Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ Ι.Μ. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΆΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ.


Εικόνα

ΑΡΧΙΜ. ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΧΟΝΤΟΥ

Η Χρυσάνθη Στρογγυλού ήταν μια τυφλή κρητικοπούλα που ακολούθησε τον Άγιο Νεκτάριο από την Αθήνα στην Αίγινα.
Γεννήθηκε το 1867 στα Χανιά της Κρήτης, όταν έβραζε η κρητική επανάσταση για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό. Σε ηλικία 9 μηνών έχασε το φως της από μηνιγγίτιδα. Οι γονείς της Νικόλαος και Μαρία, ευσεβείς άνθρωποι την φώτισαν με το χριστιανικό φως. Έτσι όταν η τυφλή Χρυσάνθη ήρθε στην Αθήνα, φιλοξενήθηκε από ευσεβείς οικογένειες και χάρη στην πνευματική της καλλιέργεια αγαπήθηκε απ΄ όλους. Πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία, στους Ταξιάρχες, στο Πολύγωνο. Φορούσε καλογερικά. Εκεί τη συναντούσε η Αικατερίνα Ματθοπούλου, ευσεβής και εύπορη. Ήταν νύφη του π. Ευσεβίου Ματθόπουλου. Εκεί σύχναζε η ευσεβής κόρη όπου και εγνώρισε τον Άγιο Νεκτάριο, που είχε επισκεφθεί τον σπίτι της κ. Ματθοπούλου μετά από ένα μνημόσυνο. Από τότε η κ. Χρυσάνθη με μια ομάδα καλών κοριτσιών είχαν για πνευματικό τους πατέρα τον Άγιο Νεκτάριο. Οι πνευματικές συναντήσεις αυτές γίνονταν στο σπίτι της νύφης του π. Ευσεβίου Ματθόπουλου. Τις αφοσιωμένες αυτές καρδιές τις πυρπολούσε ο πόθος της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό. Το 1904 ο Σεβ. Νεκτάριος διάλεξε ένα μέρος στη θέση Ξάντος στην Αίγινα όπου υπήρχε άλλοτε η Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Εκεί αποφάσισαν να μείνουν ο Άγιος με 10 νέες.
Με την πνευματική διαύγεια που διέκρινε τον Άγιο, όρισε για ηγουμένη την τυφλή Χρυσάνθη που μετονομάστηκε Ξένη μοναχή.
Υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες πιστών Αιγινητών, όπου καταδεικνύεται ο θαυμαστός βίος , το προφητικό και προορατικό χάρισμα της γερόντισσας, όπως και η εκ μέρους των συμμοναζουσών της βαθιά εμπιστοσύνη και αφοσίωση ως προς την οσία. Οι ενθυμήσεις που έχουν διασωθεί είναι απολύτως χαρακτηριστικές, παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένες από αυτές:
" Ήταν η πρώτη ηγουμένη του Μοναστηρίου- έλεγε η Ευαγγελία Μπέση. Αγία γυναίκα. Ήταν προικισμένη με πολλές αρετές. Εφάρμοζε κατά γράμμα τις συμβουλές του Σεβασμιότατου και βοηθούσε και τις αδελφές να τις εφαρμόσουν και αυτές. Την σέβονταν όλες. Είχε και θαυμάσιο ποιητικό τάλαντο. Ήταν θρησκευτική ποιήτρια. Έγραφε ύμνους στο Χριστό, στην Παναγία, στους Αγίους. Υπέροχη ψυχή. Άνθρωπος του Θεού". Παρεμφερής είναι και οι ενθυμήσεις του Σωτηρίου Οικονόμου, μαθητού του Αγίου Νεκταρίου στην Ριζάρειο Σχολή, διηγείται με έμφαση: "Αγία ψυχή! Μάλιστα απορώ πως δεν την ανακήρυξαν και αυτήν αγία". Η Πετρούλα Βότση - Γιαννακοπούλου αφηγήθηκε προσωπική της εμπειρία: " Ήταν Άγιος άνθρωπος! Χαριτωμένος. Είχε και χάρισμα προορατικό. Εκεί που είναι σήμερα το εξομολογητήριο, ήταν παλιά πορτίτσα μισή, μισή πάνω μισή κάτω.
-Καλημέρα Γερόντισσα, της έλεγα.- Καλώς την Πετρούλα, αποκρινόταν καλοσυνάτα. Όποιος και αν την πλησίαζε, δίχως φυσικά να βλέπει, ούτε μια ακτίνα φως, επικοινωνούσε μαζί του σαν να έβλεπε κανονικά. Λετε και δεν ήταν τυφλή. Είχε χάρισμα ...;". Ιδιαιτέρως σημαντική είναι και η μαρτυρία της ανιψιάς της, Μαρίας Στρογγυλού: "Όταν προσευχόταν, νόμιζες πως δεν πατούσε στη γη! Ότι βρισκόταν στον ουρανό!"
Η Αιγηνίτισσα μοναχή Νεκταρία έλεγε γι΄ αυτή: " Ήταν αγία γυναίκα! Ευωδιάζουν τα οστά της! Πολλά βράδια στο απόδειπνο- αφού είχε κοιμηθεί ο Άγιος - έβλεπε ένα Γεροντάκι με το σκουφάκι του το μαύρο και περιφερόταν γύρω- γύρω, την ώρα της ακολουθίας. Δεν έβλεπε καθόλου. Αλλά τα πάντα "έβλεπε". Όταν έμπαινε στο Ναό έλεγε:- Γιατί παιδιά μου έχουν σκόνη οι Εικόνες αυτές; Μια μέρα μου είπε: - Γιατί Ζηνοβία φοράς τόσο κοντό φουστανάκι, αφού θα γίνεις μοναχή;"
