Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ



Η ιδιαίτερη (μοναδική;) ΑΦΘΑΡΣΙΑ του ί. Λειψάνου του Ρώσου Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ (1448—1533)[1].

Το νεκρό, αλλά χαριτωμένο σώμα του μεγάλου Ασκητή δεν έχει χάσει το φυσικό του χρώμα ούτε την ελαστικότητα του και διατηρεί ακόμη και τους μυς. το λύπος και τον υποδόριο ιστό. Τα πέλματα διατηρούν σταγόνες από ευώδες μύρο. το όποιο συχνά είναι τόσο πολύ, που σε κάποια σημεία παρασύρει την επιδερμίδα!
Ο Ηγούμενος μας πληροφορεί ότι πριν από λίγο καιρό ο Άγιος σήκωσε με τα χέρια του ένα βρέφος, που έπεσε από τη μητέρα του στη Λάρνακα, και το έβαλε στην αγκαλιά της μπρος στα έκπληκτα μάτια Μοναχών και Προσκυνητών.» (έ. Α, σ. 7-8).
Καί αυτά έπειτα από... 477 χρόνια από την οσιακή Κοίμηση Του (30 Αυγούστου 1533)!

Η μακρινή καταγωγή του Αγίου ήταν φινλανδική, αλλά γεννήθηκε ως καρπός προσευχής των ευλαβών και Πολυτέκνων γονέων Του στο χωριό Μαντέρα της Βορειοδυτικής Ρωσίας και βαπτίσθηκε με το όνομα Αμώς, επειδή γεννήθηκε στη Μνήμη του Αγίου Προφήτη (15 Ιουνίου).
Από μικρός ήταν εγκρατής, απλός και φιλόπτωχος, τρεφόμενος μόνο με ψωμί και προσευχόμενος με αγρυπνίες- Κοντά στον ποταμό Σβίρ άκουσε μία φωνή: «Πήγαινε στη Μονή Βαλαάμ να αγωνισθής και αργότερα θα επιστρέψεις εδώ και θα κτίσεις Μοναστήρι και πολλοί θα σωθούν από σένα».
Όταν επέστρεψε στο Σβίρ, αξιώθηκε να ιδεί οφθαλμοφανώς Τρεις Όμοιους Αγγέλους, την Αγία Τριάδα, όπως ο Πατριάρχης Αβραάμ! Εκτισε τη Μονή Του με Ι. Ναό της Αγίας Τριάδος, καθώς και Ι. Ναό της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, έπειτα από εμφάνιση Της σε Αυτόν. Υπηρετούσε τους πολλούς Μονάχους, που είχαν συγκεντρωθή, με πολλή ταπείνωση και πρίν κοιμηθή, αφού τους υποσχέθηκε ότι θα τους προστατεύει στις πνευματικές και σωματικές ανάγκες τους, πρόσθεσε:
«Να δέσετε το αμαρτωλό σώμα μου από τα πόδια με σχοινί, να το ρίψετε επάνω στα βρύα(=μουσκλα) και να το τσαλαπατήσετε με τα πόδια σας»!
Τόσο ήταν ταπεινός, για να υψωθή από τον Ύψιστο, που λέγει: «Όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθ. 23, 12. Ανάλογο περιστατικό αναφέρεται ατό Βίο του Αγιορείτου Οσίου Θεοφίλου του Μυροβλήτου, 8η Ιουλίου).
Τό ι. Λείψανο του ταπεινού Αγίου Αλεξάνδρου έμεινε άφθαρτο, μυροβλύζον και πηγή θαυμάτων, μέχρις ότου επικράτησε ο άθεος Κομμουνισμός στη Ρωσία. Τότε το «απήγαγαν» και το έκλεισαν στο «επιστημονικό εργαστήριο» της Ακαδημίας Πολέμου Πετρουπόλεως, για... πειραματισμούς και στη συνέχεια το πέταξαν σε μια αποθήκη..
Αλλ’ «ου φέρει το μυστήριον έρευναναν πίστει μόνη τούτο δοξάζεται»! Ήδη το ι. Λείψανο έχει επιστραφή στην ι. Μονή του Αγίου από το 1998, όπου και πάλι μυροβλύζει και θαυματουργεί, «θαυμαστός ο θεός εν τοις Αγίοις Αντού» (Ψαλμ. 67, 36), «πάντοτε, νυν και αεί καί εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Ο βίος του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ,η θαυμαστή αφθαρσία του,η εμφάνιση της Αγ.Τριάδος και η Μονή του Αγίου(με πολλές φωτογραφίες)


1)O ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ.
Ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1448 στα μέρη του Νοβγκοροντ σε μια οικογένεια ευλαβών χριστιανών.Ηταν το τρίτο παιδί του Στέφανου και της ΒασάιΤο βαπτιστικό του όνομα ήταν Αμώς.Ήταν πράος,υπάκουος,νηστευτής και όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν.Εκείνος όμως στα 19 του χρόνια έφυγε για τη μονή Βαλαάμ.Περνώντας ο νεαρός Αμώς από τη λίμνη Ροτσίνσκ άκουσε μια φωνή να του λέει ότι σ΄αυτό το σημείο θα χτίσει ένα μοναστήρι.Τότε έλαμψε από πάνω του ένα φως και ένας άγγελος του έδειξε το δρόμο για το Βαλαάμ.Στο Βαλαάμ εκάρη μοναχός μετά από 7 χρόνια στα εικοσιέξι του και πήρε το όνομα Αλέξανδρος.Ο πατέρας ήρθε να τον βρει στο μοναστήρι και ο νεαρός Αλέξανδρος όχι μόνο τον καθησύχασε,αλλά και τον έπεισε να γίνουν αυτός και η μητέρα του μοναχοί.Πρόκοβε συνεχώς στα πνευματικά και δέκα χρόνια τα πέρασε εν σιωπή σ’ένα νησάκι.
Το σπήλαιο που ασκήτεψε ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ


Εδώ σε μια στενή και υγρή σπηλιά,η οποία ακόμη υπάρχει, ασκήτεψε ο Άγιος.
Το εσωτερικό του σπηλαίου
Μια μέρα ενώ προσευχόνταν άκουσε μια θεική φωνή να του λέει να πάει στον τόπο που κάποτε του είχε υποδειχθεί για να σωθεί.Ένα φως του έδειξε το μέρος στις όχθες της λίμνης(1485).Έμεινε εκεί μόνος επτά χρόνια, τρώγωντας μόνο χόρτα και υποφέρωντας από τις βαρειές ασθένειες και το ανυπόφορο κρύο.Το 1493 τον ανακάλυψε τυχαία ένας άρχοντας που είχε βγει για κυνήγι.Η φήμη του ως αγιασμένου ασκητή εξαπλώθηκε γρήγορα και πολλοί μοναχοί μαζεύτηκαν γύρω του,ενώ ο απλός λαός τον τιμούσε ως άγιο όταν ήταν εν ζωή


2)Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑ
Πιστεύεται, ότι ο Θεός διατήρησε το Λείψανο σε τόσο θαυμαστή κατάσταση αφθαρσίας, διότι ο Άγιος Αλέξανδρος είναι ο μόνος Άγιος μετά τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο όποιος αξιώθηκε επισκέψεως της Αγίας Τριάδος με μορφή τριών Αγγέλων. Κατά την διάρκεια αυτής της επισκέψεως, ή Αγία Τριάς μέχρι που άγγιξε τον Άγιο, και αυτό το άγγιγμα προφανώς ήταν που έκανε το σώμα του απρόσβλητο στην φθορά. Θαυμαστός ο Τριαδικός Θεός, ο ενδοξαζόμενος εν τοις Άγίοις Αυτού!

Ό Άγιος Αλέξανδρος αναχώρησε για την Ουράνιο Βασιλεία την 30ή Αυγούστου του 1533, σε ηλικία 85 ετών.
Ό Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ εδοξάσθη με θαυμαστά σημεία και θαύματα κατά την διάρκεια της ζωής του και μετά την κοίμηση του. Το 1545, ο μαθητής και διάδοχος του Ηγούμενος Ηρωδίων συνέθεσε τον Βίο του. Το 1547 άρχισε ο τοπικός εορτασμός της μνήμης του και συν­ετέθη ή Ακολουθία του. Στις 17 Απριλίου του 1641, κατά την διάρ­κεια της ανακαινίσεως του Ναού της Μεταμορφώσεως, όπου ο Άγιος είχε ταφή, αποκαλύφθηκε τα άγιο Λείψανο του σε κατάσταση πλήρους Αφθαρσίας· έκτοτε, ή Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του δύο φορές: την ήμερα της Κοιμήσεως του, 30ή Αυγούστου, και την ήμερα της επισήμου Διακηρύξεως της Αγιότητας του και της ανακομιδής του Ιερού Λειψάνου του, 17η Απριλίου.
Ό Άγιος Αλέξανδρος, όπως του υποσχέθηκε ή Υπεραγία Θεοτόκος, άφησε πίσω του μεγάλο πλήθος μαθητών, πολλοί από τους οποίους ηγίασαν και τιμώνται μέχρι σήμερα από την Εκκλησία του Θεού επί γης ως Άγιοι.
Έκτοτε, το αδιάφθορο άγιο Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου αποτελούσε πηγή αγιασμού, προσκυνήσεως και θεραπείας: οι τυφλοί ελάμβαναν το φως τους, οι παραλυτικοί ελάμβαναν την δύναμη των ποδών τους, και όσοι έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια, ελάμβαναν την πλήρη ίαση. Οι δαίμονες έφευγαν από τους δαιμονισμένους και στείρες γυναίκες συνελάμβαναν…
Θαυμαστός είναι ο Πανάγαθος Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού, ο Όποιος δόξασε τον δούλο Αυτού σε αύτη την εφήμερη ζωή με θαύματα και σημεία, τα όποια εγίνοντο δια των χειρών του. Και μετά τον θάνατο του ακόμη αξίωσε να τοποθετηθεί το πάντιμο και ιερό Σκήνωμά του στην Εκκλησία Του, για να καταυγάζει από εκεί, ως μέγας φάρος, με τα πανένδοξα Θαύματα του!…


2α)Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ
Την 30ή Ιουλίου του 1998, οι πιστοί της Ρωσίας έσπευσαν κατά χιλιάδες να προσκυνήσουν το νεωστί ανακαλυφθέν ιερό Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στον Ναό των Αγίων Σοφίας, Πίστεως, Αγάπης και Ελπίδος στην Αγία Πετρούπολη. Μετά απουσία περί­που 80 χρόνων, ένας από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Θηβαΐδος του Βορρά επέστρεψε στον τόπο των μοναχι­κών του αγώνων.
Οκτώ δεκαετίες ενωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου του 1918, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα της Ρωσικής Θηβαΐδος του Βορρά: την περιοχή γύρω από το Όλονετς και το Λοντέϊνογιε Πολιέ. Την αμέσως επομένη ήμερα οι Μπολσεβίκοι έκαναν την εμφάνιση τους στο Μοναστήρι του Σβίρ στην λειψανοθήκη του Αγίου Αλεξάνδρου. Ένα τέτοιο ταμείο αγιότητας αποτελούσε ένα προφανές εμπόδιο στον διάβολο και τα όργανα του, τα όποια είχαν καταλάβει τότε την γη της Ρωσίας. Όμως, στην περίπτωση εκείνη ήταν ανεξήγητα ανίκανοι να προκαλέσουν κάποια βλάβη στο Λείψανο του Αγίου ή να το μετακινήσουν. Οι Κομμουνιστές έκαναν ακόμη κάποιες απόπειρες και μόνον στην έκτη τους προσπάθεια, στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (1918), κατόρθωσαν να μετακινήσουν το αδιάφθορο Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Τούτο εγκαινίασε την θλιβερή «εκστρατεία κατασχέσεως των λειψάνων», ή οποία συνεχίσθηκε από το 1919 ως το 1922, οπότε τα Λείψανα 63 Ρώσων Αγίων εκλάπησαν, υπεβλήθησαν σε «επιστημονικές εξετάσεις», παρουσιάσθηκαν ως «μούμιες», ή ακόμη και ως «κίβδηλα», σε αντιθρησκευτικά μουσεία ή κατεστράφησαν.
Κατά την περίοδο αυτήν, ολόκληρη ή βόρεια περιοχή της Ρωσίας μετεβλήθη σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ή Θηβαΐδα του Βορρά βεβηλώθηκε και μολύνθηκε, αλλά ταυτοχρόνως και αγιάστηκε, γινομένη ένας Γολγοθάς από τους πολλούς στην Ρωσία. Ή Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ δοκίμασε την ίδια μοίρα των πολλών Μοναστηριών της περιοχής: έγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γνωστό ως «Σβίρλαγκ» («Στρατόπεδο του Σβίρ»). Αργότερα, έγινε διαδοχικά οίκος αναπήρων πολέμου, οίκος παιδιών, τεχνική σχολή και στρατόπεδο. Τελικά, το τμήμα της Αγίας Τριάδος της Μονής μετατράπηκε σε ψυχια­τρικό άσυλο, ένα μέρος του οποίου παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα.

