Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Ιερομόναχος Μηνάς Βατοπεδινός (1892-1981)

 

Ο κατά κόσμον Θεοφάνης του Δημητρίου γεννήθηκε στην Κιουτάχεια της Μ. Ασίας το 1892. Το 1903 προσήλθε προς μονασμό στο Βατοπεδινό Κελλί των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο οποίο μόνασαν και οι κατά σάρκα αδελφοί του, μοναχοί Γαβριήλ και Χαράλαμπος. Εκάρη μοναχός το 1909 και μετονομάσθηκε Μηνάς. Το 1916 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1924 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός.
Ieromonahos-Minas-Vatopaidinos-01b
Διετέλεσε για δεκαετίες Πνευματικός της μονής Βατοπεδίου. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους πατέρες, γιατί ήταν πολύ διακριτικός Πνευματικός. Στο τέλος της ζωής του γηροκομήθηκε από τους Βατοπεδινούς πατέρες. Ανεπαύθη εν Κυρίω το έτος 1981.
Ieromonahos-Minas-Vatopaidinos-02
Στο οστεοφυλάκιο της μονής φυλάγονται τα οστά του, τα οποία είναι κατακίτρινα, ως το κεχριμπάρι. Για τον εν λόγω Πνευματικό μιλούσε πάντοτε εγκωμιαστικά ο μακαριστός Ιερομόναχος Ευδόκιμος ο Πνευματικός († 2002), που συνέχισε και αυτός το έργο του με πολλή διάκριση, υπομονή και αγάπη.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Πληροφορίες μας δόθηκαν από τον μοναχό Ιωσήφ Βατοπεδινό, τον οποίο και ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄  –  1956-1983, σελ. 1018-1020, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
- See more at: http://www.vatopedi.gr/2014/07/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AC%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-1892-1981-2/#sthash.zrWxg1UH.dpuf

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Τα νεύρα είναι Εγωισμός.Γερόντισσα Γαβριηλία!!!

 

 
Τα νεύρα είναι Εγωισμός.Γερόντισσα Γαβριηλία!!!
Όταν αγαπάς τον Κύριο,τότε έχεις υπομονή στο Άγιο Θέλημα Του. Αν έχεις όμως υπομονή χωρίς αγάπη,τότε είσαι σαν ατρατιώτης του Χίτλερ.Μόνο…
Χρειαζόμαστε Υπομονή στα βέλη του πονηρού,Επιμονή στο σπάσιμο του Εγω και Υποταγή στο Άγιο Θέλημα Του Θεού.Μόνο μ’αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε…
Τα νεύρα είναι Εγωισμός…Μόνο οι κομπλεξικοί θέλουν πάντα να επιβάλλονται…
Απο την κουταμάρα καλύτερη η βουβαμάρα…Η δύναμη του σκότους περιμένει ευκαιρία.Ας μη μιλούμε,για να μην μετανοιώνουμε.
Όταν μιλάμε και μας διακόπτουνε να μην συνεχίζουμε. Θα πει οτι δεν έπρεπε να ακουστεί αυτό που θα λέγαμε. Το κάνουν οι Αγγέλοι…Ενα πράγμα που δεν είναι ωραίο ούτε να το ξανασκεφτείς ούτε να το πεις σε κανένα…
Όσο συζητάμε ενα γεγονός,τόσο αυτό μένει στην ζωή μας,ενώ κανονικά θα έφευγε στήν ώρα του…
πρέπει να ξέρουμε πότε να σωπαίνουμε και πότε να φεύγουμε απο εκεί που είμαστε…
Να αγαπήσεις τον άλλον χωρίς να τον κρίνεις, όπως σου τον παρουσιάζει κι όπως τον αγαπά Εκείνος. Τότε, θα σε βοηθήσει ο Θεός και θα παραβλέψει τα δικά σου παραπτώματα.
Ο κόσμος είναι φτωχός σε αγάπη. Όλοι ψάχνουν την αγάπη, αλλά όταν τους πλησιάζει,δεν την αναγνωρίζουν γιατί ποτέ τους δεν την αισθάνθηκαν. Φτωχέ Κόσμε !!
 

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Ο μαρτυρικός επίσκοπος Βαρνάβας Μπελιάγιεφ ο δια Χριστόν Σαλός(+6 Μαίου 1963)