Τον Άγιο τον ξενύχτησαν πολλοί στο Μοναστήρι. Η Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω - γύρω και παρηγορούσε τον κόσμο που έκλαιγε. Το απόγευμα πριν κοιμηθεί ο Δεσπότης, οι καλόγριες πήραν τηλεγράφημα που έλεγε ότι πάει καλύτερα στο Αρεταίειο. Χάρηκαν. Η Ξένη όμως δεν χάρηκε. Τον είχε δει στην αυλή του Μοναστηριού και της είπε: - Ήρθα να σας χαιρετίσω. Αναχωρώ! Ύστερα από λίγη ώρα μάθαμε τα μαντάτα. Ο Δεσπότης κοιμήθηκε.
Στίς εκατόν τριάντα έξι σωζόμενες επιστολές του αγίου Νεκταρίου, οι εκατόν δέκα περίπου αποστέλλονται προς την "οσιωτάτην εν Κυρίω αγαπητήν οσίαν Ξένην". Η οσία παρά την ασθενικήν της κράση εβίαζε τόσον εαυτήν προσευχομένη και νηστεύουσα, ώστε ο ίδιος ο άγιος να αισθάνεται την ανάγκη να της υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να εκθέτει την υγεία της σε κίνδυνο. Άλλοτε πάλι, της έγραφε "να ολιγοστεύση τα κομβοσκοίνια". Εκείνη, βεβαίως, πειθαρχούσε, διότι ήτο άνθρωπος υπακοής, εγνώριζε, εξ΄ άλλου, καλώς τι θα απαντούσε ο άγιος όταν οποιαδήποτε μοναχή παρήκουε τις νουθεσίες του: "Φυλάξατε τας συνθήκας του αγίου σχήματος και τους νόμους Του".
Η ίδια είχε μεγάλη ευαισθησία και φόβο Θεού προκειμένου να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, ποτέ δεν μεταλάμβανε αν δεν έπαιρνε την ευλογία του αγίου. Είχε βαθιά ταπείνωση. Αρκεί να μνημονευθεί ότι όταν της έδιναν καινούργιο ράσο δεν επιθυμούσε να το φοράει καινούργιο, γι΄ αυτό έκοβε ορισμένα τεμάχια και τοποθετούσε στην θέση του μπαλώματα, ώστε να φαίνεται παλαιό. Είχε διαυγή διάκριση και θεάρεστη υπομονή. Ο άγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος δια την πνευματική της σοφία και σύνεση, της έγραφε να γνωρίσει τις αδελφές "ότι οφείλουσιν άπασαι να εξαγορεύονται τους λογισμούς των εις αυτήν", άλλοτε πάλι, της έγραφε: "επιθυμώ ουδεμία των αδελφών πλην σου να διατάσση".
Ασκούμενη και αγιαζομένη τοιουτοτρόπως , κατέστη έμπειρος εις τους όρους του μοναχικού πολιτεύματος. Αυτό φαίνεται και από μια επιστολή του αγίου, ο οποίος της έγραφε για μια αδερφή: "Υπομιμνήσκω αυτή τους όρους του μοναχικού πολιτεύματος. Πρώτον: Αυταπάρνησις. Ταύτη έπεται η εκκοπή του θελήματος και η υποταγή.
Δεύτερον: Υπομονή και ταπείνωσις και τα παρεπόμενα ταις αρεταίς ταύταις. Και τρίτον: Προσοχή και διάκρισις" και εν συνεχεία της παραγγέλει: "Περί αυτών και περί των λοιπών του πολιτεύματος όρων να την διδάξεις συ". Η θεία Ηγουμένη Ξένη- έχουσα υπόψη της το "η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν" - εβίαζε τον εαυτόν της (όπως την καθοδηγούσε ο άγιος) μετά συνέσεως εν πάσι", "ώστε η πίστις, η ελπίς και η αγάπη προς τον Θεόν έβαινον καθ΄ εκάστην τελειούμεναι" .
Άκουσε τα λόγια του Θεού και την διδασκαλία του αγίου πατέρα της. Αγωνιζόταν να δουλεύει για το Θεό και να έχει το νου της στο Θεό, και αυτά προσπαθούσε να εμπνεύσει και στις ψυχές των μοναζουσών της αδελφότητος, συνιστώντας σε αυτές την προσευχή, και την προσοχή. Μάλιστα, για να μην το ξεχνούν τις παρακινούσε κάθε μέρα να γράφουν στην παλάμη τους προσοχή και προσευχή. Επαναπαυόμενος ο άγιος από την αγιότητα της, της έδωσε εντολή να σταυρώσει με άγιο λείψανο μια αδερφή. Στη σκέψη της και στη γνώμη της, ο άγιος έδινε πολύ σημασία, γι΄ αυτό της ανέθεσε εν λευκώ και κατά την κρίση της το πρόγραμμα της Μονής. Ακόμη και το κελί του το έκτισε τελικά εκεί που είχε την γνώμη της να κτισθεί.
Αυτά είναι στην πνευματική σφαίρα συντελούμενα θαύματα, μια αγράμματος, στερούμενη και του φυσικού φωτός των ματιών, κατορθώνει να διοικεί μοναστική αδελφότητα και να προάγει αυτή πνευματικώς.
Η μοναχή Ξένη "είχε μια πηγαία ποιητική φλέβα, μια ευαίσθητη ψυχή που την λέπτυναν ακόμη περισσότερο ο πόνος και η πίστη. Αισθανόταν την ανάγκη να εκφράζει σε στίχους τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν, την αγάπη της για το Χριστό, την Παναγία, το δέος μπροστά στην φοβερή Δευτέρα Παρουσία, το φόβο για τις αμαρτίες της και τον κρυμμένο πόνο, για το βαθύ σκοτάδι που την έζωνε. Οι στίχοι που η τύφλωση της της εμπνέει τρέμουν από στεναγμό, αλλά δονούνται από απαλή πίστη και απαλύνουν με την παρηγοριά που η ολόψυχη αφοσίωση στο Θεό μπορεί να δώσει".

ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΘΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ .


Εικόνα

Η κατά κόσμον Ουρανία Παπαδοπούλου εγεννήθη το έτος 1888 στο χωρίον Ευαγγελίστρια του νομού Κορινθίας και υπήρξε τέκνον ενάρετων γονέων πού φρόντισαν να την μορφώσουν με τα χριστιανικά γράμματα. Υπήρξε ανέκαθεν αφοσιωμένη εις την Εκκλησία και διεκρίνετο για την βαθειά πίστη της. Ήταν εξαιρετικά φιλακόλουθος και ή ζωή και ή δραστηριότητά της όφειλαν την δύναμή τους στην αδιάλειπτη προσευχή και τα αγία μυστήρια τής Εκκλησίας. Διακρινόταν για την απλότητα, την καλοσύνη και την ανυπόκριτο ταπείνωσή της. Όσοι την γνώρισαν διηγούνται ότι ήταν ή προσωπικότης της μία σύνοψις των ευαγγελικών αρετών.
Υπήρξε τέκνον πνευματικόν τού Αγίου Νικολάου τού Πλανά τον οποίον γνώρισε εις νεαρά ηλικία στο ναύδριον τού Αγίου Προφήτου Ελισαίου εις τις υπέροχες ακολουθίες και κατανυκτικές αγρυπνίες στις οποίες έψαλλαν οι λογοτέχνες και συγγραφείς τής νεωτέρας Ορθοδοξίας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης οι εξάδελφοι.
Υπηρέτησε με ευλάβεια, αγάπη, αυταπάρνηση και αφοσίωση τον άνθρωπο τού Θεού, Άγιο Νικόλαο τον Πλανά επί σειράν ετών γενομένη κυριολεκτικώς ή σκιά του καθώς ακούραστα τον ακλουθούσε εξυπηρετώντας τον εις πλείστα όσα εκ των κατανυκτικών εκκλησιδίων τής παλαιάς Αθήνας.
Τον έζησε τόσο κοντά ώστε κληρονόμησε πολλά από τα χαρίσματά του ως είναι ή ευχή, τα δάκρυα, ή ευλάβεια, ή άπλότης. Έτσι με τον φωτισμένο νου της κατόρθωσε να αφομοίωση την ζωή και την διδαχή του αγίου Πατρός και να τις καταγράψει μετά τον θάνατον του εις τον μοναδικό της πόνημα υπό τον τίτλο: «Ό παπά-Νικόλας Πλανάς, ό απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων», με τον οποίον θα γίνει ευρύτερα γνωστός ό θαυμαστός βίος του και τον οποίο θα αποτελέσει ως γνήσια μαρτυρία την βάση για την κατάταξή του εις τον Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπό τού Οικουμενικού Πατριαρχείου ενάρετων έτει 1992.
Ό λιτός και απέριττος λόγος της έχει αμεσότητα επικοινωνίας. Ομιλεί κατ' ευθείαν στις καρδιές των πιστών, μεταδίδοντάς τους την ευσέβεια της γραφούσης ως και τον ιερόν ενθουσιασμό και την ευλάβεια διά τον πρόσωπον τού βιογραφουμένου αγίου. Ρασοφόρος Μοναχή έκάρη στο σπίτι πού διέμενε σε μεγάλη ηλικία, τον έτος 1965 ονομασθείσα Μάρθα, υπό τού Άγιορείτου Ιερομονάχου Θεοφίλου Λαδά τού Άγιαννανίτου ό οποίος εκείνη την περίοδο εξυπηρετούσε τον ναΐδριο των Ταξιαρχών στο Βύρωνα τον οποίον μέχρι προ τινός άνηκε στην αδελφότητα των Θεοφιλαίων Αγίου Όρους.
Τον Γέροντα αυτόν όταν λειτουργούσε ή Γερόντισσα Μάρθα τον έβλεπε να υπερίπταται και κατά την Μικρή και Μεγάλη Είσοδο να προπορεύονται αυτού Άγιοι Άγγελοι.
Χαρακτηριστικό της βαθειάς ταπεινώσεώς της ήταν ότι όταν έσκυβε κανείς να πάρει την ευχή της θύμωνε χωρίς να οργίζεται Βέβαια. Τότε σήκωνε το μπαστουνάκι της και τον απομάκρυνε, λέγοντας του να προσκυνά μόνο τον Δεσπότη Χριστό.
Έκοιμήθη στο σπιτάκι της, τον όποιο εύρίσκετο στην οδό Πατρών 12 στην Αθήνα, ζήσασα θεαρέστως 85 χρόνια. Ήταν τότε Ιούλιος του 1973.
Ή ταφή της κατ' επιθυμία της έγένετο την επομένη εις την Ίεράν Μονήν Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς έξω από τον Βόλο.
Για την αγιότητα της μαρτύρησαν οι , αδελφές του Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Χίου ως και ό Ιερομόναχος Χερουβείμ Άγιαννανίτης, Δίκαιος της Σκήτεως της Αγίας Αννης Αγίου Όρους πού γνώρισε την αγία αυτή ψυχή.
ΒΙΒΛ. ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ ΣΥΝΑΞΙΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ.
ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ .

ΜΟΝΑΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΟ ΕΛΓΟΥΝΤ ΠΕΝΣΥΛΒΑΝΙΑΣ. Εικόνα


