Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019

ΛΟΓΟΙ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ





1.    Είπε γέρων. Σήμερα κοιτάζουμε να αγιάσουμε με λίγο κόπο.
2.    Είπε πάλι. Όσο περισσότερο κοπιάζεις, τόσο περισσότερη χάριν και χαρά απολαμβάνεις. Και συνέχισε. Μπορούσε να πληρώσει την καρδιά μας ο Θεός με τόση μακαριότητα και αγάπη και θείον έρωτα, ώστε να πέσουμε κάτω, μην αντέχοντας αυτήν. Αλλά τότε θα εγκαταλείψουμε τα μοναστήρια και θα κλεινόμασταν στα σπήλαια. Οι κοσμικοί θα εγκατέλειπαν τις υποθέσεις τους και τις φροντίδες τις οικογένειας και τα παιδία τους. Για αυτό ο Θεός που είναι αγάπη, δεν μας πληροί με τέτοια αγάπη και θεία μακαριότητα.
3.    Είναι βαρεία η καλογερική Γέροντα; Ρώτησαν κάποιον σοφό μοναχό.
Δεν είναι βαριά. Έρχεται καιρός που, όταν λησμονήσεις τον εαυτό σου, βλέπεις ότι είναι το πιο ανάλαφρο φορτίο – είπε.
4.    Είπε ένας ερημίτης. Αν όσα χρωστάς σ` αυτήν την ζωή τα ξεπληρώσεις τότε σώζεσαι. Αν φας όμως και καμία παραπάνω, παίρνεις και κανένα φράγκο παραπάνω. Αν φάει κάποιος ξύλο άδικα, τότε έχει καθαρό μισθό. Πολλές φορές δηλαδή, ανθρώπους με πολλή καλή ζωή συμβαίνει να τους βρίσκουν τα χειρότερα. Εάν ο Θεός επιτρέπει, γιατί επιτρέπει;
Ας φέρω ένα καλό παράδειγμα.
Είναι μια πολλή καλή οικογένεια. Και ο άνδρας πολύ καλός και η γυναίκα πολύ καλή και τα παιδάκια πολύ καλά. Όλοι εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π.
Για μια στιγμή περνά ένας μεθυσμένος ή τρελός, χτυπάει την οικογενειάρχη και τον σκοτώνει.
Στα καλά καθούμενα. Μετά, όσοι άνθρωποι είναι απομακρυσμένοι από τον Θεό, λένε.
Για δες τον. Βλέπετε; Πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι για αυτό το έπαθε.
Αυτό είναι αναίδεια. Επιτρέπει ο Θεός να παθαίνουν και άνθρωποι χωρίς να φταίνε καθόλου, για να δίνει την ευκαιρία στους τελείους αναιδείς να λένε, ότι είπε και ο καλός ληστής.
Τι βλέπουμε στους δυο ληστές; Ο ένας έβρισε τον Χριστό, αν είσαι Θεός κατέβα κάτω κ.λ.π. λέει ο άλλος. Δεν φοβάσαι τον Θεό; Εμείς δικαίως ταλαιπωρούμαστε. Ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτα. Δεν φοβάσαι τον θεό;
Δηλαδή, για να δώσει ο Θεός την ευκαιρία στους αναιδείς να συνέλθουν, επιτρέπει να πάθουν μερικοί, χωρίς να φταίνε.
Ενώ αυτοί που παθαίνουν, μπορεί να είναι τα πιο αγαπημένα παιδία του Θεού.
Στο παράδεισο ο θεός πιστεύω δεν θα τους πει. Καθίστε σε αυτήν τη θέση. Αλλά διαλέξτε τον καλύτερο τόπο. Καταλάβατε; Έτσι είναι. Με το να ζητάμε το δίκαιο μας τα χάνουμε όλα.
Χάνουμε και την ειρήνη μας, Χάνουμε και τον μισθό μας.
