Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Πρωτοσύγκελλος Ευθύμιος Τανάσε Μοναστήρι Αγαπία νομού Νεάμτς



Πρωτοσύγκελλος Ευθύμιος Τανάσε Μοναστήρι Αγαπία νομού  Νεάμτς
(1884-1970)
Ένας από τους πιο φημισμένους Πνευματικούς στην μονή Αγαπία ήταν ο π. Ευθύμιος Τανάσε. Στο πρώτο μέρος της ζωής του δοκιμάσθηκε συχνά από διάφορα είδη πειρασμών.
Γεννήθηκε στην κοινότητα Βάλεα Σεάκα του νομού Μπακέου. Ήταν πριν παντρεμένος και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Μετά από πέντε χρόνια συζυγίας, το 1915, απεφάσισαν με την σύζυγο του να υπάγουν σε μοναστήρια. Αυτός επήγε στην σκήτη Συχάστρια και εκείνη στην σκήτη Μπουτσιουμένι-Τεκούτσι. Αλλά τότε ήλθε ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο αδελφός Ιωάννης -αυτό ήταν το βαπτιστικό του όνομα-επιστρατεύθηκε στο μέτωπο του Μπαραγκάν. Το 1917, στην ακμή του πολέμου, αυτός εδιάβασε την Παράκλησι της Θεοτόκου από το Προσευχητάριο. Μία σφαίρα διεπέρασε το βιβλίο των προσευχών του, που το είχε στο τσεπάκι, δεξιά της καρδιάς του. Κινδύνευσε να χάση την ζωή του. Τραυματίσθηκε σοβαρά, αλλ' ως εκ θαύματος, δεν απέθανε.
Μαζί με άλλους τραυματίες μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου συχνά ερχόταν και τούς παρηγορούσε ο π. Βικέντιος Μαλάου. Μετά την εγχείρησι που τού έγινε, ο πατήρ τον παρηγόρησε και του άφησε μία προφητεία:
-Να έχης πίστι, αδελφέ Ιωάννη. Θα γίνης καλύτερα. Κατόπιν θα έλθης στο μοναστήρι Σέκου, όπου είμαι κι εγώ, και θα γίνης και εσύ ιερεύς. Και πράγματι, με την βοήθεια του Θεού, το καλοκαίρι του 1918 ο Αδελφός αυτός ήλθε στο μοναστήρι Σέκου. Ο πρώτος που συνάντησε ήταν ο π. Βικέντιος, ο οποίος και τον δέχθηκε με πολλή χαρά.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1918 εκάρη μοναχός ο Ιωάννης λαβών το όνομα Ευθύμιος με την συμβουλή και ευλογία του π. Βικέντιου. Τον Απρίλιο του 1919 χειροτονήθηκε ιερεύς κι έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του πνευματικού του πατρός.
Ομοίως και η πρώην σύζυγός του εμόνασε στην σκήτη Μπουτσιουμένι, όπου το 1920 άλλαξε τα κοσμικά ρούχα με τα καλογερικά.
Το έτος 1923 ο ιερομόναχος Ευθύμιος χειροθετήθηκε και Πνευματικός και εστάλη στην μονή Αγαπία σαν Πνευματικός και λειτουργός των μοναζουσών. Εδώ η πανοσιότης του επρόσθεσε πόνους ασκητικούς επάνω σε άλλους πόνους βοηθώντας τον εαυτό του και τους άλλους. Συμμετείχε σε όλες τις ακολουθίες σαν λειτουργός και επιτελούσε τις ιερές ακολουθίες με φόβο Θεού και ευλάβεια.
Το 1933 απέθανε ο γιος του και ετάφη στην μονή Αγαπία. Μετά από πέντε χρόνια απέθανε και η κόρη του, η οποία είχε γίνει μοναχή στην μονή Μπίστριτσα του νόμου Βίλτσεα. Έτσι ο π. Ευθύμιος έμεινε μόνος, χωρίς τα παιδιά του.
Τον Μάρτιο του 1940 μετεκόμισε μαζί με τον Πνευματικό του, τον π. Βικέντιο, σ' ένα μικρό μοναστήρι του νόμου Μπάνατ. Εκεί δεν έμεινε πολύ και επέστρεψε πάλι σαν Πνευματικός στο μοναστήρι Βαρότεκ, στο Αγαπία, στην μονή Συχαστρία και Βίρνοβα. Μετά από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην μονή Παλαιά Αγαπία. Εδώ διανύει το τελευταίο τμήμα της ζωής του. Συνεχίζει τούς αγώνες του και αναδεικνύεται ένας αληθινός απόστολος του μοναχισμού και της Εκκλησίας του Χριστού μας, θυσιάζοντας την ζωή του μέχρι τελευταίας του ρανίδος.