Εικόνα


Η κατά κόσμο Ίλεάνα γεννήθηκε στο Βουκουρέστι την πρωτεύουσα της 'Ρουμανίας το έτος 1909. Υπήρξε εγγονή του Τσάρου Αλεξάνδρου β της Ρωσίας, και τής βασιλίσσης Βικτωρίας της Αγγλίας και θυγατέρα νεωτέρα του Βασιλέως Φερδινάνδου Α' και τής Βασιλίσσης Μαρίας τής 'Ρουμανίας και άρα αδελφή του Βασιλέως Καρόλου του Β'.
Έζησε και μεγάλωσε μέσα στα θλιβερά γεγονότα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και επειδή διέθετε οξεία αντίληψη, ένιωσε βαθιά μέσα της την συμφορά και την θλίψη πού απλόχερα είχε σκορπίσει γύρω της ό πόλεμος. Έτσι άρχισε να ακολουθή την μητέρα της στο κοινωνικοφιλανθρωπικό έργο για την ανακούφιση τού ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση τής ανέχειας.
Σπούδασε στο κολλέγιο HEATHFIELD- ASCOTT τής Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε επίσης ξυλογλυπτική στη σχολή τού ION JALEA και ζωγραφική πλάι στον JEANSTERIADI. Επίσης έγινε κάτοχος ενός σπάνιου πτυχίου για γυναίκες: ήταν λοιπόν κυβερνήτης πλοίου (καπετάνισσα) για μεγάλη διαδρομή!
Το 1931 και σε ηλικία 22 ετών ένυμφεύθη με τον αρχιδούκα Αντώνιο τής δυναστείας HABSBURG τής Αυστρίας και έζησε στο Σόνμπεργκ τής ίδιας χώρας. Μαζί απέκτησαν 6 παιδιά, εκ των οποίων τα 2 κατά την διάρκεια τού Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Το 1944 και μπροστά στην Ναζιστική κυριαρχία πού εξαπλωνόταν απειλητικά, ήρθε και έγκατεστάθη με την οικογένεια της στην Ρουμανία.
Στη χώρα αύτη και κοντά στον πύργο τού Μπράν, έκτισε εις μνήμην της μητέρας της πού την μύησε στο φιλανθρωπικό έργο, ένα νοσοκομείο. Εκεί και μέχρι το τέλος τού πολέμου, αναλώθηκε με στοργή και ανιδιοτελή αγάπη στην περίθαλψη των τραυματιών, την ανακούφιση των αναξιοπαθούντων και σε κάθε άλλη αγαθοεργία.
Μετά την επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία το 1948 άρχισε για αυτήν και την οικογένεια της ή δίνη της εξορίας. Εγκαταλείποντας οριστικά την χώρα, βρέθηκαν για λίγο στην Ελβετία, αργότερα στην Αργεντινή και τέλος αφού κατάφερε να εξασφαλίσει για τα πιο πολλά από τα παιδιά της υποτροφία, εγκαταστάθηκαν στο Νιούτον της Μασαχουσέτης. Για να μπορέσει να συμβάλει στην αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας της αναγκάστηκε να πούληση τα κοσμήματά της. Επίσης παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα κατ' οίκον. Το 1960 αγόρασε μια έκταση στην πόλη Έλγουντ, με σκοπό αργότερα να φτιάξη μοναστήρι, πράγμα το όποιο χάριτι Θεού το κατόρθωσε.
Ύστερα από την επαγγελματική αποκατάσταση ή και τον γάμο των παιδιών της, έφτασε για κείνην ή στιγμή πού χρόνια λαχταρούσε: να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Κατά την διάρκεια της ζωής της είχε έρθει σε επαφή με την παράδοση των Ρωμαιοκαθολικών όπως και των Αγγλικανών. Ή Παράδοση όμως πού την γέμιζε και την εξέφραζε με απόλυτο τρόπο ήταν ή Ορθόδοξη. Εξάλλου πολλά χρόνια πριν είχε ασκηθεί στην προσευχή και ιδιαίτερα στη νοερά ευχή. Έτσι αρχικά πήγε στη Γαλλία όπου υποτάχθηκε στην ξακουστή για την αρετή της Ηγουμένη Ευδοξία στο ορθόδοξο μοναστήρι BUSSY-ON-OTHE στο όποιο μόναζαν 'Ρωσίδες αριστοκράτισσες κατά το έτος 1961. Μοναχή έκάρη ιό 1967 υπό το όνομα Αλεξάνδρα. Το 1968 τελείωσε το κτίσιμο και εγκαινιάστηκε ή εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο ομώνυμο Μοναστήρι στην πόλη Έλγουντ της Πενσυλβάνια. Το Μοναστήρι αυτό αποτελεί ένα πρότυπο διορθόδοξο κέντρο αλλά και μία πνευματική εστία - καταφύγιο για αρκετές ταλαιπωρημένες από την ζωή αμερικανίδες γυναίκες.
Συνέγραψε το Βιβλίο «Οικογένεια Άγγελοι, μια ζωντανή παρουσία» μεταφρασμένο σήμερα και στα ελληνικά όπως και σε πάμπολλες γλώσσες. Το Βιβλίο αυτό δεν είναι μία καθαρή πνευματική δουλειά. Είναι καρπός μιας προσωπικής εμπειρίας και επικοινωνίας της συγγραφέως με την ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας.
Μετά την επανάσταση πού συνέβη στη 'Ρουμανία το 1990 και ύστερα από την πτώση του αθεϊστικού καθεστώτος ή Γερόντισσα Αλεξάνδρα επισκέφθηκε την γενέτειρά της σε ηλικία 81 ετών.
Έκοιμήθη στις 21 Ιανουαρίου 1991 ύστερα από έμφραγμα. Ή ταφή της έγινε στο Μοναστήρι του Ελγουντ. Στο δε απέριττο τάφο της τοποθετήθηκαν σύμφωνα με την γραπτή επιθυμία πού άφησε στη διαθήκη της ένας απλός ξύλινος Σταυρός καθώς και ένα κουτί με χώμα της αγαπημένης της πατρίδος.
Τις πληροφορίες μας έδωσε ή ευσεβής 'Ρουμανίδα VALINA DINCA πού έπεσκέπτετο την Γερόντισσα στην Αμερική.
ΒΙΒΛ. ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ ΣΥΝΑΞΙΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ.
ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ .

ΜΟΝΑΧΗ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ ΔΕΒΕΝΤΖΗ. ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΠΑΣΙΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ. Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΕ........