5.    Ρώτησε κάποιος ένα γέροντα, πόσα χρόνια έχει στο Άγιο Όρος και του απάντησε.
Χρόνια πολλά έχω, προκοπή δεν έχω. Και τα τσακάλια στην έρημο ζουν, αλλά τσακάλια μένουν.
6.    Είπε γέρων. Όσο πνευματικότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα ζητάει από αυτήν την ζωή.
7.     Συμβούλευε ένα φωτισμένος μοναχός. Να έχεις αγάπη προς όλους, αλλά ιδιαίτερες σχέσεις με κανένα.
8.     Έλεγε ο γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής.
Ο κυριότερος σκοπός του διαβόλου είναι να κτυπήσει την πίστη και έτσι να ρεζιλέψει τον ανθρωπο ως προδότη και αρνητή.
9.    Μου είπε κάποτε προ ετών ο σεβαστός γέρων Γεράσιμος ο Υμνογράφος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι το μόνο το οποίο αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτο άνθρωπο. Σε αυτό αδυνατεί.
10.  Έλεγε σε εμάς ο γέρων Μόδεστος ο Κωνσταμονίτης. Έχετε την εκούσια τύφλωση. Μην βλέπετε τα σφάλματα των άλλων.
11.  Eίπε γέρων. Το θέμα της σωτήριας μας δεν είναι θέμα ευκαιρίας ή σύμπτωσης, αλλά θέμα εργασίας και βίας. «Βιάστε αρπάζουσιν την Βασιλεία των Ουρανών». 
12. Είπε γέρων. Δεν έχω ασχοληθεί με πολλά πράγματα. Λίγα πατερικά ξέρω και προσπαθώ…, τέλος πάντων. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι δεν υπάρχει φαρμάκι στον άνθρωπο. Το φαρμάκι γίνεται γλυκό, όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά.
Βλέπουμε πολλές φορές ένα άνθρωπο να αμαρτάνει. Λυπείται όπως πραγματικά μετανοεί, νιώθει λύπη εξομολογείται και έχει θεια παρηγοριά. Και όταν δεν νοιώθει αυτή την παρηγοριά, τότε πρέπει να καταλάβει ότι κάποια εξέλιξη τον πειράζει μέσα του, τον πειράζει ο λογισμός και πρέπει να πάει να το πει αυτό, όποτε έρχεται η παρηγοριά. Προχωρούμε τώρα. Συμμετέχει σε μια στεναχώρια ενός αδελφού που υποφέρει, κάνει προσευχή, παρακαλεί και τον βοηθάει ο Θεός. 
13. Είπε πάλι , όταν κανείς είναι ελευθερωμένος από το παλιοάγχος, τότε αναπαύονται κοντά του και κάθε είδους άνθρωποι. 
14. Το Πάσχα του έτους 1935 ηγουμενεύοντας του αρχιμανδρίτου Σεραφείμ στην ιερά Μονή Αγίου Παύλου όλοι οι πατέρες, που αριθμούσαν τότε τους 60, είχαν βγει στο προαύλιο για να κάνουν την ακολουθία της Ανάστασης. Μέσα στην ατμόσφαιρα χαρμόσυνη και ενθουσιώδη. Μετά το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ , ο Καθηγούμενος λέει σε ένα από τα πιο απλά και πιστά γεροντάκια, τον γέρο Θωμά.
Γέρο Θωμά, πήγαινε κάτω στο σκευοφυλάκιο, εκεί που είναι τα οστά των πατέρων, να τους πεις το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.
Νάνε ευλογημένο Γέροντα – είπε ο γερο Θωμάς και χωρίς να σκεφθεί που πάει, με δυο τρία πηδήματα βρίσκεται μπρος στο οστεοφυλάκιο.
Ο Ηγούμενος με έστειλε να σας πω το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ , πατέρες και αδελφοί. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ φώναξε μεγαλοφώνος.