Ή Μονή υπέστη άσχημες φθορές με την πάροδο των χρόνων. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να χαθεί το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Μετά την κατάσχεση του από τους Μπολσεβίκους, πρώτα εφέρθη στο Λοντέϊνογιε Πολιέ. Ή τοπική επιτροπή των Τσεκιστών ζήτησε να γίνει μία έρευνα για την αυθεντικότητα του Λειψάνου. Εξετάσθηκε από Σοβιετικούς επιστήμονες με την ελπίδα αποδείξεως ότι ήταν κίβδηλο – μία απάτη της Εκκλησίας για την αποβλάκωση των πιστών. Όμως, προς αμηχανία των Μπολσεβίκων, τα αποτελέσματα τους επιβεβαίωσαν όσα είχαν καταγραφή κατά την πρώτη ανακάλυψη του Λειψάνου του Αγίου το 1641· ότι δηλαδή επρόκειτο πράγματι περί του Αγίου Αλεξάνδρου και ότι το σώμα του ήταν, σε εκπληκτικό βαθμό, αδιάφθορο. Το δέρμα του ήταν λευκό και ελαστικό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήσαν καθαρά διακρινόμενα και έφεραν μία εντυπωσιακή ομοιότητα με τις εικόνες του Αγίου, οι οποίες αγιογραφήθηκαν μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνος. Ένας ακαδημαϊκός, ο Πέτρος Πέτροβιτς Ποκρύσκιν, δεν φοβήθηκε σε εκείνη την εποχή των διωγμών να γράψει μία θαρραλέα απάντηση στην αίτηση των Τσεκιστών: «Αναγνωρίζοντας ότι το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ αποτελεί αναμφισβήτητα ιστορικό γεγονός, ή θέσης των οποίου πρέπει να είναι σε μία εκκλησία, ζητούμε να ληφθούν μέτρα για την διαφύλαξη Αυτού του εθνικού ιστορικοί θησαυρού».
Από το Λοντέϊνογιε Πολιέ το Λείψανο εφέρθη στην Αγία Πετρούπολη (τότε Πέτρογκραντ). Την εποχή εκείνη ήλθε εντολή από το Κομμισαριάτο της Δικαιοσύνης να τοποθετηθούν όλα τα Λείψανα σε μουσεία. Το Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου έφέρθη στο ανατομικό μουσείο της πόλεως, το όποιο στεγαζόταν στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία. Εκεί το Λείψανο εξετέθη ως έκθεμα, αλλά έμεινε χωρίς εγγραφή -μία προφανής προσπάθεια από τους υπαλλήλους του μουσείου να αποκρυφθή. Ταυτόχρονα, έγιναν απόπειρες να επιδειχθούν ψεύτικα λείψανα του Αγίου στο κοινό, τα όποια δεν ομοίαζαν στην ιστορική του περιγραφή, ως μέρος σχεδίου των Κομμουνιστών να πλήξουν την Εκκλησία, άλλα αυτές οι απόπειρες απέτυχαν. Χάρις σε έναν από τους επιστήμονες, τον Β. Ν. Τόνκοβ, ο όποιος δεν ήταν «στρατευμένος αθεϊστής» όπως οι συνάδελφοι του, το Λείψανο παρέμεινε στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπολέως, εξορισμένο στην λήθη. Εκεί έμεινε για περίπου οκτώ δεκαετίες, με αναμονή της στιγμής, κατά την οποία, θεία πρόνοια, θα επέστρεφε στους πιστούς.
Στις 14 Ιουνίου 1997, περί­που έξι χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού ολο­κληρωτισμού στην Ρωσία, το τμήμα της θείας Μεταμορφώ­σεως της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ επεστράφη ολόκληρο στην Εκκλη­σία. Το τμήμα της Αγίας Τριά­δος, το όποιο απέχει ένα τρίτο μιλίου από το έτερο τμήμα, επεστράφη μερικώς στην Εκ­κλησία στις 22 Σεπτεμβρίου 1998.
Ή έρευνα για τον Άγιο Αλέξανδρο άρχισε το 1997, με την ευλογία του Μητροπολίτου της Αγίας Πετρουπολέως Βλαδίμηρου. Τα περισσότερα ντοκουμέντα από την σοβιετική περίοδο είτε εχάθησαν είτε κατεστράφησαν, όμως οι προσευχητικές ερευνητικές προσπάθειες των Αδελφών της Γυναικείας Μονής της Αγίας Σκέπης Τερβενίτσι, υπό την καθοδήγηση του πνευματικού τους Πατρός, του Ηγουμένου Λουκιανού (Κουτσένκο), Προϊσταμένου τώρα της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου Σβίρ, ανταμεί­φθηκαν τελικά. Τον Δεκέμβριο Αυτού του έτους (1997) το Λείψανο του Αγίου ευρέθη! Όταν αυτό εξετάσθηκε, ήταν ακριβώς εφάμιλλο προς την αρχική περιγραφή της πρώτης ανακομιδής του Λειψάνου του 1641. Ήταν το ίδιο αδιάφθορο όσο και πριν από την κατάσχει του. Σύμφωνα με ανθρωπολόγους και εθνολόγους ειδικούς, το Λείψανο άνηκε σε άνδρα της φυλής των Βεπ-μιας πολύ μικρής ομάδος Φινλανδικής καταγωγής, ή οποία κατοικούσε στην περιοχή όπου ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε και όπου αργότερα έκτισε την Μονή του.
Τελικά, μετά την έκτος πάσης αμφιβολίας απόδειξη της ταυτότητος του Αγίου, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος έδωσε την ευλογία του, ώστε το πλήρες θείας Χάριτος Λείψανο να μεταφερθεί στον Ναό των Αγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης για τέσσερις μήνες, προκειμένου να τεθεί σε δημόσια προσκύνηση προ της επιστροφής του στην Μονή του Αγίου. Πριν από την μεταφορά του Λειψάνου στον Ναό, έτελέσθη μία δέηση στην αίθουσα εξετάσεων της Ιατρικής Ακαδημίας. Προς έκπλησιν και πνευματική άγαλλίασιν των παρόντων, τα χέρια και τα πόδια του Αγίου άρχισαν να αναβλύζουν σταγόνες ευώδους μύρου, σαν ο Άγιος να έλεγε: «Ναι, σάς ακούω· εγώ είμαι»! Αυτή ή έκχυσης Χάριτος συνεχίσθηκε και όταν το Λείψανο μετεφέρθη στον Ναό. Ή ροή του ευώδους μύρου ήταν τόσο ισχυρή, ώστε πετούσαν μέλισσες κοντά στα πόδια του Αγίου.
Κληρικός Αλέξιος Γιάνγκ (τώρα Ιερομόναχος Αμβρόσιος) ήταν στην Αγία Πετρούπολη όταν το Λείψανο ευρέθη. Περιγράφων την εμπειρία της προσκυνήσεώς του, γράφει αυτός ο αμερικανός προσκυνητής: «Με έκπληξη είδα, ότι ο Άγιος δεν ήταν μόνον αδιάφθορος, αλλά το δέρμα του δεν είχε καθόλου σκουρύνει από την πάροδο πέντε περίπου αιώνων ήταν τόσο λευκό όσο κάποιου πού ζει σήμερα. Ασπαζόμενος τα ακάλυπτα πόδια του, μπορούσα να ιδώ τον σχηματισμό του θαυματουργού μύρου, σαν σταγόνες πλουσίου μέλιτος, μεταξύ των δακτύλων».
Εικόνες του Αγίου, οι όποιες ευλογήθηκαν στην λειψανοθήκη, άρχισαν ομοίως να αναδίδουν είτε μύρο είτε εύωδία. Ό Δόκι­μος Αλέξανδρος της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στεκόταν συνεχώς στην λειψα­νοθήκη, παρατηρώντας όχι μόνον την ποσότητα του ρέοντος μύρου, άλλα και τις θαυματουργικές θεραπείες, οι όποιες ελάμβαναν χώρα εκεί. θεραπεύθηκαν άνθρωποι με πολλές ασθένειες: παραλυτικοί, καρκινοπαθείς, πάσχοντες από δερματικές παθήσεις ή παθήσεις των οστών και δαιμονισμένοι.Μετά την μεταφορά του Λειψάνου στην Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ τον Νοέμβριο του 1998, οι θεραπείες συνέχισαν να συμβαίνουν ενώπιον του. Ή ροή του μύρου επίσης συνεχίσθηκε απαραμείωτα. Παρατηρήθηκε, ότι αυτό το θαύμα αυξάνει σε ένταση όταν καταφθάνουν στην Μονή ομάδες ανθρώπων, στις όποιες δεν συμπεριλαμβάνονται μόνον πιστοί, άλλα και αμφισβητίες επίσης. Μέχρι και σήμερα ή Μονή καταγράφει τα θαύματα, τα όποια τελούνται στο Λείψανο του Αγίου του Θεού



3)Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ` ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αν­τοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ' τον Όσιο και καταλα­βαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ' αυτόν, προσπάθη­σαν απ' την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια πού έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.

Μια νύχτα ό όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξα­φνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν νάταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ' το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
Φύγε, φύγε απ' αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ' εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό.
Ό Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλι­σμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ' αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και ή προσευχή ,του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
Ό όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ό Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ό άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
Είμαι άγγελος Κυρίου και ό Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σου υπενθυμίσω τα θεια οράματα πού είχες δει σ' αυτόν τον τόπο πού έχεις εγκατα­σταθεί- γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν- ό Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δη­λώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ' αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελ­φούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.
Κι αφού είπε αυτά ό άγγελος έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ' αύτη όλες τις μέρες της ζωής του- γι' αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε πού είχε απομακρυνθεί απ' την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμ­φανίστηκε πάλι ό άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολ­λοί πού επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ό άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.
Κατά το 1508 πάλι, πού ό Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ' αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο πού βρι­σκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ό Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφ­τηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ' τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα.. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο. Όταν τους είδε ό Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συν­ήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ' το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ό Άγιος είπε:
-Κύριοι μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε πού, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
Ακούγοντας αυτά ό Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
- Κύριε μου, ποιος είμαι εγώ ό αμαρτωλός, ό χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, πού θα ήμουν άξιος ν' αναλάβω τέτοιες ευ­θύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν' αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ό ανάξιος δεν ήρθα σ' αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά πού με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
Μόλις είπε αυτά ό Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ό Κύ­ριος τον έπιασε πάλι απ' το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα.
Ό Όσιος απάντησε:
- Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα να σου αντιμιλήσω- πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία πού ή αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ' αυτόν τον τόπο;
Και ό Κύριος είπε στον Όσιο:
Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και ή ειρήνη Μου πού σου χαρίζω θα είναι μαζί σου.
Και ξαφνικά ό Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι' αυτό το Θεό, πού τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι' αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ό Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού πού φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο πού άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:
- Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ' αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου πού εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος.
Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ό Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό πού δεν παρείδε τη δέηση του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.