Εικόνα

Η κατά κόσμον Παναγιώτα, θυγατέρα των ευσεβών Φωτίου και Διαμάντως Δερβεντζή γεννήθηκε εις το χωρίον Μπάσι του νομού Κορινθίας γύρω στα 1900 (τότε τα κορίτσια δεν αναγράφοντα στα μητρώα).
Στην τρυφερά ηλικία των 8 ετών έχασε τον πατέρα της και αναγκάστηκε όπως και τα αδέλφια της Πάτρα, Κατίνα, Αλέκος και Φώτης να ξενιτευτεί για να αντιμετώπιση μόνη της τη ζωή. Έτσι Βρέθηκε στο σπίτι κάποιων ευλαβών ομογενών στην Αίγυπτο, οι όποιοι την προσέλαβαν ως οικιακή Βοηθά. Οι άνθρωποι αυτοί καθώς είδαν τον απλό και σεμνό χαρακτήρα της και την εργατικότητα, προθυμία και ειλικρίνεια της την ξετίμησαν και την είχαν σαν παιδί τους. Της φέρθηκαν καλά χωρίς να την εκμεταλλεύονται ή να την στενοχωρούν. Τούς μισθούς της δε, τούς κατέθεταν ακέραιους σε Τράπεζα του Καΐρου.
Στα 30 της χρόνια αξιώθηκε να πραγματοποίηση ένα άγιο και ευσεβή πόθο της: να προσκυνήσει εις τα θεοβάδιστα μέρη της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ. Στην Ιερουσαλήμ οραματίστηκε 3 άνδρες πού της έδωσαν εντολή να επιστρέψει στο χωριό της στην Ελλάδα και να κτίση ένα ναό προς τιμήν τους. Εκείνη με την απλότητα πού διέθετε, θεώρησε ότι ήταν οι 3 Ιεράρχες και φρόντισε να προμηθευθεί σύντομα κάποια εικόνα τους. Όμως οι μορφές της εικόνας δεν έμοιαζαν με εκείνες πού οραματίστηκε. Τις μορφές ανεγνώρισε στο εικόνισμα της Αγίας Τριάδος πού της έδωσε ό πνευματικός της.
Με την ευλογία του αγίου εκείνου ανδρός και την αμέριστη συμπαράσταση ιών αφεντικών της, έθεσε σε εφαρμογή το θεάρεστο έργο της.
Έγραψε στ' αδέλφια της Αλέκο και Κατίνα και τους ανέθεσε να αναλάβουν το έργο άνεργέσεως του ναού της Αγίας Τριάδος δίπλα στο ναΐσκο της Αγίας Κυριακής στην γενέτειρά της στο Μπάσι. Με χρήματα από την προσωπική της εργασία λοιπόν και χάρις στις ανύσταχτες της ενέργειες αναγκάστηκε και ήταν ολιγογράμματος, έθεμελιώθη το έτος 1936 ό ιερός ναός της Αγίας Τριάδος. Με τους μισθούς της επίσης αγοράστηκε και ικανή έκταση γύρω από το ναό με σκοπό την μελλοντική ίδρυση Μονής.
Το 1946 έρχεται οριστικά στην Ελλάδα και έγκαταβιώνει στο μοναδικό τότε κελλάκι πού βρίσκεται στα ΒΑ τού ναού. Με τη συμπαράσταση του πρώτου εξαδέλφου της Παναγιώτου Σκούρα ιερέως και διδασκάλου κείρεται μοναχή υπό τού τότε Μητροπολίτου Κορινθίας και κατόπιν Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ στον ιερό ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Γκούρας Κορινθίας το έτος 1949 λαμβάνουσα το όνομα Πρίσκιλλα.
Με τις σύντονες προσπάθειές της και την συμπαράσταση των Μπασιωτών μετέβαλε σύντομα τον αγριεμένο τόπο σε οίκον Θεού, σε συγκροτημένο μοναστήρι πού το στόλιζαν οι δίδυμες εκκλησίες τής Αγίας Τριάδος και τής Αγίας Κυριακής.
Με τη συντροφιά των Αγίων και τής προσευχής ζούσε ευτυχισμένη στο ερημητήριο της από το όποιο έξήρχετο· μόνο για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει στις πλησιόχωρες ενορίες και πάντοτε πεζή. Πεζή έξαλλου επεσκέφθη και την Ιερά Μητρόπολη τρεις φορές όταν χρειάστηκε να μεταβεί εκεί για υποθέσεις του μοναστηρίου της. Και αυτό γιατί θεωρούσε κάθε άνεση ανεπίτρεπτη για τις μοναχές.
Στο ταπεινό αλλά ευλογημένο μοναστηράκι της έζησε και αρκετές δύσκολες στιγμές ιδίως κατά τη διάρκεια τού δεύτερου αντάρτικου (1946- 1949). Τότε οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν τις εκκλησίες για κατάλυμα και άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν με τα ξύλα από την ξυλεία πού προοριζόταν για την επένδυση των κελιών. Κάποια φορά ξέχασαν αναμμένη τη φωτιά και έτσι κατεκάη ή επίπλωση τού ναού χωρίς όμως να καταστραφούν οι εικόνες τού τέμπλου.
Ή απλοϊκή Γερόντισσα έκτοτε υπέφερε από φοβίες. Κάποια νύχτα όταν μετά τον κανόνα της έγειρε να κοιμηθεί, άκουσε μια ουράνια φωνή να τής υπαγορεύει μία προσευχούλα την οποία αποστήθισε και ή οποία έκτοτε έγινε ή παρηγοριά της μέσα στην ερημιά.
Ή προσευχή εκείνη έλεγε τα έξης:
«Βρίσκομαι στην ερημιά, κι έχω απέναντι μου υψηλά Βουνά, κι έχω τον Θεό Πατέρα, τον Ιησού παρηγοριά. Τα πουλάκια πού πετούνε, δω και εκείνες μες τα κλαδιά τσίου - τσίου τα καημένα, πώς πετούν χαριτωμένα τί ευχάριστο για μένα, πού δεν βλέπω άλλον κανένα! Με το βλέμμα ιλαρό τα υποδέχομαι και γώ και μαζί συνομιλώ. 'Ω Ποιητά μου, Λυτρωτά μου, δώσε θάρρος στην καρδιά μου να ξεχνώ την ερημιά μου, στα ιερά καθή­κοντα μου, στην καλή την Παναγιά μου, πούχω πάντα συντροφιά μου, στην καλή μου Παναγιά, συντροφιά μου και ελπίδα».
Ή αείμνηστος Γερόντισσα ήταν καλοσυνάτη και ευγενής με όλους, αποφεύγοντας κάθε κοσμικότητα στην συμπεριφορά της. Διακρίθηκε για την ακλόνητο πίστη και την ευσέβεια της, τη βαθειά ταπείνωση, την πραότητα και την συγχωρητικότητά της ως επίσης και την εντιμότητα της, χάρισμα σπάνιο και το όποιο την καθιέρωσε στην συνείδηση των Μπασιωτών σαν πνευματική τους Μητέρα.
Το στόμα της δεν εξέφρασε ποτέ άπρεπη ή πικρό λόγο, ή δε διδαχή της κινούσε τον τυχόντα συνομιλητή της εις μετάνοια και διόρθωση. Το κομποσκοίνι και η ευχή ήταν αχώριστοι σύντροφοι της.
Η δίαιτα της ήταν λιτότατη και λιγοστή. Το κελάκι της απλό και απέριττο πρόδιδε την πνευματική εργασία που ετελείτο εκεί σε όποιον εισερχόταν σε αυτό.
Διάθετε και το ιαματικό χάρισμα το οποίο πλουσιοπάροχα της χορήγησε η Θεία Χάρις για την αγία βιωτή της και την καθαρή προσευχή της. Έτσι εξελίχθηκε σε μάνα κάθε πονεμένου ο οποίος την πλησίασε και ο οποίος έφευγε χαρούμενος με τη
βεβαίωση ότι θα ενεργήσει για ιό πρόβλημα του ή ταπεινή προσευχή της αγίας εκείνης γυναικός.
Αξιώθηκε να απόκτηση και μία υποτακτική, την αδελφή Θωμαϊδα ή οποία με αυταπάρνηση την εξυπηρέτησε όταν γύρω στα ογδόντα της χρόνια έσπασε το πόδι της. Δοξάζοντας το ύπερύμνητον όνομα της Αγίας Τριάδος και αδιαλείπτως προσευχόμενη έκοιμήθη στις 22 Αυγούστου 1984.
Τις πληροφορίες μας έδωσε το πνευματικόν τέκνον της Γεροντίσσης, ό εκείνες Κιάτου Κορινθίας καταγόμενος Θεολόγος Γεώργιος Μαγκιρίδης, ό οποίος σαν παιδί έπεσκέπτετο τακτικά την Γερόντισσα και ρουφούσε αχόρταγα τη διδαχή της.