Ο Γέρος Γεώργιος Λαζάρ (1846-1916)



Ο Γέρος Γεώργιος Λαζάρ
Μοναστήρι Βαράτεκ (1846-1916)
Α) Η ζωή του
Ο πιστός λαϊκός χριστιανός Γεώργιος Λαζάρ είναι το πρότυπο του αληθινού ρουμάνου προσκυνητού. Η ενάρετη γενικά ζωή του τον αναδεικνύει ένα μοναδικό φαινόμενο στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας κατά την τελευταία αυτή εκατονταετηρίδα.
Ο γέρο-Γεώργιος Λαζάρ, όπως λέγεται μέχρι σήμερα, γεννήθηκε στην κοινότητα Σουγκάγκ της επαρχίας Άλμπα το έτος 1846. Όταν ήταν 24 ετών, οι γονείς του τον ενύμφευσαν και τον άφησαν κληρονόμο της περιουσίας των. Και έζησε με την γυναίκα του περίπου 20 χρόνια, αφού ευλογήθηκε από τον Θεό με πέντε παιδιά. Ζούσε αγία χριστιανική ζωή, με ευσυνειδησία στην εργασία, με προσευχή, με νηστεία και ελεημοσύνη. Η ενασχόλησίς του ήταν η απόκτησις των αρετών.
Το έτος 1884 μετέβη να προσκυνήση τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου και παρέμεινε στα μοναστήρια της ερήμου του Ιορδάνου και του Σινά επί ένα χρόνο. Ύστερα ασκήθηκε επί ενάμισυ χρόνο στον Άθωνα και επέστρεψε στην πατρίδα του. Ακόμη έζησε πολλά χρόνια με την οικογένειά του και τακτοποίησε τα παιδιά του, ενώ το έτος 1890 ανεχώρησε ως προσκυνητής για τα μοναστήρια της Μολδαβίας.
Αφού προσκύνησε όλους τους ιερούς Τόπους, εγκαταστάθηκε οριστικά στην πόλι Πιάτρα της περιοχής Νεάμτς. Εκεί κατώκησε ο γέρο-Γεώργιος Λαζάρ σαν ένας αληθινός ερημίτης στο κωδωνοστάσιο του Μεγάλου Στεφάνου, που είναι στο μέσο της πόλεως, επί 26 χρόνια δηλ. μέχρι την μακαρία κοίμησί του. Εκεί περνούσε μόνος του με νηστεία και προσευχή, αψηφώντας τις διάφορες καιρικές συνθήκες.
Έτσι λοιπόν, δοξάζοντας με ευγνωμοσύνη τον Θεό, προεγνώρισε τον θάνατό του και ετελειώθη εν ειρήνη στο κελλί του, στις 15 Αυγούστου 1916, και ετάφη στο Κοιμητήρι της πόλεως. Το καλοκαίρι του 1934 τα λείψανά του τοποθετήθηκαν στο προαύλιο του μοναστηριού Βαρατέκ.