Ό άγιος γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1887 στο χωριό Ράμινσκι κοντά στη Ρωσική πρωτεύουσα Μόσχα. Ή μη­τέρα του, Κλαυδία Ντιλάιβα, πού προσευχόταν για 17 ολόκληρα χρόνια στο Θεό να της χαρίσει ένα παιδί, τον ονόμασε Νικόλαο. Ή Κλαυδία, γυναίκα ευσεβής και θεο­φοβούμενη, του μεταλαμπάδευσε το θείο ζήλο και μερίμνη­σε να γνωρίσει ό μικρός Νικόλας τις Ευαγγελικές αλήθειες από νεαρή ηλικία. Μικρό ακόμα τον πήγε στη Λαύρα του οσίου Σεργίου για προσκύνημα. Εκεί ό μοναχός πού φύ­λαγε τα οστά του οσίου του έδωσε λίγα λεφτά με την πα­ρότρυνση να αγοράσει ένα μικρό βιβλίο του Μητροπολί­τη Μόσχας Ίννοκέντιου, πού μίλαγε για τη Βασιλεία των ουρανών.
"Οταν έφτασε στην ηλικια πού τελείωσε το γυμνάσιο με χρυσό μετάλλιο άριστείας, ενώ ετοιμαζόταν για τις εισαγωγικές του εξετάσεις, πρόσεξε στη βιβλιοθήκη του το μικρό εκείνο βιβλίο, το όποιο και διάβασε όρθιος μπροστά στη βιβλιοθήκη του. Τότε πήρε τη μεγάλη του απόφαση. Πήγε την ίδια κιόλας μέρα στην Όπτινα, στο στάρετς Βαρσανούφιο και τον παρακάλεσε να τον κρατήσει σαν υποτακτικό του. Εκείνος τον παρέπεμψε πρώτα να τελειώσει τη θεο­λογική του μόρφωση και να επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορεί τη Ζωσιμαία έρημο. Ό Νικόλαος έκανε υπακοή και έτσι επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 1910 την εν λόγω έρημο, οπού γνώρισε μεγάλες μορφές του Ρώσικου μοναχισμού, όπως τον ηγούμενο Γερμανό και τον πατέρα 'Αλέξιο, πού έγινε ό πνευματικός του. Στις 11 Ιουνίου 1911 φοιτητής της Θεολογικής Ακαδημίας έκάρη μοναχός με το όνομα Βαρνάβας. Ακολούθως το 1913 χειρο­τονήθηκε ιερομόναχος. Τελείωσε τη θεολογική σχολή και δίδασκε στο θεολογικό σεμινάριο στην πόλη Νίτζι στο Νόβγκοροντ, το όποιο έκλεισαν οι αρχές το 1918, μέσα στα πλαίσια των διωγμών πού ύπέκειτο ή Εκκλησία από το νέο Κομμουνιστικό καθεστώς. Ό πατήρ Βαρνάβας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του αρχιεπισκόπου του Νόβγκοροντ, Ιωακείμ, και του επισκόπου Λαυρέντιου, ενώ ό ίδιος φυλακίστηκε χωρίς λόγο με άλλους κληρικούς.
Το 1920 αποφυλακίστηκε και εξελέγη επίσκοπος με έδρα τη μονή Πετσέρκι, πού ήταν πιο γνωστή με το όνομα μονή των Σπηλαίων. Εκεί άρχισε να συμπεριφέρεται κά­πως παράξενα με αποτέλεσμα κάποιοι από τους αδελφούς της μονής να σκανδαλιστούν, μέχρι πού αντιλαμβάνονταν τη σημασία των πράξεων και λόγων του. Μια μέρα για πα­ράδειγμα στην τράπεζα άρχισε να ψέγει τον αρχιεπίσκοπο Εύδοκίμωφ και όλοι απόρησαν. Τα λόγια του όμως επαληθεύτηκαν όταν το 1922 μ.Χ. ό Εύδοκίμωφ συμμάχη­σε με τους «άνανεωτικούς-σχισματικούς», γινόμενος μάλι­στα πράκτορας της Κ.Ο.Β, ενώ μια δεκαετία αργότερα έγινε μητροπολίτης των σχισματικών στην Όδησσό και ακολούθως άποσχησματίσθηκε και παντρεύτηκε.
Στήν αρχή της άντιεκκλησιαστικής δραστηριότητας του ό Εύδοκίμωφ, συντάσσοντας μια συκοφαντική επιστολή εναντίον του Βαρνάβα, κατάφερε να το στείλουν στην εξορία, στην έρημο του Ζωσιμά. Εκεί ό άγιος ωφελήθηκε πολύ, διότι είχε αρκετό χρόνο για προσευχή.
Το 1922 μ.Χ. τον ανακάλεσαν και λίγο αργότερα οι εφημερίδες ανακοίνωναν ότι ό κλήρος του Νόβγκοροντ προσυπόγραψε τη διακήρυξη των ανανεωτικών. Ανάμεσα στις υπογραφές και αυτή του επίσκοπου Βαρνάβα. Ό ίδιος έλεγε για το συμβάν: «Δεν δικαιολογώ τον εαυτό μου. Μόνο ένα γνωρίζω. Είμαι ορθόδοξος». Μετά από λίγες μέρες πήγε στη Μόσχα στο μοναστήρι του αγίου Δανιήλ, αλλά δεν τον δέχτηκαν. Κατέφυγε εκ νέου στην έρημο του Ζωσιμά, οπού έκλαψε πικρά και προσευχήθηκε με θέρμη. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1922 οι στάρετς της μονής τον ευλόγησαν μετανοούντα για να αποφασίσει ό ίδιος να ακολουθήσει το δύσκολο δρόμο του δια Χριστόν σάλου. Με την απόφαση του αύτη έλπιζε ότι με όσα θα πάθαινε λόγω της άσκησης του αυτής θα συγχωρηθούν οι αμαρτίες του, άλλα και της Ρωσίας πού αποστάτησε από το Θεό, ένεκεν του νέου καθεστώτος.
"Ετσι, ενώ ό κάθε πιστός προσπαθούσε να κρύψει την Ιδιότητα του Χριστιανού, ό Βαρνάβας διακήρυττε ανοιχτά την πίστη του. Πριν επιστρέψει στο Νόβγκοροντ πήρε πιστοποιητικό από το γιατρό Λεμπεντερ ότι πάσχει από ύστερονευροπάθεια. Τώρα ήταν και επίσημα τρελός. Την 1η Νοεμβρίου 1922 μετά τη Θεία Λειτουργία κλείστηκε στο κελλί του. "Αρχισαν οί συζητήσεις ότι κάτι δεν πήγαι­νε καλά με τον επίσκοπο για να ακολουθήσει ή έξοδος του από το κελλί και να μην τον αναγνωρίζει σχεδόν κανένας. Ηταν κουρεμένος και ξυρισμένος. Κάτω από το παλτό πού φορούσε, το ράσο του κομματιασμένο και άρχισε να τρέ­χει στους δρόμους. Σάν έφτασε στη μητρόπολη τον έπιασαν και τον πήγαν στο ψυχιατρείο. Μετά από τρεις μέρες τον πήγαν σπίτι τους ή οικογένεια Καρέλιν, πού ήταν πνευμα­τικά του παιδιά. Εκεί ζούσε ήρεμα χωρίς να δέχεται κα­νένα και ασχολούνταν, έκτος από την προσευχή,με τη συγγραφή ενός βιβλίου με τίτλο «Οι αρχές της τέχνης της αγιότητας».