ΜΟΝΑΧΗ ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Εικόνα

Η Φεβρωνία, κατά κόσμο Φεβρωνία Κερεμίδου γεννήθηκε ένα κρύο βράδυ στις 1 Ιανουαρίου του 1933 στην Δράμα με έναν περιπετειώδη, συγκλονιστικό και θαυματουργό τρόπο.

 Όταν γεννήθηκε οι γιατροί και η μαία διέγνωσαν τον θάνατό της και αντί να την παραδόσουν στους γονείς της για ταφή την πέταξαν στην κυριολεξία στο κάδο αποβλήτων του νοσοκομείου όπου κάποια στιγμή όμως το υπόκωφο κλάμα της άκουσε τυχαία ένας γιατρός και με έκπληξη αναφώνησε:

Μα αυτό ζωντάνεψε..
Έκπληκτες οι νοσοκόμες την πήραν στα χέρια τους, την έπλυναν, τύλιξαν με βαμβάκια το κορμάκι της και την άφησαν κάτω από μία ξυλόσομπα για να ζεσταθεί, έτσι θαυματουργικά και περιπετειώδη επανήλθε στην ζωή.

Οι συνθήκες ήτανε δύσκολες και το 1940 μετακομίζει με την οικογένειά της στην Θεσσαλονίκη ενώ σχεδόν αμέσως φεύγουν και πηγαίνουν στο χωριό Προφήτη Ηλία της Σκύδρας, στην Πέλλα από όπου και πάλι όμως το 1944 επιστρέφουν στην Θεσσαλονίκη.

Στα δύσκολα εκείνα χρόνια, παιδάκι ακόμη πηγαίνει καθημερινά και παρακολουθεί το «Κατηχητικό» στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου επί της Εγνατίας οδού.

Το 1961, σε ηλικία 28 ετών, πηγαίνει στην Αίγινα για την αγιοποίηση του Αγίου Νεκταρίου γεγονός που την συγκλόνισε και την σημάδεψε τόσο που γυρίζοντας σπίτι της, αποφασισμένη πια, ανακοινώνει στον πατέρα της την μεγάλη επιθυμία της να γίνει μοναχή. Ο πατέρας της όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά της εκμυστηρεύεται ότι την είχε τάξει από βρέφος στον Θεό λόγω των θαυματουργών συνθηκών της γέννησης και της επανόδου της στην Ζωή και έτσι την ενθαρρύνει.

Τα χρόνια που περνάνε βρίσκουν την Φεβρωνία νοσηλεύτρια σε μεγάλο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, να διακονεί τους πονεμένους συνανθρώπους της και να προσφέρει απλόχερα κουράγιο, φροντίδα, δύναμη και ελπίδα. Μάλιστα τον περισσότερο χρόνο μένει μέσα στο νοσοκομείο σε ένα μικρό χώρο στο υπόγειο για να είναι κοντά και συνεχώς στους ασθενείς.

Μοναχή έγινε μετά τον θάνατο των γονιών της, αφού πρώτα εκπλήρωσε την υποχρέωσή της σε αυτούς, στις 17 Ιανουαρίου του 1991 με την «Κουράς» της να πραγματοποιείται από τον αείμνηστο μακαριστό Σεβασμιώτατο Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιο και τοποθετείται σε ένα μικρό μοναστήρι τότε, την Ιερά μονή Γενέσιον της Θεοτόκου στο Δρυόβουνο της Κοζάνης ενώ το 1993 γίνεται μεγαλόσχημη μοναχή παίρνοντας το «Αγγελικό Σχήμα» και το 1994 ανακηρύσσεται «Καθηγουμένη» της Μονής.