4)ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
Η Ιερά Μονή του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ βρίσκεται 260 χιλιόμετρα από την Αγ.Πετρούπολη και 21 χιλιόμετρα από την περιοχή Lodeynoye.Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Αγ.Αλέξανδρο στα τέλη του 15ου αιώνα στο παρθένο δάσος του Olonets κοντά στη γραφική λίμνη Roshinsky και γρήγορα έγινε γνωστό, συρρέοντας πλήθος κόσμου ενώ και η μοναστική αδελφότητα γρήγορα έγινε μεγάλη.

Στη μονή υπάρχουν η πέτρινη εκκλησία της Αγίας Σκέπης,δωρεά του τσάρου Βασιλείου,ο καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως του Χριστού όπου βρέθηκε το άφθαρτο λείψανο του Αγ.Αλεξάνδρου,o ναός της Αγίας Τριάδος χτίστηκε το 1791,αντικαθιστώντας έναν παλαιότερο ξύλινο ναό τον οποίο είχε κτισεί ο ιδρυτής της μονής.Το 1685 ανηγέρθη ο ναός των αγίων Ζαχαρίου και Ελισάβετ,ενώ εκεί υπάρχει και ο ναός του Αγ.Ιωάννη του Δαμασκηνού.
Για την κατασκευή των ναων και των κτιρίων βοήθησαν αυτοκράτορες,δούκες,βασιλείς,βογιάροι και ευγενεις .
Η μονή γνώρισε εισβολές εχθρών,λεηλασίες,πυρκαγιές,αλλά και αυστηρή μοναχική ζωή.Ηταν ένα από τα πλούσια μοναστήρια,με ανεκτίμητους θυσαυρούς γι’αυτό και το 1918 ήταν ένα από τα πρώτα μοναστήρια του οποίου η περιουσία κατασχέθηκε από τους μπολσεβίκους.Τότε εκτελέστηκαν και πολλοί μοναχοί της μονής μαζί με τον ηγούμενο,ενώ η μονή μετατράπηκε σε φυλακές ,οίκο αναπήρων πολέμου,τεχνική σχολή ,στρατόπεδο,ενώ ένα μέρος της μονής μετατράπηκε σε ψυχιατρικό άσυλο το οποίο λειτουργεί και σήμερα.
Το 1997 η νέα αδελφότητα χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά για να αναστηλωθεί η μονή ενώ το 1998-μετά από 80 χρόνια- επέστρεψε στη μονη το λείψανο του ιδρυτή της μονής Αγ.Αλεξάνδρου,το οποίο είχαν παρατημένο σε μια γωνιά της στρατιωτικής ακαδημίας της Αγ.Πετρούπολης οι μπολσεβίκοι

Η άμεση γνώση του Θεού από τους ανθρώπους


Επιμέλεια Φίλου του blog μας

Η Αγία Γραφή είναι μια συλλογή κειμένων μοναδικών στο είδος τους, Παραδόθηκε σε μας από τους αγίους Πατέρες και το σύνολο της Εκκλησίας ήδη από τις απαρχές του χριστιανισμού – μερικά στοιχεία για το θέμα εδώ. Πρόκειται για τα θεμελιώδη αρχαία χριστιανικά κείμενα, τα άμεσα σχετικά με την ενανθρώπηση του Χριστού: η Παλαιά Διαθήκη είναι οι προφητείες γι’ Αυτόν και η Καινή Διαθήκη οι καταγραφές των αυτοπτών μαρτύρων Του.
Είναι επίσης ένας ανυπέρβλητος πνευματικός και ηθικός καθρέφτης, που με τη βοήθειά του μπορούμε να καταλάβουμε την πνευματική και ηθική μας κατάσταση, αν βέβαια είμαστε ειλικρινείς, και να φτάσουμε σε αληθινή αυτογνωσία.
Παρατηρούμε ωστόσο ότι στην ίδια την Αγία Γραφή, τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη, πολύ λίγες φορές εμφανίζεται κάποιος να διαβάζει τις ιερές γραφές. Αντίθετα, αναρίθμητες φορές βλέπουμε περιπτώσεις όπου κάποιος δέχεται άμεση αποκάλυψη από τον Κύριο. Ένα ξεφύλλισμα στις Πράξεις των Αποστόλων θα σας πείσει. Πολλοί νομίζουν (ιδιαίτερα οι προτεστάντες) ότι αυτό ίσχυε μόνο στην αρχική Εκκλησία, η αλήθεια όμως είναι ότι συμβαίνει από τότε συνέχεια, χωρίς διακοπή.


Ο Κύριος δήλωσε: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (= ευτυχισμένοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό, Ματθ. 5, 8). Δεν εννοούσε μόνο ότι θα Τον δουν μετά θάνατον ή μετά την ανάσταση των νεκρών, στον παράδεισο, αλλά ήδη από  αυτή τη ζωή. Θα γίνουν «διδακτοί Θεού» (διδαγμένοι από το Θεό, Ιωάνν. 6, 45), όπως οι περίπου 120 απόστολοι του Χριστού κατά την Πεντηκοστή (Πράξεις Αποστόλων, κεφ. 2).
Αυτό συμβαίνει ήδη από την αρχή στα μέλη της Εκκλησίας (όχι των αιρέσεων, πλην ελαχίστων πολύ καθαρών, τους οποίους ο Κύριος προσκαλεί στην Εκκλησία). Ο Παύλος είδε τον Κύριο (Ιησού) ως Φως και μίλησε μαζί Του στο δρόμο της Δαμασκού (μετά από αυτό έγινε χριστιανός και τελικά έδωσε τη ζωή του για το Χριστό, ενώ πριν ήταν διώκτης των χριστιανών). Επίσης κατόπιν πολλές φορές μίλησε μαζί Του: π.χ. Πράξ. 22, 17-21, Β΄ Κορινθ. 12, 8-9, κ.α. [σημ.: για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη, μπορείτε να μπείτε εδώ].
Ο ίδιος βεβαιώνει επίσης ότι 
«ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε…, ημίν ο Θεός απεκάλυψε διά του Πνεύματος αυτού», «ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου» (=αυτά που δεν είδε μάτι και δεν άκουσε αφτί… ο Θεός μάς τα αποκάλυψε διά του Πνεύματός Του… όχι με λόγια διδαγμένα από ανθρώπινη σοφία, αλλά διδαγμένα από το Άγιο Πνεύμα) κ.τ.λ. (όλα τα παραπάνω βλ. στο Α΄ Κορινθίους 2, 6-16).
Προσθέτει δε (λέγοντας κάτι γνωστό στους αναγνώστες του) ότι 
«βλέπομεν άρτι εν εσόπτρω και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (= τώρα βλέπουμε [τα ουράνια μυστήρια] σαν σε καθρέφτη, και παραμένουν κάποιες απορίες [αινίγματα], ενώ τότε [στον παράδεισο] θα δούμε πρόσωπο με πρόσωπο, Α΄ Κορινθ. 13, 12). 
Επίσης αναφέρει το χάρισμα του να έχει κάποιος «πάσαν την γνώσιν» και να γνωρίζει «τα μυστήρια πάντα» (Α΄ Κορινθ. 13, 2), μόνο που ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι σπουδαιότερο χάρισμα από την αγάπη, που αποτελεί προϋπόθεση όλων των χαρισμάτων.

Μερικές μόνον από τις αναρίθμητες πατερικές μαρτυρίες (Τι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας; Η απάντηση, με τη χάρη του Θεού, αδελφοί, εδώ):

Α) Μέγας Αθανάσιος: 
«Εμείς, μεταδίδουμε αυτά που μάθαμε από τους θεόπνευστους διδασκάλους που εντρύφησαν σε αυτές [τις ιερές γραφές], οι οποίοι έγιναν και ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» («ημείς παρά των αυταίς εντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οί και μάρτυρες της Χριστού θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν», Περί ενανθρωπήσεως, 56 [σ.σ.: δεν εννοεί τους συγγραφείς της Αγίας Γραφής, αλλά τους αγίους των επόμενων γενεών]).
«Ο Λόγος [=Ιησούς Χριστός] μας έδωσε χάρισμα, ώστε να μην παραπλανιόμαστε από τα φαινόμενα, αλλά και, ακόμη περισσότερο, κι αν συμβαίνει να είναι “καλυμμένα”, να τα διακρίνουμε διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος» («Χάρισμα δέδωκεν ημίν ο Λόγος, ώστε μη εκ των φαινομένων απατάσθαι, αλλά και μάλλον, καν ταύτα κεκαλυμμένα τυγχάνει, διακρίνειν τη του Πνεύματος χάριτι», Προς επισκόπους Αιγύπτου και Λυβίης, 1).

Η αληθινή θεολογία δεν είναι κατόρθωμα εκείνων που «βαρετά και ευκαιριακά έσκυψαν πάνω από τις ιερές Γραφές… αλλά εκείνων που αξιώθηκαν να δουν το ανώτατο κάλλος και καταφωτίστηκαν με το φωτισμό της γνώσεως» («όσοι μη ραθύμως μηδέ παρέργως ταις θείες γραφαίς εντυγχόντες, αλλά, … το απόθετον κάλλος ιδείν ηξιώθησαν και τω φωτισμώ της γνώσεως κατηυγάσθησαν», Λόγος ΛΑ΄, 21).
«Δεν είναι για όλους, άνθρωποι, το να φιλοσοφούν περί Θεού […]. Δεν είναι για όλους, αλλά για εκείνους που έχουν ελεγχθεί και ανεβεί μέσω της άμεσης θέας [«θεωρίας»] και, πριν από αυτό, έχουν καθαρίσει την ψυχή και το σώμα τους [από τα πάθη] ή το λιγότερο βρίσκονται σε πορεία καθαρισμού» [«Ου παντός, ω ούτοι, το περί Θεού φιλοσοφείν […]. Ου πάντων μεν, ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων, και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων, ή καθαιρομένων, το μετριώτατον», Λόγος ΚΖ΄, Θεολογικός πρώτος (Κατά Ευνομιανών προδιάλεξις), γ΄, PG 36, 13D (PG =J. P. Migne, Patrologiae cursus completus, serieus graeca, Paris 1857-1866)].
«Ανέβα [στη γνώση του Θεού] μέσω του τρόπου της ζωής σου. Απόκτησε το καθαρό [τη θεία γνώση] μέσω της κάθαρσης. Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τήρει τις εντολές, προχώρα μέσω των εντολών, διότι η πράξη [η αγιασμένη ζωή] είναι η άνοδος προς τη θέα του Θεού» («Διά πολιτείας άνελθε, διά καθάρσεως, κτήσαι το καθαρόν. Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ, και της θεότητος άξιος; τας εντολάς φύλασσε, διά των προσταγμάτων όδευσον. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας». Λόγος Κ΄ (Περί δόγματος και καταστάσεως επισκόπων), ιβ΄, PG 35, 1080Β).
Σημειωτέον ότι, στην ορθόδοξη ορολογία, «θεωρία» = θέα, ενν. του Θεού, θεοπτία (όραση του Θεού). «Θεωρητικός» = θεόπτης (αυτός που είδε το Θεό – θα το εξηγήσουμε καλύτερα παρακάτω).

