Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892 - 1974)


Γεννήθηκε, ο φιλόθεος, φιλάγιος και φιλάδελφος αυτός υποδειγματικός κοινοβιάτης, στο χωριό Αθάνατο της Λάρισας το 1892. Δεν είχε κλείσει τα είκοσι χρόνια του, όταν ανήλθε στον θεσπέσιο Άθωνα, για ν’ αγωνισθεί ισόβια για την κατάκτηση της θεοΰφαντης αρετής.
Το 1911 εισέρχεται στη μάνδρα του προστάτη των μοναχών Τιμίου Προδρόμου, που ίδρυσε ο όσιος Διονύσιος (†1388), και συγκαταλέγε­ται στη διακρινόμενη για τους ασκητικούς της αγώνες αδελφότητα της μονής Διονυσίου. Διήλθε διάφορα διακονήματα της μετανοίας του με ζήλο και αγάπη. Διακρίθηκε περισσότερο ως ανύστακτος τυπικάρης, επιμελής βιβλιοθηκάριος και πρόθυμος νοσοκόμος. Αγάπησε ολόψυχα τη θεία λατρεία, τη μελέτη και τη διακονία των νοσούντων αδελφών.
Υπήρξε μοναχός πολυτάλαντος, με κατάρτιση κι ευφυΐα, που δεν τον απομάκρυνε όμως από την υπακοή και την ταπείνωση. Η σοφία και η σύνεσή του τον έκαναν ν’ αγαπήσει πολύ την προσευχή. Αναδείχθηκε μυστικός εργάτης της νοεράς προσευχής. Δίδασκε και με τη σιωπή του. Έκρυβε μέσα στην καθαρή ψυχή του ένα πολύτιμο πνευματικό θησαυ­ρό. Οι συμμοναστές του δεν είχαν πολλά λόγια να σου πουν. Αρκούνταν σε λόγια στερεότυπα, αλλά που έλεγαν πολλά: ησυχαστικός τύπος, σι­ωπηλός μοναχός, υπάκουος κοινοβιάτης, ταπεινός, απλός και καλός.
Ο Γέροντας Χερουβείμ της μονής Παρακλήτου στις αναμνήσεις του από το Περιβόλι της Παναγίας, όταν τον είδε το 1938, γράφει γι’ αυτόν: «Η σεμνή και ταπεινή του εμφάνισις απεκάλυπτε χαρακτήρα εξαιρε­τικά πειθαρχημένο. Ο ντορβάς, το καθαρό του ράσο, τα χονδρά κοινοβιάτικα παπούτσια, οι άσπρες μάλλινες κάλτσες, ο μάλλινος σκούφος το μαρτυρούσαν. Ένιωσα μέσα μου μία έντονη επιθυμία να γνωρισθώ μαζί του, διαισθανόμενος ότι πρόκειται περί ευλαβούς μοναχού … Το πρόσωπό του έλαμπε σαν αγγέλου. Ο τόνος της φωνής του και οι σταθερές απαντήσεις του στα ατελείωτα ερωτήματά μου με είχαν συνεπάρει … Η δίψα του για την ζωή της αγιότητος, για την άσκηση, την μόνωση και την ησυχία τον κατέτρωγε. Είχε φέρει μάλιστα σε δύσκολη θέση και το μοναστήρι με τις υψηλές ασκητικές του τάσεις. Η ζωή τέ­τοιων ανθρώπων είναι ένα φως, που μετά τον θάνατό τους λάμπει πολύ περισσότερο, όπως το φως των αγίων του Θεού …».
Ο συνοδός του Γέροντος Χερουβείμ ιερομόναχος Αθηναγόρας γρά­φει περί του Γέροντος Λαζάρου: «Η πρώτη μου εντύπωσις ήταν ότι επρόκειτο για μια αιθέρια ψυχή! Αληθινός κοινοβιάτης, μοναχός, που πετούσε σ’ εκείνο το Περιβόλι σαν πεταλούδα και με τα δυό της φτε­ρά. Το ένα: την κοινοβιακή ζωή και το άλλο: την κεκρυμμένην εν τω Χριστώ ζωή ημών. Όποιος κατορθώνει να καλλιεργή και τις δύο αυτές διαστάσεις, στον μοναχισμό, απ’ ό,τι ξέρουμε και διαβάζουμε, έχει μπει στον δρόμο του ουρανού. Θυμάμαι, όταν μας πήγε στο μικρό και ασκητικό του κελλάκι, “Αυτό είναι, μας είπε, το παλατάκι μου”. Μακαρία ψυχή!».