Β) Έργα και λόγοι διδασκαλίας
1) Ο πιστός χριστιανός Γεώργιος Λαζάρ ήταν στην ζωή του ένας άνθρωπος προσευχής. Πάρα πολύ συχνά διάβαζε το ψαλτήρι. Από τη μικρή του ηλικία το έφερνε πάντα μαζί του και μιμούμενος την ζωή των πατέρων της ερήμου διάβαζε πάντοτε τους ψαλμούς, μέχρι που τους έλεγε όλους από στήθους.
2) Επιθυμώντας πολύ να προσκυνήση τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου, την άνοιξι του 1884 έβαλε το Ευαγγέλιο και το ψαλτήρι στο ντορβά του, τακτοποίησε τις δουλειές του σπιτιού του, πήρε το ραβδί του στο χέρι και ανεχώρησε για τα Ιεροσόλυμα. Μέχρι την Κωνστάντζα πήγε με τα πόδια και ύστερα με το πλοίο, ψιθυρίζοντας ακατάπαυστα τους ψαλμούς του Δαβίδ. Τέλος, όταν έφθασε στον Πανάγιο Τάφο, προσευχήθηκε με τόση πίστι και δάκρυα, ώστε επροκάλεσε τον θαυμασμό στους πάντας. Και παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα 40 ημέρες.
3) Έλεγαν αργότερα οι μαθηταί του, ότι φλογιζόμενος από τον πόθο να γνωρίση την άσκησι των μοναχών του Ιορδάνου, πήγε να προσκυνήση όλα τα μοναστήρια της ερήμου της Ιουδαίας και της κοιλάδος του Ιορδάνου. Πρωτύτερα μετέβη με πολλούς προσκυνητάς σ’ ένα φημισμένο ησυχαστή, που αγωνιζόταν στη σπηλιά του αγίου Ξενοφώντος. Ο ησυχαστής τότε έδινε τροφή σ’ ένα λιοντάρι στην είσοδο της σπηλιάς. Κατόπιν, αφήνοντας ελεύθερο για την έρημο το λιοντάρι, εφώναξε με τ’ όνομά του τον γέρο-Γεώργιο, λέγοντάς του:
― Αδελφέ Γεώργιε, έλα και μη φοβάσαι. Εύχομαι να έχης πάντα την πίστι σου προς τον Χριστό και την ακοή σου στα αυτιά του Κυρίου Σαββαώθ. Γνωρίζω την αγάπη σου και τον ζήλο της καρδιάς σου, με τον οποίο υπηρετείς τον Κύριο σε όλη τη ζωή σου. Λοιπόν, προσκύνησε για ένα διάστημα τα μοναστήρια της Παλαιστίνης με νηστεία και προσευχή και όταν το Άγιο Πνεύμα θα σε πληροφορήση, έρχεσαι πάλι προς εμένα.
4) Με την ευλογία αυτού του ησυχαστού επέρασε ο γέρο-Γεώργιος στα μοναστήρια της Παλαιστίνης ένα χρόνο. Σε κάθε μοναστήρι παρέμεινε επί ένα μήνα. Την ημέρα βοηθούσε στο πότισμα των κήπων και την νύκτα διάβαζε το ψαλτήρι στην εκκλησίας και έλεγε την νοερά προσευχή. Κατόπιν αναχωρούσε σ’ άλλο μοναστήρι. Έτσι ασκήθηκε ο γέροντας στη νηστεία, την προσευχή και την σιωπή, άγνωστος σ’ όλους. Ύστερα επέστρεψε στον καλό του διδάσκαλο τον ησυχαστή.

Αρχιμανδρίτη Δανιήλ Γούβαλη: Η Γλωσσολαλιά και τα "πνευματικά"



Η Γλωσσολαλιά και τα "πνευματικά"
Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη
(απόσπασμα από το βιβλίο: ΝΕΦΕΛΑΙ ΑΝΥΔΡΟΙ)
Στις Πεντηκοστιανές ομάδες δίδεται μεγάλη έμφασις στα χαρίσματα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας. Επειδή αυτά υπήρχαν στην πρώτη χριστιανική Εκκλησία, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, σε αφθονία, συμπεραίνουν ότι και σήμερα πρέπει να συμβαίνη το ίδιο.

Δηλαδή σε όποια θρησκευτική ομάδα σήμερα παρατηρούνται προφητείες, γλωσσολαλιές, ενύπνια, οράματα, εκστατικά φαινόμενα κ.τ.τ., σ' αυτήν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, αυτή θεωρείται Αποστολική Εκκλησία. Αυτή αποτελεί συνέχεια της πρώτης Εκκλησίας μετά την Πεντηκοστή.
Αφού, λένε, στην αρχή έτσι ήταν τα πράγματα, έτσι πρέπει να είναι και τώρα. Ο συλλογισμός τους όμως είναι επιπόλαιος. Στην αρχή της Παλαιάς Διαθήκης με τον Μωϋσή και τον Ιησού του Ναυή και στην αρχή της Χριστιανικής Εκκλησίας με την Πεντηκοστή και τους Αποστόλους λαμβάνουν χώρα έκτακτα, υπερφυή, καταπληκτικά φαινόμενα, τα οποία όμως δεν επαναλαμβάνονται στους επόμενους αιώνες. Στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, βλέπουμε ότι οι Απόστολοι μετά την Πεντηκοστή παρουσίαζαν πρωτοφανείς υπερφυσικές εκδηλώσεις. Αλλά το ίδιο συνέβαινε ακόμη και με τους επτά βοηθούς των, όπως λ.χ. με τον Στέφανο και τον Φίλιππο (πρβλ. στ' 8, 15, 55, η' 13, 38). Τότε στην αρχή, στο ξεκίνημα της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης χρειάζονταν αυτά τα μεγάλα έξοχα γεγονότα.