Γ) Μέγας Βασίλειος: Με την «προσέγγιση του Παρακλήτου» (Αγίου Πνεύματος),
«εκείνος [ο Παράκλητος], σαν ήλιος, παραλαμβάνοντας καθαρό το μάτι [της ψυχής σου], ΘΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ την εικόνα του αόρατου» («ο δε [Παράκλητος] ώσπερ ήλιος, κεκαθαρμένον όμμα παραλαβών, δείξει σοι εν εαυτώ την εικόνα του αοράτου», Περί του Αγίου Πνεύματος, Θ΄).
«Εκείνος που κοιτάζει καθαρά διά του Αγίου Πνεύματος, από το φως Εκείνου μεταμορφώνεται κάπως προς το φωτεινότερο, σαν από ένα φως, καθώς η αλήθεια του Πνεύματος καταλαμπρύνει την καρδιά του» («ο εναργώς ενατενίσας τω Πνεύματι εκ της εκείνου δόξης [=φωτός] μεταμορφούται πως προς το φανότερον, οίον τινι φωτί, τη εκ του Πνεύματος αληθεία την καρδίαν καταλαμπόμενος», Περί του Αγ. Πνεύματος ΚΑ΄).
«Εκείνος που έχει απαλλαγεί από κάθε κακία, γίνεται τρόπον τινά θεός μέσω αυτής της κατάστασης» («ο δε εκτός πάντων των εν κακία νοουμένον γενόμενος, θεός τρόπον τινά διά της τοιαύτης έξεως γίνεται», PG, 44, 1177D).
Εκείνος που ενώθηκε με το Θεό «είδε τε το όντως ον αγαθόν και ό είδεν εκτήσατο» («είδε το αληθινό αγαθό ον [το Θεό] και αυτό που είδε απέκτησε», PG, 44, 624C).
«Εκείνος που έχει καθαριστεί και έχει γίνει οξύς στην “ακοή της καρδιάς”… δέχεται τη γνώση της θείας δυνάμεως που προέρχεται από την [υπερφυσική] όραση των όντων και οδηγείται μέσω αυτής να βυθιστεί ο νους του εκεί όπου βρίσκεται ο Θεός» («ο κεκαθαρμένος τε και οξύς την ακοήν της καρδίας… δεξάμενος… την εκ της θεωρίας των όντων γινομένην προς την της θείας δυνάμεως γνώσιν, οδηγείται δι’ αυτής προς το εκεί διαδύναι τη διανοία, όπου εστίν ο Θεός»). Έτσι «την αχειροποίητον εκείνην σκηνήν βλέπει», η οποία είναι «Χριστός, η του Θεού δύναμις και η του Θεού σοφία, ή, αχειροποίητος ούσα κατά την ιδίαν φύσιν, δέχεται το κατασκευασθήναι» (βλέπει εκείνη την αχειροποίητη σκηνή [συμβολισμός από τη Σκηνή του Μαρτυρίου των Ισραηλιτών], που είναι ο Χριστός, η δύναμη και σοφία του Θεού, που, ενώ είναι άκτιστη κατά τη φύση, δέχεται να γίνει κτιστή. PG 44, 380-381).
Η ανθρώπινη φύση 
«τω φωτί προσεγγίσασα, φως γίνεται» (PG, 44, 869A). «Ο άνθρωπος προάγεται τη της υπερκειμένης φύσεως θεωρία. Οδός δε αυτώ προς την τοιαύτην γνώσιν καθαρότης γίνεται» (ο άνθρωπος προχωρεί στη θέα της ανώτερης φύσης [του Θεού]. Και δρόμος γι’ αυτή τη γνώση γίνεται η καθαρότητα [της καρδιάς], PG, 44, 373).
Ε) Άγιος Μάξιμος Ομολογητής: 
«Όταν γίνεται [στον άνθρωπο] η έκχυση της αληθινής σοφίας, με τα άπειρα δώρα, παρέχει στους άξιους άμεσα και καθαρά, όσο είναι δυνατόν να γίνει, την ασύλληπτη και ανερμήνευτη γνώση για το Θεό» («η της αληθούς σοφίας απειρόδωρος χύσις επιγενομένη, κατά το θεμιτόν ακραιφνώς λοιπόν την περί Θεού, και αμεσιτεύτως παρέχεται τοις αξίοις αδιάγνωστον και ανερμήνευτον γνώσιν»). 
Και, στο ίδιο: Ο άνθρωπος, πλησιάζοντας το Θεό, φτάνει στο σημείο 
«ολόκληρος να ενσωματώνεται ολοκληρωτικά στο Θεό και γίνεται ακριβώς ό,τι είναι και ο Θεός, εκτός από την ταύτιση με τη θεία ουσία […] και αποκτά τον ίδιο το Θεό ως μοναδικό έπαθλο» («όλος όλως περιχωρήσαι ολικώς το Θεό, και γενόμενος παν εί τι περ εστίν ο Θεός, χωρίς της κατ’ ουσίαν ταυτότητος, […] οίον έπαθλον αυτόν μονώτατον κτησάμενος τον Θεόν», Περί διαφόρων αποριών, βλ. PG 91, 1304D-1313B).
Στ) Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (συγγραφέας της «Κλίμακος»), μεταξύ  των ορισμών που δίνει για την απάθεια (την απαλλαγή της ψυχής από τα πάθη, δηλ. τις αμαρτωλές εξαρτήσεις, όπως ο εγωισμός, η φιληδονία, η φιλαργυρία, η κακία κ.τ.λ.), ορίζει την απάθεια ως «επίγνωσιν Θεού τελείαν, αγγέλων δευτέραν» (τέλεια επίγνωση του Θεού, δεύτερη μετά τη γνώση που έχουν γι’ Αυτόν οι άγγελοι), Κλίμαξ, Λόγος ΚΘ΄, 2.

Τα παραπάνω ελάχιστα πατερικά χωρία καταγράφονται στα έργα: Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Πατρολογία Β΄», Αθήνα 1990. π. Νικολάου Λουδοβίκου, «Η ευχαριστιακή οντολογία», εκδ. Δόμος. Αγ. Ιωάννου του Σιναΐτη, «Κλίμαξ», έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1994.

Να σημειώσουμε εδώ ότι οι άγιοι δεν είναι μια κλειστή κάστα ή ένα ιερατείο, που ισχυρίζεται ότι μονοπωλεί μια «απαγορευμένη γνώση» και καρπώνεται υλικά ή κοινωνικά ωφέλη από τον αφελή λαό. Άγιος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε διπλανός σου. Άγιος είναι αυτό που εσύ κι εγώ, όλοι οι γνωστοί και οι άγνωστοί σου, όλοι οι άνθρωποι, είμαστε προσκαλεσμένοι απ' το Θεό να γίνουμε διά του Χριστού. Η πνευματική κληρονομιά του χριστιανισμού, στην αυθεντική της μορφή, δεν είναι παρά η διδασκαλία και η πρακτική εφαρμογή του δρόμου που μπορεί να σε οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα: την ενότητα με το Θεό, τη σωτηρία, την αγιότητα. Το μόνο πραγματικό εμπόδιο σ' αυτό είναι ο εγωισμός μας.

Μερικά παραδείγματα επαφής με το θείον

Ο απόστολος Παύλος μιλάει για τον άνθρωπο που ανέβηκε «μέχρι τρίτου ουρανού», και «αρπάχτηκε στον παράδεισο και άκουσε άρρητα ρήματα» (Β΄ Κορινθ. 12 – κατά κοινή ομολογία ήταν ο ίδιος), ενώ για τον εαυτό του παραδέχεται ότι έλαβε «υπερβολή αποκαλύψεων» τόση, ώστε ο Χριστός τού έδωσε ένα κακό άγγελο να τον βασανίζει, για να μη γίνει εγωιστής (μάλλον κάποια ασθένεια – αναφέρεται στο ίδιο κεφ.). Ο Παύλος δεν είναι εγωιστής, αλλά το γράφει, επειδή οι σχισματικοί «ιουδαιοχριστιανοί» αμφισβήτησαν το αυθεντικό αποστολικό του αξίωμα.
Ο άγιος Παχώμιος έλαβε τον κανόνα της μοναχικής ζωής από άγγελο. Επίσης από άγγελο διδάχτηκε ο όσιος μοναχός του Αγίου Όρους Γαβριήλ ο Καρεώτης τον ύμνο «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον» (όπου, σημειωτέον, η Παναγία χαρακτηρίζεται «Θεοτόκος» και «μητέρα του Θεού υμών», ο δε Χριστός ονομάζεται «Θεός Λόγος»). Το κελί όπου συνέβη το θαύμα αυτό ονομάζεται ακόμη και σήμερα «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) και η εικόνα, μπροστά στην οποία εψάλη πρώτη φορά ο ύμνος, πήρε κι αυτή το όνομά της από τον ύμνο και είναι η περίφημη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί». 
Εσείς μπορεί να μην πιστεύετε πως υπάρχουν θαυματουργές εικόνες, αλλά εμείς το γνωρίζουμε εκ πείρας. Και φυσικά, οι εικόνες δεν είναι είδωλα, οπότε η αγιογραφία δεν αντιβαίνει στην εντολή «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον». Αυτά έχουν ξεκαθαριστεί τέλεια ήδη από τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό τον 8ο αι. κατά την Εικονομαχία.

Η παράδοση του ύμνου Άξιον Εστί. Εικόνα από αυτό το σχετικό post.