Τότε έγινε κάτι συγκλονιστικό. Τα οστά έτριξαν, αναπήδησαν, μια νεκροκεφαλή ανασηκώθηκε ένα μέτρο και απάντησε στο χαιρετισμό του γερο – Θωμά.
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ
Και μετα ακολούθησε νεκρική σιγή. Επέστρεψε το γεροντάκι και διηγηθεί όσα είδε και άκουσε.
Οι πατέρες την φορά εκείνη γιόρτασαν ένα Πάσχα μοναδικό. Με διπλή δοξολογία προς τον Αναστάντα Κύριο και αρχηγό της ζωής. Έψαλλαν κατασυγκινημένοι.
Την Αναστασιν Σου Χριστέ Σωτήρ άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς
Και ημάς τους επί γης καταξίωσον εν καθαρά καρδία σε δοξάσειν.
Το γεγονός αυτό μας το διηγήθηκε ο αείμνηστος γέρων Θεοδόσιος, ο οποίος χρημάτισε τελευταίος βιβλιοθηκάριος της Μονής.
15. Η ιερά εικόνα της Παναγίας της Πορταϊτισσας θεωρείτε η πλέον θαυματουργός εικόνα του Άγιου Όρους.
Μετά την όραση του πύρινου στύλου μέσα στην θάλασσα, που βρέθηκε η εικόνα, και την αποκάλυψη του Ιβηρίτου ερημίτου οσίου Γαβριήλ, ο όσιος κατήλθε από το βουνό και περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν να ήταν ξηρά, έλαβε στα χέρια του την μεγάλη σε όγκο εικόνα, την οποίαν με τιμές και ευχαριστίες οι μοναχοί τοποθέτησαν στο Άγιο Βήμα.
Η Παναγία όμως είπε στον ηγούμενο ότι ΕΓΩ ΔΕΝ ΗΛΘΑ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΦΥΛΑΤΕ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΣΑΣ ΦΥΛΑΩ.
Για αυτό επανειλημμένως την έβρισκαν οι μοναχοί στην πύλη της Μονής, ενώ την μετέφεραν στο Ιερό Βήμα. Από τότε η Ιερά εικόνα ονομάσθηκε Πορταϊτισσα. Μεγαλοπρεπής και υπέροχη στη θεά, σαν Μητέρα του Θεού ημών , φοβερά προστασία και σκέπη και βοηθός.
Στο πάντιμον πρόσωπο της εικόνας διακρίνεται ξηρή πληγή με μαχαίρι από το κτύπημα του πρώην πειρατή.
Ο πειρατής όταν κτύπησε την εικόνα, είδε να ρέει αίμα από την πληγή.
Το θαύμα τον συγκλόνισε. Πίστεψε, βαπτίσθηκε, κα έμεινε στη μονή σαν μονάχος.
Δεν θέλησε άλλο όνομα παρά το όνομα Βάρβαρος.
Έζησε Αγια ζωή και στο τέλος αγίασε.
Στο ναϊδριον της Πορταϊτισσας υπάρχει τοιχογραφία με στολή πειρατού και την προσωνυμία Ο ΆΓΙΟΣ ΒΑΡΒΑΡΟΣ.
16.  Στην ιερά Μονή Βατοπεδίου έζησε οσιακώς και θεαρέστως ο όσιος Γεννάδιος ο Δοχειάρης, ο οποίος αξιώθηκε να δει το θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είδε δηλαδή, το πρώην άδειο πιθάρι του λαδιού γεμάτο από λαδί τόσο, ώστε έτρεχε έξω από την θύρα του Δοχείου (της αποθήκης).
17.  Στην ίδια Μονή έζησε ο ευλογημένος εκείνος ιεροδιάκονος ο Βηματάρης, ο οποίος έκρυψε την εικόνα της Παναγίας της Βηματαρίσσης στο πηγάδι, όπου βρέθηκε μετα την αιχμαλωσία του από τους βαρβάρους, μετά πολλά χρόνια, όρθια πάνω στο νερό με αναμμένη την λαμπάδα.