Μετά από λίγο τον συλλάβανε και τον φυλάκισαν. Εκεί λόγω του ότι τον νόμιζαν τρελό δεν τον ενοχλούσαν και έτσι είχε την ευκαιρία να διδάσκει τους άλλους φυλακι­σμένους. Όταν αποφυλακίστηκε τον πήρε κοντά του ό πρώην υποτακτικός του, Κωνσταντίνος Νελιούντωφ, πού έγινε ιερομόναχος με το όνομα Κυπριανός. Τον πήρε μαζί του στην πόλη Κίζιλ-Όρντού στις μουσουλμανικές περιοχές της Ασίας. Εκεί ό Βαρνάβας ίδρυσε μυστικά ένα μοναστήρι με λίγους υποτακτικούς. Το 1933 μ.Χ. όμως ό πατήρ Κυπριανός στάλθηκε στη Μόσχα και ό επίσκοπος τον ακολούθησε. Ακολούθως συνέλαβαν τον Κυπριανό και τον φυλάκισαν. Μετά προσπάθησαν να συλλάβουν και τον Βαρνάβα αλλά λόγω μιας πολύ βαριάς αρρώστιας δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και έτσι τον άφησαν σπίτι του. Όταν έγινε καλά πήγε ό ίδιος στα γραφεία της Κ.Ο.Β. και παραδόθηκε. Εκεί τον ανάκριναν, τον χλεύα­ζαν και ειρωνικά τον ρωτούσαν διάφορες χαζές ερωτήσεις. Προσπάθησαν να του αποσπάσουν ομολογία ότι ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Τύχωνα, ένω πίεζαν παράλληλα τους υποτακτικούς του να παραδεχτούν ότι δεν ήταν τρελός άλλα συνωμότης, εχθρός του καθεστώτος. Τελικά τους κα­ταδίκασαν σε τρία χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως με την κατηγορία ότι ίδρυσαν μυστικά μοναστήρι.
Καθοδόν για τη Σιβηρία πέρασαν από τα όρη Αλτάι, οπού ο Βαρνάβας έλαβε από τον Κύριο μας το προορατικό χάρισμα. Σέ οπτασία είδε τον ίδιο τον Κύριο μας, πού του αποκάλυψε όλα όσα τον περίμεναν. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά, πριν από κάποια νέα δοκιμασία του. Στΐς 16 Ιουνίου 1934 ό πατήρ Κυπριανός άφησε την τελευταία του πνοή. Τον επίσκοπο έβαλαν στη χειρότερη πτέρυγα των φυλακών με τους επικίνδυνους εγκληματίες. Προσπαθούσε να απομονώνεται από τους υπόλοιπους για να μην αναγκάζεται να ακούει τις ασυναρτησίες και αισχρολογίες πού έλεγαν και όταν το ρωτούσαν για ό,τιδήποτε, εκείνος απαντούσε ακαταλαβίστικα. Ό γιατρός του στρατοπέ­δου τον έκλεισε στο ψυχιατρείο, οπού σε δυο μήνες αναγκάστηκαν να τον επαναφέρουν, λόγω του ότι οι τρόφι­μοι ήταν επικίνδυνοι. Στό στρατόπεδο υπήρχε μια γιατρός, ή Μαρία Κουζμίνισνα, πού ήταν κρυπτοχριστιανή και λόγω ιδιότητας μπορούσε να μπαινοβγαίνει άνετα. Μια μέρα πού επέστρεφε από κάποια λειτουργία πού γινόταν κρυφά κά­που κοντά και είχε κοινωνήσει, ό επίσκοπος της είπε: «Πολύ καλά κάνατε και κοινωνήσατε Μοναχή Μιχαήλα. Βοήθεια σας». Ή γιατρός ξαφνιάστηκε πού κάποιος ήξερε ότι ήταν μοναχή, διότι ή κούρα της έγινε μυστικά. «Προσευχήθηκα στον Θεό» της είπε «να μου αποκαλύψει ποια ήταν ή καλή κυρία στις φυλακές. Και μου έδειξε ένα χωράφι με στάχυα και εσάς να βγαίνετε από μέσα ντυμένη μοναχή. Πίσω σας στεκόταν προστατευτικά ό Αρχάγγελος Μιχαήλ». Ή κρυπτομοναχή ένοιωσε αγαλλίαση και ευχαρίστησε τον Θεό πού μέσα σε τέτοιες συνθήκες της έστειλε έναν άγιο άνθρωπο να της δώσει κουράγιο.
"Υστερα τον ξανάβαλαν στο ψυχιατρείο, όπου μπορούσε να αντιλαμβάνεται ποιοι από τους ασθενείς είχαν δαιμόνια πού τους βασάνιζαν. Οι θάλαμοι ήταν βρώμικοι, ασφυκτικά γεμάτοι, όλο φωνές. Κάποιοι από τους αρρώστους πήγαιναν κάθε λίγο κοντά του και τον κτυπούσαν. "Εμοιαζε σωστή κόλαση, κι όμως ό Βαρνάβας ζούσε στον κόσμο του. Αδιαμαρτύρητα δεχόταν τους σαρκασμούς, τα κτυ­πήματα και τους εξευτελισμούς. Πέραν τούτων συνέχισε απερίσπαστα το συγγραφικό του έργο, για να εκδώσει τα αριστουργήματα «Ή νύφη» και «Το μυστικό της πόρνης».
Το Μάρτιο του 1937. ήρθε ή εντολή «Να απελευθερωθεί ό τρελός Δεσπότης». Από έκεί πήγε στην πόλη Τόμσκ, οπού τον ακολούθησε ή πνευματική του κόρη, Βέρα Βασίλιεβνα. Λόγω του πολέμου ή κυβέρνη­ση τους χορηγούσε μόνο 300 γρ. ψωμί την ημέρα. Μόνοι τους δοκίμασαν να καλλιεργήσουν ένα χωράφι φυτεύο­ντας λίγες πατάτες, τις όποιες δυστυχώς τους έκλεψαν. Ξΰλα για φωτιά δεν υπήρχαν, άλλα ούτε το κρύο ούτε ή πείνα τους απέσπασαν από τα πνευματικά τους καθήκο­ντα. Οι ενοχλήσεις όμως από τον κόσμο, λόγω της τρέλας του ήταν πολλές και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν για το Κίεβο. Έκεί έμεναν σε δυο μικρά υγρά δωμάτια στο σπί­τι της Ζίνα Πετρούνεβιτς, πού ήταν συγκροτούμενη τους στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αρκετά πνευματικά του παιδιά ήθελαν να τον βοηθήσουν αγοράζοντας του κρεβά­τι και ντουλάπα, άλλα ό επίσκοπος τους έλεγε: «Πρέπει να ζούμε έτσι απλά, ώστε αν κάποια στιγμή μας πουν αφήστε τα όλα και φύγετε να μπορούμε άνετα να το κάνουμε.» Επίσης τους νουθετούσε λέγοντας τους: «Δε θέλω από σας τίποτε. Ούτε να μην τρώτε επί μέρες, ούτε να κοιμάστε σε γυμνά σανίδια, ούτε άλλες υπερβολές. Θέλω όμως να στηλιτεύετε τον εαυτό σας, για ότι κακό -εμφανώς η άφανώς- κάνει. Μη δένεστε με τα υλικά πράγματα». "Οταν αντιλαμβανόταν κάποιο πνευματικο-παίδι του να είναι προσκολλημένο σε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, τον πρότρεπε να το χαρίσει.
"Ετσι ζώντας ό άγιος έφτασε μέχρι τον Απρίλιο του 1963.Στις 17 του μήνα προαισθανόμενος το τέλος του, κάλεσε όλα τα πνευματικά του παιδιά, τα νουθέτησε και τα ευλόγησε. Στϊς 6 Μαΐου 1963 παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Δεσπότη του Ιησού Χριστού. Αφότου κοι­μήθηκε, το πρόσωπο του έλαμψε και ό ιερέας πού τέλεσε την κηδεία είπε: «Αυτό είναι πρόσωπο αγίου». Θάφτηκε στο κοιμητήριο Μπάικοφ, κοντά στον γκρεμισμένο από το καθεστώς ναό της αγίας Σκέπης, ενώ ό τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα. Ας έχουμε την ευχή του