Σύγχρονοι ορθόδοξοι Γέροντες



Οι σύγχρονοι Γέροντες, τη ζωή των οποίων η ιστοσελίδα μας -συν Θεώ- θα παρουσιάσει, χαρακτηρίζονται από μια θαυμαστή ενότητα Πίστεως και Ζωής με τους παλαιοτέρους Αγίους, μια ενότητα η οποία δεν μπορεί να είναι έργο ανθρωπίνης δυνάμεως η μιμήσεως, αλλά φυσικό συνεπακόλουθο της ενότητος παλαιών και νέων Αγίων με τον πάντοτε απαράλλακτο Χριστό (Εβρ. 13, 8), ενότητα των κλημάτων με τη ζωοποιό  Άμπελο (Ιω. 15, 4.5). Αν δε οι καρποί χαρακτηρίζουν το δένδρο (Ματθ. 7, 16-20), τότε η ζωή των Αγίων φανερώνει τη δράση του  παναγάθου, πανσόφου και παντοδυνάμου Αγίου Πνεύματος στην ιστορία της  Εκκλησίας.
Τα θαυμαστά συμβάντα, σημεία, της ζωής των Αγίων – μαρτυρία κυρίως προς τους πλησίον -  αλλά πολύ περισσότερο οι εκπληκτικές αρετές τους, όπως η υψοποιός από καρδίας ταπεινοφροσύνη και η ολόθερμος περιεκτική αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι φαινόμενα και καταστάσεις που διατρέχουν τη ζωή όλων των Αγίων, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Εγκρατευτών κατά την αναλογία της Πίστεως εκάστου, από την αρχή της ιστορίας έως και τις μέρες μας και αποδείξεις ότι οι πύλες του Άδου δεν θα υπερισχύσουν της Εκκλησίας (Ματθ. 16, 18). Κατά τον Άγιον Ιουστίνο Πόποβιτς: «Οι δε «Βίοι των Αγίων» τι είναι; Τίποτε άλλο παρά ένα είδος συνεχίσεως των «Πράξεων των Αποστόλων». Μέσα σ’ αυτούς τους «Βίους» συναντά κανείς το ίδιον Ευαγγέλιο, την ιδία ζωή, την ίδια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια «δύναμιν εξ ύψους», τον ίδιον Θεόν και Κύριον. Διότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν έγινε αποδεκτός ο περιορισμός της περιόδου των Αγίων Πατέρων στους πρώτους μόνον αιώνες μ.Χ., με κατάληξη τον  Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό - όπως στο ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά κάθε  Άγιος Διδάσκαλος της Εκκλησίας θεωρείται Πατήρ της Εκκλησίας, διότι και στη ζωή της Εκκλησίας «υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν  Άγιοι Θεού άνθρωποι» (Β΄Πετρ. 1, 21), η δε μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος προσδίδει στη διδασκαλία των Αγίων ιδιαίτερη αυθεντία· ο  Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος  χαρακτηρίζει ως χειρότερους αιρετικούς εκείνους τους ορθοδόξους οι οποίοι αρνούνται τη δυνατότητα αγιασμού των πιστών στα μεταγενέστερα χρόνια της ζωής της Εκκλησίας: «Αλλά περί εκείνων ομιλώ και εκείνους ονομάζω αιρετικούς, όσους λέγουν ότι δεν υπάρχει κάποιος στα δικά μας τα χρόνια και ανάμεσά μας που να δύναται να τηρήσει τις ευαγγελικές εντολές και να γίνει όπως οι Άγιοι Πατέρες... Αυτοί που λέγουν ότι αυτό είναι αδύνατο, δεν έχουν κάποια επιμέρους αίρεση, αλλά όλες - αν είναι δυνατό να το πούμε, διότι αυτή τις ξεπερνάει και τις υπερκαλύπτει όλες εκείνες με την ασέβεια και την υπερβολή της ασεβείας. Όποιος λέγει αυτό ,ανατρέπει ολόκληρες τις Θείες Γραφές» (Λόγος ΚΘ΄). 
Η ζωή της Αγίας μας Εκκλησίας είναι η επίδοση της βασιλείας και της εξουσίας και της μεγαλωσύνης της υπό τον ουρανόν στους Αγίους του Υψίστου μέχρι των εσχάτων και πέραν των εσχάτων (Δαν. 7, 22.27), εκπλήρωση της αψευδούς υποσχέσεως του Χριστού ότι ο Παράκλητος «μένει μεθ’ ημών εις τον αιώνα» (Ιω. 14,16).

