στον πιλότο να μην τον ρίξει,επειδή το αεροπλάνο είχε επανακτήσει τη σταθερότητά του και η μηχανή λειτουργούσε καλά.Αφου το αεροπλάνο διεσχισε εξακόσια χιλιόμετρα τον πήγαν σ'ένα νοσοκομείο όπου και τον χειρούργησαν.
''Εκείνη την ώρα πέρασαν πολλά από το μυαλό μου'' λέει ο γέροντας.«Ξαναείδα τη ζωή μαυ από την αρχή και έθεσα ερωτήματα στον εαυτό μου.όχι σχετικά με το θάνατο ή τον πόνο αλλά σχετικά με το Θεό.Κατάλαβα ότι και αυτοκράτορας να ήμουν,ποιός θα μ'έσωζε εκεί στην ερημιά των ρωσικών κάμπων.Αυτό το συμβάν μου άλλαξε τη ζωή εκ θεμελίων.Όταν βγήκα από το νοσοκομείο το πρώτο που έκανα ήταν να πάω στη μονή Πούτνα όπου και υποσχέθηκα να αφιερωθώ στο Θεό.

« ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»στη φυλακή
 Ο γέροντας Αντριαν πέρασε πολλά.Μιλάει για τον πόνο και το θάνατο σαν να μιλάει για έναν παιδικό του φίλο.Το 1958 όταν τον ξανασυνέλαβαν οι κομμουνιστές,ένας της Σεκουριτάτε επ'ονόματι Μπλεχάν τον χτύπησε με μια βαριά μπότα στο κεφάλι.Οι θρόμβοι του αίματος επηρέασαν το οπτικό του νεύρο.Στο Αιούντ οι φύλακες δεν ευχαριστήθηκαν μόνο να τον ρίψουν στην τρομερή απομόνωση..Αν και έξω έκανε ένα κρύο που ράγιζαν και οι πέτρες.έριξαν πάνω στο ταλαίπωρο σώμα μου και δυο κουβαδες νερό.Σε λίγο το νερό είχε παγώσει επάνω μου.
«Δε θα το πιστέψεις αλλά στη φυλακή βρέθηκα πιο κοντά στο Θεό,περισσότερο από κάθε άλλο μέρος»λέει ο π.Αντριαν.Εκεί εκτιμούσες ότι σου έδινε ο Θεός.Εκτιμούσες τον αέρα,τον οποίο για να τον αναπνεύσεις, σ'ένα ασφυκτικά γεμάτο κελί, έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου για να σκύψεις στη χαραμάδα της πόρτας για μερικά δευτερόλεπτα.Είμασταν αδύνατοι αλλά βοηθούσε ο ένας τον άλλον.Θυμάμαι τον Β.Βοικουλέσκου στον οποίο έδινα το φαγητό μου.Ηταν πολύ αδυνατισμένος και τον έβαζαν να κουβαλάει κάτι μεγάλα ξύλινα δοχεία με ακαρθασίες τα οποία ήταν μεγαλύτερα από εκείνον.Επειδή δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει οι φύλακες για τιμωρία σταμάτησαν να του δίνουν φαγητό....Στη φυλακή είχες ανάγκη για φαγητό αλλά κυρίως είχες ανάγκη για το λόγο του Θεού.Τρεφόμενοι μ'Αυτόν δείξαμε τη δύναμή μας
Θυμάμαι στο Αιούντ υπολογίζαμε το ημερολόγιο με τα δάχτυλα κατά τη μέθοδο Gauss.Υπολόγισα την ημερομηνία του Πάσχα και διαπίστωσα ότι ήταν η νύχτα της Αναστάσεως.Χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες άρχισα να φωνάζω Χριστός Ανέστη.Τότε απ'όλα τα κελιά άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό ο θαυμάσιος αυτός ύμνος:''Χριστός Ανέστη''Αντηχούσε όλο το Αιούντ από τις φωνές χαράς,ενώ οι φύλακες νόμιζαν ότι είχαμε κάνει εξέγερση.Έτρεχαν σαν τρελοί στην αυλή,πυροβολούσαν στον αέρα,έπαιρναν τηλέφωνα και ζητούσαν ενισχύσεις.Είχαν τρομάξει από τις ενωμένες φωνές μας από την πνευματική δύναμη της πίστεως,την οποία ούτε ένα αμπαρωμένο παράθυρο δε μπορεί να σταματήσει.
Υπάρχουν πολλά πράγματα που κανένας άλλος δε μπορεί να εννοήσει.Ένα απο αυτά είναι η δύναμη που μου έδινε ο Θεός...Όταν με συνέλαβαν ο ανακριτής μου τράβηξε το σταυρό από τον λαιμό και μου τον πέταξε στα σκουπίδια.Εγώ πήγα και τον πήρα.Με χτύπησε πολύ και μου τον ξαναπέταξε στα σκουπίδια.Εγώ επέμενα,εκείνος με πάτησε.Έπειτα από 8-9 προσπάθειες τελικά υποχώρησε και μ'άφησε ήσυχο.
Ήμουν στο κελί των βασανιστηρίων και έλεγα μέσα μου:«Πρέπει ν'αντέξεις να μη ρεζιλέψεις το Χριστό»Δε θα με πιστέψεις αλλά μετά από 60 χτυπήματα δεν αισθανόμουν κανέναν πόνο!Λες και είχε κάνει το σώμα μου αυτοαναισθησία.Στη φυλακή παυείς να υπαρχεις,μόνο ο Χριστός σε κρατάει στη ζωή.Όταν βγήκα από τη φυλακή του Αιούντ,έμαθα ότι η καημένη η μάνα μου με μνημόνευε και στους ζωντανούς και στους νεκρούς!Δεν ήξερε τίποτα για μένα.Ετσί και αλλιώς είχε δίκιο.Στη φυλακή ήμουν και ζωντανός και νεκρός ταυτόχρονα!
Μετάφραση-Επιμέλεια www.proskynitis.blogspot.com

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ- Η ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.




Την καταγγελία για τον π. Ιωάννη Κρεστιάνκιν την είχαν κάνει το 1950 τρεις άνθρωποι: ο υπεύθυνος για τη διοίκηση του μοσχοβίτικου ναού όπου υπηρετούσε ο π. Ιωάννης, ο χοράρχης του ίδιου ναού και ο πρωτοδιάκονος. Κατηγόρησαν τον ιερέα ότι μαζεύει γύρω του νέους, δεν τους δίνει
ευλογία να ενταχθούν στην Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας και κάνει αντισοβιετική προπαγάνδα.

Ο π. Ιωάννης συνελήφθη. Στην εσωτερική φυλακή της Λουμπιάνκα πέρασε σχεδόν ένα χρόνο σε κελί προφυλάκισης. Στη διάρκεια των ανακρίσεων τον βασάνιζαν σκληρά.
Την περίοδο διεξαγωγής της ανάκρισης, ο υπό έρευνα Κρεστιάνκιν ομολόγησε ότι γύρω του πραγματικά μαζεύονταν αρκετοί νέοι. Αλλά ως ποιμένας της Εκκλησίας, δεν μπορούσε να τους διώξει και να σταματήσει να τους δίνει την αμέριστη προσοχή του. Στην ερώτηση για την Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας, ο Κρεστιάνκιν επίσης παραδέχτηκε ότι δεν έδινε την ευλογία του για ένταξη στους κύκλους της. δεδομένου ότι ήταν αθεϊστική. Τέτοιες οργανώσεις δε γίνεται να αποτελούνται από χριστιανούς. Και όσον αφορά στην αντισοβιετική προπαγάνδα, ο κρατούμενος αρνήθηκε την ενοχή του λέγοντας ότι η δραστηριότητα αυτού τού είδους δεν τον ενδιέφερε ως ιερέα. Επί έναν ολόκληρο χρόνο ο Κρεστιάνκιν δεν πρόφερε στις ανακρίσεις ούτε ένα όνομα, εκτός απ' αυτά που ο ανακριτής ήδη ήξερε και ανέφερε. Γνώριζε ότι κάθε άνθρωπος που θα κατονόμαζε, θα συλλαμβανόταν.


Για τον ανακριτή του μας είχε διηγηθεί ο ίδιος ο γέροντας. Ήταν συνομήλικοι. Το 1950 είχαν και οι δύο κλείσει τα σαράντα τους χρόνια. Τον έλεγαν κι εκείνον Ιωάννη. Ακόμα και το πατρώνυμο τους ήταν ίδιο: Μιχαήλοβιτς. Ο π. Ιωάννης έλεγε ότι κάθε μέρα τον μνημονεύει στις προσευχές του. Μα και δεν μπορεί να τον ξεχάσει.

«Μου έσπασε όλα μου τα δάχτυλα!», έλεγε με κάποια έκπληξη ο γέροντας, φέρνοντας τα σακατεμένα του χέρια στα μάτια του που είχαν αρχίσει να χάνουν το φως τους.

«Ναι», σκεφτήκαμε τότε, «η προσευχή του π. Ιωάννη για μια ολόκληρη ζωή, δεν είναι αστείο! Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε την μοίρα του ανακριτή Ιβάν Μιχαήλοβιτς, για τον οποίο τόσο προσευχόταν ο πρώην κρατούμενος του Ιβάν Μιχαήλοβιτς Κρεστιάνκιν».
Με σκοπό την πλήρη αποκάλυψη των εγκλημάτων τού κατηγορουμένου, ο ανακριτής όρισε κατ` αντιπαράσταση εξέταση με τον ίδιο τον υπεύθυνο του ναού. Ο π. Ιωάννης ήξερε ήδη ότι εκείνος ο άνθρωπος ήταν η αιτία της σύλληψης και των βασανιστηρίων του. Αλλά όταν ο υπεύθυνος μπήκε στο γραφείο, ο π. Ιωάννης τον σφιχταγκάλιασε! Τόσο πολύ χάρηκε που είδε τον αδελφό-ιερέα. με τον οποίο είχε συλλειτουργήσει στον ναό τόσες φορές!

Στην αγκαλιά του π. Ιωάννη, ο υπεύθυνος του ναού κατέρρευσε και έχασε τις αισθήσεις του. Η κατ' αντιπαράσταση εξέταση δεν έγινε, αλλά και χωρίς αυτή καταδίκασαν τον γέροντα σε οκτώ χρόνια εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Για έναν από τους παλαιούς πατέρες έχει γραφτεί ότι από την υπερβολική αγάπη του είχε ξεχάσει τι θα πει κακό. Εμείς -δόκιμοι εκείνα τα χρόνια- συλλογιζόμασταν συχνά: για ποιο λόγο, για ποια κατορθώματα, για ποιες ιδιότητες της ψυχής κάνει ο Κύριος συνεργούς Του στα Μυστήρια Του τους ασκητές, δίνοντας τους το χάρισμα της διορατικότητας, το χάρισμα να κάνουν θαύματα; Πράγματι, είναι αδύνατο ακόμα και να φανταστείς ότι ένας τέτοιος άνθρωπος, που του αποκαλύπτονται οι πιο μύχιες σκέψεις και τα λάθη των ανθρώπων, θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο εκτός από απέραντα ελεήμων προς τον καθένα ανεξαιρέτως! Αδύνατο να φανταστείς ότι η καρδιά του δε θα ήταν γεμάτη από κείνη την αγάπη που έφερε στον κόσμο μας ο Εσταυρωμένος - αγάπη δυνατή, μυστηριακή, αγάπη που να συγχωρεί τα πάντα.

Και όσον αφορά στην ιστορία της φυλάκισης τού π. Ιωάννη, αυτό που με μάγευε πάντα ήταν το πώς μνημόνευε εκεί-να τα χρόνια του εγκλεισμού του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης: έλεγε πως ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του!
«Ο Θεός ήταν δίπλα μου!», εξηγούσε με ενθουσιασμό, αν και σίγουρα αντιλαμβανόταν ολότελα ότι εμείς δεν μπορούσαμε να τον καταλάβουμε.
«Για κάποιο λόγο δε θυμάμαι κάτι άσχημο», έλεγε για το στρατόπεδο. «Μόνο αυτό θυμάμαι: ο ουρανός ανοιχτός και οι Άγγελοι να ψέλνουν στους ουρανούς! Τώρα τέτοια προσευχή δεν έχω...».

Στο κελί που ο γέροντας δεχόταν τους πολυάριθμους επισκέπτες του, εμφανιζόταν πάντα πολύ θορυβωδώς. Έμπαινε μέσα κυριολεκτικά πετώντας - ακόμα κι όταν ήταν 70, 80 ή και 90 χρονών. Τρίκλιζε λιγάκι από την αδυναμία της ηλικίας, έτρεχε στην εικόνα και για ένα λεπτό έμενε κοκαλωμένος μπροστά της πλήρως απορροφημένος από την προσευχή για τους ανθρώπους που είχαν έρθει να τον δουν.

Αφού τελείωνε αυτή τη σημαντική δουλειά, στρεφόταν προς τους επισκέπτες και τους αγκάλιαζε όλους με ένα χαρούμενο βλέμμα. Κι αμέσως έσπευδε να ευλογήσει τον καθένα χωριστά. Σε κάποιον κάτι ψιθύριζε. Αναστατωνόταν, εξηγούσε. Παρηγορούσε, παραπονιόταν, αναθαρρούσε. Αναστέναζε και βογκούσε. Έπιανε το κεφάλι του με απόγνωση. Εκείνες τις στιγμές θύμιζε κλώσα που πηγαινοέρχεται στα κλωσσόπουλα της. Και μόλις τελείωνε με όλα αυτά, σωριαζόταν σχεδόν στο παλιό καναπεδάκι κι έφερνε δίπλα του τον πρώτο επισκέπτη. Ο καθένας είχε τα προ-βλήματα του. Δε θα πω για άλλους, αλλά θυμάμαι πολύ καλά με τι πρόβλημα είχα πάει εγώ στον γέροντα.