Ο Γέρων Ακάκιος ο Βαλααμίτης(1873-1984)

Ο Γέρων Ακάκιος ο Βαλααμίτης(1873-1984)

Την τελευταία ώθηση στον Ανδρέα Κούζνετσωφ να πάει στο μοναστήρι έδωσε ένα πολύ ανθρώπινο γεγονός. Στο αγροτικό σπίτι τού Ανδρέα - του μελλοντικού π. Ακακίου - ήταν τρία αδέλφια. Ό μεγαλύτερος αδελφός πήγε να κάνει την στρατιωτική του θητεία, ενώ ό μικρότερος νυμφεύτηκε και πήρε μια κακιά γυναίκα. Ή ζωή τού μεσαίου αδελφού. τού Ανδρέα, έγινε τώρα πολύ δύσκολη. Ήθελε να φύγει από το σπίτι και από το χωριό ακόμη. Ή σκέψη για το μοναστήρι τον είχε απασχολήσει ήδη για πολύ καιρό. Τώρα οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τού έδωσαν την αφορμή. Την επιθυμία του να γίνει μοναχός δυνάμωσε και ένα προσκύνημα, πού πριν από μερικά χρόνια είχε κάνει στη μακρινή Λαύρα τού Οσίου Σεργίου κοντά στην Μόσχα. Ειδικά ή εξομολόγηση και ή θεία Μετάληψη στην Σκήτη της Λαύρας έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη τού Ανδρέα.
Έτσι ό Ανδρέας άφησε για πάντα το σπίτι του στον ποταμό Βάγα, στην επαρχία τής Βολόγδας, και πήγε στην Μονή Σολόφκυ στο νησί τής Λευκής Θάλασσας. Αλλά ή ζωή στο Σολόφκυ δε του άρεσε. Φαίνεται πώς στο μοναστήρι υπήρχε ένας καθαρά ταξικός διαχωρισμός μεταξύ των αδελφών. Και το ψωμί ακόμη έπρεπε ό καθένας στην τράπεζα να ζητά χωριστά. Ό Ανδρέας βρήκε επίσης άδικο το ότι ενώ ή αδελφότητα εργαζόταν σκληρά στο άγονο και ανθυγιεινό νησί, ό ηγούμενος έκανε ταξίδια στην Κριμαία στον ήλιο και στην ζέστη.
Την εποχή εκείνη το Σολόφκυ ανοικοδομούσε την Μονή της Αγίας Τριάδος, την οποία ό Όσιος Τρύφων ίδρυσε τον ΙΣΤ' αιώνα στην Πέτσεγκα. Οι Φιλανδοί από την Δύση κατέστρεψαν το μοναστήρι την νύχτα των Χριστουγέννων τού 1590, και ύστερα έμεινε για αιώνες έρημο. Τώρα το μοναστήρι ξανακτίστηκε, για να γίνει πνευματικό στήριγμα για τούς τοπικούς Λάπωνες της Φυλής των Κόλτα, καθώς επίσης και ένα φρούριο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας προς την Δύση. Ό Ανδρέας μετατέθηκε από το Σολόφσκυ στην Πέτσεγκα το 1898. Εκεί έλαβε την μοναχική κουρά το 1913 με το όνομα Ακάκιος προς τιμήν τού Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτινής.
Στις αρχές τού αιώνα μας στο μοναστήρι έγιναν μεγάλα οικοδομικά έργα. Ηγούμενος ήταν τότε ό π. Ίώναθαν. Σε δύο δεκαετίες περίπου το μοναστήρι ξανακτίστηκε εκ θεμελίων παρ' όλες τις κλιματολογικές δυσχέρειες του Βορρά και άλλες δυσκολίες. Έκτος από το βασικό πνευματικό έργο του το μοναστήρι έγινε ένα κέντρο πολιτισμού στο μακρινό Βορρά. Είχε και δικό του εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος. Εκεί στεγάζονταν, επίσης, το Ταχυδρομείο και το Τηλεγραφείο.
Το διακόνημα τού μοναχού Ακάκιου ήταν να περιποιείται τα άλογα της Μονής. Αύτη την εργασία συνέχισε μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Στην ειρήνη τού Τάρτο το 1921 ή περιοχή της Πέτσεγκας έμεινε στην φινλανδική πλευρά. Το κλείσιμο των συνόρων προς την ανατολή μάρανε σύντομα το μοναστήρι τού Οσίου Τρύφωνος σε μία μικρή μοναχική κοινότητα χωρίς πολλή κίνηση. Ό καινούργιος ηγούμενος Υάκινθος προσπαθούσε να διατηρεί την αγωνιστική φλόγα ανάμεσα στους αδελφούς. Έτσι το μοναστήρι ζούσε μία ήσυχη απομονωμένη ζωή μέχρι το 1939, έως ότου δηλαδή ξέσπασε ό Χειμωνιάτικος Πόλεμος και οι μονάχοι έγιναν αιχμάλωτοι των Ρώσων στην Σοβιετική Ένωση. Έκτος από τον ηγούμενος Παΐσιο και τον μοναχό πού επόπτευε το ήλεκτραγωγικό εργοστάσιο, όλοι οι άλλοι ξαναγύρισαν στο μοναστήρι. Όταν ό πόλεμος ξέσπασε ξανά το 1941, οι πολεμικές επιχειρήσεις πού έγιναν στην Πέτσεγκα τάραξαν πολύ την ησυχία της Μονής. Έτσι το 1942 οι τελευταίοι μοναχοί αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Χεϊνάβεσι για να ενταχθούν στους μοναχούς του Νέου Βαλαάμ. Με αυτόν τον τρόπο και ό π. Ακάκιος για τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του έγινε κάτοικος τού Βαλαάμ.
Στο Νέο Βαλαάμ συνέχισε την παλαιά εργασία του στο στάβλο των άλογων. Έκανε βέβαια και πολλές άλλες δουλειές, παραδείγματος χάριν βοηθούσε και στις αγελάδες. Και στον νέο τόπο διαμονής του τηρούσε τις καλύτερες πλευρές της ασκητικής
παράδοσης της Πέτσεγκας: την λιτότητα και την εργατικότητα. Πήγαινε σε όλες τις ακολουθίες. Αρκέστηκε στο λιτό φαγητό, πού πρόσφερε το μοναστήρι. Στο κελί του δεν είχε περιττά πράγματα.
Οι άλλοι αδελφοί αποδήμησαν ένας-ένας προς Κύριον, αλλά ό π. Ακάκιος συνέχιζε καρτερικά την πορεία του σε τούτον τον κόσμο. Το 1963 τον απάλλαξαν από κάθε εργασία. Ήταν ήδη 90 χρονών. Αλλά ακόμη και μετά έκανε ελαφρές δουλειές στο μοναστήρι. Τις ελεύθερες ώρες του τού άρεσε να διαβάζει πνευματικά βιβλία, ειδικά την Αγία Γραφή.
Πέρασαν τα χρόνια και ό Γέροντας συμπλήρωσε τα 100 του.• Από πλευράς ψυχικών δυνάμεων ήταν πολύ καλά, είχε και αρκετές σωματικές δυνάμεις. Στηριζόμενος στο μπαστούνι, πολύ σκιρτωμένος, βάδιζε σιγά-σιγά προς τον ναό στις ακολουθίες πού τελούσε ό π. Συμφωριανός. Συχνά ήταν ό μόνος εκκλησιαζόμενος. Προς το τέλος οι δυνάμεις του δεν έφθαναν πια για να πάει στην εκκλησία και αναγκαζόταν να παραμένει στο κελί του. Ό μοναχός Έφραίμ, πού κατοικούσε στο απέναντι κελί, τον περιποιείτο με πολλή επιμέλεια. Συχνά τον πήγαιναν στην εκκλησία με το αναπηρικό καροτσάκι.
Πολλές φορές από το κελί τού π. Ακακίου ακούγονταν προσευχές και ψαλμωδίες. Ή συνεχής προσευχή γέμιζε τις ημέρες τού γέροντα μοναχού. Έτσι έγινε το καλύτερο παράδειγμα τού προσευχομένου μοναχού για τους νεώτερους αδελφούς. Ήταν ό τελευταίος αντιπρόσωπος τής παλαιάς γενιάς των μοναχών. Κοιμήθηκε στην προχωρημένη ηλικία των 110 ετών. Όσο γνωρίζουμε ήταν ό πιο ηλικιωμένος άνθρωπος πού έζησε ποτέ σε όλη την Σκανδιναβία.
Ό π. Ακάκιος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 30 Ιανουαρίου τού 1984. Την προηγούμενη ημέρα είχε μεταλάβει τα Άχραντα Μυστήρια.
 ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΗΝ ΜΟΝΗΣ ΒΑΛΑΑΜ/ apantaortodoxias.blogspot.com

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Πίσω από την δοκιμασία κρύβεται η ευλογία του Θεού

Πίσω από την δοκιμασία κρύβεται η ευλογία του Θεού



Πίσω από την δοκιμασία κρύβεται η ευλογία του Θεού
 Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους οφείλουν σε κάποια δοκιμασία
Η θλίψης είναι κακό πράγμα. Αλλά πίσω απ' αυτό, πίσω από τον πόνο, πίσω από την θλίψη, πίσω από την δοκιμασία, κρύβεται η ευλογία του Θεού, κρύβεται η αναγέννησης, η ανάπλασις του ανθρώπου, της οικογενείας. Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους την οφείλουν σε κάποια δοκιμασία. Νομίζουν ότι πηγαίνουν όλα ωραία∙ τους παίρνει ο Θεός το παιδί∙ κλάμματα κακό, κ.λ.π. Έρχεται και επισκιάζει έπειτα η χάρις του θεού και ειρηνεύουν οι άνθρωποι∙ και πλησιάζουν την εκκλησία, πλησιάζουν την εξομολόγηση, πλησιάζουν τον ιερέα. Χάριν του παιδιού πάνε στην εκκλησία ο πόνος τους κάνει ν' αναζητήσουν, να προσευχηθούν υπέρ αναπαύσεως, να κάνουν τις λειτουργίες.
Ο πόνος απαλύνει την καρδιά και την κάνει δεκτική των λόγων του θεού, ενώ πρώτα ήταν σκληρή, δε δεχόταν. π.χ, ένας άνθρωπος στο σφρίγος της νεότητος∙ εγώ είμαι σκέφτεται και κανένας άλλος δεν είναι. Να πτυχία, να και οι δόξες, να κι η υγεία, να κι οι ομορφιές, να κι όλα. Όταν όμως τον ξαπλώσει στο κρεβάτι μία ασθένεια τότε αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Μπορεί να πεθάνω. Τι το όφελος όλα αυτά, κι αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Έρχεται φερ' ειπείν ένας άνθρωπος, τον πλησιάζει, διάβασε και αυτό το βιβλίο να δεις τι λέει. Ακούει και ένα λόγο του Θεού και τότε τον ακούει τον λόγου του Θεού. Κι άμα του δώσεις και βιβλίο, ο πόνος ήδη του έχει κάνει την καρδιά του, έτσι κατάλληλη κι ανοίγει και το βιβλίο και το Ευαγγέλιο και το διαβάζει και από εκεί αρχίζει η ανάπλασις του ανθρώπου. Και όταν γίνει καλά, αμέσως πλέον σηκώνεται και ζει προσεκτικά τη ζωή του και δεν ζει όπως πρώτα με την υπηρηφάνεια και τη φαντασία που είχε.
 
 Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ' εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού για να τον φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του
 Η ασθένεια και η θλίψη  είναι το κατ' εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού να φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του. Ο Ιώβ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος πάνω στη γη, αλλά ο Θεός ήθελε να τον κάνει ακόμα καλύτερο. Και από τότε που δοκιμάστηκε, από τότε και δοξάστηκε. Ήταν καλός άνθρωπος και ευσεβής κ.λ.π. αλλά χωρίς δοκιμασία δεν ήταν ονομαστός ο Ιώβ. Αφ' ης στιγμής όμως δοκιμάστηκε και πολέμησε και αγωνίστηκε και στεφανώθηκε και πλούτισε, από κει και ύστερα άρχισε η δόξα του, και απλώθηκε μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα του, είναι φωτεινότατο και ενισχύει κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται. Αν αυτός δοκιμάστηκε που ήταν ένας άγιος, πολύ περισσότερο εμείς που είμαστε αμαρτωλοί. Και το αποτέλεσμα ήταν να τον κάμει άγιον και να του δώσει πάλι χρόνια ζωής και να τον ευλογήσει διπλά και τριπλά απ' ότι έχασε, και έτσι να γίνει ένα φωτεινό παράδειγμα ανά τους αιώνες για κάθε πονεμένο άνθρωπο∙ να προσαρμόζεται και ν' ακουμπάει σ' αυτό το παράδειγμα και να ξεκουράζεται και αυτός και να λέει: Ως  έδοξε τω Κυρίω, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένο. Σκύβει το κεφάλι και λέει: ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε. Και το παιδί ακόμα να μου πάρει, ο θεός δεν μου το δώσε; Το πήρε. Που είναι το παιδί μου; Στον ουρανό; Εκεί τι γίνεται; Αναπαύεται εκεί...
Σε κάθε δοκιμασία πίσω κρύβεται το θέλημα του Θεού και η ωφέλεια την οποία φυσικά ίσως εκείνο τον καιρό να μην μπορεί να την δει, αλλά με τον χρόνο θα την γνωρίζει την ωφέλεια. Έχουμε τέτοια παραδείγματα πάρα πολλά.
Όπως και με τους Αγίους Ανδρόνικο και Αθανασία. Αυτοί ήταν αντρόγυνο∙  και ήταν  χρυσοχόος ο Ανδρόνικος με πολύ πλούτο κ.λ.π. Το ένα μέρος του κέρδους έτρεφε την οικογένειά του. Το ένας μέρος του κέρδους το έδινε στους φτωχούς και το ένα μέρος του άλλου κέρδους το ένα τρίτο το έδινε άτοκα στους ανθρώπους που δεν είχανε χρήματα. Είχαν δύο χαριτωμένα κοριτσάκια. Και μια μέρα από μία αρρώστια πέθαναν και τα δύο. Πηγαίνουν και τα θάβουν και οι δύο. Η Αθανασία η καημένη πάνω στον τάφο έκλαιγε έκλαιγε, έκλαιγε. Ε ο Ανδρόνικος έκλαιγε και αυτός. Είδε και απόειδε, τράβηξε για το σπίτι. Έμεινε η καημένη η Αθανασία και έκλαιγε πάνω στον τάφο: «Τα παιδιά μου» και «τα παιδιά μου», και κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος και να κλείσει το νεκροταφείο. Για μια στιγμή επάνω στη θλίψη της και στη στεναχώρια της, βλέπει και έρχεται ένα μοναχός και της λέει:
«Κυρά μου γιατί κλαις;»
«Πως να μην κλαίω πάτερ;» (Αυτή νόμιζε πως ήταν ο παπάς του νεκροταφείου). «Έθαψα τα παιδιά μου, τους δυο αγγέλους μου, τους έβαλα μέσα στον τάφο και έμεινα εγώ και ο άντρας μου εντελώς μόνοι. Δεν έχουμε δροσιά καθόλου».
Της λέει: «Τα παιδιά σου είναι στον παράδεισο με τους αγγέλους. Είναι στην ευτυχία και στη χαρά του Θεού και συ κλαις παιδί μου; Κρίμα είσαι και χριστιανή».
«Ώστε ζουν τα παιδιά μου; Είναι άγγελοι;»
«Βεβαίως είναι άγγελοι τα παιδιά σου».
Ήτανε ο Άγιος της εκκλησίας εκεί. Τελικά έγιναν μοναχοί ο Ανδρόνικος και η Αθανασία και αγίασαν....

Αυτό το κείμενο στα Αγγλικά Γέροντος Εφραίμ Προηγουμένου Ι. Μονής Φιλοθέου
Δοκιμασμένες πνευματικές νουθεσίες προς απόκτηση της ψυχικής υγείας και της σωτηρίας μας.
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Περί της έμπρακτης τήρησης των υποσχέσεών μας. Άγιος Μάξιμος ο Γραικός


Περί της έμπρακτης τήρησης των υποσχέσεών μας. Άγιος Μάξιμος ο Γραικός


 Περί της έμπρακτης τήρησης των υποσχέσεών μας.  Λόγος ΙΑ΄
 Άγιος Μάξιμος ο Γραικός 