Άγιοι που κατέγραψαν κατακλυσμιαίες εμπειρίες θείων οπτασιών υπάρχουν πάρα πολλοί, αλλά τέτοιοι είναι π.χ. ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και ο σύγχρονος άγιος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ («Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», έκδ. ιεράς μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Σπουδαία θεολογική αναφορά σ’ αυτά γίνεται από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά («Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων»), ενώ σχετική και η «Κλίμαξ» του αγ. Ιω. Σιναΐτη, αλλά και η «Φιλοκαλία».
Ο άγ. Ιωάννης της «Κλίμακος» γράφει (Λόγος περί Ησυχίας – περί διαφοράς και διακρίσεως ησυχιών, 13):
«Ενώ κάποτε ασκούσα την μεσαία εργασία, (δηλαδή την συνεχή προσευχή), ευρέθηκα ανάμεσα στους μεσαίους, (δηλαδή στους Αγγέλους, οι οποίοι ευρίσκονται μεταξύ Θεού και ανθρώπων). Και ένας Άγγελος με διεφώτιζε ό,τι εδιψούσα να μάθω, αλλά πάλι είχα τις ίδιες απορίες. Ζητούσα να μάθω πώς ήταν ο Άρχων, (ο Χριστός δηλαδή), προς της ενανθρωπήσεώς Του, αλλά δεν μπορούσε να μου το διδάξη, διότι ούτε του επετρεπόταν. 
Τον παρακαλούσα πάλι να μου ειπή, πώς και σε ποια μορφή ευρίσκεται τώρα. Και μου απαντούσε: “Με την ίδια μορφή (την θεανθρώπινη), αλλ’ όχι με την ίδια φθαρτή ανθρώπινη σάρκα”. Εγώ πάλι τον ερωτούσα: “Τι σημαίνει η δεξιά του Αιτίου, (του Πατρός δηλαδή), στάσις και καθέδρα του Χριστού;” “Είναι αδύνατον, μου απαντούσε, να διδαχθή ακοή ανθρώπου αυτά τα μυστήρια”. Και εγώ την ώρα αυτή του είπα να με οδηγήση εκεί όπου με είλκυε ο πόθος μου. “Δεν έφθασε ακόμη η ώρα, μου είπε, διότι στερείσαι το πυρ της αφθαρσίας (το οποίο, εννοείται, θα αποκτήσης στην άλλη ζωή)”. Όλα αυτά που ανέφερα, αν τα έζησα μαζί με το χώμα, (το σώμα δηλαδή), δεν γνωρίζω∙ αν πάλι χωρίς το χώμα, δεν μπορώ τίποτε να ειπώ».
Γέροντας Σωφρόνιος: 
«Και τολμώ να πω ότι η θέαση του άκτιστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως με την πίστη στην Θεότητα του Χριστού. Και όχι μόνο συνδέεται, αλλά και κατά παράδοξο τρόπο το ένα εξαρτάται από το άλλο. Σε ένα Φως εμφανίζονται και ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Το Φως αυτό μαρτυρεί για την Θεότητα του Χριστού, διότι είναι αδύνατο να μην αναγνωρίσουμε τον Θεό σε εκείνο το Φως για το οποίο γίνεται λόγος» (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 247-248).
Από το Γεροντικό βλέπουμε άφθονες τέτοιες εμπειρίες, αλλά και θαυματουργούς αγίους της ερήμου. Εκεί βλέπουμε την αποκάλυψη προς τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο (μέσω μιας κολασμένης ψυχής) για το πώς είναι η κόλαση (πλήρης μοναξιά). Εκεί διαβάζουμε εμπειρίες όπως ότι ο άγιος Ιάκωβος της Πανεφώ, όταν ρωτήθηκε, από κάποιον αδύναμο μοναχό, ώς πού μπορεί να φτάσει ο κάτοικος της ερήμου, ύψωσε τα χέρια σε προσευχή και φλόγες πετάχτηκαν από τα δάχτυλά του. «Αν θέλεις, γίνε όλος σαν φωτιά» απάντησε.
Ο άγιος Αλέξανδρος του Σβιρ (Ρωσία, 15ος αι.) αξιώθηκε σε όραμα της Αγίας Τριάδας, με μορφή Τριών Ανδρών, όπως Τους συνάντησε ο άγιος πατριάρχης Αβραάμ (Γένεσις κεφ. 18), από τους Οποίους έλαβε εντολή για την ίδρυση μονής προς τιμής της Αγίας Τριάδας. Αξιώθηκε επίσης σε πλήθος οραμάτων, όπως ένα συγκλονιστικό όραμα της Θεοτόκου, από την οποία έλαβε οδηγίες για τη μοναχική ζωή (βλ. «Η Θηβαΐδα του Βορρά»).

Η εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στον άγιο Αλέξανδρο του Σβιρ (από εδώ)

Ο σύγχρονος άγιος Γέροντας Πορφύριος, πηγαίνοντας να προσκυνήσει στην Πάτμο το 1964, είδε το μέγα όραμα της Αποκάλυψης, όπως το είχε δει στον ίδιο χώρο ο άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης (βλ. τη δική του μαρτυρία στο «Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι», έκδ. Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά 2006, σελ. 520-522).
Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα.

Κατά τη νεότητά του, ο γέροντας του 19ου αιώνα, ο άγ. Αμβρόσιος της Όπτινα είχε μια αναλαμπή αυτής της αιώνιας προόδου της αγάπης στον ουρανό, την οποία κατέγραψε σε ένα χειρόγραφο που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του:
«Είμαι έξω από το δάσος, κάπου μακριά, σε έναν άλλον κόσμο, εντελώς άγνωστο για μένα, που ποτέ δεν τον είχα δει, που ποτέ δεν τον είχα φανταστεί... Γύρω μου υπάρχει λαμπρό λευκό Φως! Τόσο υπερβατικό, τόσο αγνό, τόσο ελκυστικό, που βυθίζομαι, με την αντίληψή μου, σε απύθμενο βάθος και δεν χορταίνω να θαυμάζω αυτό το βασίλειο, δεν χορταίνω την υψηλή πνευματικότητά του. τα πάντα γύρω είναι τόσο γεμάτα ομορφιά. Τόσο γλυκιά αυτή η ζωή... τόσο ατελείωτος ο δρόμος. Παρασύρομαι μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο, διαυγή χώρο. Η ματιά μου κατευθύνεται προς τα πάνω, δεν κατεβαίνει πλέον, δεν βλέπει τίποτα το γήινο. Ολόκληρο το στερέωμα του ουρανού έχει μεταμορφωθεί μπροστά μου σε ένα γενικευμένο λαμπρό Φως, ευχάριστο να το βλέπεις... Αλλά δεν βλέπω τον ήλιο. Το μόνο που μπορώ να δω είναι το ατέλειωτο λαμπρό Φως. Ολόκληρος ο χώρος μέσα στον οποίο γλιστράω ανεμπόδιστα, χωρίς τέλος, χωρίς κούραση, είναι ολόλευκος όπως και το Φως του και τα όμορφα όντα που ζουν σ’ αυτόν, διάφανα σαν ηλιαχτίδες. Και μέσα απ’ αυτά θαυμάζω αυτόν τον απέραντο κόσμο. Όλα αυτά τα άγνωστα σε μένα όντα εμφανίζονται με άπειρη ποικιλία και είναι πανέμορφα... Είμαι κι εγώ λευκός και φωτεινός όπως αυτοί. Πάνω μου, όπως και πάνω τους, βασιλεύει αιώνια ανάπαυση. Ούτε ο παραμικρός λογισμός μου δεν παρασύρεται πλέον προς οτιδήποτε γήινο. Ούτε ένας χτύπος της καρδιάς μου δεν κινείται πλέον με ανθρώπινες φροντίδες ή γήινο πάθος. Είμαι όλος ειρήνη και έκσταση. Αλλά εξακολουθώ να κινούμαι μέσα σ’ αυτό το άπειρο Φως που με περιβάλλει αμετάβλητο. 
Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο εκτός από αυτό το λευκό λαμπρό Φως και τα εξίσου ακτινοβόλα αμέτρητα όντα του. Αλλά όλα αυτά τα όντα δεν μοιάζουν σε μένα, ούτε μοιάζουν μεταξύ τους. Έχουν ατέλειωτη ποικιλία, και είναι ακαταμάχητα ελκυστικά. Όντας ανάμεσά τους, αισθάνομαι απίστευτη γαλήνη. Δεν μου προκαλούν ούτε φόβο, ούτε κατάπληξη, ούτε ταραχή. Όλα όσα βλέπουμε εδώ δεν μας ταράσσουν, δεν μας καταπλήσσουν. Όλοι μας εδώ είμαστε σαν ν’ ανήκουμε ο ένας στον άλλον εδώ και πολύ καιρό, σαν να έχουμε συνηθίσει ο ένας τον άλλον και να μην είμαστε καθόλου ξένοι. δεν κάνουμε ερωτήσεις, δεν συζητάμε τίποτα μεταξύ μας. Όλοι αισθανόμαστε και καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο για μας εδώ. Όλα μας τα ερωτήματα λύνονται με μια ματιά, πού βλέπει τα πάντα και τον καθένα. δεν υπάρχει ίχνος από τούς πολέμους των παθών σε κανένα μας. Όλοι κινούμαστε προς διάφορες κατευθύνσεις, αντίθετες μεταξύ τους, χωρίς να νιώθουμε κανένα περιορισμό, καμιά ανισότητα, ή ζήλεια, ή λύπη, ή μελαγχολία. Μία και η αυτή ειρήνη βασιλεύει σ’ όλες τις εικόνες των ανθρώπων. Ένα και το αυτό ατελεύτητο Φως για όλους. Η Ενότητα της ζωής είναι κάτι πού όλοι μπορούν να το καταλάβουν...» (το παράθεμα από το βιβλίο του π. Δαμασκηνού Κρίστενσεν, Χριστός, το αιώνιο Ταό [σελ. 327 του pdf - διαβάστε από σελ. 324]).
Ο άγιος Αμβρόσιος της Όπτινα

Τέτοια οράματα μπορεί κάλλιστα να οφείλονται σε παραισθήσεις ή και σε δαιμονικές παγίδες. Στα ορθόδοξα βιβλία – αρχαία και νεότερα, αλλά και σύγχρονα, όπως το Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα του π. Παϊσίου – καταγράφονται πολλές περιπτώσεις ψευδο-οραμάτων. Οι άγιοι τις καταγράφουν (μερικές φορές και δικές τους απατηλές εμπειρίες, όταν ακόμη δεν είχαν πείρα) για να μην είμαστε εύπιστοι σε μεταφυσικά και υπερφυσικά βιώματα, είτε συμβαίνουν σε μας τους ίδιους είτε σε άλλους.


Τα χαρίσματα και οι αποκαλύψεις του Θεού στους αγίους είναι απολύτως δοκιμασμένα με τη λεπτή πνευματική επιστήμη που έχει αναπτυχθεί στον αρχαίο και τον ορθόδοξο χριστιανισμό ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό, τη «διάκριση των πνευμάτων».
Η επιστήμη αυτή δεν είναι ανεπτυγμένη, απ’ όσο ξέρω, εκτός της δικής μας παράδοσης, αφού εκεί δεν αναγνωρίζονται «παγίδες», δηλ. απατηλά οράματα και βιώματα, απομιμήσεις θείων, που είναι στην πραγματικότητα δαιμονικά. Τέτοια βιώματα καταγράφονται μόνο στην ορθοδοξία (εννοώ και τον αρχαίο αδιαίρετο χριστιανισμό των πρώτων χιλίων ετών). Αυτή είναι και μία καθοριστική διαφορά από τα μεταφυσικά βιώματα των θρησκειών του κόσμου, που είναι πάντοτε αποδεκτά, αρκεί να "φαίνονται" θεϊκά.- ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

"Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου"



Ἡ ὁμιλία τῆς ἀναγορεύσεως τοῦ Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικολάου σὲ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 3.11.2008


Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐπιτρέψτε μου στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας δημόσια να ὁμολογήσω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξία ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τιμὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἀποτελεῖ βαρύτατο δῶρο γιὰ μένα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζω καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.


Σὲ μιὰ χρονικὴ συγκυρία παγκόσμιου ἐκφυλισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, γενικευμένης κατάρρευσης τοῦ χρηματοοικονομικοῦ μας εἰδώλου, ἀπροσδόκητου κλονισμοῦ τῆς τεχνολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μας ἔπαρσης στὴ Γενεύη, ἀνεπίστροφης καταστροφῆς του φυσικοῦ μας περιβάλλοντος σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ ἀλόγιστης ἐκδαπάνησης τοῦ φυσικοῦ μας πλούτου∙ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπιστρατεύονται γιὰ νὰ καταργήσουν τὰ αἰώνια «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὶς παγκόσμιες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ λογικὲς σταθερές, σὲ μιὰ ἐποχὴ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ διαχρονικοῦ συστήματος τῶν ἀξιῶν, νοσηρῆς προβολῆς τῶν ἀνθρώπινων ἐπιτευγμάτων καὶ ταυτόχρονης περιπλοκῆς τῶν διαπολιτισμικῶν ἐπικοινωνιακῶν μηχανισμῶν, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐμπειρία καὶ ὁ περὶ Θεοῦ λόγος στερεῖται θεολογίας, τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς ἱστορικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ κάνει τὴν τιμὴ νὰ μὲ ἀναγορεύσει διδάκτορά του.