Η φιλοθεΐα, φιλαγιότητα και φιλαδελφία του φαίνεται και σε τέσσερις ογκώδεις χειρόγραφους τόμους, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη της μονής του. Μέρος των θαυμαστών Διονυσιάτικων Διηγήσεων η μονή του περιέλαβε σε βιβλίο, στον πρόλογο του οποίου αναφέρει: «Παραδίδει εις το φιλάγιο πλήρωμα της Εκκλησίας μία συλλογή εκ των κατα­λοίπων χειρογράφων του ευλαβεστάτου τέκνου της μοναχού Λαζάρου, με τον τίτλο Διονυσιάτικαι Διηγήσεις. Ο αείμνηστος μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, ως φίλεργη μέλισσα, συνέλεξε πνευματική γύρι από εύο­σμες ψυχές, αξιόλογες διηγήσεις, θαύματα και εμφανίσεις αγίων, τα οποία συνέβησαν εις τους συγχρόνους του, γινόμενος με αυτόν τον τρό­πο εστιάτωρ μιας, άγνωστης στους πολλούς, πνευματικής τραπέζης… Ακούραστος αγωνιστής, υπάκουος, φιλόπονος και ποιητικός στην φύση, κατεγίνετο με την εργασίαν των αρετών, ιδιαίτερα με την νοεράν προ­σευχήν, την ευχήν του Ιησού, η οποία είναι πρόξενος κάθε πνευματικού αγαθού. Ετύγχανε πολλής εκτιμήσεως μεταξύ των πατέρων της Μονής, που έσπευδαν να τον συμβουλευθούν διά τα προβλήματά των, ευρίσκοντας πολλήν παρηγορίαν εις τους λόγους του …». Στις ασθένειες του ιατρούς του είχε τους αγίους. Ανεπαύθη τον ύπνο του δικαίου στις 24.12.1974. Όπως ωραία είπαν: «Μακαριστέ Γερο-Λάζαρε, η ζωή σου μακαρία, η προσφορά σου μεγίστη, η μνήμη σου αιωνία».
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας, Νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 36-38 και 46-57. Ανώνυμου, Διονυσιάτικες Διηγήσεις, Ο Όσιος Γρηγόριος 9/1984, σσ. 45-46. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 5-9. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη αρχιμ.. Όσα δεν παίρνει ο άνεμος, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 114.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.887-890 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Εφραίμ ιερομόναχος Διονυσιάτης (1913 - 1993)


Ο κατά κόσμον Ευριπίδης Ματάνης γεννήθηκε στη Μεσορώπη της Καβάλας το 1913. Προσήλθε στη μονή Διονυσίου το 1949, όπου εκάρη μοναχός το 1950. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1951, πρεσβύτερος το 1954 και προχειρίσθηκε Πνευματικός το 1976. 
Διετέλεσε ηγούμενος (1976-1979) μετά την παραίτηση του Γέροντός του Γαβριήλ (†1983).
Κατόπιν μόνασε, από το 1982 ήσυχα, ειρηνικά και φιλάδελφα στην Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου της Νέας Σκήτης, ασχολούμενος και με τη ραπτική. 
Ένα έτος προ της εκδημίας του περίπου επέστρεψε στη μονή της μετανοίας του. Γηροκομούμενο στο νοσοκομείο της μονής, τον επισκέφθηκε ένας ιατρός και μεταξύ άλλων του είπε ο αξιομακάριστος Προηγούμενος: «Αγαπώ τον θάνατο, δεν τον φοβάμαι». Πράγματι, όπως έλεγε ο Γέροντάς μας, Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, σε μία κηδεία μοναχού: «Εμείς οι μοναχοί γι’ αυτή τη στιγμή ζούμε».