18. Έλεγε στους επισκέπτες του ο απλούστατος Διονύσιος μοναχός γέρων Δαβίδ περί του κακού της κατακρίσεως. Πρόσεχε, να μην λες ο τάδε κάνει τούτο και ο άλλος εκείνο. Γιατί έτσι θα χάσης την Χάρη του Χριστού. Και γάιδαρο να τον δεις κάποιον, να μην τον κοροϊδέψεις. Αγάπα τον πλησίον όπως τον εαυτό σου, έτσι λέει ο Χριστός.
19. Ο θεοφόρος πνευματικός παπα- Σάββας ουδέποτε κατηγόρησε άνθρωπο. Όταν τον ρωτούσαν «Τι άνθρωπος είναι εκείνος Πνευματικέ;» απαντούσε. Άγιος άνθρωπος είναι αυτός ο άνθρωπος.
20. Είπε γέρων μοναχός. Πάντα στις κρίσεις να βάζετε ένα ερωτηματικό. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβαίνει.
21.  Διηγείτο ο πολυσέβαστος ιερομόναχος Ε, ερημίτης των Κατουνακίων.
Κάποιος αδελφός μου είπε για την κατάκριση. «κατακρίνω πολύ, πώς να αποφύγω την κατάκριση;» Και του είπα.
Όταν πρόκειται να μιλήσεις για ένα πρόσωπο, λέγε. Τώρα είναι παρών.
Πάρε παράδειγμα εσένα π.χ. όταν είσαι παρών, δεν σε κατακρίνει ο άλλος, όταν είσαι απών, σε κοπανάει στο κεφάλι σε κατακρίνει.
Θυμάμαι ότι όταν ζούσε ο Γέροντας, τον κατέκρινε σε κάτι. Πήγα το βράδυ να κάνω προσευχή.
Βλέπω ντουβάρι, δεν μπορώ να προχωρήσω την ευχή.
Κύριε Ιησού…..Κύριε Ιησού …….δεν προχωρά κάπου έχω σφάλει σκέπτομαι, κάπου έχω αμαρτήσει. Λοιπόν; Την προηγούμενη μέρα που πήγα, τι έκανα, τι μίλησα, τι έπραξα; Το βρήκα είχα κατακρίνει τον Γέροντα μου.
Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή και έπρεπε να λειτουργήσω.
Ο παπάς εδώ τάχη δογματικά. Πρέπει να λειτουργήσει.
Εκτός αν έχει κώλυμα. Τώρα τι να κάνω; Προσευχή.
Θεέ μου, συγχώρεσε με. Θεέ μου έσφαλα. Συγχώρεσε με ζητώ συγγνώμη.
Τίποτα.
Καλά για μένα δεν έχει συγχωρέσει, δεν υπάρχει «ευλόγησαν»;
Εφ` όσον σε λύπησα, «ευλόγησαν».
Οφείλω να έχω το «Θεός σχωρές`»
Τίποτα.
Μα ο Πέτρος Σε αρνήθηκε τρεις φορές και τον συγχώρεσες. Εγώ δεν σε αρνήθηκα. Κατέκρινα τον Γεροντά μου. Ε` τώρα, βάζω κι εγώ μετάνοια.
Μετανόησα και ζητώ συγχώρηση.
Τίποτα.
Λέγοντας αυτά έπιασα πάλι το κομποσχοίνι.
Τίποτα. Δεν προχωρά η προσευχή.
Άρχισα τα κλάματα.
Έβγαιναν τα δάκρια ποτάμι.
Δεν είναι τόσο να κατακρίνεις ένα ξένο, όσο να κρίνεις τον Γεροντά σου.
Αλίμονο σου.
Κατακρίνεις τον ίδιον τον θεό.
Άρχισα τα κλάματα. Τρεις ώρες έφαγα. Μια ακολουθία της Κυριακής είναι τρεις ώρες.