Υπηρέτησε το Μοναστήρι αυτό πιστά για πολλά χρόνια και με την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής αλλά και του εφημέριου του χωριού φτιάχτηκαν τα σημερινά κτίρια όπως οι ξενώνες, το αρχονταρίκι, τα κελιά κ.α.

Τα τελευταία χρόνια σημαντικά προβλήματα υγείας την κρατάνε μακρυά από το μοναστήρι αυτό που τόσο αγάπησε και φρόντισε, έτσι διαμένει σήμερα στην Θεσσαλονίκη σε ένα πολύ λιτό και μικρό διαμέρισμα γεμάτο εικόνες, βιβλία, φάρμακα και φωτογραφίες μιάς άλλης εποχής, στην Τριανδρία.

Καλόγρια της Αγάπης

Θα περίμενε κανείς σήμερα να φροντίζει πια τον εαυτό της όμως παρόλα τα προβλήματα υγείας που την ταλανίζουν, καθημερινά και αδιάκοπα κατεβαίνει με το αστικό στην κεντρική αγορά της πόλης, το Καπάνι ενώ παράλληλα διακονεί, φροντίζει τον άρρωστο αδερφό της.

Οι έμποροι της αγοράς την προσφωνούν η «Καλόγρια της Αγάπης» και της δίνουν ρούχα, υποδήματα μέχρι και τρόφιμα και αυτή με την σειρά της τα διανέμει σε συνανθρώπους της με ανάγκες ενώ η πενιχρή της σύνταξη κάθε μήνα γίνεται φαγητό που η ίδια φτιάχνει σπίτι της και προσφέρει μέσα σε ταπεράκια σε οικογένειες που το έχουν ανάγκη.

Έχει βαπτίσει παιδιά που οι γονείς τους είχανε δυσκολίες οικονομικές, έχει παντρέψει για τον ίδιο λόγο, έχει βοηθήσει πολλούς συνανθρώπους μας, είναι πάντοτε με ένα καλό λόγο, την Ελπίδα και την Αγάπη στα χείλη της για τον κάθε συνάνθρωπό μας … αμέτρητες και ατελείωτες οι πράξεις Αγάπης της μοναχής Φεβρωνίας.

μοναχή Φεβρωνία

Ένα νεκρό βρέφος που πετάχτηκε στα απόβλητα ενός νοσοκομείου το 1933 αλλά «ξύπνησε» από την Χάρη του Θεού και επέζησε στα δύσκολα εκείνα χρόνια, η Μοναχή Φεβρωνία σήμερα, το 2017, είναι η εμβληματική μορφή, η προσωποποίηση της Αγάπης και της αλληλοβοήθειας για τον συνάνθρωπό μας αποτελώντας ένα τεράστιο φωτεινό παράδειγμα που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε η κοινωνία μας έχει μεγάλη ανάγκη να ακολουθήσει.

Η ζωή της και το έργο της είναι ένα παράδειγμα που μας γεμίζει δύναμη, κουράγιο και κυρίως Ελπίδα για το Αύριο.

Ο θεός να την έχει πάντα Γερή!

Μοναχή Χριστοδούλη (1893-1997)




Εικόνα



Η μοναχή Χριστοδούλη ( κατά κόσμον Βασιλική Πιτετσέλοβα- Vasila Petechelova) γεννήθηκε στα μέρη του Καυκάσου το 1893. Ηταν ουνίτισσα - γραικοκαθολικιά. Αφησε τα μέρη της και ήλθε στην Αγία Γη το 1923-24. Στα Ιεροσόλυμα ασπάστηκε την Ορθοδοξία, ύστερα από κατήχηση και βάπτιση. Εζησε εβδομήντα χρόνια στην Θεοβάδιστη Γη. Αρχικά πήγε στο γυναικείο ρωσικό μοναστήρι της Αγίας Ταβιθάς στην Ιόππη-Γιάφα, κατόπιν στη μονή του Τιμίου Προδρόμου, δίπλα στον Ιορδάνη ποταμό μέχρι το 1967. Εγινε ο Πόλεμος των έξι ημερών και αναγκαστικά έφυγε και αυτή, για το μοναστήρι του Προφήτου Ελισσαίου, στην Ιεριχώ, δίπλα στον μακαριστό γέροντα Γαβριήλ, εκεί που είναι η συκομορέα του Ζακχαίου. Διακόνησε εκεί για αρκετά χρόνια, και όταν κοιμήθηκε ο γέροντας Γαβριήλ, εξίσου αγία μορφή, πήγε στη μονή του Αββά Γερασίμου του Ιορδανίτου, στο γέροντα Χρυσόστομο Ταβουλαρέα, και έζησε τα τελευταία δέκα χρόνια της επίγειας ζωής της.


Την θυμάμαι εκεί, όταν πέρασα ως λαικός, ως προσκυνητής, τον Αύγουστο του 1994. Μιλούσε καλά την ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα με μαρτυρία του γέροντα Χρυσοστόμου, ήταν αγία μορφή η γερόντισσα Χριστοδούλη. Είχε απλότητα, ταπείνωση, ήταν σαν μικρό παιδάκι. Στη Λαύρα του Αββά Γερασίμου κοιμόταν στην ύπαιθρο, κάτω στο χώμα. Είχε κοντά της πάντα τις κοτούλες της και καμιά εικοσαριά γάτες. Αγαπούσε τα ζωντανά και μιλούσε μαζί τους. Περπάταγε πάντα ξυπόλυτη, χειμώνα - καλοκαίρι, και ποτέ της δεν φόρεσε σανδάλια. Ηταν άνθρωπος της προσευχής και της ησυχίας. Δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν. Εφυγε για τους ουρανούς το 1997, εντελώς απαρατήρητη,
έτσι αθόρυβα, όπως αθόρυβα ήλθε το 1923 από τον Καύκασο.Να έχουμε την ευχή της.