Ο ίδιος ιατρός γράφει για τον Γέροντα Εφραίμ Διονυσιάτη:
«Ταπεινός δούλος του Θεού, που όσοι τον γνώριζαν τους πλημμύριζε με μία ουράνια ευλογία. Η άυλη φυσιογνωμία του εξέπεμπε τέτοιο φως γαλήνης που σε μεταμόρφωνε ελαφρό σαν πουλί. Και μέσα από την ταπεινότητά του ξεπηδούσε μία σοφία. Όταν ερχόμουν στο Άγιον Όρος, έμενα αρκετές μέρες μαζί του κουβεντιάζοντας βέβαια, για τί άλλο; Για τον μοναχικό βίο, γι’ αυτό το ανερμήνευτο μυστήριο, που δεν υποτάσσεται σε λογικά μέτρα, γιατί, βέβαια, ο μοναχικός βίος είναι ιδέα, είναι πνεύμα, είναι ελευθερία, είναι ζωή. Τα λόγια του έβγαιναν από μια εσωτερική ανάταση μιας αληθινά θρησκευόμενης ψυχής, όχι από δογματική ακαμψία, αλλά αυθόρμητα. Άγιε Γέροντα, φρόντιζε για μας τους αμαρτωλούς και στέλνε την ευλογία σου στην ανούσια και συμβατική ζωή μας». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 21.12.1993. 
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ανεπαύθησαν εν Κυρίω, Πρωτάτον 45/1994, σ. 245. Νικολάου Μαυρομάτη, Ύστατος χαιρετισμός του Γέροντος Εφραίμ Διονυσιάτου, Πρωτάτον 46/1994, σσ. 276-277.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1357 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Ιγνάτιος μοναχός Διονυσιάτης (1889 - 1953)


Ο μακάριος αυτός μοναχός γεννήθηκε στο χωριό Οχθονιά πλησίον της Χαλκίδος Ευβοίας. Μικρός εργάσθηκε στα μεταλλεία Λαυρίου Αττικής. Προσήλθε στη μονή Διονυσίου το 1914.
Η μοναχική του ζωή ήταν άμεμπτη. Η κάθε διακονία του υπήρξε επιμελής, φιλότιμη, πρόθυμη, τίμια και φιλόκαλη. Διεκρίνετο για την πνευματική του καθαρότητα, τη γνήσια ταπεινοφροσύνη, την πλούσια αδελφική αγάπη. 
Κατά τον παραδελφό του Λάζαρο († 1974): «Εις όλους υπήρχεν ο παρήγορος σύμβουλος και οδηγός και στηριγμός, πράγμα το οποίον και εγώ απήλαυσα κατά την περίοδον της τριετούς δοκιμασίας μου εν τη Μονή ως αρχαρίου… Όλη του η ζωή υπήρχε μία συνεχής άσκησις και αγών προς αγιασμόν ψυχής και σώματος. Εφύλαξε την υπακοήν μέχρις αυτού του θανάτου». Διακόνησε στο μετόχι του Μονοξυλίτη, ως παραγουμενιάρης, δοχειάρης, τραπεζάρης, αρχοντάρης και κηπουρός.
Με την υπομονή, επιμονή κι εργατικότητά του είχε κάνει το άγριο βουνό ωραίο περιβόλι, καρποφόρο ελαιώνα. Με τα εργαλεία του πήγαινε και ξεχέρσωνε τα ρουμάνια. Τις αγριελιές τις μπόλιαζε κι έφτιαχνε χρήσιμες ξερολιθιές στις απότομες πλαγιές απέναντι της μονής. Άφησε εποχή για τη φιλοπονία του, που ήταν πάντοτε συνδυασμένη με την αγάπη και την ταπείνωση.
Μοναχό που τον είδε να διαβάζει κοσμική εφημερίδα αδελφικά του είπε: «Ως φαίνεται, δεν κατάλαβες πόσον βλάπτεται ο καλόγερος από το διάβασμα των εφημερίδων, γεμίζει ο νους του και μολύνεται με τα βλαβερά και άχρηστα αναγνώσματα, αλλά πόσον κερδισμένοι είναι αυτοί που καταγίνονται εις την ευχήν, οποίαν γλύκαν, ευχαριστίαν και απόλαυσιν αισθάνονται». Συνεχίζει ο π. Λάζαρος: «Ο έρως και η φλόγα, που άναβεν εις την καρδιά του από την νοεράν προσευχήν, την οποίαν διηνεκώς έλεγεν, ηνάγκαζαν αυτόν, κατά την ακολουθίαν του όρθρου, μετά τον εξάψαλμον, να ανεβαίνη εις το παρεκκλήσιον των Αρχαγγέλων. Εκεί προσηύχετο κατά μόνας νοερώς και όταν εψάλλετο η ενάτη ώδή: “Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ τότε κατέβαινεν εις την εκκλησίαν και εθυμιάζετο».