Ο π. Ιωάννης για εννέα χρόνια δεν μου έδινε ευλογία να καρώ μοναχός. Μου είχε θέσει τον όρο να περιμένω την ευλογία της μητέρας μου. Αλλά η δική μου μητέρα -ο Θεός να την αναπαύσει- αν και μου είχε δώσει ευλογία να υπηρετήσω την Εκκλησία με ιερατικό αξίωμα, δεν ήθελε να ακολουθήσω τον δρόμο τού μοναχισμού. Ο γέροντας επέμενε σταθερά στον όρο της μητρικής συγκατάθεσης. Έλεγε: αν σοβαρά θες να γίνεις μοναχός, ζήτα το από τον Θεό και Αυτός θα τα τακτοποιήσει όλα την κατάλληλη στιγμή.

Τον εμπιστεύτηκα βαθιά και περίμενα με ηρεμία. Τoσο στην αρχή που ήμουν δόκιμος στη Μονή των Σπηλαίων, όσο και μετά, στο Τμήμα Εκδόσεων του μητροπολίτη Πιτιρίμ. Και κάποια στιγμή, σε μια επίσκεψη μου στον γέροντα, του διηγήθηκα μεταξύ άλλων ότι σύντομα θα ανοίξουν το μοναστήρι τού Ντονσκόι. που οι Μοσχοβίτες αγαπούσαν ιδιαίτερα. Και τότε ο π. Ιωάννης είπε:

«Να που ήρθε η ώρα σου. Πήγαινε ζήτα από τη μητέρα σου την ευλογία της. Πιστεύω ότι τώρα δε θα σου την αρνηθεί. Κι επειδή έκανες υπομονή για δέκα χρόνια και δεν αυθαιρέτησες, θα δεις ότι ο Κύριος δε θα σε αφήσει χωρίς τη χάρη Του. Θα ναι για σένα δώρο».
Κατόπιν, ο γέροντας άρχισε να διηγείται για το μοναστήρι τού Ντονσκόι την εποχή της δικής του νεότητας' για τον άγιο πατριάρχη Τύχωνα, που ο γέροντας αγαπούσε και εκτιμούσε απεριόριστα, και ο οποίος ζούσε εκεί κατά τη σύλληψη του. Μου είπε επίσης ότι το 1990, του είχε εμφανιστεί σ' αυτό το κελί όπου εκείνη την ώρα συζητούσαμε, ο άγιος πατριάρχης Τύχων, και τον προειδοποίησε για το σχίσμα που ερχόταν στη Ρωσική Εκκλησία (έτσι έγινε στην Ουκρανία).
Τελειώνοντας, ο π. Ιωάννης προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου «Η των απολωλότων ζήτησης» και μου υπέδειξε να βιαστώ να γυρίσω σπίτι. Κι αφού πάρω τη μητρική ευλογία, να πάω να ζητήσω την κουρά μου από τον μακαριότατο πατριάρχη.

Με τις προσευχές τού π. Ιωάννη, αυτή τη φορά η μητέρα μου συμφώνησε απρόσμενα με την επιθυμία μου και μου έδωσε ευλογία μια εικόνα της Θεοτόκου. Ο μακαριότατος πατριάρχης Αλέξιος Β' με τοποθέτησε στην ολιγομελή τότε αδελφότητα της μονής Ντονσκόι.
Βγήκαν αληθινά τα λόγια τού π. Ιωάννη για το «δώρο». Ο προεστός της μονής Ντονσκόι αρχιμανδρίτης Αγαθόδωρος. ανέβαλε δύο φορές την μοναχική μου κουρά εξαιτίας επειγουσών υποχρεώσεων του για θέματα της μονής. Τελικά, τέλεσε τη μοναχική κουρά ανήμερα των γενεθλίων μου, όταν έκλεινα τα 33 μου χρόνια, δίνοντας μου το όνομα Τύχων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ. π Τύχων Σεβκούνωφ

ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ


Περί των τεσσάρων ειδών κοινωνίας με τον Θεό στην Ορθόδοξη Εκκλησία         


Πατέρες και αδελφοί,
Η ένωση και κοινωνία μας με τον Θεό σε γενικότερες γραμμές γίνεται με δύο τρόπους. Με την μυστική κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου και με την πνευματική κοινωνία. Ο δεύτερος τρόπος διαιρείται εν συνεχεία σε τρεις άλλους τρόπους. Γι’ αυτό, στον παρόντα λόγο θα σας ομιλήσω γι’ αυτούς τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κοινωνήσουμε και να ενωθούμε με τον Θεό, φέροντας μαρτυρίες από την θεία Γραφή και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.
1. Η πρώτη και σπουδαιότερη κοινωνία μας με τον Χριστό γίνεται με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματός Του.
Ένας χριστιανός που δεν πιστεύει ότι το φαινόμενο ψωμί και κρασί είναι αληθώς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, είναι ένας αιρετικός και ξένος προς την αληθινή πίστη του Χριστού, ο οποίος λέγει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (6,55)• «Η γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας λέγει τα εξής: «Το ποτήριον της ευλογίας ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; Τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστίν;» (Α’ Κορ. 10,16). Όποιος λοιπόν κοινωνεί αναξίως, γίνεται ένοχος, όπως λέγει ο ίδιος ο Απόστολος· «ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου» (Α’ Κορ. 11,27).
Ο χριστιανός όμως που κοινωνεί με φόβο, ευλάβεια και προετοιμασία, αξιώνεται αναρίθμητων δωρεών, στις οποίες οι σπουδαιότερες είναι οι εξής:
α) Ενώνεται με τον Χριστό κατά χάριν, διότι όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6,56)
β) Συμμετέχει στην αιώνιο ζωή, όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 6,54).
γ) Θα αναστηθεί την ημέρα της κρίσεως, όπως λέγει το χωρίο: «Και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα»
δ) Δημιουργεί κατοικία ο Χριστός μέσα στην καρδιά μας, όπως λέγουν τα χωρία: «κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Έφεσ. 3,17) και «εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» (Ιωάν. 14,20).
ε) Όποιος κοινωνεί τον Χριστό έχει Αυτόν ζώντα μέσα του «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20), και «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν!».
στ) Προοδεύει και αυξάνεται στα πνευματικά έργα, κατά το χωρίο: «αληθεύοντες δε εν αγάπη αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφεσ. 4,15).
ζ) Καθαρίζει από αμαρτίες, αγιάζει, φωτίζει και χαρίζει την αιώνια ζωή.
η) Επιφέρει τον αγιασμό σώματος και ψυχής, εκδιώκει τις φαντασίες και καθαρίζει από τα πάθη, δίνει παρρησία προς τον Θεό, φωτισμό και ενίσχυση για την αύξηση των αρετών και την τελειότητα (6η ευχή Θ. Μεταλήψεως του αγίου Βασιλείου).
θ) Επιφέρει πνευματική χαρά, υγεία σώματος και ψυχής, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.
Αυτοί και άλλοι πολλοί ακόμη είναι οι πνευματικοί καρποί τους οποίους αποκτά ο πιστός που προσέρχεται συχνά και με καλή προετοιμασία στην Θεία Ευχαριστία. Αυτός που δεν προσέρχεται σ’ αυτό το Μυστήριο, ποτέ δεν θα μπορέσει να προοδεύσει στην εργασία των αρετών, διότι δεν παραμένει μέσα στον Χριστό και Εκείνος μέσα του, καθώς λέγει και ο ίδιος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,4).
2) Ο δεύτερος τρόπος κοινωνίας και ενώσεως με τον Χριστό γίνεται με την προσευχή του Ιησού.
Κατά την οποία ο νους βυθίζεται στην καρδιά και εκεί λέγει συνεχώς το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό».
α) Η προσευχή που γίνεται με τον νου στην καρδιά έχει μεγάλη σημασία, διότι ενώνεται η ψυχή μας με τον Ιησού Χριστό και δι’ Αυτού με τον Πατέρα, διότι η μόνη οδός που οδηγεί στην ένωση με τον Πατέρα είναι ο Χριστός, όπως λέγει ο Ίδιος: «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ειμή δι’ εμού» (Ιωάν. 14,6).
β) Η καρδιακή προσευχή προσφέρει την δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να κατοικήσει και εργασθεί στην καρδιά μας και να ενωθούμε εμείς με το Πνεύμα. Αυτή η ένωση με την ακατάπαυστη προσευχή ομοιάζει με την νύμφη που αγαπά πάρα πολύ τον Νυμφίο Χριστό και δεν θέλει ποτέ να αποχωρισθεί απ’ Αυτόν.
3) Ο τρίτος τρόπος κοινωνίας με τον Δημιουργό Θεό μας
γίνεται με την εφαρμογή των εντολών Του και την απόκτηση των αρετών.
α) Αυτή η συγκατοίκηση με τον Ιησού φανερώνεται στην Γραφή από τον Ίδιο, όταν λέγει: «Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρά αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. 14, 23), ενώ σε άλλο κεφάλαιο λέγει: «εάν τας εντολάς μου τηρήσητε μενείτε εν τη αγάπη μου, καθώς εγώ τας εντολάς του πατρός μου τετήρηκα και μένω αυτού εν τη αγάπη» (Ιωάν: 15,10).
β) Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι η ομοιότητα και ένωση μας με τον Θεό επιτελείται μόνο με την εφαρμογή των θείων εντολών (Λόγος περί σωτηριώδους γνώσεως).
γ) Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όσον αφορά την ένωση μας με τον Θεό, λέγει: «Ο λόγος του Θεού και Πατρός ευρίσκεται μυστικά σε κάθε μία από τις εντολές Του, οπότε αυτός που δέχεται τον λόγο του Θεού δέχεται τον Θεό.
δ) Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλώντας για την θέωση του ανθρώπου με την εφαρμογή των εντολών του Θεού, λέγει: «Οι εντολές του Θεού παρέχουν όχι μόνο την γνώσι, αλλά και την θέωση».
4. Ο τέταρτος τρόπος κοινωνίας με τον Χριστό,
γίνεται με την ακρόαση των λόγων του Θεού.
α) Περί αυτού μας ομιλεί η Καινή Διαθήκη: «πολλοί δε των ακουσάντων τον λόγον επίστευσαν, και εγενήθη ο αριθμός των ανδρών ωσεί χιλιάδες πέντε» (Πράξ. 4,4).
β) Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι: «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή διά ρήματος Θεού» (Ρωμ. 10,17)
γ) Εάν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι η αληθινή βρώσις και πόσις, τότε ο λόγος του Κυρίου γενόμενος δεκτός από τους πιστούς γίνεται σ’ αυτούς «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 4,14) και «άρτος ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. 6,58), ενώ κατά τον άγιο Δαμασκηνό λέγεται μάννα της αφθαρσίας και μάννα το μυστικό.
Ο Απόστολος Παύλος διά της ακοής δέχθηκε τον λόγο του Θεού, όταν προσκλήθηκε με το θείο φως στον δρόμο προς Δαμασκό και φωνή άκουσε εξ ουρανού. Η Σαμαρείτιδα διά της ακοής λαμβάνει τον λόγο του Θεού, ενώ πάλι οι Σαμαρείτες πιστεύουν και βαπτίζονται από το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου (Πράξ. 8,5 6,12) και λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα (Πράξ. 8,14,18).
Πατέρες και αδελφοί, σας έφερα μερικές από τις σπουδαιότερες μαρτυρίες της Γραφής και των Αγίων Πατέρων, οι οποίες θα μας βοηθούν στην πορεία μας για μία ακατάπαυστη ένωση με τον Νυμφίο Χριστό. Ο ιδιαίτερος και αγιότερος τόπος, όπου επιτυγχάνεται αυτή η πολύτροπος κοινωνία μας με τον Χριστό είναι η Εκκλησία μας. Εκεί όλοι οι πιστοί μας, ερχόμενοι με ευλάβεια και πίστη στις ιερές ακολουθίες, ευρίσκονται σε μία ατμόσφαιρα μυστική και κοινωνούν με τον νου, την καρδιά, την προσευχή και την συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Προπαντός η λειτουργική θυσία είναι η τέλεια έκφραση της ενώσεως με τον Κύριο μας. Η μνημόνευση ονομάτων των χριστιανών στην Προσκομιδή, και όταν αυτοί είναι μεν αμαρτωλοί αλλά μετανοημένοι, δίνει την ευλογία της κοινωνίας αοράτως των ψυχών με τον Σαρκωθέντα και Αναστάντα Κύριο, ο Οποίος παρέχει ενίοτε και την σωματική των θεραπεία.
Είθε το έλεος και οι οικτιρμοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι ο Λόγος του Θεού να έλθει και κατασκηνώσει μέσα μας με τους ανωτέρω τέσσερις τρόπους που συνοπτικά αναφέραμε.
(«Πνευματικοί Λόγοι» +Ιερομ. Κλεόπα Ήλιε,  εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη)

    
Αναρτήθηκε από τον/την
 

Αν νοιώσεις μέσα στις φλέβες σου το Θεό, τότε ηρέμησες (Γέροντας Κλεόπας)