Άρχισα τα κλάματα.
Θεέ μου, θεέ μου δεν υπάρχει για μένα «ευλόγησον» ο Θεός του ελέους και της ευσπλαχνίας είσαι. και εμένα δεν με συγχωράς.
Εγώ σου λέω ‘ευλόγησον’
Και η όσια Μαρία η Αιγύπτια όταν μετανόησε την συγχώρησες, και πολλή άγιοι ήσαν αμαρτωλοί, αλλά τους συγχώρεσες.
Και Νεομάρτυρες που είχαν γίνει Τούρκοι τους συγχώρεσες και τους ελέησες. Για μένα δεν υπάρχει έλεος δεν υπάρχει συγχώρηση;
Τρεις ώρες έφαγα.
Έκανα την ακολουθία της Κυριακής με δάκρυα.
Στο τέλος βλέπω μια ειρήνη, μια χαρά μέσα μου.
Άρχισα τότε.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Α. ηρέμησα. Και έτσι προχώρησα στην λειτουργία.
Αλλιώς δεν μπορείς να προχωρήσεις στη λειτουργία.
Η κατάκριση είναι μεγάλο αμάρτημα.
Φεύγει η χάρις δίχως να το καταλάβεις. Φοβερό αμάρτημα. Του Χριστού την κρίση την παίρνεις εσύ, και έπειτα γίνεσαι αντίχριστος. 
22.  Είπε γέρων. Η καρδιά καθαρίζει με αναστεναγμό, με φιλότιμο. Να βάλουμε την ψυχή στο μούσκιο των δακρύων. Αλλά και ένας αναστεναγμός με πόνο ψυχής ισοδυναμεί με δυο κουβάδες δάκρυα.
23.  Υπήρχαν μοναχοί κανδηλανάπτες στην σκήτη της άγιας Άννας και στα κοινόβια, οι οποίοι κατά την ιερά διακονία τους, δάκρυζαν ενώπιον των ιερών εικόνων.
24. Παιδί μου συμβούλευε ο Ρώσος ασκητής Τύχων, να πλένεις με δάκρυα το ποδιά του Χριστού, και ο Χριστός θα ξεπλύνει τις αμαρτίες σου.
25.  Είπε γέρων. Τα πρώτα δάκρυα είναι της θειας παρηγοριάς.
Σπάει και κλαίει εκείνος που λέει την ευχή.
Η δεύτερη κατάσταση είναι της δοξολογίας. Κινείται σε άλλο χώρο.
Τα πρώτα δάκρυα και το σώμα καταβάλλουν, ενώ τα δεύτερα δίνουν τις βιταμίνες και για την ψυχή και για το σώμα.
Είναι της αγαλλιάσεως της δοξολογίας. Απ` αυτού βλέπει κανείς την διάφορα.
26.  Κάποτε ο άγιος Σιλουανός συνάντησε ένα ασκητή ο οποίος είχε το χάρισμα της κατανύξεως και έχυνε πολλά δάκρυα κάθε μέρα όταν σκέπτονταν τα πάθη και τον Σταυρό του Κυρίου.
Είναι καλό να προσεύχομαι για τους νεκρούς; Ρώτησε ο άγιος.
Εκείνος αναστέναξε και είπε.
Εάν θα ήταν δυνατό να έβγαζα όλους από τον Άδη τότε θα αναπαυόμουν και θα χαιρόταν η ψυχή μου. Τότε έκανε μια χειρονομία σαν να μάζευε στάχυα και δάκρυσε.
27. Όταν ο παπα – Κοδράτος, έδειχνε τα άγια Λείψανα στους ευλαβείς προσκυνητές, ιδιαίτερα την περικεφαλαία του αγίου Μερκουρίου, και έπρεπε να θυμηθεί και να μιλήσει για το μαρτύριο του αγίου, τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα.