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐπὶ πλέον διασπᾶ ἱστορικοὺς δεσμούς, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ ζῶσα χριστιανικὴ πνοή, ἢ αἰώνιες σχέσεις, ὅπως τῆς φυσικῆς γνώσης μὲ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀξιολογήσω τὴν παροῦσα στιγμὴ καὶ νὰ προσδιορίσω μὲ ἀκρίβεια τὶς συντεταγμένες της. Βλέποντας ὅμως στὴν αἴθουσα αὐτὴν τῶν Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ συνυπάρχουν τὰ λάβαρα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, θεολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἐπιστήμονες πιστοί, σεβασμὸς στὴ θύραθεν καὶ στὴν κατὰ Θεὸν σοφία, καὶ διερωτώμενος γιὰ πόσο ἀκόμη καὶ γιατὶ ὄχι γιὰ πάντα, καταλήγω στὸ κλειδὶ τῆς σημερινῆς ἐκδηλώσεως.

Ἡ λέξη κοινωνία εἶναι μία μαγικὴ λέξη, συγγενὴς μὲ τὴ λέξη μέθεξη. Σημαίνει περιχώρηση ἐν ἀγάπῃ, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Σημαίνει ἀνακάλυψη υἱοθεσίας, ἀποκάλυψη ἀληθείας καὶ «ὀθνεία ἀλλοίωση», ὅταν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σημαίνει ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεύρεση, συνάντηση, συμπόρευση, ζωντανὸ διάλογο, ὅταν ἀναφέρεται σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη σχέση. Σκέφθηκα, λοιπόν, σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι κοινωνία δύο φαινομενικὰ ἀντικρουομένων ἢ τουλάχιστων ἀσύμβατων συστημάτων σκέψης: τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς συνακόλουθης ἐπιστημονικῆς λογικῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχρονικῆς Ὀρθόδοξης θεολογικῆς πνοῆς -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος- ἀφ’ ἑτέρου.


Τὸ ἀσύλληπτο τῆς ἀριθμητικῆς πραγματικότητος

Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀποτέλεσμα τῆς θείας σοφίας,  εἶναι ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία πιὸ πολὺ διαπιστώνεται παρὰ κατανοεῖται, γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ καὶ ἐλάχιστα καταληπτή. Συνδέεται κυρίως μὲ μιὰ ἀπολαυστικὴ αἴσθηση παρὰ μὲ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἑρμηνεία. Ὁ κόσμος μας δὲν κυριαρχεῖται μόνον ἀπὸ ἕνα χρῶμα, ἀπὸ μία συχνότητα, ἀπὸ ἕνα εἶδος, ἀπὸ φωτοαντιγραφικὴ ὁμοιότητα, ἀπὸ μονότονη συμμετρία. Γιὰ κάποιον λόγο, παρουσιάζει ἀνακουφιστικὲς ἀσυμμετρίες, ὄμορφες ἀνομοιότητες, ἰσορροπημένες ποικιλότητες, ἁρμονικές διαφορετικότητες. Αὐτὲς γεννοῦν τὴ μελωδία, συνθέτουν τὴν ἁρμονία, προβάλλουν τὴν αἰσθητική, ὑπογραμμίζουν τὴ σημασία τῆς συμπληρωματικότητας, ἀναδεικνύουν τὰ πρόσωπα.

Ἡ ποικιλότητα ἀποτελεῖ ἰδίωμα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἡ δὲ αἰτία καὶ ἡ ἀριθμητική της ἔκφραση ὑπερβαίνουν τὶς ἀνθρώπινες ἀντιληπτικὲς δυνάμεις καὶ συνθλίβουν τὰ ὅρια τοῦ νοῦ. Στὸ σύμπαν μιλᾶμε γιὰ δισεκατομμύρια γαλαξιῶν μὲ μεγάλες μεταξύ τους ὁμοιότητες ἀλλὰ καμμία ταυτότητα· κανένας δὲν εἶναι ἴδιος μὲ κάποιον ἄλλον. Κάθε γαλαξίας ἔχει δισεκατομμύρια ἀστέρων, ποὺ καὶ αὐτοὶ παρουσιάζουν μία τεράστια ποικιλία ἰδιοτήτων, χαρακτηριστικῶν, χημικῆς συστάσεως, πυρηνικοῦ περιεχομένου.

Στὸν κόσμο τῆς Μοριακῆς Χημείας, συναντοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπὸ στοιχεῖα, καθὼς δὲ διεισδύουμε στὰ ἐνδότερα τοῦ ὑπατομικοῦ κόσμου καταλήγουμε σὲ ποικίλα στοιχειώδη σωμάτια, ὅπου τὸ καθένα ἔχει τὴν ἀποστολή του καὶ ἐπιτελεῖ τὸν μοναδικὸ σκοπό του. Ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὰ (ὅπως τὰ quarks καὶ τὰ λεπτόνια), ἄλλα εἶναι φορεῖς τῶν δυνάμεων καὶ ἄλλα πολὺ βαρύτερα, τὰ ὑπερσωματίδια, φαίνεται πὼς συμπληρώνουν τὴν ἀπαιτούμενη συμμετρία.

Ἀλλὰ καὶ στὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο ἀντικρύζει κανεὶς μιὰ ἀνάλογη κατάσταση. Ἕνα πλῆθος εἰδῶν, τὸ καθένα μὲ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴ γενετικὴ πολυπλοκότητα καὶ διαφορετικότητά του, γεμίζουν καὶ κοσμοῦν τὸν κόσμο μὲ τὴ συνεισφορὰ καὶ τὴν παρουσία τους.

Κάποιες δεκάδες χιλιάδες γονιδίων συνδυάζονται μεταξύ τους γιὰ νὰ ἐκφράσουν μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴ δυναμικὴ τῆς ὑγείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐκφράζουν τὴ γενετικὴ καὶ γονιδιωματικὴ διαφορετικότητά μας εἶναι ἀσύλληπτοι.

Ἡ δύναμη τῆς ποικιλότητας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνομοιομορφία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, καὶ κατὰ τὴ σύντηξη ὠαρίου-σπερματοζωαρίου μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν 232 διαφορετικὰ μεταξύ τους ζεύγη. Αὐτὰ συνδυαζόμενα ἀνὰ 23 δημιουργοῦν ἕνα ἀσύλληπτο γενετικὸ «ἀνακάτωμα» ποὺ δίνει 1040 ἀνεξάρτητες δυνατότητες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δύο γονεῖς θὰ μποροῦσαν νὰ δώσουν ἕναν τέτοιον ἀριθμὸ διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀπογόνων[1]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἀπόλυτα παρόμοια ἀνθρώπινα ὄντα καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξουν[2].

Ὅλα αὐτὰ τὰ παρατηροῦμε ἢ καὶ τὰ ὑπολογίζουμε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦμε τὶς διαστάσεις καὶ τὶς ἀποστάσεις τους, χωρὶς νὰ χωροῦμε τὶς ἡλικίες τους, τὴν ἱστορία τους, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ μεγέθη τους καὶ τὰ αἴτιά τους. Ἀριθμοὶ πάνω ἀπὸ 1010, δηλαδὴ μεγαλύτεροι ἀπὸ δέκα δισεκατομμύρια, δὲν χωροῦν στὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γιὰ νὰ καταμετρηθοῦν τὰ 6,5 δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ σήμερα ζοῦν στὴ γῆ, μὲ συχνότητα ἑνὸς τὸ δευτερόλεπτο, ἀπαιτοῦνται περισσότερα ἀπὸ 220 χρόνια. Στὸ σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιὰ μεγέθη μέχρι καὶ 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σὲ mm3. Κάθε προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἐκθέτες ἀποτελεῖ τραγικὴ ματαιοπονία. Μιλοῦμε γιὰ χρόνους 10-43sec∙ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν πιὸ ἀπόμακρη στιγμὴ ἀπὸ τὸ σήμερα καὶ τὴν πιὸ κοντινὴ στὸ big bang∙ ἕνας μικρὸς χρόνος ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ ἀπαιτεῖται ὥστε τὸ φῶς, ποὺ καλύπτει τὴν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σὲ ἕνα δευτερόλεπτο, νὰ διανύσει ἀπόσταση ἴση μὲ τὴ διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τὸ μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τὸ μικρὸ χωράει στὸ νοῦ μας.

Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδεικτική, στατιστικὴ καὶ συχνὰ ἀσυμπτωτικὴ παρὰ ἀριθμητικὰ καὶ λογικὰ ἀποδεικτική. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνει τὸ δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστὸς κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖται.


Μιὰ φύση μὲ κρυμμένα τὰ μυστικά της

Στὸν ὑπέροχο καὶ ταυτόχρονα παράξενο αὐτὸν κόσμο, συνυπάρχει τὸ μικρὸ μὲ τὸ μεγάλο, τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο, ἡ γνώση μὲ τὴν ἀγνωσία, τὸ μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ἡ ἑνότητα μὲ τὴ διαφορετικότητα.

Ἐνῶ κάποιοι μιλοῦν γιὰ τὴ θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτόχρονα ὅτι «εἴμαστε μιὰ ἀνακατανομὴ τοῦ τίποτα»∙[3] ἐνῶ ἀναφερόμαστε σὲ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτὲς ποὺ μὲ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τὰ ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καὶ τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐνῶ θεωροῦμε ὅτι ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ γενετικὰ μυστικά μας, ταυτόχρονα ἀδυνατοῦμε νὰ καταπολεμήσουμε μικροὺς καὶ μεγάλους βιολογικοὺς ἐχθρούς μας. Ἴσως βρίσκουμε τὰ μυστικὰ τῶν θεωριῶν μας, ἴσως περιγράφουμε τὴν ἀπώτερη ἀρχὴ καὶ τὸ ἔσχατο τέλος μας ἢ τὶς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καὶ τοῦ μακρόκοσμου μας, δὲν τὰ καταφέρνουμε ὅμως καλὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ πολὺ μικροῦ καὶ χρονικὰ ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τὰ μυστικὰ τοῦ κοσμικὰ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ συμπαντικὰ πολὺ μεγάλου, καταφέρνουμε τὰ μικρὰ προβλήματα νὰ τὰ κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα.

Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τὴν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νὰ ἀποκρύπτει τὰ μυστικά της. Πλησιάζουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπὸ τὸ big bang, καὶ πρὶν τὴν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»[4], ὁμολογεῖ ὁ μεγάλος Ἕλληνας φυσικὸς Γιάννης Ἡλιόπουλος. Κυνηγοῦμε τὶς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα του, καὶ διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τὶς πλησιάζουμε, αὐτὲς ἀπομακρύνονται μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τὴ γνώση μας γιὰ τὸν κόσμο, τόσο αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτὸ ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μὲ ἀκρίβεια μιὰ ἰδιότητα τῆς φύσης καὶ ὑποχρεωνόμαστε σὲ σφάλμα γιὰ τὴ συζυγῆ της. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ σύμπαν∙ προχωροῦμε στὴν ἔρευνά του καὶ βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινὴ ὕλη καὶ ἐνέργεια, μυστικὲς συμμετρίες, σωμάτια ποὺ ἀγνοοῦμε τὰ βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε μεταφυσικὰ ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τὰ πιὸ ὡραῖα μυστικά.