Ας κάνουμε τάματα στον Θεό καλοπροαίρετα σε περίπτωση μεγάλης θλίψεως η όταν θέλουμε να μας χαρισθεί κάτι εξαιρετικά ωφέλιμο. Σε όλην την Αγία Γραφή επαινείται η τήρηση του τάματος, ενώ η αθέτησή του προκαλεί ενοχές ενώπιον του Θεού.
 Έτσι στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Εύξασθε και απόδοτε Κυρίω τώ Θεώ ημών»[1]. Ο δε μακάριος Ιωνάς εντός του κήτους προσεύχεται λέγοντας: «Εγώ δε μετά φωνής αινέσεως και εξομολογήσεως θύσω σοι, όσα ηυξάμην αποδώσω σοι εις σωτηρίαν μου τώ Κυρίω»[2].
Αλλά και ο Δαυίδ, ο του Θεού προπάτορας, λέγει: «Σοί θύσω θυσίαν αινέσεως· τάς ευχάς μου τώ Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού»[3]. Αλλά και ο σοφός Σολομών: «Αγαθόν το μή εύξασθαί σε η το εύξασθαί σε και μή αποδούναι»[4].
Ο πατριάρχης Ιακώβ μας διδάσκει ότι πρέπει έμπρακτα να εκτελούμε τα τάματα, πού υποσχόμαστε στον Θεό. Φοβούμενος τον αδελφό του, τον Ησαύ, ο Ιακώβ υποσχέθηκε να δώσει στον Θεό την δεκάτη από όλα τα υπάρχοντά του, αν ο Κύριος τον φυλάξει από την οργή του Ησαύ[5] και, αφού σώθηκε, εκτέλεσε έμπρακτα το τάμα του[6].
Ακόμη και τον Λευΐ, τον υιό του, πού υπήρξε δέκατος, τον έδωσε στον Θεό, και αφού τον αφιέρωσε, τον ενέδυσε με την ιερατική ενδυμασία και δι’ αυτού θυσίασε στον Θεό στην Βηθήλ[7].
Από αυτόν προήλθε το ιερατείο των Εβραίων.
 Ο Ιεφθάε, ο δικαστής και πολέμαρχος του Ισραήλ, σκοπεύοντας να επιτεθεί στους αλλοεθνείς, προσευχήθηκε στον Θεό υποσχόμενος ότι, αν ο Θεός τον βοηθούσε να νικήσει τους αλλοεθνείς, θα θυσίαζε αυτόν πού θα συναντούσε πρώτον, όταν επέστρεφε από τον πόλεμο στο σπίτι του. Και όταν είδε την κόρη του, το μοναχοπαίδι του, να έρχεται να συναντήσει θριαμβευτικά τον πατέρα της ως νικητή, τότε, παρά την θέλησή του, με μεγάλη θλίψη την θυσίασε[8].
Η μή εκπλήρωση των ταμάτων έναντι του Θεού είναι σφάλμα, όπως φαίνεται από τα λόγια του ψαλμωδού πού λέγει στον Θεό προσευχόμενος: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος»[9]. Αυτός δε ο προφητικός όρκος πραγματοποιήθηκε στην περίπτωση του Ανανία και της γυναίκας του Σαπφείρας, πού απέκρυψαν ένα μέρος από το αντίτιμο του χωραφιού. Όταν ο Απόστολος είπε, «Ανανία, διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σουΙ ουκ εψεύσω ανθρώποις αλλά τώ Θεώ», ο Ανανίας έπεσε κάτω και πέθανε[10].
Πράγματι είναι «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»[11]. Επίσης ο απόστολος Παύλος μας δείχνει ότι η παράβαση των ταμάτων δεν είναι ωφέλιμη, όπως γράφει στην Α΄ Επιστολή του Προς Τιμόθεον: «Νεωτέρας δε χήρας παραιτού· όταν γάρ καταστρηνιάσωσι του Χριστού, γαμείν θέλουσιν, έχουσαι κρίμα, ότι την πρώτην πίστιν ηθέτησαν»[12], δηλαδή όσοι αθετούν το τάμα τους στον Θεό να ζούν στην αγνότητα.
Επίσης στην Α΄ Επιστολή Προς Κορινθίους αναφερόμενος στους παρθένους ορίζει: «Δέδεσαι γυναικί; μή ζήτει λύσιν· λέλυσαι από γυναικός; μή ζήτει γυναίκα· εάν δε και γήμης, ουχ ήμαρτες· και εάν γήμη η παρθένος, ουχ ήμαρτε· θλίψιν δε τη σαρκί έξουσιν οι τοιούτοι· εγώ δε υμών φείδομαι»[13]. Θα πέσουν δηλαδή σε ασθένειες, κατά την πρόνοια του Θεού, επειδή δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους μέχρι τέλους.
Έτσι διδάσκει η Αγία Γραφή σχετικά με τα τάματα πού κάνουμε στον Θεό με την θέλησή μας στην περίπτωση κάποιας μεγάλης δυστυχίας η στην περίπτωση πού θέλουμε να βρούμε την σωτηρία, υποσχόμενοι αγνότητα. Αφού δώσουμε τέτοια τάματα, πρέπει να φερόμαστε σύμφωνα με αυτά κατά τον λόγο: «Ώμοσα και έστησα του φυλάξασθαι τα κρίματα της δικαιοσύνης σου».
Αλλά και «τα εκούσια του στόματός μου ευδόκησον δή, Κύριε, και τα κρίματά σου δίδαξόν με»[14]. Ακόμα και αν κάποια ημέρα, η οποία είναι εορτή του Κυρίου η κάποιου μεγάλου Αγίου, καταλύεται το λάδι και το κρασί, όπως μας επιτρέπουν οι κανόνες των αγίων Πατέρων, ας μην υπερβάλλουμε ούτε στο φαγητό, ούτε στο κρασί, όπως οι ειδωλολάτρες πού αγνοούν τον Θεό, αλλά ας τηρούμε αυστηρά την εντολή πού λέγει: «Προσέχετε δε εαυτοίς μήποτε βαρηθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναις βιοτικαίς»[15].
Είναι όμως αξιοθρήνητο αυτό πού κάνουν ανόητα μερικοί, όταν την Δευτέρα δεν καταλύουν το κρέας, λες και αυτό θα τους φέρει την μεγάλη σωτηρία, ενώ όλες τις άλλες μέρες πίνουν κρασί, ψάχνουν για παρέες και διασκεδάσεις, μεθούν και παραφρονούν με κάθε τρόπο, και μερικές φορές αποχωρούν αφού προηγηθεί κάποια συμπλοκή.
Θα έλεγε κανείς σε αυτούς να αποφεύγουν τελείως την οινοποσία, ιδιαίτερα σε τέτοιες ημέρες, επειδή η υπερβολική οινοποσία γίνεται αιτία κάθε κακού.
Σε αυτήν οφείλονται και συμπλοκές και φιλονικίες και κάθε είδους ασωτία, πράγματα πού μας βεβηλώνουν. Από την κρεοφαγία όμως δεν προκύπτει τίποτα από αυτά: «Ότι πάν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον· αγιάζεται γάρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως»[16].
 Επομένως, αν αυτές τις ημέρες αποφεύγουμε το κρέας από χριστιανική αρετή και όχι από ιουδαϊκή υποκρισία, πρέπει να συγκρατηθούμε και από το κρασί καθώς και από κάθε ανίερη πράξη, υπακούοντας στον διδάσκαλο πού λέγει: «Και μή μεθύσκεσθε οίνω, εν ω εστιν ασωτία»[17].
Και ο άλλος μεγάλος διδάσκαλος λέγει: «Σήμερον οινοπότης, αύριον υδροπότης»[18]. Και όσοι μεθούν κάθε ημέρα ασυγκράτητα ας γνωρίζουν ότι «ου μέθυσοιΙ βασιλείαν Θεού κληρονομήσουσι»[19]. Μπορεί να υπάρχει κάτι πιο απαίσιο από το να βλέπεις τον χριστιανό, τον μοναχό, τον ιερέα, πού αγωνίζεται για την αιώνια ζωή και περιμένει την φοβερή Κρίση, να περπατάει μεθυσμένος, ολοκόκκινος, να κουνιέται απρεπώς και να κομπορρημονεί;
Τί μπορεί να είναι πιο αισχρό και πιο άτιμο για την άψογη χριστιανική πίστη; Αληθώς, ουαί, ουαί! Ενώ πρέπει να είμαστε φως του κόσμου[20] και να φωτίζουμε τους άλλους, εμείς οι ίδιοι εξαιτίας της ανοησίας μας γινόμαστε σκότος και αντικείμενο πειρασμού όχι μόνο για τους αδελφούς μας, αλλά και για τους ειδωλολάτρες.
Αυτοί πού καυχώνται για την ορθότητα της πίστεώς τους, αλλά δεν ζούν κατά τις εντολές και τους κανόνες της, αποτελούν για τους πιστούς παράδειγμα κάθε παραβάσεως και αταξίας, ενώ για τους απίστους αντικείμενο γέλωτα και αποδοκιμασίας.
Γι’ αυτό φοβούμαι, μήπως μας αφορά αυτό πού είπε ο Απόστολος Παύλος στους Ιουδαίους: «Το γάρ όνομα του Θεού δι’ υμάς βλασφημείται εν τοίς έθνεσι»[21], καθώς παραβαίνουμε και εμείς τις άγιες εντολές του Θεού μας. Δόξα Αυτώ εις αιώνα. Αμήν.

Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού, Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄, Μετάφραση: Μάξιμος Τσυμπένκο – Τιμόθεος Γκίμον, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011.

Αγιορειτικές oσιακές μορφές στη Θράκη του 14ου αι. (Β΄ μέρος)


912 - Αγιορειτικές oσιακές μορφές στη Θράκη του 14ου αι. (Β΄ μέρος)


Ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Φορητή εἰκόνα  τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰ. τοῦ 1753 (ἀντίγραφο), στό πρόσφατα ἀνακαινισμένο παρεκκλήσι τῆς Καλύβης Ἁγ. Μαξίμου, σκήτης Καυσοκαλυβίων.


 τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου (*)
........Στό ὄρος Γάνος, ἐκτός ἀπό τά κοινόβια μοναστήρια ὑπῆρχαν καί μικρές ἤ μεγαλύτερες μοναστικές ὁμάδες, τίς ὁποῖες συνιστοῦσαν μοναχοί πού ζοῦσαν μία πιό ἀσκητική ζωή, ἦσαν πιθανότατα ἐγκατεστημένοι σέ πλησιόχωρα μεταξύ τους κελλιά καί ἀσκοῦνταν ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση ἑνός γέροντος. Σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτούς, τόν Γέροντα Μᾶρκο, πού διακρινόταν γιά τήν ἀρετή του, ἔ­γι­νε μο­να­χός ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης.
  Ὁ ἐρχομός τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη συμπίπτει μέ τήν περίοδο τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου στό ὄρος Γάνος. Ὁ ὅσιος Μάξιμος πρέπει νά ἔφθασε στό Γάνο, περί τό 1287. Τό πιθανότερο εἶναι μάλιστα ἐκεῖ νά γνώρισε τόν μετέπειτα πατριάρχη, μέ τόν ὁποῖο ἀργότερα, ὅπως θά δοῦμε, συναναστράφηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι μάλιστα πιθανό, ἀπ’ αὐτόν νά ἄκουσε γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί τήν ἐκεῖ μοναχική ζωή.
  Ὁ ὅσιος Μά­ξι­μος γεν­νή­θη­κε στή Λάμ­ψα­κο τῆς ἀ­σι­α­τι­κῆς πλευ­ρᾶς τοῦ Ἑλ­λη­σπόν­του καί στό ἅ­γιο βά­πτι­σμα τοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­νου­ήλ. Σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­ε­πτά ἐ­τῶν, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τό γά­μο πού ἑ­τοί­μα­ζαν γι’ αὐ­τόν οἱ γο­νεῖς του καί πο­θῶν­τας τό βί­ο τῆς ἄ­σκη­σης, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τό πα­τρι­κό του σπί­τι «καὶ πλο­ί­ῳ ἐμ­βάς, εἰς τὸ ὑ­περ­κε­ί­με­νον ὄ­ρος τῆς Θρά­κης, ὃ Γάνου κα­λεῖ­ται, δι­α­πε­ρᾷ».
  Στό Βί­ο τοῦ ὁσίου Μαξίμου ὅπου βρίσκουμε ἀρκετές πληροφορίες γιά τή ζωή του στό Γάνο, δί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο ὁ ἀρχάριος μοναχός Μάξιμος ὑ­πο­τασ­σό­ταν στόν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα, Γέροντα Μάρκο: ‘‘Καί ἦταν κάτι θαυμαστό, πού ἀπ’ αὐτό τό σημεῖο ἐκκινήσεως (τῆς ὑπακοῆς δηλαδή) ἀγωνιζόταν γιά τά ἄκρα τῆς ἀρετῆς καί σέ κανένα δέν παραχωροῦσε τήν πρώτη θέση στούς κόπους τῆς ἀρετῆς. Ἀλλά καί στήν ἀγρυπνία καί στή χαμευνία καί στήν περιφρόνηση τῶν ματαίων, στή δίψα καί τή νηστεία, καί μ’ ὅσα πιέζεται τό σῶμα μαζί καί ἡ ψυχή καί καθαρίζεται, κι ὁ νοῦς ξεσηκώνεται ἀπό τά γήινα καί ὑψώνεται πρός τόν Θεό. Σ’ ὅλ’ αὐτά, ἄν καί νεοφερμένος, ξεπερνοῦσε ὅλους τούς πρίν ἀπ’ αὐτόν. Γι αὐτό καί ὁ Γέροντας τόν ἐπέπληττε, γιά τήν σκληρή του ἄσκηση. Γιατί ἄν ἤθελε νά τόν προάγει ὁμαλά, καί πολύ σοφά νά τοῦ περάσει στό λαιμό τόν χαλινό τῆς ὑπακοῆς, γιά νά μή σκοντάψει ἀπ’ τή βιασύνη ἤ ἀποκάμει πρίν λάβει τόν στέφανο ἤ τό χειρότερο ἀπ’ ὅλα, γλυστρίσει στόν λάκκο τῆς ματαιοφροσύνης. Γι αὐτό βαστοῦσε τά ἡνία καί τά χαλάρωνε σιγά-σιγά. Μετά πάλι τά συγκρατοῦσε, κάνοντάς του παρατηρήσεις γιά τήν ἀμετρίαστη ἄσκησή του. Κι αὐτός ὑποχωροῦσε στά παραγγέλματα ἐκείνου, δίχως νά βγάζει λέξη γογγυσμοῦ καί ἀπό ἀμάθεια νά ἀπειθεῖ σάν κανένας ἀπαίδευτος. Ἀλλά παρέδιδε τόν ἑαυτό του τελείως ἐλεύθερο νά τόν ὁδηγεῖ  ὁ ἡνίοχος ὁπουδήποτε ἐκεῖνος ἔκρινε».
   Ὅμως αὐτή ἡ ἄθληση τοῦ Ὁσίου στούς πνευματικούς στίβους τῆς ἀρετῆς διακόπηκε προσωρινά ἀφοῦ «ὁ κα­τὰ Θε­ὸν αὐ­τοῦ γυ­μνα­στὴς τῶν ῥε­όντων με­θί­στα­ται καὶ πρὸς τὴν ἀ­γή­ρω ζω­ὴν με­τα­βα­ί­νει», ἀφήνοντας στόν μαθητή του ἀφόρητη λύ­πη.
   M­ε­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ γέ­ρον­τά του, ὁ Μά­ξι­μος ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά ἕ­να ἄλ­λο σπου­δαῖ­ο μο­να­στι­κό κέν­τρο τῆς Θρά­κης, τό Πα­πί­κιον Ὄ­ρος, στό ὁποῖο ἀναπτύχθηκε φημισμένο μοναστικό κέντρο στά μέσα καί ὕστερα βυζαντινά χρόνια, ἰδιαίτερα κατά τόν 11-12ο αἰ., πού φαίνεται πώς ἦταν καί ἡ περίοδος τῆς μέγιστης ἀκμῆς του.
   Στό Πα­πί­κιο ὁ ὅσιος Μά­ξι­μος συ­νάν­τη­σε μο­να­χούς πού ζοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τόν πε­ρί­βο­λο τῆς ἐ­κεῖ μο­νῆς «εὗ­ρεν ἄν­δρας ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου Θε­ῷ κα­θι­ε­ρω­μέ­νους, ἀ­ο­ί­κους, ἀ­στέ­γους, ἀ­τρό­φους, ἀ­ΰ­λους», πού τά κου­ρέ­λια ἦ­ταν τό μό­νο τους ἔν­δυ­μα, μή ἔ­χον­τας τήν πα­ρα­μι­κρή πε­ρι­ου­σί­α. Αὐ­τοί οἱ ἀ­να­χω­ρη­τές πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά στά­θη­καν ὁ­δο­δεῖκτες στό δρό­μο πού θά ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ὁ Ὅσιος, ἀ­φοῦ τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς του -ἄν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τήν πε­ρί­ο­δο πού αὐ­τός δι­έ­με­νε στή Με­γί­στη Λαύ­ρα– τό περ­νοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πό τά μο­να­στη­ρια­κά τεί­χη, πε­ρι­πλα­νώ­με­νος στήν ἀ­θω­νι­κή ἔ­ρη­μο. ‘‘Μ’ αὐτούς λοιπόν τούς ἀναχωρητές συναναστρεφόμενος ὁ ὅσιος Μάξιμος κατάφερε σέ σύντομο χρονικό διάστημα νά ἀποτυπώσει ὅπως τό κερί τήν ἀρχέτυπη σφραγίδα, τήν ἔνθεη πολιτεία τους στόν ἑαυτό του, γενόμενος ὁ ἴδιος ὁλοκληρωτικα ἔνθεος καί πλήρης ἀπό τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος’’.