Στην Θεία λειτουργία σχεδόν κάθε φορά έκλαιγε, και πιο πολύ στην μεγάλη είσοδο, όταν έλεγε το «Πάντων ημών μνησθείη…»
28. Ρώτησαν κάποτε ένα αγιορείτη γέροντα. Τι είναι το Άγιον Όρος, γέροντα;
Και αυτός απάντησε.
« Χαρά γίνεται στον ουρανό επί ενί αμαρτωλό μετανοούντι».
Εδώ έχουμε πολλούς που μετανοούν. Η μάλλον όλοι είμαστε μετανοούντες.
29. Στην καλύβα «Αγία Τριάς» της Σκήτης της αγίας Άννης ζούσαν πριν πολλά χρόνια πέντε κατά σάρκα αδελφοί.
Από φθόνο του διαβόλου περιέπεσαν σε τέτοια φιλονικία μεταξύ τους ώστε ορισμένοι τους αποκαλούσαν ταραχοποιούς.
Κάθε βράδυ όμως αυτοί έβαζαν μετάνοια μεταξύ τους και συγχωρούσε ο ένας τον άλλον.
Παρήλθαν πολλά χρόνια σε αυτή την κατάσταση.
Κάποτε δεν ακούγονταν τίποτα από την ταραχοποιών εκείνη καλύβα. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
Ο Δίκαιος της Σκήτης πληροφορήθηκε στον ύπνο του την εκδημία των αδελφών και έτρεξε μαζί με άλλους πατέρες στην καλύβα τους να δουν
Οι πέντε εκείνοι αδελφοί ήσαν κεκοιμημένοι.
Την στιγμή που έβαζαν μετάνοια μετά το Απόδειπνο και ζητούσε ο ένας στον άλλον συγγνώμη τους πήρε ο Θεός της συγγνώμης και των οικτιρμών.
Σημείων δικαιώσεως και σωτήριας.
Σημείων διορθώσεως και ανεξικακίας.
Σημείων προσοχής σε αυτούς που καταλαλούν λάθρα κατά του πλησίον.
30. Διηγήθηκε ένας ερημίτης σε αδελφό.
Αδελφέ μου και πατέρα μου, δεν γνωρίζω πως, αλλά αξιώθηκα ο ανάξιος να με κοινωνήσει άγγελος Κυρίου.
Είδα στην αρχή ένα φως και μετά ήλθε άγγελος κρατώντας τα τίμια Δώρα.
Πως έγινε δεν μπορώ να καταλάβω……..
31. Μετά από πολλές προσευχές και πολλά δάκρυα, διηγήθηκε σε μας ο σεβάσμιος ησυχαστής των Κατουνακίων παπα Εφραίμ, είχε πληροφορία ότι οι κεκοιμημένοι, ο πατέρας αυτού γέρων Νικηφόρος και ο πρώτος Γέροντας του Εφραίμ βρήκαν την σωτήρια τους.
32. Ο ησυχαστής γέρων Ιωσήφ, ο κοιμηθείς με ειρήνη το έτος 1959 στην αρχή της ασκητικής του ζωής, σε ώρα γλυκύτατης νοεράς προσευχής, είδε το έξης όραμα. Όπως το διηγήθηκε ο ίδιος.
« Εκεί που βρισκόμουν βυθισμένος στον εαυτό μου και πρόσεχα τα λόγια της ευχής, ξαφνικά γέμισα φως….και έπειτα όλος ο τόπος έγινε φως. Ξαφνικά παρουσιάστηκαν τρία παιδάκια, σε ηλικία έξι μέχρι οκτώ ετών, όμοια κατά πάντα στην μορφή και τα χαρακτηριστικά τους, χαριτωμένα και τόσο ωραία που η θέα τους αιχμαλώτισε όλες μου τις αισθήσεις.
Βάδισαν προς σε μένα με τον ίδιο ρυθμό, το ίδιο βήμα, σαν να ήταν ένα και όμως ήταν τρία.