Προαισθάνθηκε το τέλος του και το είπε σε παραδελφό του: «Σύντομα θα ψαλλεί το “Μακαρία η οδός. Λόγω σοβαρής ασθένειας διεγνώσθη φυματική μηνιγγίτιδα απεβίωσε σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Αυτόπτης έγραφε σε σεβάσμιο αδελφό της μονής: «Είδον έως τώρα πολλά νεκρά λείψανα, αλλά του αδελφού Ιγνατίου εφαίνετο ως ζωντανού ανθρώπου. Το πρόσωπόν του έλαμπεν». Το αυτό είπε στον ηγούμενο Γαβριήλ, αργότερα και ο νεκροθάπτης: «Κατά τον χρόνον της κηδείας και ενταφιασμού, το πρόσωπον του αποθανόντος αδελφού δεν ήτο ως τα συνήθη των νεκρών, αλλά έλαμπεν, ως να ήτο ζών». Ετάφη παρά το παρεκκλήσι της Αγίας Φωτεινής στο νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων Θεσσαλονίκης. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 7.6.1953.
Ο ηγούμενος Γαβριήλ είπε πως συνάντησε τον μοναχό Σεραπίωνα, τελευταίο ενάρετο Γέροντα ασκητή της σκήτης της Νέας Θηβαΐδος, και του είπε πως όταν πληροφορήθηκε την εκδημία του μοναχού Ιγνατίου, προσευχόταν επί δεκαπενθήμερο για την ανάπαυση της ψυχής του, γιατί όταν ήταν στον Μονοξυλίτη τον είχε βοηθήσει σημαντικά. Του είπε ακριβώς ο Σεραπίων: «Βλέπω και γίνεται εις το κελλί μου μία λάμψις μεγάλη από φως και συγχρόνως βλέπω και τον αδελφόν Ιγνάτιον ζώντα, χαροποιόν, φωτεινόν, όστις υποκλιθείς ενώπιόν μου, μετ’ αγάπης και σεβασμού μοι είπεν: “Ευχαριστώ σοι, πάτερ Σεραπίων, ευχαριστώ διά την αγάπην σου· παρακαλώ σε μή κοπιάζης πλέον δι’ εμέ, διότι ο Πανάγαθος Κύριος με έσωσε και είμαι πολύ καλά, ευτυχής και μακάριος μετά των σεσωσμένων αγίων”».
Μετά τριετία ο ηγούμενος Γαβριήλ μετέβη στη Θεσσαλονίκη για την ανακομιδή των λειψάνων του. Κατ’ αυτή τα οστά ήταν κατακίτρινα και ευωδιάζοντα. Κατά τη μετακομιδή της κάρας του στη μονή και την τέλεση μνημοσύνου πολλοί πατέρες ασπαζόμενοι αυτήν αισθάνθηκαν ευωδία και θερμότητα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Λαζάρου Διονυσιάτου μονάχου, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 127-135.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 497 – 499

Γεννάδιος μοναχός Διονυσιάτης (1881 - 1933)



Γεννήθηκε στα Ακούμια Αγίου Βασιλείου Ρέθυμνου Κρήτης το 1881, ο κατά κόσμον Γεώργιος Αντωνίου Σταματεράκης. Νέος κοινοβίασε στη μονή Διονυσίου, την οποία αγάπησε και διακόνησε με ζήλο ισόβια, από το 1902. Το 1905 εκάρη μοναχός.
Έκανε οικονόμος και παροικονόμος στα μετόχια της μονής, στην ίδια τη μονή, καθώς και παραγουμενιάρης. Ηταν ένας μοναχός ταπεινός, ανυπόκριτος, πράος και καλοκάγαθος. Ο παραδελφός του Λάζαρος με ζωηρά λόγια μιλά για την ενάρετη ζωή του με ωραίο τρόπο: Από κοιλίας μητρός ήτο προορισμένος διά τον Παράδεισον. Σπάνιον φαινόμενον μοναχικής καλλονής διά την χρονικήν μας περίοδον. Ήτο πεπληρωμένος ταπεινοφροσύνης και αγάπης και πίστεως, εξ ων πηγάζει ο αρμαθός των ποικιλώνυμων αρετών. Ποιαν αρετήν να ήθελες και να μη την είχεν ο τρισμακάριος».