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Κολλυβάδες Πατέρες: η δράση τους στη νησιωτική Ελλάδα


Στα Ρεστά ασκήτευσε επίσης μέχρι το θάνατό του ο μεγάλος διδάσκαλος Νικηφόρος ο Χίος, ο οποίος εγκαταλείποντας τη διεύθυνση της Σχολής της Χίου κατέφυγε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Ρεστών, όπου και ετάφη και μάλιστα στον ίδιο τάφο που πρώτος είχε ταφεί ο Νείλος ο Καλόγνωμος και έπειτα ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος. Το Μοναστήρι των Ρεστών με τους Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες και μάλιστα το μεγάλο αλείπτη Όσιο Νικηφόρο το Χίο, αναδείχθηκε και στάδιο προετοιμασίας Νεομαρτύρων, όπως του Πολυδώρου του Κυπρίου, του Δημητρίου του Πελοποννησίου, του Μάρκου του Νέου και του Αγγελή του Αργείου. Ο Άγιος Μακάριος βρισκόταν στη Χίο σε διαρκή πνευματική επικοινωνία και με τον Ιωάσαφ το Ρόδιο και τον Μελέτιο το Χίο, καθώς και το Δωρόθεο τον Πρώϊο, Ιερομάρτυρα, διδάσκαλο της Σχολής και μετέπειτα Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως. Ο Άγιος Μακάριος ως φιλόκαλος πατέρας είχε τη φροντίδα με τη συνεργασία του Αγίου Νικοδήμου και πλουσίων χορηγών για την έκδοση της Φιλοκαλίας, του Ευεργετινού, του Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Νέου Λειμωναρίου. Σαν πόλος έλξεως ο Άγιος Μακάριος συγκέντρωσε στη Χίο πολλούς Κολλυβάδες Πατέρες, μεταξύ των οποίων και το Γέροντα Αβέρκιο με τη συνοδεία του, το Γερβάσιο, από την Τρίπολη της Πελοποννήσου και το δόκιμο μοναχό Σεραπίωνα, που του ήταν γνωστοί από το Άγιον Όρος και μάλιστα από τη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου της Μονής των Ιβήρων. Αυτοί ζητώντας ησυχαστικό μέρος κατέληξαν στο Μοναστήρι του Βρετού, στα Αρμόλια, όπου ηγουμένευσε ο Γέροντας Αβέρκιος και τον διαδέχθηκε ο Γερβάσιος. Σύμφρονός του και ομότροπος υπήρξε και ο διάδοχός του στην ηγουμενία Ιερομάρτυς Καπίτων, από την Καλαμωτή, αυστηρός, ενάρετος και φίλεργος τον οποίο κατέσφαξαν οι Τούρκοι το 1822, μαζί με τους νέους Οσιομάρτυρες της Μονής, Σεραπίωνα, Καρύωνα, Κύριλλο, Νείλο, Σέριδο, Σαμουήλ, Νίκωνα, Άνθιμο, Νικόλαο, Σεραπίωνα και Γερμανό. Το Μοναστήρι της Παναγίας στα Ψαρά της Χίου ίσως να είναι κτίσμα Κολλυβάδων Πατέρων, γιατί ο ρυθμός του Ναού του είναι καθαρά Αγιορείτικος και κτίσθηκε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνος. Μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι κτίσθηκε από Ρουμελιώτες Κολλυβάδες.