Πάτερ Κλεόπα, εδώ καθημερινά καταφθάνουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο για να σας δουν. Ποιες είναι οι εμπειρίες κι οι εντυπώσεις σας;
Το ότι εμείς οι Χριστιανοί έχουμε μέσα μας μπερδέψει τα πράγματα. Αν κι είμαστε βαπτισμένοι, ωστόσο συχνά δεν ξέρουμε τί πιστεύουμε. Με πόνο και θλίψη βλέπω καθημερινά ότι εμείς οι άνθρωποι
έχουμε φτιάξει για το Θεό μια εικόνα περίεργη κι απαράδεκτη. Μια εικόνα που δεν συμβιβάζεται με τα Ευαγγέλια και τα βιβλία τα ιερά, πού το Θεό τον προσδιορίζουν σαν άβυσσο ευσπλαχνίας κι αγάπης.   
Σχεδόν το 99% όσων άρχονται εδώ φαντάζονται το Θεό σαν ένα ανώτερο Ον που επιφυλάσσει στον άνθρωπο μόνο θυμούς, οργές και ποινές, αλλά σπάνια καλοσύνες. Εγώ δεν είμαι γιατρός, αλλά τσοπάνος, πιστεύω όμως πως η αιτία του καρκίνου εκεί βρίσκεται: στη λανθασμένη εικόνα που ο άνθρωπος έφτιαξε μέσα του για το Θεό.
Δηλαδή, αν εμείς οι άνθρωποι μετασχηματίσουμε την αντίληψη που έχουμε σήμερα για το Θεό, αν αλλάξουμε την εικόνα που φτιάξαμε μέσα μας για το Δημιουργό, τότε βρέθηκε το φάρμακο και θεραπεύτηκε ο καρκίνος;
Ναι. Τον καρκίνο δημιουργούν οι τύψεις, τα άγχη και οι φοβίες, οι ανησυχίες και οι αποστασίες, οι αμφιβολίες, οι θλίψεις κι οι στενοχώριες. Ο καρκίνος μπήκε στον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος δεν άφησε μέσα του χώρο για να μπει ο Θεός.
Αν νοιώσεις μέσα στις φλέβες σου το Θεό, τότε ηρέμησες. Αυτό είναι το φάρμακο του καρκίνου.
Πώς, όμως, να ηρεμήσει ένας πού ζει συνεχώς μέσα ήτις πτώσεις; Πώς να νοιώσει μέσα στις φλέβες του το Θεό ένας, λ.χ., που ζει με μοιχείες, πορνείες κι εγκλήματα;
Είναι απλό. Αρκεί να πιστέψει πως είναι πλασμένος απ’ το Θεό με αγάπη κι ότι ο Θεός έχει για τον καθένα μας ένα σχέδιο. Άραγε ποιός ξέρει τί σχέση να έχουν οι ανθρώπινες πτώσεις μ’ αυτό το σχέδιο του Θεοί… “Άλλωστε, μη ξεχνάμε, όλοι μας είμαστε παραβάτες κι εγκληματίες, αφού δεν υπάρχει άνθρωπος που να τηρεί στ’ αλήθεια τους όρους του Νόμου. Αν ο πόρνος, ο μοιχός, ο εγκληματίας πιστέψει και πει στο Θεό: «Θεέ μου, συ μ’ έφτιαξες μ’ ένα τόσο φτηνό υλικό. Κάνε με τούτο να το χωνέψω», το πρόβλημα λύθηκε. Ο άνθρωπος ο αμαρτωλός θα συνειδητοποιήσει ότι είναι πάροικος πάνω στη γη κι ότι γι’ αλλού είναι ο προορισμός του. Το άσχημο είναι ότι δεν μάθαμε να δεχόμαστε τον εαυτό μας έτσι, όπως ακριβώς είναι και το χειρότερο ότι δε συνηθίσαμε αυτό τον αμαρτωλό εαυτό να τον διατηρούμε σε επαφή με τον Ουρανό. Γι’ αυτό ο καρκίνος θερίζει.
Κι όταν ο καρκίνος θεραπευτεί, τότε ποιός πρέπει να είναι ο στόχος μας;
Να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε τα θαύματα του Θεού. Ποιό είναι το μεγαλύτερο απ’ αυτά;
Η υπομονή του Θεού με εμάς τους ανθρώπους.
Υπάρχουν σήμερα άγιοι μέσα στον κόσμο;
Πάρα πολλοί. Ο Θεός τους γνωρίζει. Αν δεν υπήρχαν, ο κόσμος μας θα είχε πάψει να ζει. Το λέει καθαρά ο Άγιος Συμεών, ο Νέος Θεολόγος: «Όταν λείψουν από τον, κόσμο οι Άγιοι, θα εκλείψει κι ο κόσμος».
Πιό παλιά ζούσατε εντελώς μόνος, χωρίς τους ανθρώπους;
Αυτό δεν είναι αλήθεια. Μπορεί να ζούσα στην έρημο, όμως ο κόσμος και οι άνθρωποι ζούσανε μέσα μου.
Εννοώ ότι για πολλά χρόνια δεν συναντηθήκατε με ανθρώπους.
Ναι. Δέκα χρόνια δεν είδα ούτε μια φορά άνθρωπο. Ζούσα ψηλά στο βουνό. Έτρωγα χόρτα και μέλι. Ένας γέρος, που ήξερε πως ζούσα εκεί, έφερνε και μου άφηνε κάθε δύο μήνες λάδι, ψωμί και αυγά, όμως ποτέ δεν έτυχε να τον δώ.
Τώρα, οι άνθρωποι έρχονται απ’ όλο τον κόσμο για να σας δουν.
Δεν φταίω εγώ. Το κακό τόχει κάνει ο Αντώνιος, ο Επίσκοπος του Μπονζάου και ο Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος Ανανίας, πού μ’ είχαν πνευματικό.
Είναι αλήθεια ότι γράφετε κιόλας;
Γράφω για τα θαυμάσια του Θεού, που τα βλέπω καθημερινά μέσα στη φύση και στον κόσμο. Γράφω και τον «Ακάθιστο» του Αγίου Ανδρέα. Πριν δυο χρόνια έγραψα τον «Ακάθιστο των Ρουμάνων Αγίων» πού έζησαν στην περιοχή της Ντομπρότζια τον τρίτο και τέταρτο αιώνα, όταν ήσαν στη Ρώμη ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιλιανός. Οι άγιοι αυτοί ήσαν οι Άταλος, Ζωτικός, Φίλιππος και Καμάσης. Ήσαν Έλληνες στρατιώτες που έμειναν εδώ στη Ρουμανία και άγιασαν.

(Τ. Μιχαλά, «Η Ορθοδοξία στη χώρα του Τσαουσέσκου»)

 




 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Μαρτίου 12, 2011 in ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ
 

Δεν είναι εύκολο να είσαι χριστιανός(Γέροντες π.IIie Cleopa, π. Ioanichie Bălan )

 

ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ


Ο Γέροντας Σοφιανός Boghiu μιλάει για τα λόγια του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου: «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι!»

AΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 

Τί έκανα; Τίποτα. (συνάντηση με τον π. Κλεόπα)