Ὁ κόσμος γίνεται φοβερὰ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται τραγικὰ ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τιμὲς ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπικὴ Ἀρχή) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τὸ σύμπαν εἶναι τεράστιο καὶ οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καὶ πεπερασμένη. Μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε -νὰ λαμβάνουμε ἐρεθίσματα-, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε -νὰ στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐπικοινωνήσουμε διαστρικὰ καὶ διαγαλαξιακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ τηλεσκόπιά μας εἶναι μόλις τὸ 4% τοῦ σύμπαντος. Τὸ ὑπόλοιπο 23% εἶναι σκοτεινὴ ὕλη καὶ τὸ 73% σκοτεινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἐκεῖ κρύβεται τὸ μυστικὸ τοῦ κόσμου μας. Εἶναι τόσο λίγα αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ τόσο περισσότερα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦμε!

Κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ γεωμετρία ἐκφράζονται μὲ τρόπους ποὺ ἀντιβαίνουν στὶς αἰσθήσεις μας. Ἡ πραγματικότητα μοιάζει περισσσότερο μὲ φαντασία. Στὶς μεγάλες διαστάσεις, στὸ σύμπαν, ὁ χῶρος καμπυλώνεται, ἡ εὐκλείδια γεωμετρία καταργεῖται. Στὶς ἀπειροστὰ μικρές, ὁ χῶρος ἀποκτᾶ πολλαπλότητα καὶ φυσικὲς διαστάσεις -ἴσως ἑπτὰ τὸν ἀριθμό- ἐντελῶς ἄγνωστες καὶ ξένες στὴ φυσική μας ἀντίληψη. Στὶς ὑψηλὲς ταχύτητες ὁ χρόνος διαστέλλεται, τὸ μῆκος συστέλλεται, ἡ φυσικὴ αἴσθηση παραβιάζεται. Στὶς διαστάσεις τῆς νανοκλίμακας, ποὺ πλέον τεχνολογεῖται, ἡ ὕλη ἐμφανίζει ἐντελῶς ἀσυνήθεις ἰδιότητες καὶ ἐνῶ στὴν τεχνολογία θαυματουργοῦμε στὴν πρόληψη καὶ πρόνοια ἀδυνατοῦμε.

Μιὰ ἀκόμη ματιὰ στὸν κόσμο μας μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀμορφιά του συνυπάρχουν μὲ ἀτέλειες, ἀναπηρίες, φθορὰ καὶ θάνατο. Μέσα σὲ ἀστρικὰ συντρίμμια γεννιοῦνται νέοι ἀστέρες. Μαζὶ μὲ τὴν ὑπερσυμμετρία στὰ 10-33cm τοῦ πρωτόγονου σύμπαντος ἢ στὰ 10-36 sec ἀπὸ τὸ big bang, ὑπάρχει μιὰ μεγάλη ἀσυμμετρία στὸν κόσμο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σπίτι μας. Τὸ σύμπαν παρὰ τὰ φωτεινὰ ἀστέρια του, τὶς ὑψηλὲς θερμοκρασίες τους, τὰ ἄπειρα ἀστρικὰ συστήματά του, τὴν ἀέναο κίνηση τῶν γαλαξιῶν του, εἶναι πολὺ σκοτεινὸ -μὲ ἐλάχιστα φωτόνια-, εἶναι πολὺ ψυχρὸ -μόλις 2,70 Κ, εἶναι πολὺ ἄδειο -μὲ τεράστιο κενό, στατικό.

Τὸ ἀκατανόητο συντελεῖ ὥστε κάποιοι νὰ προσπαθοῦν τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιθυμίες τους νὰ τὶς θωρακίσουν μὲ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, νὰ τὶς κρύψουν σὲ ἐξωσυμπαντικοὺς κόσμους, σὲ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σὲ ἀκατανόητες καὶ ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιὰ ὑπερσυμμετρίες, γιὰ πολυσύμπαντα, γιὰ πιθανολογικὲς φαντασιώσεις, γιὰ παραμυθένιους ἐκθέτες στὶς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνίοτε διαφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιστημονικά. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, ἀλλὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὶς θεωρίες τους, ποὺ κανεὶς δὲν κατανοεῖ, εἶναι νὰ τοὺς πιστέψουμε. Φαίνεται πὼς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφικῆς αὐθαιρεσίας εἶναι δυνατότερη.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ὅρους ποὺ μοιάζουν μεταφυσικοί, γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐργαλεῖα της εἶναι στὴν οὐσία ἀσυμπτωτικοί, ἄφθαστοι, ἀπρόσιτοι. Γιὰ παράδειγμα τὸ ἄπειρο -ἔχει καὶ μαθηματικὸ σύμβολο-, τὸ αἰώνιο -ἀποτελεῖ φυσικὸ πλέον ὅρο- ὅλο καὶ περισσότερο χρησιμοποιούμενο. Οἱ τελευταῖες θεωρίες βιάζονται νὰ μιλήσουν γιὰ τελειότητα καὶ πληρότητα ἑρμηνειῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ ἐπιστήμη στὴν προσπάθειά της νὰ γνωρίσει καλὰ τὸν κτιστὸ κόσμο ὁδηγεῖται στὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας της νὰ τὸν κατανοήσει.

Η εμφάνιση του Ιησού Χριστού στον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο (από εδώ)

Τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φύση, ἔχουμε πρόβλημα καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς μας ταυτότητος.

Στὸν κώδικα τῆς ζωῆς, ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο καὶ διαπιστώνουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ διαβάσουμε. Κι ἐδῶ μιλοῦμε μὲ ἀριθμοὺς ποὺ δὲν κατανοοῦμε, μὲ πιθανότητες ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται. Προσεγγίζουμε τὸ γονιδίωμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀποκαλύπτουμε τὴ γενετικὴ ἀλήθεια μας, καὶ αὐτὸ μᾶς προωθεῖ στὸ πρωτέωμα, μὲ τὴ διαβεβαίωση τῆς μεγαλύτερης ἀγνοίας μας. Πρὶν προλάβουμε νὰ μάθουμε τὸ ἕνα ἀλφάβητο, ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάγκη ἐκμάθησης μιᾶς δυσκολότερης γλώσσας.

Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν μορφῶν τῆς ζωῆς, ἐμφανίζονται ἄλλες πιὸ ἐξελιγμένες. Μέσα στὴ γενετικὴ περιουσία τοῦ ἀνθρώπινου κυττάρου, ἀκόμη καὶ τὸ ἀποκαλούμενο ἄχρηστο DNA (junk DNA), φαίνεται πὼς διακριτικὰ ἀποκρύπτει πλοῦτο μυστικῶν ποὺ παίζουν ἕναν καθόλου εὐκαταφρόνητο ρόλο στὴν ὅλη κληρονομικὴ διαδικασία καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῶν βιολογικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀτόμου.

Οἱ σύγχρονες ἐπιστῆμες τῆς νευροφυσιολογίας καὶ τῆς νευροβιολογίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς νόησης, μᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἄγνωστος. Δὲν κατανοοῦμε οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς τοῦ ἐγκεφάλου οὔτε τὴ δυναμικὴ τῆς κατανόησης.

Αἰσθανόμαστε πὼς τὸ πραγματικὸ σύμπαν εἶναι αὐτὸ τῆς ἀγνωσίας μας, ὅπου ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε διάσπαρτους ἀστέρες καὶ γαλαξίες, ἀπόψεις καὶ θεωρίες, ἐντυπωσιακῆς ἀλλὰ μερικῆς γνώσεως «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[5].

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει καὶ ἡ φιλοσοφικὴ ὁδός. Οὔτε αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε πῶς ἡ μεγάλη ἡλικία τοῦ σύμπαντος συνυπάρχει μὲ τὴ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν καταστροφικότητα, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη μὲ τὸ κακό.

Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ὅποιου ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἀσύλληπτο κλάσμα τῆς ἡλικίας τοῦ σύμπαντος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο σκεπτόμενοι ἀλλὰ ἀγνοοῦντες, δυνατοὶ κατὰ τὴ σκέψη ἀλλὰ ἀπειλούμενοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὴ φύση, γεμᾶτοι ζωὴ ἀλλὰ συνεχῶς καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, μὲ ἔμφυτη μυστικὴ ἀναζήτηση ἀλλὰ πλήρη ἀνεπάρκεια ἀνακάλυψης τοῦ ὑπερλόγου, ἂν δὲν ἀποτελεῖ τραγωδία, εἶναι μυστήριο. Τελικά, δὲν ἀποτελεῖ μυστήριο μόνον ἡ φύση ἀλλὰ καὶ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πὼς εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα βιολογικὸ κυτταρικὸ σύστημα. Ἡ ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορετικότητά του, ἡ ἰδιομορφία τῆς ψυχικῆς ἔκφρασής του, ἡ δημιουργικότητα τῆς σκέψης του, τὸ κτίσιμο τοῦ προσώπου του εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἀνατομικὰ ἰδιώματα καὶ ἀνιχνεύσιμες βιοχημικὲς διεργασίες. Ἡ βιολογική του ἀρχὴ σηκώνει τὸ βάρος τῆς ὑπαρκτικῆς ἔναρξης, ἐνῶ τὸ τέλος παραπέμπει στὴν εὐθύνη τῆς ἄγνωστης, ἐνδεχομένως πολὺ ἀνώτερης, συνέχειας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία τοῦ μὴ τέλους του καὶ στὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Ἡ βιολογική του ὑπόσταση τὸν κοσμεῖ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὀργανωμένης νομοτέλειας, ἐνῶ ἡ πνευματική του μὲ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς ἀνεπανάληπτης αὐτεξουσιότητας.

Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια,  τὸ «ἄν», τὸ «πώς» καὶ τὸ «πότε» τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς βιολογικῆς πορείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἐξέχουσας σημασίας. Ἡ ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀντισυλληπτικὴ καὶ περιγεννητικὴ τεχνολογία της, μπορεῖ νὰ καθορίσει τὸ ἂν κάποιος θὰ συλληφθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ὑπάρξει- καὶ τὸ ἂν τελικὰ θὰ γεννηθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ζήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλοιώνει κατ’ ἐπιθυμία τὴ μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ζωῆς. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιβραδύνει τὸν θάνατο, μπορεῖ νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ παρεμβαίνει τεχνολογικὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ νέες καταστάσεις ζωῆς καὶ πρωτοφανεῖς συνθῆκες θανάτου. Μπορεῖ νὰ προκαλεῖ τὴ δυνατότητα πλήθους ἐπιλογῶν.

Παρὰ ταῦτα, θέτει κενοφανῆ ἐρωτήματα, ποὺ ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει, καὶ προξενεῖ πρωτόγνωρα διλήμματα, ποὺ ὅμως προσπαθεῖ μάταια νὰ ὑποβαθμίσει. Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ ζωὴ ἢ γιὰ τὸ status τῶν κρυοσυντηρημένων ἐμβρύων ἢ τὸ πῶς συνδέεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸ τὶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὶ ὁ θάνατος, ἐνῶ παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον δὲν δείχνει νὰ φθάνει σὲ ὁριστικὸ τέλος στὸ ὁρατὸ μέλλον. Οἱ συνέπειές της ὅμως εἶναι τεράστιες, καθὼς ἐνίοτε ὁδηγοῦν σὲ μιὰ εὐπρόσδεκτη εὐγονικὴ καὶ εὐθανασιακὴ λογικὴ ποὺ φαίνεται ἠθικὴ καὶ σὲ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἠθικὴ ποὺ παρουσιάζεται πολὺ σκληρή. Μὲ βάση τὴν αὐθαίρετη γνώση τοῦ ἀγνώστου τὸ τοπίο τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν ἀξιῶν κυριολεκτικὰ παραμορφώνεται.