Ο πνευματοφόρος Γέροντας Δανιήλ από τη Ζαγορά με τον υποτακτικό του, το μετέπειτα θαυματουργό Άγιο Αρσένιο της Πάρου, που καταγόταν από την Ήπειρο με το επώνυμο Σεργιάδης φεύγοντας από το Άγιον Όρος μέσω της Μονής Πεντέλης ήλθαν στην Πάρο και μάλιστα στις Μονές της Λογγοβάρδας και του Αγίου Αντωνίου στη Μάρπισσα. Από εκεί κατέληξαν στη Σίκινο και στη Φολέγανδρο, όπου δίδαξαν στη νεότητα τα χριστιανικά γράμματα και ο Αρσένιος χειροτονήθηκε Διάκονος. Στην παραμονή του στα αλίπληκτα αυτά νησιά ο θείος Αρσένιος γνωρίστηκε με το διαπρύσιο ιεροκήρυκα και όσιο πατέρα Κύριλλο τον Παπαδόπουλο, το γνήσιο Κολυβά και υπερασπιστή των πατρώων παραδόσεων, ο οποίος αξιώθηκε να κτίσει στην Πάρο δύο μοναστήρια, του Αγίου Γεωργίου στη Λαγκάδα και της Μεταμορφώσεως του Χριστού στο Δάσος. Μετά την κοίμηση του Γέροντος Δανιήλ ο Αρσένιος ήρθε στην Πάρο και συνάντησε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου της Λαγκάδας τον Ηπειρώτη Αρχιμανδρίτη και φλογερό ιεροκήρυκα Κυκλάδων Ηλία Γεωργιάδη, τον ομόζηλο του κολλυβαδικού φρονήματος του Οσίου Κυρίλλου του Παπαδοπούλου, τον οποίο διαδέχθηκε στην ηγουμενία. Με παρότρυνσή του έμεινε στην Πάρο, την οποία ανέδειξε παλαίστρα ασκητικών αγώνων και κολλυβαδικό κέντρο . Αργότερα στην Πάρο ήρθε ο Γέροντας Φιλόθεος Γεωργίου με τον υποτακτικό του Ιερόθεο Βοσυνιώτη και ανακαίνισαν την περίφημη Μονή της Λογγοβάρδας. Ο ιστορικός της Μονής Εμμανουήλ Σαγκριώτης χαρακτηρίζει τον Ιερόθεο «πράο και ταπεινό, επιεική και μακρόθυμο, ιλαρό και μειλήχιο, όπως και ο πνευματικός του πατέρας Φιλόθεος» . Τον Ιερόθεο διαδέχθηκε ο αδελφός του Φιλόθεος ο Βοσυνιώτης από την Επισκοπή Τεγέας Πελοποννήσου, «εις άκρον ζηλωτής των ιερών παραδόσεων», νέος κτίτορας της Μονής Λογγοβάρδας. Στο νησί αυτό ακόμη ασκήτευσαν ο Ιωάσαφ ο Πάριος και ο Σίλβεστρος ο Καισαρέας, ο οποίος αφίκετο στην Πάρο όταν γλύτωσε από τους δολοφόνους του πριν το μαρτύριο του Παϊσίου και του Θεοφάνους.
Στη Θήρα οι Κολλυβάδες Πατέρες ασκήτευσαν στην Ιερά Σκήτη στη θέση Κιόνι. Ο Αγάπιος Μοναχός ο Μεταξάς από την Κωνσταντινούπολη που είχε πρώτα καταφύγει στο Μοναστήρι της Ύδρας, ήλθε στη Θήρα το 1822 και στο Μοναστήρι της Ύδρας μαζί με εικόνα του οι επιγενόμενοι μοναχοί μετέφεραν από τη Θήρα τα ιερά του λείψανα. Ο Πορφύριος αργότερα το 1845 εξορίσθηκε από το Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ στη Σκιάθο, γιατί αρνιόταν να αποκηρύξει τις «Κολλυβάδικες δοξασίες του». Στη Σκιάθο κοιμήθηκε οσιακά στις 26 Μαρτίου του 1852.