 
Τετάρτη, 26 Αυγούστου 1992
Φτάνουμε στη Συχαστρία το μεσημέρι, έπειτα από ένα μεγάλο και κοπιαστικό ταξίδι, προερχόμενοι από την Τσεχοσλοβακία. Στο μοναστήρι μας υποδέχεται ο γνωστός στην Ελλάδα π. Ιωαννίκιος Μπάλαν και μας οδηγεί σε μια καταπράσινη πλαγιά. Ο π. Κλεόπας μένει σ’ ένα κελλί μέσα στο δάσος και ορισμένες ώρες κατεβαίνει για να επικοινωνήσει με τους πιστούς. Κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, περιμένουν πάνω από 100 Ρουμάνοι. Οι περισσότεροι έχουν έλθει από πολύ μακριά, με τον ιερέα τους.
Σε λίγο ο π. Κλεόπας προβάλει μέσα από το δάσος και κατεβαίνει σιγά-σιγά με το μπαστουνάκι του. Έρχεται κοντά μας και μας δίνει την προσφιλή και πρωτότυπη ευχή του: -Νά σας φάει ό Παράδεισος!
Παρά την ηλικία τον (ήδη διανύει το 80ό έτος) έχει μνήμη καταπληκτική. θυμόταν με λεπτομέρειες πολλά μέρη και ονόματα από τήν επίσκεψή του στην Ελλάδα πριν από 15 χρόνια, όπως θυμήθηκε και την προηγούμενη επίσκεψή μας. Άρχισε να μας μιλάει με απλότητα, χωρίς τυπικότητες, μ’ ένα λεπτό χιούμορ.
-Είσαστε από την Θήβα; Σας θυμάμαι. Έχετε ξανάρθει! Εδώ έρχονται από παντού. Από την Αμερική, Γαλλία, Ουγγαρία, Ρωσία… Εδώ είναι σταθμός τραίνων!
-Γιατί έρχονται, γέροντα;
-Ξέρω κι εγώ τί ψάχνουν σ’ έναν άνθρωπο τόσο αμαρτωλό; Εγώ όσο μπορώ φεύγω απ’ αυτούς, αλλά αυτοί με βρίσκουν,
Το βλέμμα του βυθίστηκε λες στο παρελθόν· θυμήθηκε και πάλι τις περιπέτειες του.
-Κάποτε με είχαν συλλάβει οι κομμουνιστές, τρεις φορές κιόλας και την τέταρτη φορά το έσκασα, έγινα αέρας, έφυγα για τα Καρπάθια κι έζησα 10 χρόνια με τους λύκους, τις αρκούδες, τα φίδια…
-Δεν τα φοβόσαστε;
Αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι και είπε: Ο άγιος των δασών ξέρει…
-Και πώς ζούσατε μόνος σας τόσα χρόνια; ρώτησε αυθόρμητα ο πιό μικρός της παρέας. Χαμογέλασε:
-Να σε φάει ό Παράδεισος, πιτσιρίκο! Θέλεις να ξέρεις τα πάντα; Αν θα σου έλεγα, πραγματικά θα έκανες το σταυρό σου. Όμως η Αγία Γραφή και οι Άγιοι Πατέρες, μας απαγορεύουν να μιλάμε για τον εαυτό μας. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο. Όταν πήγα στην Αθήνα, στην Ιερά Σύνοδο με ρώτησαν πόσων ειδών κοινωνίες έχουμε. Και τους απάντησα πως με 5 τρόπους μπορεί να κοινωνήσει ο χριστιανός.
Ο πρώτος τρόπος είναι με την συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, όταν ο ιερέας μας κοινωνεί με την λαβίδα.
Ο δεύτερος τρόπος, με την ευχή του Ιησού. Όταν λες την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είτε με το νου, είτε με την καρδιά, μπορείς καθημερινά να κοινωνείς άπειρες φορές τον Χριστό.
Ο τρίτος τρόπος είναι με την τήρηση των εντολών του Χριστού. Όποιος τηρεί τις εντολές του Χριστού, ενώνεται με τον Χριστό, ενώνεται με την Αγία Τριάδα. Αυτή την κοινωνία μας φανέρωσε ο ίδιος ο Χριστός. « Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν» ( Ιωάν. ΙΔ, 23). Και «εάν τας εντολάς μου τηρήσητε μενείτε εν τη αγάπη μου» (Ιωάν. ΙΕ, 10). Επίσης ο Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης λέγει ότι: «Η ομοιότητά μας και η ε­νότητά μας με τον Θεό πραγματοποιείται μόνον με την εφαρμογή των θείων εντολών».
Ο τέταρτος τρόπος κοινωνίας, γίνεται με την ακρόαση του λόγου του Θεού, διότι ο λόγος του Θεού έρχεται με την ακοή και διοχετεύεται στην καρδιά. Την ίδια κοινωνία που δέχεσαι από τον ιερέα με τη λαβίδα, την ίδια δέχεσαι από τα αυτιά, όταν ακούς με ευλάβεια το λόγο του Θεού. Εάν λοιπόν κάθεσαι στην εκκλησία ήσυχα, όπως κάθεστε εδώ, κι έχεις φόβο Θεού, τότε λοιπόν κάθε φορά κοινωνείς το Χριστό από τα αυτιά.
Ο πέμπτος τρόπος κοινωνίας γίνεται με την προσκομιδή, όπου ο ιερέας μνημονεύει τα ονόματα και βγάζει μερίδες πάνω στον άγιο δίσκο. Τη στιγμή της συστολής που ο ιερέας ρίχνει τις μερίδες στο άγιο ποτήριο και ενώνονται με το αίμα του Χριστού, οι πιστοί που μνημονεύθηκαν κοινωνούν τον Χριστό και καθαρίζονται από τις αμαρτίες.
-Πέστε μας κάτι για την μετάνοια και την εξομολόγηση.
-Κατ’ αρχήν αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι όλοι μας είμαστε αμαρτωλοί, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει: « Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ εστίν εν ημίν». Και συνεχίζει: «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστί και δίκαιος, ίνα άψη ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Ιωάν. Α’, 8-9).
Οι προϋποθέσεις για μια σωστή εξομολόγηση είναι οι εξής:
α) Να γίνεται ενώπιον του πνευματικού.
β) Να είναι πλήρης.
γ) Να γίνεται με τη θέλησή μας.
δ) Να γίνεται με ταπείνωση και συντριβή.
ε) Να μην ενοχοποιούμε άλλους ανθρώπους, ούτε κάποιο από τα κτίσματα του Θεού, ούτε ακόμη και το διάβολο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Αν θέλεις να κατηγορήσεις κάποιον, μόνον τον εαυτό σου να κατηγορήσεις».
στ) Να γίνεται με ειλικρίνεια.
ζ) Η εξομολόγηση μας να είναι αποφασιστική. Δηλαδή να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση ενώπιον του πνευματικού ότι δεν θα αμαρτήσουμε πλέον με τη βοήθεια του Θεού. Και μάλιστα καλύτερα χιλιάδες φορές να πεθάνουμε, παρά να αμαρτήσουμε. Όποιος δεν πάρει τέτοια απόφαση, είναι με το ένα πόδι στον πνευματικό και με το άλλο στην αμαρτία.
Όλοι έχουμε ανάγκη εξομολογήσεως. Εγώ εξομολογώ κάπου 100 μοναχούς, αρκετούς ιερείς, 7 επισκόπους και 2 μητροπολίτες.
Η συζήτηση συνεχίστηκε. Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή. Και ο π. Κλεόπας απαντούσε με ζωντάνια αλλά και χιούμορ. Κάποιος Ρουμάνος επέμενε να μιλήσει για τις προσωπικές πνευματικές του εμπειρίες. Προσπάθησε να αλλάξει συζήτηση, αλλά στο τέλος υποχώρησε κι αποκάλυψε αξιοθαύμαστα γεγονότα.
-Ακουστέ, είπε γελώντας, τον Θεό δεν τον έχω δει, αλλά τον διάβολο τον έχω δει σίγουρα… Όταν βρισκόμουν διωγμένος στα Καρπάθια, στις 8 Σεπτεμβρίου 1948, λειτούργησα με κάποιον άλλο ιερομόναχο κάτω από ένα δέντρο. Ήμουν χαρούμενος που κοινώνησα και γύριζα στη σπηλιά μου, που βρισκόταν 4  μέτρα κάτω από τη γη. Είχα μέσα ένα καντηλάκι, που έκαιγε συνέχεια. Από πάνω το καταφύγιο μου ήταν σκεπασμένο με χώμα και κλαδιά και δεν φαινόταν με τίποτα. Κανείς δεν μπορούσε να με ανακαλύψει κάτω από τη γη. Αναστέναξε βαθιά. Το βλέμμα του κοίταξε μακριά. Ω, ω, ω, νομίζετε ότι έμενα σε σπίτι, σε βίλες… Ε! Ε! Ε! Είχα λοιπόν μια πορτούλα μισό μέτρο κι έμπαινα με τα γόνατα μέσα. Όταν λοιπόν μπήκα στη σπηλιά, έκανα την προσευχή μου με πολλή δυσκολία, γιατί μετά από περπάτημα πολλών χιλιομέτρων ήμουν πολύ κουρασμένος κι έπεσα να κοιμηθώ. Δεν πρόλαβα να κλείσω τα μάτια μου κι άρχισε ένας φοβερός σεισμός κι ένας πολύ δυνατός θόρυβος. Δεν ήξερα τί συμβαίνει και βλέπω στην πόρτα μου μια τεράστια ρόδα, πού έμοιαζε με νερόμυλο. Κοίταξα καλύτερα και είδα καμιά εικοσαριά όντα, άσχημα, φοβερά, φρικιαστικά. Ένας απ’ αυτούς φώναξε: «Αυτός είναι ο ηγούμενος της Συχάστρια. Να τον βάλουμε πάνω στη ρόδα!» Πριν καλά-καλά συνέλθω με είχαν βάλει ψηλά στη ρόδα, που γύριζε σιγά-σιγά. Κάτω όλοι αυτοί περίμεναν με αναμμένες δάδες για να με κάψουν. Εγώ κρατούσα στο χέρι μου ένα βιβλίο με προσευχές της Παναγίας. Στη δύσκολη αυτή στιγμή φώναξα δυνατά: «Απομακρυνθείτε από κοντά μου, γιατί κρατάω το βιβλίο της Παναγίας. Και- τότε εξαφανίστηκαν όλοι και όλα. Ο θόρυβος όμως της ρόδας έμεινε στα αυτιά μου για δύο ολόκληρους μήνες… Ε! αυτές είναι δουλειές του διαβόλου. Έχω δει ακόμη χειρότερα, αλλά δεν λέγονται. Και αυτό που είπα δεν έπρεπε. Τέλος πάντων…
-Πώς ζούσατε και τί κάνατε σ’ αυτή τη σπηλιά;
-Άλλαζα συνεχώς σπηλιές. Τί έκανα; Τίποτα. Έτρωγα και κοιμόμουνα.
-Και πώς ζεσταινόσαστε τον χειμώνα με το φοβερό κρύο;
-Ε! Άμα είσαι 4  μέτρα κάτω από τη γη δεν κρυώνεις… Να σας φάει ο Παράδεισος! (χαμογέλασε και πάλι). Όλα θέλετε να τα μάθετε, αλλά δεν γίνεται.
Στη συνέχεια η συζήτηση στράφηκε στην προσευχή. Κι εδώ μίλησε από προσωπική του εμπειρία και απάντησε έμμεσα στην απορία μας.
-Η προσευχή έχει σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι είναι η προσευχή των χειλέων, του στόματος. Αν μείνουμε σ’ αυτή τήν προσευχή είναι σα να μένουμε στην πρώτη τάξη όλη μας τη ζωή.
Το δεύτερο σκαλοπάτι είναι η προσευχή του νου. Αλλά και αυτή είναι μισή, σα νάχεις ένα πόδι κι ένα φτερό. Όμως δεν μπορείς να περπατήσεις με ένα πόδι, ούτε να πετάξεις με ένα φτερά. Από αυτό το σκαλοπάτι πρέπει να ανέβουμε στο επόμενο.
Στο τρίτο σκαλοπάτι ο νους ανεβαίνει στην καρδιά. Εδώ ο διάβολος θα σε πολεμήσει πάρα πολύ με τη σκέψη και τη φαντασία. Σου φέρνει πολλές σκέψεις, πολλές ιδέες, πολλές «θεολογίες», πολλές απαντήσεις στα ερωτήματά σου. Δεν πρέπει να του δώσεις σημασία και να σταματήσεις. Άφησε την προσευχή σου απλή και ελεύθερη να κατέβει στην καρδιά σου.
Ποιό είναι το σημάδι ότι η προσευχή σου κατέβηκε από το νου στην καρδιά; Τότε γεννιέται μια φλόγα, μια φωτιά στην καρδιά σου και σε καίει σαν καρφί φλογερό. Αυτή η θερμότητα ζεσταίνει την καρδιά σου, ζεσταίνει το στήθος σου, ύστερα ζεσταίνει τη σπονδυλική σου στήλη, κι έπειτα τα χέρια, τα πόδια, όλο σου το σώμα και γίνεσαι «όλος ως πυρ». Και τότε ενώνεται ο Χριστός με την καρδιά σου όπως στην βάπτιση. Γίνεσαι ένα με τον Χριστό. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια πλημμυρίζουν δάκρυα… Μου έλεγε κάποιος μοναχός, ότι καθώς προσευχόταν και βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, μέσα σε 2 ώρες είχε μουσκέψει 4 μαντήλια. Τόσα δάκρυα είχε! Και όταν έζησε αυτή την κατάσταση, για δύο μήνες στην κορυφή της καρδιάς του δεν υπήρχε ίχνος κακίας. Μόνον ο Θεός υπήρχε. Και όταν έφυγε αύτη η χάρη και η άρρητη γλυκύτητα, τόσο πόνο ένοιωσε, που παρακαλούσε με δάκρυα το Θεό να νοιώσει πάλι αυτή τη χαρά… Σ’ αυτή την κατάσταση της προσευχής φτάνουν ελάχιστοι. Υπάρχουν και πιό ψηλά σκαλοπάτια στην προσευχή, αλλά για να σας μιλήσω γι’ αυτά έχετε ακόμη πολύ καιρό. Είσαστε ακόμη νήπια και δεν θα καταλάβετε.
Κάποιος επέμενε να συνεχίσει.
-Άκουσε να δεις. Εδώ έχουμε ανθρώπους οι οποίοι είναι απλοί, κι έχουν το μυαλό ενός μωρού. Σ’ ένα μωρό αν του δώσεις να φάει την τροφή του ενήλικου το σκοτώνεις. Δεν μπορείς στους ανθρώπους αυτούς να τους δώσεις τροφή πέρα από τις δυνατότητες τους. Ο Απ. Παύλος λέει «εγώ γάλα υμάς επότισα», γιατί δεν μπορείτε να φάτε την τροφή του ενήλικου. Όταν κάνεις μια συζήτηση, θα δεις και τί είδους ακροατήριο έχεις γύρω σου. Δεν μπορείς να δίνεις κρέας σε μωρά.
-Γέροντα, ποιός ήταν ο μοναχός που μας είπατε πως έφτασε σε τέτοια ύψη; Έσκυψε το κεφάλι.
-Ε! αυτό… δεν λέγεται.
Τον ακούγαμε με έκπληξη και θαυμασμό. Δεν είχαμε την παραμικρή αμφιβολία πως ό,τι έλεγε ήταν προσωπικά του βιώματα. Μας το επιβεβαίωσαν και οι Ρουμάνοι πατέρες που ήταν μαζί μας.
Είχαν κιόλας περάσει 2 ώρες. Ο π. Κλεόπας, παρά την ηλικία του, «παρέτεινε τον λόγον». Τα όσα μας είπε δεν μπορούν να μεταφερθούν εδώ. Μεταφέρουμε μόνον τα τελευταία του λόγια.
-Η ζωή μας είναι σκιά και όνειρο. Οι μέρες μας φεύγουν σαν τον καπνό. Ο έξυπνος άνθρωπος, ο άνθρωπος του Θεού δεν δένεται με τίποτα σ’ αυτή τη γη, γιατί βλέπει μπροστά του τον θάνατο και ξέρει πως με ό,τι και να δεθεί, αύριο θα φύγει και θα τα χάσει όλα. Ό,τι φαίνεται είναι σκιά και όνειρο. Όπως πολύ ωραία το λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. (Τη στιγμή αυτή ύψωσε τη φωνή του και άρχισε να ψέλνει δυνατά). «Ποία του βίου τρυφή διαμένη λύπης αμέτοχος. Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος. Πάντα σκιάς α­σθενέστερα, πάντα ονείρου απατηλότερα…» Καλή αντάμωση στον Παράδεισο. Ο Θεός μαζί σας.
Μας ευλόγησε, μας ασπάστηκε όλους και μας κατευόδωσε με την όμορφη ευχή του, που καθώς κατηφορίζαμε τον ακούγαμε να την επαναλαμβάνει συνεχώς.
-Να σας φάει ο Παράδεισος!

(Αρχιμ. Νεκταρίου Καθηγουμένου Ι. Μ. Σαγματά)


 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Μαΐου 27, 2011 in ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ
 