  Καί στή συνάφεια αὐτή, βάζοντας μία παρένθεση στά τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ἀναφέρουμε ὅτι ἀπό τό μοναστικό κέντρο τοῦ Παπικίου πέρασαν κι ἄλλοι ὀνομαστοί ἁγιορεῖτες ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359), λίγες δεκαετίες μετά τόν ὅσιο Μάξιμο, περί τό 1316-1317 καί ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης.
    Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γεννήθηκε τό 1296 στήν Κωνσταντινούπολη καί ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὅπου ὑποτάχτηκε ἀρχικά στόν ἡσυχαστή Νικόδημο, σέ κελλί στά ὅρια τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ ἔζησε ἐν "νηστείᾳ καί ἀγρυπνίᾳ καί νήψει καί ἀδιαλείπτῳ προσευχῇ" ἐπί τρία χρόνια (1319-1322). Μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του καί τοῦ ἀδελφοῦ του Μακαρίου, εἰσῆλθε μαζί μέ τόν ἄλλο ἀδελφό του Θεοδόσιο στήν Μεγίστη Λαύρα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου (περί τό 1319), ὅπου παρέμεινε ἐπί τρία ἔτη. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς τότε Σκήτης Γλωσσίας (στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Προβάτας), ὅπου παρέμεινε κοντά στόν διδάσκαλο τῆς "ἡσυχίας" "Γρηγορίῳ τῷ πάνυ", τόν Δριμύ.
   Τό 1325, λόγω τῶν τουρκικῶν ἐπιδρομῶν καταφεύγει μαζί μέ ἄλλους ἡσυχαστές -ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἦταν ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης μέ τούς μαθητές του, Ἰσίδωρο καί Κάλλιστο, μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως- στή Θεσσαλονίκη. Ἀπό τό 1326 καί γιά πέντε ἔτη, ἀσκήθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς Σκήτης Βερροίας κοντά στόν Ἀλιάκμονα. Τό 1331, λόγω τῆς εἰσβολῆς τῶν Σέρβων στήν περιοχή τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσε στό Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, σέ ὕψωμα πάνω ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα. Περί τό 1335-6, προχειρίστηκε ἀπό τόν Πρῶτο Ἰσαάκ καί τήν Σύναξη, ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου (1335-1338). Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1337 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔρχεται πάλι στή Θεσσαλονίκη, ὅπου καί ἀρχίζει τόν ἀγῶνα του κατά τῶν κακοδοξιῶν τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Τό 1340-1 ὑπό τήν ἄμεση καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συντάχθηκε ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος, τόν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι τῶν μονῶν τοῦ Ἄθω. Πρόκειται γιά μία κορυφαία στιγμή τῆς ἁγιορειτικῆς πνευματικότητας. Τό 1347, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, χειροτονημένος ἤδη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπιστρέφει στόν ἀγαπημένο του Ἄθωνα. Τήν ἐποχή ἐκείνη βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος ὁ σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τόν Γρηγόριο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν τόπο, ἐπειδή ὁ δεύτερος δέν ἐνέδωσε στίς πιέσεις του νά ὑποστηρίξει τά σχέδιά του νά ἐγκαταστήσει Πρῶτο σερβικῆς καταγωγῆς. Ἀπό τότε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δέν ἐπέστρεψε ξανά στόν Ἄθωνα. Ἐκοιμήθη ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τό 1359, ἔχοντας δικαιωθεῖ γιά τούς πολλούς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες του. Στή διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀσφαλῶς θά συνετέλεσε πολύ ἡ προηγούμενη ἄσκησή του στόν ἱερό Ἄθω, ὅπου βρισκόταν σέ μεγάλη ἀκμή -τήν ἐποχή ἐκείνη ἰδιαίτερα- ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς, γιά τόν ὁποῖο ἄλλωστε ἐκεῖνος τόσο ἀγωνίστηκε. Οἱ Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καί 1351 ἀνεκήρυξαν τή θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὡς θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό ἔτος 1368 ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατατάχθηκε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
  Ὅταν ὁ νεαρός τότε ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀποφάσισε νά μεταβεῖ ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη γιά νά μονάσει στό Ἅγιον Ὄρος, πῆρε τούς δύο ἀδελφούς του καί μέσω Θράκης διέρχεται τό Παπίκιον ὄρος, ὅπου καί παρέμεινε λόγω τοῦ χειμῶνα. Ἐκεῖ ἐξέπληξε ὅλους τούς πατέρες μέ τήν ἀρετή καί τή σοφία του. Τήν ἐποχή ἐκείνη στίς γύρω περιοχές ζοῦσαν πολλοί αἱρετικοί Μαρκιωνιστές ἤ Μασσαλιανοί, τούς ὁποίους ὁ Ἅγιος ἀντιμετώπισε μέ τήν ὑψηλή θεολογία του. Κατάφερε μάλιστα νά μεταστρέψει ἀπό τήν πλάνη καί τόν ἀρχηγό τους. Σέ ἀντίδραση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος οἱ αἱρετικοί θέλησαν νά τόν δηλητηριάσουν, ἀλλά ὁ Ἅγιος μέ θεϊκή ἐπέμβαση φυλάχθηκε σῶος καί συνέχισε ἔπειτα τό δρόμο του πρός τό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος ἀναφέρει γιά τό Παπίκιο: «ὄρος δ’ ἱερόν τοῦτο πάλαι μεταξύ κείμενον Θράκης τε καί Μακεδονίας, καί μονασταῖς ἀνειμένον ἀνδράσι τότε θαυμαστοῖς καί σπουδαῖοις, καί τά θεῖα φιλοσοφοῦσι καλῶς». 
(συνεχίζεται........)
(*) Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.