Τὸ πότε ἀρχίζει ἢ τελειώνει ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπιστημονικὸ θέμα. Οὔτε προσδιορίζεται μὲ ἀκριβεῖς ὁρισμούς, νομικὲς παρατηρήσεις, πολιτικὲς ἀποφάσεις ἢ ἀριθμούς. Τὸ πῶς καὶ γιατί τῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς εἶναι μυστικὸ ἀνεξιχνίαστο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἀντικρύζουμε ὡς δικαίωμα πού μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ τὴ σεβόμαστε ὡς μυστήριο πού μας ὑπερβαίνει.


Πρὸς τὸ μεθεκτὸν τοῦ ἀκτίστου

Τὰ πάντα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ κτιστὸς φυσικὸς καὶ ὑλικὸς κόσμος δείχνει λίγα καὶ κρύβει πολλά. Τὸ νοητό του μέρος κυρίως ὑποψιάζει γιὰ τὸ πολύ του ἀκατανόητο. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὅπως τὸν βέπουμε καὶ τὸν νοοῦμε. Ἁπλὰ τὸ γνωστὸ καὶ τὸ νοητὸ παραπέμπουν σὲ ἄλλες διαστάσεις ὕπαρξης, γνώσης καὶ ἀλήθειας, κτιστῆς φυσικά, συμπληρωματικῆς ποὺ ὅμως μᾶς ὑπερβαίνει. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὴ σύγχρονη ἐπιστήμη.

Ζοῦμε σὲ μιὰ μοναδικὴ ἐποχή. Ἡ ἔκρηξη τῆς γνώσης καὶ τῆς πληροφορίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ χρησιμότερο συμπέρασμα: Τελικά, εἴμαστε ἀπίστευτα μικροί, ὑπερβολικὰ μόνοι, πολὺ στιγμιαῖοι γιὰ τοὺς κοσμικοὺς χρόνους  γιὰ νὰ ποῦμε:

α) ὅτι γνωρίζουμε τὸν κόσμο,

β) ὅτι τὸν  κατανοοῦμε καὶ

γ) ὅτι μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε.

Ἡ μέγιστη ταχύτητα ἐπικοινωνίας, ἡ ἰλιγγιώδης ταχύτητα τοῦ φωτός, εἶναι πεπερασμένη καὶ τὸ σύμπαν ἀσύλληπτα μεγάλο. Αὐτὸ τὴν κάνει πολὺ μικρή. Ἐνῶ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικὰ ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»[6], εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ μοναξιά. Ἐνῶ, κατὰ τὸν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»[7], εἴμαστε καταδικασμένοι καὶ σὲ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τὰ ἐπιτεύγματά καὶ ἡ γνώση μας σὲ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικὰ καὶ ἀσύλληπτα, τὴν ἴδια στιγμή, σὲ κοσμικὲς διαστάσεις πλησιάζουν τὸ τίποτα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ λάθος.

Ταυτόχρονα, ὅμως, εἴμαστε καὶ πολὺ διαφορετικοὶ καὶ ἰδιαίτεροι μέσα στὸ σύμπαν. Μοναδικοί! Διαθέτουμε λόγο (σκέψη καὶ λογικότητα) καὶ λόγο (δυνατότητα ἔναρθρης ἔκφρασης). Τὸ σύμπαν καὶ ἡ φύση δὲν ἔχουν λόγο, ἀλλὰ ἐμφανίζουν λογική: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»[8]. Αὐτὴ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε ἐπιστημονικά, μποροῦμε ὅμως καλύτερα νὰ τὴν κατανοήσουμε πνευματικά.

Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ὅρους στὴ Φυσικὴ ὅπως Ὑπερσυμμετρία, Ὑπερχορδὲς, Ὑπερσύμπαντα θέλοντας νὰ δείξουμε τὸ πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ λογικοῦ, ὅπως καὶ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους Ὑπερευλογημένη γιὰ τὴν Θεοτόκο, Ὑπερκόσμιος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ὑπερούσιος γιὰ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸ πέραν τοῦ κατανοητοῦ καὶ τοῦ ἀντιληπτοῦ, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὑπὲρ φύσιν κόσμου, τὸ μετὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων.

Παρά ταῦτα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία διακατέχεται ἀπὸ μία τάση νὰ ἀποδείξει τὴν αὐτάρκειά της καὶ γι’ αὐτὸ ἀντιστρατεύεται στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως διότι διαλέγεται μαζί Του στὸ ἐπίπεδο τῆς δυνάμεως. Δὲν θέλει ἕναν παντοδύναμο θεό. Προτιμᾶ δυνατότερο τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐρευνᾶ γιὰ ἀξίες πιὸ σίγουρες, κατὰ τὴν ἄποψή της, χωρὶς Θεό.

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, πίστη καὶ θεολογία δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξής τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τῆς ἀποδεδειγμένης παρουσίας Του. Ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βάλει τελεία στὴν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια ἀποδείξεως τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ματαιοπονία. Ὁ Θεὸς ὡς μυστήριο εἶναι καλύτερα νὰ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητεῖται πνευματικὰ παρὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά. Θεὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἤ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι θεός.

Ὁ Θεὸς ὡς ΩΝ ἐμφανίζεται ἀπρόσιτος στὴν κτίση∙ Τὸν ψάχνουμε καὶ κρύβεται, εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του. Ἀντίθετα, ὡς ΠΑΡΩΝ εἶναι φίλος καὶ πατέρας τῆς κτίσης∙ φανερώνεται, εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του∙ βιωματικὰ διαπιστώνεται, κοινωνεῖται. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη πιστοποιεῖ τὸ πρῶτο∙ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιβεβαιώνει τὸ δεύτερο.

Ὁ Αὐγουστῖνος διεκήρυξε ὅτι μὲ τὸν νοῦ μας μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς συγγενεύει μαζί Του καὶ ἔτσι παρέσυρε τὴ Δύση στὴν ἄκαρπη προσπάθεια τῆς κατανόησης τοῦ ἀκατανοήτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Θεὸς συνδυάζει τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο[9].

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅσα ἀγνοοῦμε, ὅτι τὸ καταληπτὸν τελικὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταφατική, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀποφατικὴ ὁδὸς γνώσεως, ὅτι ὑπάρχει τὸ μυστήριο πού, ἐνῶ δὲν κατανοεῖται, κοινωνεῖται. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του καὶ μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὁ ὅρος «ἄκτιστες» ἀποδυναμώνει τὸ κατανοητό, ἀλλὰ δὲν ἐξασθενίζει τὸ μεθεκτό. Ἐμφανίζεται «καθὼς ἐστί» (Α΄ Ἰω. γ΄ 2), «ὁ ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν» ὁρᾶται καὶ γιγνώσεται «δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας– τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι»[10]. Ἕνα εἶναι τελικὰ κατανοητό, ἡ ἀκατανοησία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου[11]. Ἡ προσπάθεια τῆς Δύσης νὰ διεισδύσει στὴν ἀμέθεκτη διάστασή Του, τὴν ὁδήγησε στὴ ματαιοπονία τῆς ἀπόδειξής Του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία.

Ὁ Θεός, ὅπως βιώνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ὑπερβατικὸς γιὰ τὴν δύναμή Του, εἶναι ὅμως ὑπερβατικὸς κυρίως γιὰ τὴ σοφία καὶ ἀγάπη Του. Εἶναι ὑπερούσιος, εἶναι παντέλειος∙ δὲν εἶναι ἀπόμακρος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ διαρκῶς κενούμενος γιὰ τὸν ἄνθρωπο∙ δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ σταυρούμενος ὁ Ἴδιος∙ δὲν πεθαίνουμε ἐμεῖς καὶ ζεῖ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ πεθαίνει Ἐκεῖνος ἐν χρόνῳ γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς αἰωνίως. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ δείχνοντάς μας ὑπεροπτικὰ τὴ δύναμή Του, ἀλλὰ δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα ὑπερβατικὰ νὰ μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τῆς ἀγάπης Του. Ἀπέναντι σ’ Αὐτὸν δὲν στεκόμαστε μὲ τὴν διάθεση νὰ μὴ μᾶς συντρίψει, ἀλλὰ μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη Του εἶναι τέτοια καὶ τόση ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντίπαλος ποὺ πρέπει ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξαφανίσει. Οὔτε ἀντικείμενο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνακαλύψει.

Αὐτὸς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἀποκαλύπτει ὅμως τὴ σοφία Του, ὅπως καὶ τὴν ἀλήθεια Του, στοὺς «ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ». Τὴν κρύβει ἀπὸ τοὺς ἐπαιρόμενους. Ἡ ὁδὸς γι’ αὐτὴ τὴ γνώση εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀγνωσίας μας. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σωκράτης στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος (21d) «οὐκ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι... ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» καὶ καταλήγει ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ εἰλικρινὴς ἄγνοια τῆς αὐταπατούσης γνώσεως. Ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται μὲ τὴ γνώση μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀλήθειες ποὺ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδεχόμαστε τὴν ἀγνωσία μας. Ἡ συνειδητοποιημένη αἴσθηση ἄγνοιας, ἡ ἥσυχη θέα τῆς ἐνδοτέρας ἐρήμου μας, ἡ ταπείνωση, ἀποτελεῖ «ὁδὸν ἀρίστην», προκειμένου νὰ βιώσουμε τὴν ψηλάφηση τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀκατανόητου μυστηρίου τοῦ κόσμου μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁδὸς ἐγκρύπτει στὸ βάθος της μία λεπτὴ ἀπογοήτευση, διότι ἐνῶ γοητεύει καὶ ἐξάπτει τὸ ἐπιθυμητικὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπατηλὴ προσδοκία τῆς κατανόησης τοῦ κτιστοῦ κόσμου, τελικὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῶν ὁρίων του. Ἡ δυνατότητα πλήρους ἀνακάλυψης τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι φραγμένη. Τελικά, μποροῦμε πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμοῦμε.

Ἀντίθετα, ἡ θεολογία τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀποκρύφου καὶ ἀπορρήτου θεϊκοῦ μυστηρίου ταπεινῆς παραστάσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἐπιτρέπει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν ἐν ἡμῖν ἀποκάλυψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης δὲν ζητάει ἀπὸ τὸν διαρκῶς κενούμενο Θεὸ νὰ τοῦ φανερώνεται. Δὲν περιμένει, δὲν θέλει πολλά. Τελικά, ὅμως, τοῦ προσφέρεται γνώση πολὺ μεγαλύτερη καὶ περισσότερη ἀπὸ ὅση φαντάζεται. Τοῦ προσφέρεται ἡ «καινή» γνώση, ἡ «ἑτέρα» ἐμπειρία, τὸ «ξένον θέαμα», τοῦ προσφέρεται ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο.

Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς γνώσης, στὴν ταπεινὴ συνειδητοποίηση τῶν φυσικῶν καὶ διανοητικῶν ὁρίων του. Ἡ θεολογία μπορεῖ, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ τὸν παραλάβει, προκειμένου νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶς ὁδηγεῖ νομοτελειακὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀποφατικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀπόδειξη οὔτε μὲ τὴν ἀνακάλυψη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀποκάλυψη. Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι γιὰ λίγους. Ὁ Θεὸς εἶναι γιὰ ὅλους. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ὑποκαταστήσουν. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐπιστήμονες!  Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ...«θεολόγους»!