Συνεχίζει ο μακάριος παραδελφός του Λάζαρος με λίγα λόγια να λέγει πολλά: Τον αγαπούσαν όλοι «διά τας περικοσμούσας αυτόν μοναχικός αρετάς… Τις να ενθυμηθεί και να μη θαυμάση την επί ολόκληρον δωδεκαετίαν διαβίωσίν του εις το εν πλήρει μεσημβρία ολοσκότεινον κελλίον του; Μήπως δεν είχε άλλον κελλίον ευήλιον, φωτεινόν, καθαρόν; Επροτίμα όμως να μένη εις το σκοτεινόν διά να είναι πλησίον του γέροντος καθηγουμένου και να τον εξυπηρετή εις τας αναγκαίας του χρείας, ύπαρχων πανέτοιμος και πάντοτε παρών.
»Τις δεν ενθυμείται τας διδακτικός του κατηχήσεις και σύμβουλός, οσάκις επηγαίναμεν και του εζητούσαμεν κάτι από την αποθήκην; Όλα, όσα έχουν τώρα οι επίτροποι και τα διανέμουν, ήσαν πριν εις του ηγουμενιάρη Γενναδίου τα καθήκοντα. Και αυτός ο μακάριος, προτού μας δώση το ζητούμενον, εξηρεύγετο λόγους αγαθών από μυχίων της καρδίας του, ο, τι η Χάρις του έδιδε λαλείν εκάστω κατά την ίδιαν δύναμιν και κατάστασιν…».
Ανεπαύθη από τους πολλούς κόπους του στις 17.6.1933 στη μονή της μετάνοιας του σε ηλικία 52 ετών.
Πηγές–Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, ‘Άγιον ’Όρος 1988, σσ. 113-114. Αντωνίου Έ. Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 37-38.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1956-1983, σελ. 22-23, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Κοιμήθηκε ο Γέροντας Στέφανος της Συνοδείας των Δανιηλαίων




Έγινε προ ολίγου γνωστή η αγγελία της κοιμήσεως του γέροντος Στεφάνου της αδελφότητος των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια του Αγ. Όρους.
.......Ο μακαριστός γέρων καταγόταν από το Παλαιοχώρι της περιοχής του Παγγαίου. Σε νεαρή ηλικία, το 1947, αναχώρησε για τον ασκητικό βίο στην Αθωνική Πολιτεία μαζί με τον κατά σάρκα αδελφό του Γρηγόριο και τους συντοπίτες του Δανιήλ και Ακάκιο, εντασσόμενοι στο Ι. Κελλίον των Δανιηλαίων μοναχών. Εκεί ακολούθησε τα διακονήματα της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής τέχνης, που καλλιεργούσε η Συνοδεία, στα οποία μάλιστα διακρίθηκε. Υπενθυμίζεται ότι ειδικά η άσκηση στη βυζαντινή μελωδία θεμελιώθηκε από τον ξακουστό γέροντα του Κελλίου Δανιήλ, ο οποίος ήταν ακόλουθος της μελωδικής Σμυρναΐικης Σχολής. Ο μακαριστός πατήρ ήταν γνωστός για το πράο και νηφάλιο του χαρακτήρα του.


Ο γ. Στέφανος, μαζί με τους λοιπούς Πατέρες της Συνοδείας, διακρίθηκε σε πλείστες λατρευτικές ακολουθίες του Αγ. Όρους (πανηγύρεις, αγρυπνίες κ.λπ.), τις οποίες ελάμπρυνε με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα της φωνής του. Είναι δε εξόχως χαρακτηριστικό, ότι καίτοι σε προβεβηκυία ηλικία συμμετείχε αφενός στις εκδηλώσεις του Συνεδρίου που διοργάνωσε η “Πεμπτουσία” κατά τον παρελθόντα Οκτώβριο, επί τη επετείω των 200 ετών τς λεγομένης Νέας Μεθόδου.