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Όσιος Λεόντιος ο Μονεμβασιώτης(+11 Δεκεμβρίου)



Ο Όσιος Λεόντιος, γεννήθηκε στην Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα στη Μονεμβασία, γι' αυτό και του αποδόθηκε το επίθετο "ο Μονεμβασιώτης". Καταγόταν από πλούσια, θεοφιλή και ξακουστή οικογένεια. Ο πατέρας του Ανδρέας ήταν διορισμένος από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο διοικητής Πελοποννήσου. Ακριβή χρονολογία της γεννήσεως του Αγίου δεν έχουμε. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τα ιστορικά δεδομένα υποθέτουμε ότι γεννήθηκε πριν από το 1341 μ.Χ. .
Ο Άγιος έχοντας πολύ καλές προϋποθέσεις - καλή οικογένεια, θέση του πατέρα του - έλαβε καλές αρχές και ανατράφηκε με ευγενικά και χρηστά ήθη. Όταν ήλθε σε ηλικία δεκτική μαθήσεως, επιδόθηκε στη μάθηση, επιθυμώντας να αποκτήσει όχι απλώς τη γνώση, αλλά να φθάσει σε επιστημονική τελειότητα. Στη συνέχεια ο πατέρας του τον έστειλε στην Κων/λη για να συναναστραφεί με τους εκεί φιλοσόφους και να συνηθίσει τις βασιλικές υποθέσεις, ώστε να του είναι οικείες. Εκεί ο Άγιος ξεχώρισε για το ήθος του και τις γνώσεις του και απέκτησε την εκτίμηση των δασκάλων του και του Βασιλιά.
Στη συνέχεια, επιστρέφει στην Μονεμβασία, αφού εν τω μεταξύ είχε πεθάνει ο πατέρας του, με σκοπό να συμπαρασταθεί και να βοηθήσει τη μητέρα του Θεοδώρα. Κάνοντας υπακοή σ' αυτήν αναλαμβάνει την περιουσία της οικογενείας και παντρεύεται, ενώ η μητέρα του πηγαίνει σε μοναστήρι Ο Λεόντιος όμως από μικρό παιδί είχε μέσα του τον πόθο να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Έχοντας αυτή την κλίση λοιπόν έπεισε τη σύζυγό του να μείνει στο σπίτι, υπεύθυνη για όλα τα υπάρχοντά τους, μαζί με τα τρία παιδιά τους, ενώ ο ίδιος αποχώρησε από τον κόσμο.
Αρχικά πήγε και υποτάχθηκε σ' έναν ασκητή που ονομαζόταν Μεννίδης, από τον οποίο και εκάρη μοναχός με το όνομα Λεόντιος (το κοσμικό του όνομα ήταν Λέων.) Ο Άγιος επιδόθηκε σε ασκητικούς αγώνες, που τον οδήγησαν σε μεγάλο ύψος αρετής. Επειδή όμως επιζητούσε περισσότερα, αναχώρησε για το Άγιο Όρος, όπου και συνέχισε την ασκητική ζωή του. Η μεγάλη ταπείνωσή του, τον έκανε να υποτάσσεται σε όλους, γι' αυτό και όλοι του απέδιδαν μεγάλη τιμή. Αυτό το γεγονός τον έκανε να εγκαταλείψει και το Άγιο Όρος, και να πάει στο όρος Κλωκόν του Γέροντος, πάνω από το Αίγιο, όπου και έφθασε σε τέλεια απάθεια και την ενέργεια θαυμάτων.
Εξ' αιτίας των θαυμάτων, της χάρης και της αρετής του, αποφάσισαν οι βασιλόπαιδες Θωμάς και Δημήτριος να χτίσουν στον τόπο της ασκήσεώς του, ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλα οικοδομήματα, ώστε συγκροτήθηκε μοναστήρι.
Σ' αυτό ο Όσιος, σε ηλικία 75 ετών, παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό, αφού προηγουμένως είχε δει αγγέλους να τον καλούν από τη γη στον ουρανό.
Το άγιο λείψανο του βρίσκεται στο σπήλαιο της ασκήσεως του και παρέχει άφθονα ιάματα, σ' όσους προστρέχουν σ' αυτό με πίστη.
Η μνήμη του, τιμάται στις 11 Δεκεμβρίου.

Ο Άγιος νεομάρτυς Δαμασκηνός του Γκαμπροβο ο Χιλανδαρινός



Καταγόταν από το χωριό Γάμπροβο της επαρχίας Τυρνόβου της Βουλγαρίας.
Ήλθε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στην Ι. Μ. Χιλανδαρίου. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερομόναχος και εξελέγη και προηγούμενος της Μονής.
Εστάλη κάποτε από τους πατέρες της Μονής στη Βουλγαρία ,στο Σφιστόβι, όπου η Μονή είχε μετόχι, για να συγκεντρώσει κάποια έσοδα για τη Μονή.
Ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ζήτησε από κάποιους Τούρκους να του επιστρέψουν χρήματα τα οποία τους είχε δανείσει . Εκείνοι, άδικοι και κακότροποι , σκέφτηκαν όχι απλώς να μην επιστρέψουν τα δανεικά αλλά και να του αποσπάσουν και όσα άλλα είχε συγκεντρώσει.