Nα σας φάει ο Παράδεισος»-Συζήτηση μ’ ένα σύγχρονο στάρετς της Ρουμανίας

 
Ο Γέροντας Κλεόπας (ή «να σας φάει ο Παράδεισος»)
Συνομιλία 1η
Δεύτερα, 13 Αυγούστου 1990
Ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, Το προσκύνημα μας στην Ορθόδοξη Ρουμανία βρίσκεται στο μέσον, Και η συντροφιά μας βρέθηκε στο περίφημο μοναστήρι Συχαστρία, πνιγμένο στο πράσινο στους πρόποδες των Καρπαθίων. Σκοπός μας η συνάντησή μας με τον γνωστό Ρουμάνο ησυχαστή π. Κλεόπα. Αφού προσκυνήσαμε ατό Καθολικό της Μονής, ανεβήκαμε στο σπιτάκι, λίγο πιο έξω από το μοναστήρι, όπου ο π. Κλεόπας δέχεται τους επισκέπτες. Έξω από το σπιτάκι, ανάμεσα στα δέντρα, υπήρχαν αρκετοί πάγκοι. Όπου περίμεναν υπομονετικά μερικοί χριστιανοί. Ο π. Κλεόπας εκείνη την ώρα συζητούσε μέσα με κάποιους μοναχούς. Μόλις τον ειδοποίησαν, βγήκε αμέσως. Τα μάτια μας αντίκρισαν μια βιβλική μορφή, μια βυζαντινή εικόνα. Μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Μας κοίταξε και με το καλοκάγαθο χαμόγελό του μας είπε πολλές φορές:
-Να σας φάει ο παράδεισος, πουλιά ελληνικά!
(Κάθησε ανάμεσά μας. έκανε το σταυρό και άρχισε να μας μιλάει με πολλή ζωντάνια, παραστατικότητα και χιούμορ).
-Χαίρομαι που βλέπω ακόμη ένα γκρουπ ελληνικό και μάλιστα τόσους νέους. Να βοηθήσει η Αγία Τριάδα, η Ελλάδα να μείνει σταθερή στην πίστη της. Όταν η Ελλάδα χάσει την πίστη της, θα χαθεί απ’ όλο τον κόσμο. Σε σας τα νέα παιδιά, στα πρόσωπά σας βλέπω όλη την Ελλάδα. Από εκεί πήραμε όλοι μας την Ορθόδοξη πίστη.
-π. Κλεόπα, έχετε απέναντι σας 50 νέα παιδιά, που αντιμετωπίζουμε πολλές δυσκολίες και πειρασμούς. Τί έχετε να μας συμβουλέψετε; Χαμογέλασε και είπε με έντονη φωνή:
-Να σας φάει ο Παράδεισος! Να μην ξεχνάτε την πίστη που θηλάσατε από το στήθος της μάνας σας. Να αγαπάτε την Εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή με αγάπη, τους βίους των αγίων, τις συμβουλές των αγίων πατέρων, να κάνετε καλές πράξεις και να ‘χετε πάντα μαζί σας αυτή την αγία προσευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό. Όπου βρίσκεσθε, είτε στο σπίτι, είτε στο σχολείο, στο δρόμο, στο δάσος, παντού να ‘χετε το όνομα του Χρίστου στα χείλη και στην καρδιά σας… Το μεγαλύτερο σχολείο στον κόσμο είναι ο φόβος του Θεού και η μνήμη του θανάτου. Χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε ούτε τα μάτια μας να ανοιγοκλείσουμε μια φορά. Είτε άνδρας είσαι, είτε γυναίκα, να έχεις δύο τοίχους στη ζωή. Δεξιά να έχετε έναν τοίχο, τον φόβο του Θεού·  αριστερά έναν άλλο τοίχο, τον φόβο του θανάτου. Η Αγία Γραφή λέει: «μη εκκλίνετε μήτε εις τα δεξιά μήτε εις τα αριστερά». Μόνον έτσι θα φτάσετε μπροστά στον Θεό. Όταν έχετε στα δεξιά τον φόβο του Θεού και αριστερά τον φόβο του θανάτου, δεν θα αμαρτάνετε.
Σταμάτησε για λίγο. Μας κοίταξε με το ήρεμο βλέμμα του, χαμογέλασε και είπε:
-Σας αγαπώ πολύ, πουλιά ελληνικά! Αν είχα ένα μεγάλο ντορβά θα σας έβαζα όλους μέσα για να σας πάω στον Παράδεισο! Χάρηκα πολύ που ήρθατε ως εδώ και σας εύχομαι όλες τις χαρές της γης, να πετύχετε στη ζωή σας, να είστε ευτυχισμένοι, αλλά να μην ξεχάσετε τον φόβο του Θεού.
Ο π. Κλεόπας, όπως μας είπαν οι Ρουμάνοι πατέρες, γεννήθηκε σ’ ένα μικρό χωριό. Δεν φοίτησε ποτέ σε σχολείο και στα παιδικά του χρόνια ήταν βοσκός. Χάρη στην επιμονή και στο ζήλο του έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Πριν κλείσει τα 17 του χρόνια είχε αποστηθίσει όλη την Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Στην ηλικία αυτή έφυγε για τη Συχαστρία και σε λίγα χρόνια, από βοσκός προβάτων, έγινε ποιμένας ψυχών. Στη δεκαετία του 1940 ήταν πνευματικός σε αρκετά μοναστήρια της περιοχής. Το αθεϊστικό καθεστώς τον θεώρησε επικίνδυνο. Τον συνέλαβαν 3 φορές. Προτού προλάβουν να τον ξανασυλλάβουν για 4η φορά, φεύγει κυνηγημένος για τα απάτητα βουνά των Καρπαθίων, όπου μένει 10 ολόκληρα χρόνια «μόνος μόνω Θεώ». Όλα τα στοιχεία της φύσης βάλθηκαν να τον εξουθενώσουν. Αλλά ο εκούσιος μάρτυρας του Χριστού υπέμενε τα πάντα. Να τί μας διηγήθηκε ο ίδιος:
-Όταν έφυγα για τα δάση, το καθεστώς έστειλε τη φωτογραφία μου σ’ όλες τις αστυνομίες της Ρουμανίας και μ’ έψαχναν παντού. Έζησα 10 χρόνια με τις αρκούδες, τους λύκους, τα φίδια, αλλά είχα περισσότερη ασφάλεια και ειρήνη με τα επικίνδυνα αυτά αγρίμια παρά με τους ανθρώπους αυτούς. Όλα ήταν ήμερα και καλά μαζί μου. Τον άνθρωπο τον δαμάζεις πιο δύσκολα, παρά τα ζώα…
-Και ζούσατε εκεί; τον ρωτήσαμε απορημένα. Το βλέμμα του ζωντάνεψε. Σήκωσε τα χέρια του κι έδειξε τον ουρανό. Η φωνή του δυνάμωσε και φώναξε:
-Με τον Πατέρα! Με τον Θεό  πατέρα!
Κατέβασε τα χέρια του και συνέχισε ήρεμα:
-Ένας δασοφύλακας ερχόταν μια φορά το μήνα και μου έφερνε λίγες πατάτες που έθαβα στη γη. Μ’ αυτές τρεφόμουν καθώς και με λίγα χόρτα, τσουκνίδες και μανιτάρια. Το βράδυ έσκαβα στη γη ή μέσα στα χιόνια και στις λάσπες μια λακκούβα για να πλαγιάσω. Άλλες φορές έμενα σε σπηλιές. Φωτιά άναβα μόνο την ήμερα για να μην με εντοπίσουν…
Δέος κ«ί θαυμασμός μας κατέλαβε. Τολμήσαμε μια ακόμη ερώτηση:
-Πώς ζούσατε τον χειμώνα μέσα στα χιόνια, στο φοβερό κρύο, στους πάγους, πώς θερμαινόσαστε;
Χαμογέλασε και πάλι:
-Οι άγιοι πατέρες συμβουλεύουν: Να μην διηγείσαι τα δικά σου. Ήθελα πάρα πολλά να πω, αλλά με εμποδίζουν οι άγιοι Πατέρες.
-Μιλάτε συνέχεια για τον παράδεισο, Τί και πώς είναι ο Παράδεισος;
-Ακούστε τί λέει ο μεγάλος Απ. Παύλος για τον Παράδεισο: «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν». Στο Ψαλτήρι λέει: «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου Κύριε ως η ημέρα η εχθές». Δηλαδή χίλια χρόνια σου φαίνονται σαν μια μέρα. Ένα λουλούδι από τον Παράδεισο είναι ακριβότερο απ’ όλους τους θησαυρούς του κόσμου. Τόσο όμορφα είναι στον Παράδεισο.
Να σας φάει ό Παράδεισος! Είσαστε παιδιά της Παναγίας!
Ξέρετε, ένας καλόγερος κάποτε με αγία ζωή διάβασε στην Αγία Γραφή το «χίλια έτη…». Είχε μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία και με απλότητα της είπε: «Παναγία μου, πες στο Χριστό να μου εξηγήσει πώς είναι τόσο όμορφα στον Παράδεισο, ώστε τα χίλια χρόνια να φαίνονται ότι είναι μία μέρα. Ήταν εκκλησιαστικός στο διακόνημα και ηλικιωμένος. Το βράδυ, όταν έφευγαν οι άλλοι μοναχοί, αυτός έμενε στο ναό, προσευχόταν κι έλεγε: «Παναγία μου, πες μου πώς γίνεται αυτό». Οι πόρτες της εκκλησίας ήταν ανοιχτές. Μέσα στην εκκλησία μπήκε ένας αετός. Ήταν τόσο όμορφος που δεν περιγραφόταν. Είχε χιλιάδες χρώματα κι έλαμπε. Όταν τον είδε ο μοναχός παρακάλεσε την Παναγία να τον βοηθήσει να τον πιάσει. Κι όταν θέλησε να τον πιάσει, ο αετός έφυγε, πήγε στην πόρτα και προσποιούταν ότι δεν μπορούσε να πετάξει. Ο μοναχός τον κυνήγησε και ο αετός ξέφυγε στο δάσος, σ’ ένα ξέφωτο και κάθησε σ’ ένα δέντρο. Ήταν μια ήσυχη βραδιά με πανσέληνο. Ο μοναχός κοιτούσε τον αετό κι άρχισε να κλαίει, γιατί δεν μπορούσε να τον πιάσει. Ο αετός τότε άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι, που δεν άκουσε ανθρώπινο αυτί. Ο μοναχός καθηλώθηκε έτσι 300 χρόνια! Τόσα τραγούδησε το πουλί κι έπειτα έφυγε. Ο μοναχός όμως στενοχωρήθηκε και θύμωσε, γιατί νόμισε ότι πέρασε μόνο μια ώρα. Θυμήθηκε τότε ότι άφησε ανοιχτή την εκκλησία και γύρισε να την κλειδώσει. Όλα όμως είχαν αλλάξει. Πήγε τότε στον πορτάρη του μοναστηρίου κι αυτός εξεπλάγη. Και τούτο γιατί ο αετός που ήταν Άγγελος Κυρίου του είχε δώσει τέτοια χάρη που έλαμπε, ευωδίαζε. Γι’ αυτό και ο θυρωρός απόρησε. Τον ρώτησε λοιπόν:
-Από πού είσαι;
-Από εδώ. Είμαι ο εκκλησιαστικός.
-Δεν σε γνωρίζω. Περίμενε να ρωτήσω τον ηγούμενο.
Πήγε στον ηγούμενο και του είπε πως ήλθε κάποιος μοναχός που άστραφτε το πρόσωπό του κι έχει το κλειδί της εκκλησίας στο χέρι. Ο ηγούμενος του απάντησε:  Άφησέ τον να μπει, γιατί απόψε 3 φορές άκουσα μια φωνή να ανοίξω τις πόρτες για να έλθει μέσα το Άγιο Πνεύμα. Άφησέ τον, γιατί κρύβει μεγάλο μυστήριο.
Ο ηγούμενος ήλθε στο μοναχό και τον ρώτησε τί συμβαίνει. Κι αυτός διηγήθηκε το συμβάν με τον αετό και το υπέροχο τραγούδι του.
-Πόση ώρα τραγούδησε, τον ρώτησε.
-Μια ώρα περίπου κι έφυγε. Κι εγώ ήλθα να κλειδώσω, αλλά δεν γνωρίζω πού είναι το μοναστήρι. Ή εγώ τρελάθηκα, ή πράγματι κάτι συμβαίνει, γιατί το μοναστήρι που υπηρετούσα δεν είναι αυτό.
Τότε ο ηγούμενος συγκέντρωσε στην εκκλησία τους άλλους μοναχούς και τους ρώτησε αν τον γνωρίζουν. Όμως ούτε αυτός γνώριζε κανένα, ούτε αυτόν αυτοί.
-Ποιός ήταν ο ηγούμενος, όταν εσύ ήσουνα απόψε στην εκκλησία; τον ρώτησε.
Είπε το όνομά του, έψαξαν στο αρχείο της μονής και βρήκαν ότι έζησε πριν από 300 χρόνια. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Όλοι τρόμαξαν κι εξεπλάγησαν. Ο μοναχός συγκινημένος ζήτησε να κοινωνήσει και τους αποχαιρέτησε.
-Συγχωρέστε με, αδελφοί. Εγώ τώρα φεύγω και θα ξαναειδωθούμε όταν ηχήσουν οι σάλπιγγες!
Το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο και την ώρα εκείνη κοιμήθηκε.
Φαντασθείτε, αφού αυτός έζησε τόσο όμορφα 300 χρόνια με το τραγούδι ενός αγγέλου, και νόμισε πως πέρασε μόνο μία ώρα, πόσο ωραία θα είναι στον παράδεισο, εκεί που τραγουδάνε χιλιάδες Χερουβείμ, Σεραφείμ, άγγελοι κλπ. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει την ομορφιά του Παραδείσου. Γι’ αυτό και εγώ θέλω να σας δω οπωσδήποτε στον Παράδεισο. Είναι πολύ όμορφα εκεί! Καλή αντάμωση! Να συναντηθούμε όλοι στον Παράδεισο!
-π. Κλεόπα,  θα σας παρακαλέσουμε θερμά να εύχεσθε να… μας φάει όλους ο Παράδεισος.
Το πρόσωπα του φωτίστηκε, η φωνή του δυνάμωσε πάλι:
-Όλους θα μας φάει ό Παράδεισος!.. Γράψτε μου τα ονόματά σας για να τα μνημονεύω. Και σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεσθε και σεις για μένα, γιατί είμαι ο πιό αμαρτωλός που υπάρχει στον κόσμο!
Είχε περάσει μιάμιση ώρα. Σηκώθηκε και προσευχήθηκε. Στο τέλος του ζητήσαμε να βγούμε μια φωτογραφία. Γέλασε και είπε με απλότητα: -Τον γάιδαρο τον ξέρετε; Πάρτε έναν γάιδαρο με σαμάρι, γράφτε πάνω του «Κλεόπας» και φωτογραφήστε τον!
Γελάσαμε όλοι. Κάθησε ανάμεσα μας και οι φωτογραφικές μηχανές πήραν φωτιά. Μας έδωσε την ευχή του και μας ασπάστηκε όλους.
«Ο Θεός και η Παναγία μαζί σας, πουλιά ελληνικά. Να σας φάει ο Παράδεισος!», έλεγε συνέχεια.
Κατηφορίσαμε συγκινημένοι και κατενθουσιασμένοι, ευχαριστώντας τον Θεό γ’ αυτή την ξεχωριστή ευλογία που μας χάρισε.
(Αρχιμ. Νεκταρίου Καθηγουμένου Ι. Μ. Σαγματά)
-Τον γάιδαρο τον ξέρετε; Πάρτε έναν γάιδαρο με σαμάρι, γράφτε πάνω του «Κλεόπας» και φωτογραφήστε τον!
Γελάσαμε όλοι. Κάθησε ανάμεσα μας και οι φωτογραφικές μηχανές πήραν φωτιά. Μας έδωσε την ευχή του και μας ασπάστηκε όλους.
«Ο Θεός και η Παναγία μαζί σας, πουλιά ελληνικά. Να σας φάει ο Παράδεισος!», έλεγε συνέχεια.
Κατηφορίσαμε συγκινημένοι και κατενθουσιασμένοι, ευχαριστώντας τον Θεό γ’ αυτή την ξεχωριστή ευλογία που μας χάρισε.
(Αρχιμ. Νεκταρίου Καθηγουμένου Ί. Μ. Σαγματά)
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Μαΐου 19, 2011 in ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ, Uncategorized
 

Ποιος είναι ο σκοπός και η σπουδαιότης του κηρύγματος στην εκκλησία;(Γέρων Κλεόπας Ηλίε -Ρουμάνος ασκητής)


Ποιος είναι ο σκοπός και η σπουδαιότης του κηρύγματος
στην εκκλησία;
— Κάθε Ιερεύς οφείλει να διδάσκη ευκαίρως ακαίρως τους πιστούς του, διότι «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή διά ρήματος Θεού» (Ρωμ.10,17).
Έτσι λοιπόν, ο λαός με την στέρησι της γνώσεως του λόγου του Θεού χάνεται, ενώ ο Ιερεύς θα δώση φοβερό λόγο στο μελλοντικό Δικαστήριο. Άκουσε τι λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου: «Ωμοιώθη ο λαός μου ως ουκ έχων γνώσιν ότι συ επίγνωσιν απώσω, καγώ απώσομαί σε του μη ιερατεύειν μοι, και επελάθου νόμον Θεού σου καγώ επιλήσομαι τέκνων σου». (Ωσηέ 4,6).
Οι κατηχήσεις και τα κηρύγματα πρέπει γενικά να γίνωνται με βάσι την Αγία Γραφή και την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Να είναι καλά μελετημένα, αξιοπρόσεκτα και να αποτελούν βιώματα του Ιερέως, για να μπορούν να πείθουν τους πιστούς. Το κήρυγμα να είναι ακόμη θερμό, παρηγορητικό, κατανοητό από όλους, διανθισμένο με κατάλληλες και ευκολομνημόνευτες ιστορίες της πρακτικής ζωής. Ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή έχουν μεγάλη σπουδαιότητα τα αντιαιρετικά κηρύγματα, δεδομένου ότι αυξήθηκαν πολύ οι αιρέσεις, για να γνωρίζη ο λαός την ορθόδοξο αληθινή πίστι και να μπορή να προφυλάσσεται από τις παγίδες των αιρέσεων.
Γέροντος Κλεόπα Ηλίε
Πνευματικοί Διάλογοι
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”

ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ

 

Ο γέροντας Ηλίας Τσιορούτσα-Μία αγιασμένη μορφή της Μονής Τσερνίκα          

 


Ό ιερομόναχος π. Ηλίας γεννήθηκε στίς 30 Ιου­νίου 1909 στην κοινότητα Βασίλε Άλεξάνδρι του νό­μου Τούλτσεα, έχοντας ως γονείς του τον Κωνσταντίνο και την Ελένη. Στό βάπτισμα του έλαβε το όνομα Ιόργκου. Ήταν ό πιο υπάκουος ανάμεσα στα 10 παιδιά της οικογενείας του. Ότιδήποτε του έλεγαν και του άνέθεταν να κάνη οί γονείς του, το έξεπλήρωνε αμέ­σως.
Ή οικογένεια του ήταν αρκετά πλούσια. Οί γονείς του ήσαν απλοί και πιστοί χριστιανοί. Ένθυμεΐται ό π. Ηλίας, τα βράδια πού στεκόταν κοντά στην σόμπα καί άκουγε τον πατέρα του να διαβάζη το Ψαλτήριο.
Για την παιδική του ηλικία, πού έζησε στο χωριό του, έλεγε:
«Όταν ήμουν μικρός καί έβλεπα τον ιερέα μας με την μεγάλη γενειάδα πώς λειτουργούσε στην εκκλη­σία, έσκεπτόμουν ότι κατέβηκε ό Θεός από τον ουρα­νό καί ήλθε να μας λειτουργήση στην εκκλησία μας».
Πρίν ακόμη να πάη στο δημοτικό σχολείο, ό π. Ηλίας έμεινε ορφανός καί αποχωρίσθηκε από τα α­δέλφια του. Έμεγάλωσε σ’ ένα ορφανοτροφείο της πό­λεως Τούλτσεα. Εκεί ό ιερεύς Ζαχαρίας Ποπέσκου τον έβοήθησε και τον χειραγώγησε σταθερά. Σάν καλός λειτουργός πού ήταν, έπαιρνε τον μικρό Ίόργκου στο “Αγιο Βήμα, ακόμη από την ηλικία των 7 ετών, για να τον βοηθή στίς εκκλησιαστικές ακολουθίες.
Το δημοτικό σχολείο καί το γυμνάσιο τελείωσε στην Τούλτσεα. Στό σχολείο εντυπωσίαζε τους άλ­λους για τον ιδιαίτερο ζήλο του στα μαθήματα. Εάν κάποτε οι καθηγητές απουσίαζαν από το μάθημα τους, έκανε αυτός μαθήματα στα άλλα παιδιά, για να μην πάη ή ώρα χαμένη. Έβοήθησε πολύ τους συμμαθητές του στα μαθήματα τους, γι αυτό κι αυτοί τον τιμού­σαν καί τον αγαπούσαν. Στό τέλος του σχολείου ό διευθυντής συμπλήρωσε με το δικό του χέρι τα έξης λόγια στο απολυτήριο του παιδιού.«Αυτός ήταν ό κα­λύτερος μαθητής του σχολείου μας».
Την εκκλησιαστική σχολή έτελείωσε στην Κωνστάντζα. Την περίοδο 1923-1929 κατόρθωσε να πέρα­ση μαθήματα δύο σχολικών ετών σε ένα. Οί συμμαθη­τές του τον έλεγαν «ό καλόγερος». Όταν αυτοί μιλού­σαν για ανήθικα πράγματα καί κοσμικά αστεία, αυτός αναχωρούσε από κοντά τους. Απέφευγε να κοιτάξη κορίτσι στο πρόσωπο. Περιφρονούσε τα έργα της πορνείας με απέχθεια. Αργότερα θα γράψη σχετικό βιβλίο στο όποιο καταδικάζει αυτή την αμαρτία. Μία οδός για την προφύλαξι από την αμαρτία της πορ­νείας εύρισκε στους στοχασμούς του θανάτου καί της μελλούσης κρίσεως. 
‘Ελεγε: «Ή εικόνα της μελλού­σης κρίσεως στα σπίτια μερικών χριστιανών είναι έ­να μεγάλο καί πολύ καλό βιβλίο της χριστιανικής σο­φίας. Εγώ ό ίδιος, όταν ήμουν νέος καί έπήγαινα στον χορό, έχαιρόμουν, αυτό είναι αλήθεια, άπ’ αυτή την διασκέδασι των νέων, αλλά γρήγορα μου ερχόταν στον νου ή ματαιότητα αυτού του κόσμου καί δεν ήθε­λα πλέον να βλέπω παλικάρια καί κορίτσια να χορεύουν. Μάλλον έβλεπα κινούμενους ελεεινούς σκελετούς ανθρώπων. Τότε μου ήρχοντο δάκρυα στα μάτια καί θρηνούσα γι’ αυτόν τον απατη­λό καί παροδικό κόσμο μας».
Μετά την άποπεράτωσι των σπουδών του στην εκ­κλησιαστική σχολή ήθελε να καλογερέψη, αλλά έφοβεΐτο μήπως και δεν ήμπορέση να κράτηση τίς μονα­χικές υποσχέσεις.’Ετσι παντρεύθηκε την Αλεξάνδρα Μιρέσκου καί μετά τον γάμο του, χειροτονήθηκε ιε­ρεύς το 1931 στην ενορία Στεφανέστι του νόμου Ίλβόφ. Απέκτησε δύο παιδιά, τον Αιμίλιο καί τον Κων­σταντίνο.
Το 1937 συνέγραψε θεολογική εργασία με θέμα: «Ή φροντίδα της σωτηρίας».
Όπως όλοι στην οικογένεια του, είχε καί αυτός μία ιδιαίτερη κλίση στην έκμάθησι ξένων γλωσσών. Ό π. Ηλίας έγνώριζε την γαλλική, την γερμανική και την λατινική
Ή ποιμαντική του δραστηριότητα
Σάν έγγαμος ιερεύς έφρόντιζε μόνος του για την καθαριότητα του Ίερού Βήματος. Στό τέλος των Ακο­λουθιών, οτιδήποτε προσφερόταν από τους πιστούς στην εκκλησία, π.χ, πρόσφορα, κουλούρια κλπ, τα ά­φηνε να παίρνουν πρώτα οι επίτροποι καί οι σύμβου­λοι καί κατόπιν έπαιρνε καί αυτός κάτι, εάν περίσ­σευε. Κάθε φορά έμνημόνευε έναν επίτροπο, ό όποιος τον βοηθούσε στην Λειτουργία της εκκλησίας. Αυτός σ’ ολόκληρη την ζωή του δεν άπλωσε το χέρι του να πάρη κάτι.
Όταν τον προσκαλούσαν για Έξομολόγησι καί Θεία Κοινωνία, έπήγαινε οποιαδήποτε ώρα της ήμέρας, χωρίς να έξετάζη τί καιρό έκανε έξω. Επειδή ή­το καί κοντόσωμος, ξεγλιστρούσε ανάμεσα στους γι­γαντόσωμους και έφθανε ξαφνικά στο σπίτι του ασθε­νούς, πρίν ακόμη και να τον καλέσουν.
Όταν ήτο ακόμη έγγαμος ιερεύς, δεν έκλεινε ποτέ την πόρτα του σπιτιού του, για να μπαίνη οποιοσδή­ποτε είχε ανάγκη να μιλήση μαζί του σε οποιαδήποτε ώρα ημέρας ή νυκτός. Ή πρεσβυτέρα του, του έλεγε πολλές φορές να κλεινή την πόρτα, για να μην αρπά­ξουν κάτι από την αυλή τους. Άλλα, όπως μας έλεγε ό π. Ηλίας, ουδέποτε τους έκλεψε κάποιος κάτι, πα­ρότι στο χωριό του κυκλοφορούσαν κλέφτες αλόγων καί πουλερικών.                            
Ενίοτε έπήγαινε με ασθενείς από το χωριό του σ’ ένα καλό γιατρό, πού ήτο πιστός Χριστιανός και τον έγνώριζε. Όση ώρα ό ασθενής δεχόταν τίς εξετάσεις του γιατρού, ό π. Ηλίας συνωμιλούσε μαζί του. Όταν ό ασθενής ήτο βαρεία άρρωστος, ό γιατρός δεν έδινε καμία πιθανότητα για καλυτέρευσι του ασθενούς και έλεγε στον ιερέα: «Ό άνθρωπος αυτός δεν θα ζήση πο­λύ καιρό». Τότε ό ιερεύς επέστρεφε στο χωριό του καί άρχιζε να νηστεύη καί να προσεύχεται για τον ασθενή Χριστιανό του, προτρέποντας κι αυτόν να κάνη ελεη­μοσύνες, ιδιαίτερα στις εκκλησίες, όπως ευαγγέλια, ά­για δισκοπότηρα, εικόνες καί ό,τι άλλο είχαν ανάγκη, καί στους πτωχούς. Πολλές φορές, χάρις στις προσευ­χές του το αποτέλεσμα ήτο διαφορετικό από εκείνο πού γνωμάτευε ό γιατρός, καί ό ασθενής επιζούσε.
Όταν ήταν νέος ιερεύς, έπήγαινε σ’ ένα ψυχιατρείο για να λειτουργήση εκεί για τους ψυχοπαθείς. “Ελεγε στους γιατρούς:«”Ερχομαι εδώ για να βλέπω, γιατί φθάνουν αυτοί οι άνθρωποι σ’ αυτό το σημείο, καί να ενημερώνω προληπτικά τους ενορίτες μου». Τότε οί γιατροί του έλεγαν: «Ξέρετε γιατί αυτοί είναι εδώ; Σόδομα καί Γόμορα!».
Όπουδήποτε λειτουργούσε, οι ενορίτες του τον α­κολουθούσαν, διότι τον αγαπούσαν, ενώ όταν αναχω­ρούσε, του έλεγαν: «Πάτερ, μείνε μαζί μας για πά­ντα».
Τον π. Ηλία αγαπούσαν καί έσέβοντο ιδιαίτερα οί κλέφτες καί οί ληστές, οί όποιοι, ως γνωστόν, δεν εκτιμούν καί δεν σέβονται κανέναν. Κάποτε περνώ­ντας μια νύκτα μέσα από το διπλανό δάσος του χω­ρίου, άκουσε κτυπήματα, πολλές φωνές καί θορύβους, καί κατάλαβε ότι ήσαν ληστές. Τότε έφώναξε δυνατά: «Εγώ είμαι ό π. Ηλίας από το χωριό». Οί ληστές του απήντησαν. «”Αιντε, πέρασε, πέρασε γρήγορα!». Την δεύτερη ήμερα μπήκε στο χωριό μία καρότσα, στην ο­ποία είχαν τοποθετήσει νεκρό ένα χωριάτη, πού έσκότωσαν οί ληστές.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Πάντοτε, όταν τα έβλε­πε, πολύ χαιρόταν. “Ελεγε: «Χάριν των παιδιών κρατεί ακόμη ό Θεός τον κόσμο».
Κάποτε, στην περίοδο του πολέμου, σ’ ένα βομ­βαρδισμό, ό π. Ηλίας επήρε στα μπράτσα του ένα παιδί καί άρχισε να προσεύχεται. «Κύριε, γι’ αυτόν τον άγγελο πού κρατώ στα χέρια μου, φύλαξε με καίμένα άβλαβη». Καί ό Θεός τον άκουσε. Δεν έπαθε τί­ποτε από τον βομβαρδισμό.
Στήν φυλακή
Στά χρόνια 1962-1964 φυλακίσθηκε στην Ζιλάβα. Μετά την άποφυλάκισί του λειτούργησε για λίγο καιρό στην ενορία του αγίου Γεωργίου του Παλαιού στο Βουκουρέστι. Το 1965 βρέθηκε στην ενορία Λεχλίου του νόμου Ίαλομίτσα καί στα χρόνια 1966-1971 στην κοινότητα Τσιοκανέστι του νόμου Ίλβόφ.
H Μονή Τσέρνικα
Ή ζωή του στον μοναχισμό
Συνταξιοδοτήθηκε το 1971, ενώ το 1974, πέθανε ή πρεσβυτέρα του. Τότε αυτός μπήκε στο μοναστήρι Τσερνίκα, πλησίον του Βουκουρεστίου, στις 16 Ιου­λίου 1976. Την ϊδια χρονιά έκάρη μοναχός από τον ε­πίσκοπο Ρωμανό της Ίαλομιτσιοάρας έχοντας ως ανά­δοχο στην κούρα του τον ηγούμενο π. Νήφωνα και τον αρχιμανδρίτη π. Βενέδικτο Γκίους.
“Αφησε τα πάντα καί ήλθε στο μοναστήρι λέγοντας μέσα του. «Κύριε, εγώ ήλθα για να κρατήσω και την ύπόσχεσΐ μου. Θα πιασθώ από την πόρτα του μοναστηρίου. Εσύ, εάν με θέλης, δέξαι με, εάν όχι, ό­χι…». 
Τον πόθο για τον μοναχισμό τον είχε άφ’ ότου ήταν παντρεμένος. Μάλιστα είχε κάνει συμφωνία ενώ­πιον του πνευματικού του με την πρεσβυτέρα του, ότι οποίος θα παραμείνη μόνος του, θα πάρη τον σταυρό στο χέρι καί θα πάη στο μοναστήρι.Αφοΰ απέθανε πρώτη ή πρεσβυτέρα, ό π. Ηλίας έκράτησε την ύπόσχεσή του.
Μετά από αρκετό καιρό έλεγε: «’Οταν μπήκα στο μοναστήρι, μου ερχόταν να φιλήσω τίς πέτρες από ε­σωτερική ευτυχία».
Αρχικά έμεινε σ’ ένα κελλί ερειπωμένο. “Επρεπε να φέρνη λάσπη με το χέρι του και να το έπιδιορθώνη, χωρίς τοΰτο να είναι εύκολο, δεδομένου ότι ήταν αρκετά γέρος στην ηλικία.
Ό π. Ηλίας έκανε μεγάλη πνευματική ασκηση, α­κόμη από τα νεανικά του χρόνια. “Ελεγε: «Όταν ει­σήλθα στο μοναστήρι, είπα ότι οι μοναχοί είναι άγιοι και σκεπτόμενος ότι εγώ μέχρι τώρα ήμουν σε ενορία και είχα τα πάντα, απεφάσισα να κρατώ κι εγώ με αυ­στηρότητα τις νηστείες».
Όταν πλέον είχε γίνει μοναχός, ένήστευε τελείως από την Πέμπτη το απόγευμα μέχρι το Σάββατο το α­πόγευμα. Σέ κάθε μία από τίς τέσσερις μεγάλες νη­στείες της Εκκλησίας μας κρατούσε καί μία εβδομάδα με πολλή αυστηρότητα. Ενώ στο τέλος κάθε εβδομά­δος ένήστευε από την Πέμπτη το απόγευμα μέχρι την Κυριακή το πρωί, οπότε καί λειτουργούσε. Άλλα ούτε καί στίς άλλες ήμερες της εβδομάδος έ’τρωγε πολύ.
Αυτό το ελάχιστο το όποιο έτρωγε, έφρόντιζε να είναι φυσικό καί να προέρχεται από τα χέρια ευσεβών χριστιανών, πού ήρχοντο τακτικά στην εκκλησία, έξομολογούνταν καί κοινωνούσαν. Ή συμβουλή τουπρος τους μαθητές του ήταν: «Μη κτυπάτε τους φαρμα­κοποιούς, αλλά τους μαγείρους»….”Ελεγε: «Την μισή χριστιανική πίστι έμαθα στηνεκκλησιαστική σχολή καί την άλλη μισή από τον λαό».
“Ενας φοιτητής, πνευματικό του παιδί, έλεγε: «Στίς 12 Αυγούστου 1996 επήγα στον Γέροντα λίγο λάδι καί λίγο τυρί. Μου είπε: «Ντρέπομαι να πάρω από σένα, γιατί είσαι φοιτητής». Αλλά, επειδή εγώ επέμενα, τα δέχθηκε. Όμως είδα ότι ολόκληρη ή ΰπαρξίς του παρουσίασε ένα αίσθημα ντροπής και φαινόταν καθαρά ότι, για να πάρη κάτι από ένα φοι­τητή, έπρεπε να καταπάτηση μερικές βασικές καί δυ­νατές πεποιθήσεις του.
Τηρούσε πάρα πολύ τα ευαγγελικά λόγια: «Εάν ό οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, εξελε αυτόν εάν ή χειρ σου σκανδαλίζω σε, εκκοψον αυτήν»,
Για την δύναμη του Ψαλτηρίου έλεγε ότι ομοιάζει με τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου. Συνιστοΰσε στους υποτακτικούς του να διαβάζουν από ένα Κάθισμα κάθε ήμερα. Και σπάνια άφηνε κάποιον να διαβάζη περισσότερα.
Συμβούλευε τους μαθητές του να μη μπαίνουν στο σπίτι κάποιου, ούτε να δέχονται τον οποιονδήποτε στο σπίτι τους.
Το έτος 1977 επήγε για προσκύνημα στα Ιεροσό­λυμα, οπού και έμεινε τρεις μήνες. Εκεί, πολλές φο­ρές, όταν έτρωγε, δεν ήθελαν να του πάρουν χρήματα καί επί πλέον του έβαζαν φαγητό σε πακέτο να πάρη καί μαζί του. Ό ίδιος μας έδιηγεΐτο: «Όταν περπατού­σα στον δρόμο, όπου ήσαν στρατιωτικά φυλάκια, λό­γω της έχθρότητος μεταξύ Εβραίων καί Αράβων, σ’ όλους έκαναν έρευνα καί μόνο έμενα με άφηναν να περάσω, χωρίς να με ελέγχουν». Κάποτε πλανήθηκε και δεν ήξερε τον δρόμο για να πάη στο σπίτι πού εί­χε ενοικιάσει. Τότε ένας Εβραίος φαρμακοποιός τον πήρε με το αυτοκίνητο του καί τον έφερε στο σπίτι πού έμενε.
Αγαπούσε ό π. Ηλίας την ελεημοσύνη καί, όσοι ήρχοντο σ’ αυτόν για συμβουλές καί έξομολόγησι, τους προέτρεπε στο ίδιο έργο. Είχε ένα χονδρό τετρά­διο με ονόματα χιλιάδων ανθρώπων, οί όποιοι είχαν βοηθήσει στίς εκκλησίες, καί τους οποίους έμνημόνευε σ’ όλη την ζωή του.
Ακόμη κι όταν ερχόταν μοναχός στο κελλί του, του έδινε ο,τι είχε καί όσο ημπορούσε. Από την σύνταξή του αγόραζε διάφορα εκκλησιαστικά αντικείμενα καί τα έχάριζε στίς εκκλησίες ή βοηθούσε στην άνοικοδόμηση καί επισκευή τους.”Ελεγε ό Γέροντας: «Πάντοτε, όταν έδινα ελεημο­σύνη, ελάμβανα τρεις καί τέσσερις φορές περισσότε­ρα».
Όταν οί μαθητές του έπαιρναν κάποιο ιερό αντι­κείμενο για εκκλησία, όπως ‘Αγιο Ποτήριο, Σταυρό, Ευαγγέλιο, ιερατικά άμφια κ.λπ. καί τον ερωτούσαν που να τα χαρίσουν, τους απαντούσε:«Αναζητήστε μια εκκλησία ή ένα μοναστήρι πτωχό, πού έχουν κα­λόν ιερέα καί εκεί να τα δώσετε. Άλλα, εάν κάποιος από την οικογένεια σας έδωσε σε κάποια συγκεκριμέ­νη εκκλησία, έκεΐ να δώσετε καί εσείς».Χαιρόταν παρά πολύ όταν τα πνευματικά του παι­διά έκαναν ελεημοσύνη στίς εκκλησίες καί τους έλε­γε: «Μου έδώσατε νιάτα για 20 χρόνια».
Στό διάβα της ζωής του ύπέμεινε πολλές χειρουρ­γικές επεμβάσεις. Σέ δύο απ’ αυτές, όταν ευρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, δυο από τους μαθητές του έ­δωσαν από ένα Ευαγγέλιο στον ιερέα του νοσοκο­μείου. Όταν τους είδε, άρχισε να πηγαίνη ή υγεία του προς το καλύτερο καί μετά από λίγες ήμερες εξήλθε από το νοσοκομείο. Στήν τελευταία έγχείριση, άφοϋ ό γιατρός είδε τις αναλύσεις καί τα άκτινογραφήματα, έδήλωσε έκπληκτος: «Δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ζει ακόμη αυτός ό άνθρωπος, δεδομένου ότι όλα είναικατεστραμμένα μέσα του». Κατόπιν ερώτησε τον Γέ­ροντα: «Ή πανοσιότης σας δεν τρώγετε τίποτε;» Με­τά από εκείνη την έγχείριση έζησε ακόμη δύο χρόνια.
Κάποτε ήλθαν στον Γέροντα μερικοί απλοϊκοί άν­θρωποι από την επαρχία. Άφού συνομίλησαν, τους ε­ρώτησε: «Υπάρχει περίπτωσις πορνείας στίς οικογέ­νειες σας;» Εκείνοι του απήντησαν: «Όχι, πάτερ».«Τότε προσέξετε τί θα κάνετε. Θα πάτε στον ιερέα του χωρίου σας καί να τον ερωτήσετε από τι έχει ανάγκη για την εκκλησία του καί έσεΐς, κατά την δύναμή σας, προσπαθήστε ν’ αγοράσετε κάποιο αντικείμενο καί να το χαρίσετε στην εκκλησία».