.......Αφετέρου, ότι κυριολεκτικά “έπεσε μαχόμενος”: συμμετέχοντας στην ι. αγρυπνία επί τη μνήμη του αγ. Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων στο πλησίον Ι. Κελλίον των Γερασιμαίων, ένιωσε αδιαθεσία κατά τη διάρκεια της Λιτής. Μετεφέρθη σύντομα στο Κελλί του, αλλά σύντομα παρέδωσε το πνεύμα του, “εις Ον ηγάπησεν”. Το σεπτό του σκήνωμα ακολούθως μετεφέρθη στην εγγύτερα ευρισκόμενη Ι. Μονή Αγ. Παύλου, καθώς αύριο το πρωί θα ψαλεί η εξόδιος ακολουθία κατά το αγιορείτικο τυπικό. Εν συνεχεία θα επανέλθει στο κοιμητήριο της μετανοίας του (με μουλάρια, λόγω της κακοκαιρίας), για τον ενταφιασμό του.
.......Στεφάνου μοναχού του Αγιορείτου αιωνία η μνήμη! 
http://www.pemptousia.gr

Στέφανος μοναχός Δανιηλαίος (1943 - 2015)


Ετήσια μνήμη Γέρ. Στέφανου της Συνοδείας των Δανιηλαίων
Ο μακαριστός γέρων Στέφανος καταγόταν από το Παλαιοχώρι της περιοχής του Παγγαίου, περιοχή φημισμένη για την ιεροψαλτική της παράδοση. Σε νεαρή ηλικία, το 1947, αναχώρησε για τον ασκητικό βίο στην Αθωνική Πολιτεία μαζί με τον κατά σάρκα αδελφό του Γρηγόριο και τους συντοπίτες του Δανιήλ και Ακάκιο, εντασσόμενοι στο Ι. Κελλίον των Δανιηλαίων μοναχών.
Εκεί ακολούθησε τα διακονήματα της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής τέχνης, που καλλιεργούσε η Συνοδεία, στα οποία μάλιστα διακρίθηκε. Υπενθυμίζεται ότι ειδικά η άσκηση στη ψαλτική τέχνη θεμελιώθηκε από τον ξακουστό γέροντα του Κελλίου Δανιήλ, ο οποίος ήταν ακόλουθος της μελωδικής Σμυρναΐικης Σχολής. Ο μακαριστός πατήρ ήταν γνωστός για το πράο και νηφάλιο του χαρακτήρα του.
Ο γ. Στέφανος, μαζί με τους λοιπούς Πατέρες της Συνοδείας, διακρίθηκε σε πλείστες λατρευτικές ακολουθίες του Αγίου Όρους (πανηγύρεις, αγρυπνίες κ.λπ.), τις οποίες ελάμπρυνε με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα της φωνής του. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του επεδείκνυε απαράμιλλη αντοχή και υπομονή στις μεγάλες πανηγυρικές αγιορειτικές ολονυκτίες.
Είναι δε εξόχως χαρακτηριστικό, σε αυτήν την προβεβηκυία ηλικία συμμετείχε αφενός στις εκδηλώσεις του Συνεδρίου που διοργάνωσε η “Πεμπτουσία” κατά τον παρελθόντα Οκτώβριο (2014), επί τη επετείω των 200 ετών της λεγομένης Νέας Μεθόδου.
Αφετέρου, ότι κυριολεκτικά “έπεσε μαχόμενος”. Συμμετέχοντας στην ιερά αγρυπνία επί τη μνήμη του αγ. Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις στο πλησίον Ιερό Κελλίον των Γερασιμαίων, ένιωσε αδιαθεσία κατά τη διάρκεια της Λιτής. Μετεφέρθη σύντομα στο Κελλί του και εν συνεχεία στις Καρυαίς για να του παρασχεθεί ιατρική φροντίδα. Παρέδωσε το πνεύμα του, “εις Ον ηγάπησεν” και αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του τη στιγμή που ηχούσε η καμπάνα του Πρωτάτου για την ακολουθία του Εσπερινού, ανήμερα του αγίου Αντωνίου.

Κορνήλιος Ιεροδιάκονος Γρηγοριάτης (1924 - 1951)


Ο κατά κόσμον Χαράλαμπος Θεοδώρου Καραμαντζάνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Γόνος πολύτεκνης και φτωχής οικογένειας. Αδελφό είχε τον ιερομόναχο Αθηναγόρα Ολυμπίτη.
