Πρωτοσύγκελλος Ευθύμιος Τανάσε Μοναστήρι Αγαπία νομού Νεάμτς
(1884-1970)
(1884-1970)
Ένας
από τους πιο φημισμένους Πνευματικούς στην μονή Αγαπία ήταν ο π.
Ευθύμιος Τανάσε. Στο πρώτο μέρος της ζωής του δοκιμάσθηκε συχνά από
διάφορα είδη πειρασμών.
Γεννήθηκε
στην κοινότητα Βάλεα Σεάκα του νομού Μπακέου. Ήταν πριν παντρεμένος και
είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Μετά από πέντε χρόνια συζυγίας, το 1915,
απεφάσισαν με την σύζυγο του να υπάγουν σε μοναστήρια. Αυτός επήγε στην
σκήτη Συχάστρια και εκείνη στην σκήτη Μπουτσιουμένι-Τεκούτσι. Αλλά τότε
ήλθε ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο αδελφός Ιωάννης -αυτό ήταν το
βαπτιστικό του όνομα-επιστρατεύθηκε στο μέτωπο του Μπαραγκάν. Το 1917,
στην ακμή του πολέμου, αυτός εδιάβασε την Παράκλησι της Θεοτόκου από το
Προσευχητάριο. Μία σφαίρα διεπέρασε το βιβλίο των προσευχών του, που το
είχε στο τσεπάκι, δεξιά της καρδιάς του. Κινδύνευσε να χάση την ζωή του.
Τραυματίσθηκε σοβαρά, αλλ' ως εκ θαύματος, δεν απέθανε.
Μαζί
με άλλους τραυματίες μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου συχνά ερχόταν και
τούς παρηγορούσε ο π. Βικέντιος Μαλάου. Μετά την εγχείρησι που τού
έγινε, ο πατήρ τον παρηγόρησε και του άφησε μία προφητεία:
-Να
έχης πίστι, αδελφέ Ιωάννη. Θα γίνης καλύτερα. Κατόπιν θα έλθης στο
μοναστήρι Σέκου, όπου είμαι κι εγώ, και θα γίνης και εσύ ιερεύς. Και
πράγματι, με την βοήθεια του Θεού, το καλοκαίρι του 1918 ο Αδελφός αυτός
ήλθε στο μοναστήρι Σέκου. Ο πρώτος που συνάντησε ήταν ο π. Βικέντιος, ο
οποίος και τον δέχθηκε με πολλή χαρά.
Στις
9 Σεπτεμβρίου 1918 εκάρη μοναχός ο Ιωάννης λαβών το όνομα Ευθύμιος με
την συμβουλή και ευλογία του π. Βικέντιου. Τον Απρίλιο του 1919
χειροτονήθηκε ιερεύς κι έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του πνευματικού του
πατρός.
Ομοίως και η πρώην σύζυγός του εμόνασε στην σκήτη Μπουτσιουμένι, όπου το 1920 άλλαξε τα κοσμικά ρούχα με τα καλογερικά.
Το
έτος 1923 ο ιερομόναχος Ευθύμιος χειροθετήθηκε και Πνευματικός και
εστάλη στην μονή Αγαπία σαν Πνευματικός και λειτουργός των μοναζουσών.
Εδώ η πανοσιότης του επρόσθεσε πόνους ασκητικούς επάνω σε άλλους πόνους
βοηθώντας τον εαυτό του και τους άλλους. Συμμετείχε σε όλες τις
ακολουθίες σαν λειτουργός και επιτελούσε τις ιερές ακολουθίες με φόβο
Θεού και ευλάβεια.
Το
1933 απέθανε ο γιος του και ετάφη στην μονή Αγαπία. Μετά από πέντε
χρόνια απέθανε και η κόρη του, η οποία είχε γίνει μοναχή στην μονή
Μπίστριτσα του νόμου Βίλτσεα. Έτσι ο π. Ευθύμιος έμεινε μόνος, χωρίς τα
παιδιά του.
Τον
Μάρτιο του 1940 μετεκόμισε μαζί με τον Πνευματικό του, τον π. Βικέντιο,
σ' ένα μικρό μοναστήρι του νόμου Μπάνατ. Εκεί δεν έμεινε πολύ και
επέστρεψε πάλι σαν Πνευματικός στο μοναστήρι Βαρότεκ, στο Αγαπία, στην
μονή Συχαστρία και Βίρνοβα. Μετά από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά
στην μονή Παλαιά Αγαπία. Εδώ διανύει το τελευταίο τμήμα της ζωής του.
Συνεχίζει τούς αγώνες του και αναδεικνύεται ένας αληθινός απόστολος του
μοναχισμού και της Εκκλησίας του Χριστού μας, θυσιάζοντας την ζωή του
μέχρι τελευταίας του ρανίδος.