‘Ολόκληρα χρόνια είχε το διακόνημα να ξεθάπτη τους νεκρούς καί να λειτουργή γι’ αυτούς στην εκκλη­σία του αγίου Λαζάρου, τελώντας και μνημόσυνο στο τέλος. Ακόμη καί από τότε πού τον άλλαξαν από τοδιακόνημα αυτό, έπήγαινε μία φορά την εβδομάδα στο κοιμητήριο του μοναστηρίου, όπου έθυμίαζε, άνα­βε κεράκια καί προσευχόταν για τους νεκρούς. Όταν έπήγαινε για το κοιμητήριο, έπαιρνε μαζί του λίγοψωμί καί έτάΐζε τα πουλάκια, τα όποια ήρχοντο καί έστέκοντο επάνω στον ώμο του.
Μερικές φορές τον χρόνο έπήγαινε στο κοιμητή­ριο Μπέλου, του Βουκουρεστίου, καί έκαμνε «Τρι­σάγια» στους τάφους των ηρώων,πού έπεσαν για την ελευθερία καί την αξιοπρέπεια του έθνους. Επίσης έ­πήγαινε στον τάφο του μεγάλου ποιητοϋ Μιχαήλ Έμινέσκου καί στους άλλους μεγάλους νεκρούς. Μετά την έπανάστασι του 1989 καί την πτώση του κομμουνι­σμού, έπήγαινε καί στους τάφους των εκεί θαμμένων ηρώων καί τους έμνημόνευε.
Ό διάβολος φθονούσε τον Γέροντα για την καθα­ρή ζωή του καί προσπαθούσε να τον φοβήση με διά­φορες ταραχές μέσα στο κελλί του προκαλώντας δια­φόρους ήχους.
Όταν κτιζόταν ή εκκλησία στο χωριό Νταρμανέστι, ό Γέροντας έχάρισε 13000 λέι (τότε ό μισθός ήτο 1000-2000 λέι τον μήνα). Ό ιερεύς εκείνης της ενο­ρίας έκοψε την άπόδειξη, όμως μία γυναίκα άρπαξε με τρόπο την άπόδειξη του π. Ηλία καί μ’ αυτήν επήγε στον ιερέα του χωριού λέγοντας του ότι ό π. Ηλίας μετάνοιωσε καί ζητεί πίσω τα χρήματα του. Ό ιερεύς εκείνος επήρε την άπόδειξι καί έδωσε στην γυναίκα τα χρήματα. Ό π. Ηλίας, όταν το έμαθε λυπήθηκε πά­ρα πολύ. Όμως δεν ανταπέδωσε το κακό με το κακό. Απεναντίας, μετά άπ’ αυτό το συμβάν, την βοηθούσε κατά καιρούς, άπ’ αυτά πού του έδιναν οί άλλοι χρι­στιανοί, όταν ερχόταν να ζήτηση βοήθεια. Μάλιστα της έδινε να πάρη καί μαζί της φαγητό.
Κάποτε τον επισκέφθηκε ένας νέος από την κοινό­τητα Μπουσκάνι. Επειδή ήταν ανάγκη να φυγή για να λειτουργήση, άφησε τον νέο μόνο του στο κελλί του καί, όταν επέστρεψε, δεν εύρηκε ούτε τον νέο, ούτε τον σταυρό πού είχε στο τραπέζι του. Τότε ό Γέρο­ντας προσευχήθηκε επίμονα να έπιστρέψη ό νέος τον σταυρό. Μετά από κάποιο καιρό, ό νέος επέστρεψε με μελανιασμένο καί πληγωμένο το πρόσωπο του καί έ­χοντας στα χέρια τον σταυρό. Διηγήθηκε στον Γέρο­ντα ότι κάθε νύκτα κάποιος τον ξυπνούσε καί τον κτυ­πούσε με τον κλεμμένο σταυρό. Κι αυτός μη μπορώ­ντας να ύπομείνη άλλο τα βάσανα καί τα κτυπήματα, έφερε τον σταυρό πίσω. Ό Γέροντας τον δέχθηκε, του καθάρισε τίς πληγές, του έδωσε να φάγη φαγητό καί τον συνεχώρησε γι’ αύτη την πράξι του. Καί από πά­νω του έδωσε καί χρήματα για τον κόπο του. Μία μα­θήτρια του τον ερώτησε πόσα χρήματα του έδωσε, καί ό πατήρ της απήντησε: «”Εβαλα το χέρι μου μέσα στην τσέπη μου καί όσα έπιασα του τα έδωσα».
Δύο τρία χρόνια πρίν από τον θάνατο του, έλεγε: «Εγώ δεν πεθαίνω πλέον για μένα, αλλά για τους άλ­λους».
Το άγιο τέλος του
Στίς 8 Ιουνίου του 1996 είπε στους μαθητές του πώς θα τον ενταφιάσουν: «Τα ρούχα της κηδείας μου τα έχω κάτω από το κρεββάτι μου, είναι όλα παλαιά, αλλά με αυτά να με ενδύσετε. Φέρετρο να μη μου κά­νετε, αλλά να με περιτυλίξετε με την ψάθα μου. Οι δύο σταυροί πού θα βάλετε στον τάφο μου, ο ξύλινος και ό πέτρινος, ήδη είναι έτοιμοι. Όμοίως έχω έτοιμα μερικά κεριά και πετσετάκια. “Οταν θα πεθάνω, να μη με κρατήσετε πολύ, αλλά να με θάψετε γρήγορα, την δεύτερη ημέρα. Το βράδυ να με φέρετε στην εκκλησία του αγίου Λαζάρου, αλλά να μη με βάλετε επάνω σε τραπέζι ή σε κάποιο άλλο κάθισμα, αλλά κάτω στο τσιμέντο, μετά την πόρτα της εκκλησίας. Στό κεφάλι μου να μου ανάψετε ένα καντήλι. Ό τάφος μου να εί­ναι στην άκρη της λίμνης, μαζί με τους νεκρούς του λάου και να μη τον περιφράξετε με κιγκλίδωμα ή κάτι άλλο». (Στό Κοιμητήριο της μονής Τσερνίκα, θάπτονται, κατά παράδοσιν, καί πολλοί Χριστιανοί από το Βουκουρέστι. Αυτό συμβαίνει καί σ’ άλλα μοναστή­ρια πού είναι δίπλα σε οικισμούς).
Ό π. Ηλίας έγνώριζε από πριν την ήμερα του θα­νάτου του.’Ενας μαθητής του, ό Κωνσταντίνος, από το Βουκουρέστι, διηγείται: 
«Στίς 26 Δεκεμβρίου 1996 ήμουν στον Γέροντα. Ήταν πολύ αδύνατος. Μου είπε ότι δεν έχει φάει σχεδόν τίποτε ολόκληρη την περίο­δο της νηστείας των Χριστουγέννων. Συνωμΐλησα μα­ζί του περίπου μία ώρα. Πριν αναχωρήσω του ευχή­θηκα: «Να δώση ό Θεός καί πάλι την υγεία σου, Γέ­ροντα, καί για πολλά ακόμη χρόνια».Ό Γέροντας μ’ έκοΐταξε καί μου είπε: «Ναί, αλλά πώς το λέγεις εσύ, εάν έλθη το βιβλίο να γραφτώ για μετά από δύο εβδο­μάδες; Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια!» Καί ακριβώς μετά από δύο εβδομάδες, δηλ. στις 8 Ιανουαρίου 1997, έκοιμήθη ό Γέροντας.
Λίγες ήμερες πριν από τον θάνατο του έκάλεσε τον αποθηκάριο της Μονής, του έδωσε ό,τι είχε στο κελλί του (λίγο ρύζι, λάδι καί παξιμάδι) καί του είπε: «Από τώρα δεν θα έχω ανάγκη άπ’ αυτά, επειδή σε λί­γες ήμερες θα πεθάνω!»
Στίς 5 Ιανουαρίου 1997 έγραψε σ’ ένα σημείωμα και το έβαλε σε μια περίοπτη θέσι για να το διαβά­σουν όλοι οί μοναχοί. “Εγραφε.«Αδελφοί μου, εγώ πεθαίνω, ελάτε να συμφιλιωθούμε». Την ίδια ημέρα έζήτησε συγχώρησι από τον ηγούμενο καί τον εκκλη­σιαστικό.
Ή 8η Ιανουαρίου συνέπεσε να είναι Τετάρτη. Την ημέρα αυτή στο μοναστήρι Τσερνίκα τελείται το άγιο Εύχέλαιο. Ή Ελένη, μια μαθήτρια του, ήλθε α­πό το πρωί στον Γέροντα, του φίλησε το χέρι κι εκεί­νος της είπε: «Πήγαινε στην εκκλησία, στο άγιο Εύ­χέλαιο καί μετά να ελθης από μένα, διότι σήμερα πρέ­πει να αναχωρήσω». Μετά το Εύχέλαιο, μαζί με δύο άλλες μαθήτριες του, επέστρεψαν στον Γέροντα. Τον εύρήκαν να κάθεται σ’ ένα κάθισμα, μπροστά από τοκελλί του καί συνωμίλησαν μαζί του. Τους είπε πολ­λές φορές: «Βλέπω ένα μεγάλο φως, βλέπω ένα μεγά­λο φως!» Οί κοπέλες, άκούοντας αυτά τα λόγια του, άρχισαν να διαβάζουν προσευχές. Μεταφέρθηκε μέσα στο κελλί του, οπού μετά από τρεις ώρες εξέπνευσε καί παρέδωσε το πνεύμα του στον Χριστό, πού αγάπη­σε καί εργάσθηκε μέχρι την όσία κοίμησή του. Απέθα­νε κρατώντας αναμμένο το κερί στο χέρι του. Έκοινώνησε των Άχραντων Μυστηρίων την προηγούμενη η­μέρα. Το πρόσωπο του ήτο λαμπρό μέχρι την στιγμήπού τον έβαλαν στον τάφο.
Ενταφιάσθηκε, όπως το έζήτησε, χωρίς φέρετρο, τυλιγμένος με την ψάθα του. Κατά την ώρα πού μετέ­φεραν το σκήνωμα του στο κοιμητήριο, έβγαινε από το σώμα του μία θαυμάσια ευωδιά, όπως ώμολόγησαν πολλοί Χριστιανοί, καί ιδιαίτερα αυτοί πού τον ένεταφίασαν.Ή ταπείνωσις ήτο εκείνη πού τον συνώδευσε μεχρι το κατώφλι του θανάτου του. 
Ιδού τι γράφτηκε ε­πάνω στον τάφο του καί στον ξύλινο σταυρό:«Έπέρασα αυτή την ζωή με φαινομενική καλωσύνη καί με πολλή κακία». Τα λόγια αυτά τα έγραψε ό ίδιος και ζήτησε να γραφτούν στον τάφο καί στον σταυρό του.
Όσιε Γέροντα Ηλία, παρακάλεσε τον Θεό καί για εμάς τους αμαρτωλούς!
Από το βιβλίο ”Αγιασμένες μορφές της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας”Εκδ.Ορθόδοξος Κυψέλη”/www.proskynitis.blogspot.com
 