Το 1944 έφυγε κρυφά από το σπίτι του για το Άγιον Όρος. Στις 17.8.1945 προσήλθε στην ιερά μονή Γρηγορίου. Το 1946 εκάρη μοναχός και στις 29.10.1946 χειροτονήθηκε διάκονος από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο. Ήταν πολύ αγαπητός απ’ όλη την αδελφότητα και περισσότερο από τον ηγούμενό του Βησσαρίωνα (†1974). Ήταν και καλός ιερορράπτης.
Από μικρός είχε αρκετά φιλάσθενη κράση. Έπασχε από οξεία μυοκαρδίτιδα και ρευματισμούς. Το τέλος του ήταν οσιακό. Είχε ετοιμασθεί με το μυστήριο του θείου και ιερού Ευχελαίου και τη συχνή θεία Κοινωνία.
Ανεπαύθη κατά την αγρυπνία της δεύτερης πανηγύρεως της μονής, της αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, όπου εκεί φυλάγεται μεγάλο μέρος των τίμιων και χαριτόβρυτων λειψάνων της, στις 29.10.1951, ημερομηνία κατά την οποία προ πενταετίας είχε χειροτονηθεί.
Την ίδια ημέρα κηδεύτηκε κι ετάφη προεξάρχοντος πάλι του μητροπολίτου Ιεροθέου, μέσα σ’ ένα κλίμα βαθιάς συγκινήσεως.
Ο ηγούμενος Βησσαρίων έγραφε προς την αδελφή τού μακαριστού Κορνηλίου: 
(1908-1974)
(Φωτογραφία: 1953)
σε αγιορείτικη πανήγυρη
(Φωτ. περίπου στο 1950)
«Μετά μεγάλης λύπης μου και σπαραγμού καρδίας σας αναγγέλλω ότι το λατρευτόν πνευματικόν μου τέκνον και αγαπητός σας αδελφός Κορνήλιος ιεροδιάκονος εξεδήμησε προς Κύριον χθες λίαν πρωίαν και η κηδεία του εγένετο αυθημερόν. Δυστυχώς όλως αποτόμως προσεβλήθη κεραυνοβόλως η καρδιά του και δεν προλάβαμε να τον μεταφέρωμεν εις Θεσσαλονίκην, καθόσον οι ιατροί απηγόρευσαν την μεταφοράν του ως λίαν επικίνδυνον διά να μη μείνη εις τον δρόμον … Στο τέλος του είδε την αγίαν Αναστασίαν και εφώναξε εις τους αδελφούς που τον περιποιούντο: “Δεν βλέπετε αυτήν την νέα γυναίκα που ήλθε και μου έφερε καινούργια ρούχα και πήρε τα δικά μου τα παλιά;” και σε 5 λεπτά της ώρας ξεψύχησεν ανώδυνα σαν το πουλάκι».
Ο αδελφός του π. Αθηναγόρας έγραφε γι’ αυτόν: «Κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας έκλεισε τα μάτια του και εκοιμήθη εν Κυρίω, φτερουγίζοντας για τον Παράδεισο, αφού προηγουμένως -κατά την μαρτυρία του Ηγουμένου- είδε εν οράματι την Αγία Αναστασία “να του φέρνη ρούχα καινούργια και λευκά, παίρνοντας τα δικά του τα παλιά”! Η εξόδιος ακολουθία έγινε από τον Αρχιερέα Ιερόθεο, εν μέσω γενικής συγκινήσεως των Πατέρων. Τον έκλαυσαν πολύ όλοι. Τους ήταν πολύ αγαπητός, όπως έλεγαν και σε μένα, όταν αργότερα αρκετές φορές επισκέφθηκα την Μονή. Ας είναι η μνήμη του αιώνια και η μακαρία ψυχούλα του ας συγχορεύει μετά των Αγγέλων και των Αγίων».
Ο διακο-Κορνήλιος Γρηγοριάτης είναι ο νεότερος μοναχός του παρόντος Γεροντικού. Εκοιμήθη μόλις 27 ετών. Τον άρπαξε ο ουρανός ίνα μη η κακία του παρόντος κόσμου αλλάξει τη σύνεσή του.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη αρχιμ., Όσα δεν πήρε ο άνεμος…, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 106-110.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ..461-462, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.