"Να τα λες, και να τα γράφεις εσύ όλα αυτά, που ασχολείσαι με τα "ιντερνέτια" και τα "μαραφέτια", μου λέει συνεχώς ο γέροντας Χρυσόστομος, ο ηγούμενος της Μονής του Αββά Γερασίμου. Να γνωρίζει ο κόσμος ότι αγίους γέροντες και μοναχούς δεν βγάζει μόνον το Αγιον Ορος, ούτε άγιες μοναχές και άγιες μορφές μόνον η Ελλάδα και τα μοναστήρια της, αλλά παντού υπήρξαν και υπάρχουν άγιοι, όπως κι εδώ στην Αγία Γη, στους Αγίους Θεοπερπατημένους Τόπους! Γράφε τα και λέγε τα γιατί εγώ δεν σκαμπάζω "γρι" από τούτα δω τα "κολοκύθια", και αφού οι άνθρωποι τα παρακολουθούν, γράφε τα, οπότε μέσα στο τόσο κακό και τη βρωμιά και αυτών των "κουπεπετιών"(ίντερνετ)...να διαβάζουν και κάτι καλό, μπας και το μιμηθούν! Γράφε γερο-Ιγνάτιε, γράφε..."
ΑΜΗΝ, και Δόξα τω Θεώ...άπειρες φορές.

Μοναχή ΚΟΡΝΗΛΙΑ (ΒΑΣΙΛΙΚΗ) ΚΑΡΑΖΟΥΡΝΑ



Εικόνα


Τού κ. Γεωργίου Φωτ. Παπαδοπούλου-Κήρυκος τού θείου λόγου- Άντιδημάρχου Χίου


Έξεδήμησε προς Κύριον, τό Σάββατο τής Α' εβδομάδος της Αγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστής (παραμονή της Ορθοδοξίας) ή Μοναχή Κορνηλία (κατά κόσμον Βασιλική) Καραζουρνά ασκούμενη από νεαρή ηλικία στην
Ιερά Σκήτη Αγίας Σκεπής Χαλκείου, πλησίον του άειμνήστου
Γέροντος καί Κτήτορος της Σκήτης, Οσίου Ιερομονάχου Κορνηλίου (Μαρμάρινου, +1975).


Ή μακαριστή Μοναχή Κορνηλία έξεμέτρησε τό ζην αναλώνοντας ολόκληρη τη βιωτή της στη μοναστική ζωή, διακρινόμενη για την καλοσύνη, πραότητα, υπομονή καί υπακοή της τόσο —αρχικά— στον Άγιο Γέροντα Κορνήλιο, όσο κατόπιν –μέχρι τα χρόνια πριν ή σωματική ασθένεια την καθηλώσει στο κρεβάτι, επί έτη- καί στην μακαριστή Γερόντισσα-Ηγουμένη της Σκήτης Ευαγγελίστρια Μοναχή (Χούμη, +2004), μετά την εκδημία της όποιας παρέμεινε ή τελευταία Μοναχή της αδελφότητος.


Ή Ιερά Σκήτη ανακαινίστηκε πλήρως τό τελευταία χρόνια, μέ την επιμέλεια καί μέριμνα τού Αρχιμανδρίτου π. Νεκταρίου Έπιτροπάκη, νυν Πρωτοσυγκέλλου της Ιερός Μητροπόλεως Χίου, ό όποιος -μαζί μέ φίλους καί ευσεβείς προσκυνητές της Μονής, αλλά καί ευσεβείς συντοπίτες της περιοχής- παρείχαν στη μακαριστή Κορνηλία τά ανθρωπίνως απαραίτητα για την αξιοπρεπή διαβίωσή της τά δύσκολα χρόνια της δοκιμασίας της. Τό χρόνια αυτά, ή ίδια καρτερικά υπέμεινε τον πόνο της σαρκός, δίχως ποτέ να γογγύσει για όσα υπέστη, απεναντίας δοξολογούσε διαρκώς τον Θεό καί επικαλείτοτις μεσιτείες της Ύπεραγίας Θεοτόκου.


Για την ιστορία καί μόνο να σημειώσουμε ότι, από την ίδια ΙεράΣκήτη -καί μέ Γέροντα καί Πνευματικό τον π. Κορνήλιο (πού έχει δείξει θαυμαστά σημεία)- ξεκίνησαν τον μοναχικό τους βίο, τόσο ή μακαριστή Ηγουμένη της Ιερός Νέας Μονής Μαριάμ (Μανιοΰ,
1922- +2014), όσο καί ή μακαριστή Ηγουμένη της Ιερός Μονής
τού Αγίου Ραφαήλ Μυτιλήνης
Ευγενία (Κλειδαρά, 1929- +2013). Ό δε Γέροντας Κορνήλιος υπήρξε Πνευματικός καί τωνάοιδίμων Μητροπολιτών, Χίου κυρού Χρυσοστόμου (Γιαλούρη, +1978) καί Μηθύμνης κυρού Ιακώβου (Μαλλιαρού, +1984).
Ή Εξόδιος Ακολουθία της Μοναχής Κορνηλίας (Βασιλικής) Καραζουρνα τελέσθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χίου κ. Μάρκο (ό όποιος καί κήρυξε τον έπικήδειο θείο λόγο, τονίζοντας-μεταξύ άλλων- τις αρετές τού μοναχισμού, αλλά καί την ματαιότητα του παρόντος κόσμου), τό μεσημέρι της Δευτέρας 21/03, στην Ιερά Σκήτη Άγ. Σκέπης Χαλκείου, παρουσία πλειάδος Ιερέων καί πιστών χριστιανών.


’Άς είναι ή μνήμη της αιωνία. Καλό Παράδεισο, Καλή Ανάσταση, αδελφή.