Λέγε μου, πάτερ… πότε θα έλθη το τέλος του κόσμου;

 

Mια φορά συνάντησε ο Γέροντας (Κλεόπας) στο δάσος έναν άγιο Ερημίτη και τον ερώτησε:

- Λέγε μου,π ά τ ε ρ, πότε θα έλθη το τέλος του κόσμου;

Και ο όσιος Ησυχαστής στενάζοντας του είπε:

- Γνωρίζεις πότε θα ελθη το τέλος του κόσμου; Όταν δεν θα ύπάρχη δρόμος από την μια γειτονιά στην άλλη!

Δηλαδή, όταν θα έκλειψη η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. (σελ. 165)
Όταν προ ολίγων ετών οι άνθρωποι ήσαν ταραγμένοι ότι ο Αντίχριστος έρχεται, ότι θα έλθουν πόλεμοι και άλλα παρόμοια ο π. Κλεόπας τους έλεγε με δυνατή φωνή:

«Ο Πατήρ είναι στο τιμόνι!» Πάρτε και διαβάστε τους στίχους 10 -11 του ψαλμού 32:

«Κύριος διασκεδάζει βουλάς εθνών, αθετεί δε λογισμούς λαών και αθετεί βουλάς αρχόντων, η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει, λογισμοί της καρδίας αυτού εις γενεάν και γενεάν».

Κατόπιν τους ενεθάρρυνε λέγοντας:

«Μη ταράζεσθε και μη φοβείσθε,διότι δεν θα γίνει, όπως θέλουν αυτοί.

Ότι θέλουν αυτοί ας κάνουν!

Εσείς να μη φοβείσθε. Προσεύχεσθε και κάνετε το σημείο του Σταυρού με πίστη και θα φύγουν οι δαίμονες!» (σελ. 169)


…Μία φορά κάποια γυναίκα ερώτησε τον Γέροντα:

«Πάτερ, πώς ξέρετε κάθε τι πού θα συμβή; Και ο Γέροντας της απήντησε σύντομα:

«Η προσευχή σε ανεβάζει σε βαθμίδες γνώσεως. Όσο περισσότερο προσεύχεσαι, τόσο περισσότερα γνωρίζεις και ακόμη καλλίτερα είναι.

Μη φοβάσαι ποτέ κανέναν και για κανένα πράγμα. Μόνο προσεύχου!

Ο Θεός και η Μητέρα του σε βλέπουν και σε ακούνε!». (σελ. 184)


Άλλοτε έλεγε ό π. Κλεόπας: «Μάθετε να νηστεύετε διότι θα έλθει καιρός, που θα τρώτε μια πατάτα την εβδομάδα!». (σελ. 181)
Ένας πατήρ ερώτησε τον Γέροντα: «Τι θα γίνει Γέροντα, μετά την αναχώρησή σου προς τον Κύριο; Και εκείνος απήντησε:

«Θα έλθουν δυνατότερα κρύα και σκληρές παγωνιές». (σελ .184)

-Εδώ εννοεί βέβαια το πνευματικό κρύο, από την ενασχόληση όλων με τα γήινα, την
έλλειψη ενδιαφέροντος για τα πνευματικά, και την μεγαλύτερη υποδούλωση στα πάθη.-

Λίγο πριν αναχωρήσει από τα επίγεια ο π. Κλεόπας, τον επισκέφθηκαν δύο γυναίκες από την Κοινότητα Ποϊάνα Τεΐου και πήραν την ευλογία του. Κατόπιν του εζήτησαν πνευματικό λόγο και εκείνος τους είπε:

«Εγώ πηγαίνω στον Κύριο τώρα, αλλά εσείς να περιμένετε δύσκολους καιρούς!» (σελ.184)

«Η ζωή και οι αγώνες του Γέροντος Κλεόπα, Ρουμάνου Ησυχαστού καί Διδασκάλου».
Α ρ χ ι μ. Ι ω α ν ν ι κ ί ο υ Μπαλάν, έκδοση «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.
 

Οι λόγοι της Αγίας Γραφής εξασκούν μια δύναμη σε μας.(π. Δημητρίου Στανιλοάε)

 
Σήμερα ο πιστός θα πρέπει να αναζητήσει κατά ένα μεγάλο μέρος μόνος του τους λόγους που θα μπορέσουν να στηρίξουν την πίστη του και την προσευχή του. Και αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει την πίστη του πιο βαθειά και την προσευχή του πιο θερμή, δεδομένου ότι δεν ενισχύονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από το κοινωνικό περιβάλλον. Ο πιστός ο οποίος πέτυχε να ενδυναμώσει την πίστη του και την προσευχή του, μπορεί να γίνει ο ίδιος μια εστία, η οποία θα ενισχύσει την πίστη και θα αναθερμάνει την προσευχή στη κοινωνία. Ο ίδιος μπορεί να βοηθήσει την κοινωνία να βγει από την επιφανειακή ζωή, τη γεμάτη πλήξη -που είναι και η αιτία της χλιαρότητας στην πίστη και την προσευχή. Μπορεί δηλαδή να βοηθήσει, ώστε η κοινωνία μας να βρει ένα περιεχόμενο πιο ουσιαστικό, να απολυμάνει τις μολυσμένες ρίζες της δίνοντας ένα μεγαλύτερο βάθος στη ζωή, χωρίς το οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια μονότονη και χωρίς νόημα ομοιομορφία.
Λοιπόν, το πρώτο σημείο με το οποίο πρέπει να ασχοληθούμε είναι οι λόγοι, οι καθοριστικοί εκείνοι παράγοντες, τους οποίους μπορεί να βρει ο σημερινός άνθρωπος για να κάνει την πίστη του πιο δυνατή και την προσευχή του πιό συχνή και θερμή.
Οι Άγιοι Πατέρες της Ορθοδοξίας αναγνώρισαν σαν ένα μέσο για να ενισχύεται η προσευχή μας, την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και άλλων πνευματικών βιβλίων.
Οι λόγοι της Αγίας Γραφής εξασκούν μια δύναμη σε μας όταν τους αισθανόμαστε σαν λόγους του ίδιου του Θεού, ο οποίος μας ομιλεί κατά την ανάγνωση. Με την Αγία Γραφή συναντούμε τον ίδιο τον Κύριο, είμαστε συνεπαρμένοι από το κάλεσμα του, ανάλογα με τις περιστάσεις και το πνευματικό μας επίπεδο. Έτσι η ανάγνωση ενώνεται με την προσευχή. Πρέπει να ζητούμε από τον Θεό να μας αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα των λόγων του, με το να γίνει ο ίδιος πιο διαυγής και κατανοητός σε εμάς.
Εάν όμως η μελέτη μάς αποκαλύπτει τον Θεό μέσα στους λόγους της Γραφής, ταυτόχρονα μάς αποκαλύπτει τον Θεό μέσα στα κοσμικά γεγονότα. Διότι όλοι οι λόγοι της Αγίας Γραφής δεν μας μιλούν για τον Θεό σε σχέση με τον εαυτό Του, αλλά για τη σχέση Του μ’ εμάς μέσα από τα πράγματα του κόσμου και μέσα από τον πλησίον μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Γραφή μάς μιλά για τα κοσμικά πράγματα: μάς τα αποκαλύπτει σαν δημιουργήματα του Θεού, ο οποίος συνεχώς προνοεί για όλα,
Οι λόγοι της Γραφής και τα πράγματα του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων των πλησίον μας και του δικού μας προσώπου, με τις σκέψεις τους και τα προβλήματά τους, βρίσκονται σε αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ τους και με τον Θεό. Όλα κατά κάποιο τρόπο απευθύνονται στη συνείδησή μας και είναι δοσμένα σ’ αυτήν σαν δώρα και κλήσεις του Θεού· παράλληλα οι διάφορες καταστάσεις, πάντοτε μεταβαλλόμενες, μας προτρέπουν να ζούμε σύμφωνα με τη θέληση του Θεού. Έτσι καλούμαστε να αρνηθούμε το εγώ μας, να αναπτυχθούμε πνευματικά σε μια ενόραση πάντα πληρέστερη μέσα στον πλούτο της θεϊκής σκέψεως και στο βάθος της αγάπης του Θεού προς εμάς· μ’ αυτόν τον τρόπο καλούμαστε σε μια αγάπη πάντα πιο μεγάλη για Εκείνον και σε μια ένωση μαζί Του.
(Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, «Η προσευχή μέσα σ’ ένα εκκοσμικευμένο κόσμο»- αποσπάσματα)