Έψαλλαν μελωδικότατα το «όσοι είς Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε αλληλούϊα».
Όταν με πλησίασαν πολύ, μέχρι που νόμιζα ότι θα τα έπιανα εάν άπλωνα τα χέρια μου, πήγαιναν πάλι μπρος τα πίσω χωρίς να γυρίζουν την πλάτη τους και συνέχισαν το ίδιον ύμνο και στο αλληλούϊα με ευλογούσαν με τα χεράκια τους, καθώς κάνει ο ιερέας.
33.  Κάποτε ένας καλός και ενάρετος μοναχός είδε την Παναγία μας να σκουπίζει το μοναστήρι της μεγίστης Λαύρας. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή σύμφωνα προς το οποίο ο Τουρκικός στρατός έπρεπε να αναχώρηση από το Άγιον Όρος.
34.  Μην στεναχωριέσαι! Το όνομα σου είναι γραμμένο εδώ στο βιβλίο της ζωής, είπε ο Κύριος στον απλούστατο και προορατικών γέροντα Αβέρκιον της Νέας Σκήτης, όταν του αποκαλύφθηκε κάποτε στο Κυριακό κατά την ώρα της αγρυπνίας.
35.  Όταν κάποτε ο όσιος Ευθύμιος, ο κτήτορας της ιεράς μονής Ιβήρων, λειτουργούσε στην κορυφή του Άθω κατά την γιορτή της Μεταμορφώσεως, φως ουράνιων περιέλαμψε όλους τους παρευρεθέντας, το οποίον τους ανάγκασε να πέσουν καταγής γιατί δεν μπορούσαν να υποφέρουν την λάμψη.
36.  Ο σεβαστός λόγιος μοναχός γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης μου διηγήθηκε ότι πήγε κάποτε να συναντήσει τον θαυμάσιο στην ψυχή και την βιβλική όψη Pώσσο ερημίτη παπα Τύχωνα.
Πλησίασε το ασκητήριο του άκουσε θεσπέσιες ψαλμωδίες.
Νόμιζε ότι γινόταν Θεία Λειτουργία και για αυτό περίμενε έξω από την καλύβα μέχρι να τελείωση.
Τέλος, αφού μπήκε βρήκε μόνο τον παπα Τύχωνα στην εκκλησία, ο οποίος εκείνη την στιγμή μεταλάμβανε τον Άγιον Άρτον.
Διατηρούσε Άγιον Άρτον όλο το χρόνο και μεταλάμβανε συχνά μόνος του.
Ο πατέρας Θεόκλητος έμεινε κατάπληκτος και απορούσε τι να ήταν οι ψαλμωδίες που άκουσε προηγουμένως.
Λίγο πριν την μακάρια κοίμηση του ερημίτου τον υπηρετούσε ο μαθητής και υποτακτικός του, σεβάσμιος γέρων Παίσιος.
Εσύ είσαι ο άγιος Σεραφείμ; Ρώτησε κατάκοιτος και ετοιμοθάνατος παπα Τύχων.
Τι λέτε γέροντα, δεν σας καταλαβαίνω.
Να - είπε τότε – προ ολίγου ήταν εδώ ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ μαζί με την Παναγία και μιλούσαμε.
Τι σου είπε η Παναγία;
Ρώτησε ο πατέρας Παίσιος.
Μου είπε ότι θα με πάρει μετά την γιορτή μου.
Πράγματι στις 10 Σεπτεμβρίου μετά την γιορτή της γεννήσεως της Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, κοιμήθη ο παπα – Τύχων με ειρήνη κρατώντας στα χέρια του ένα σταυρό.
Πριν πεθάνει ο πατέρας Παίσιος του έβαλε στην μύτη να μυρίσει βασιλικό.
Μυρίζει ωραία γέροντα; Του είπε.
Ναι, παιδί μου αλλά ο παράδεισος μυρίζει πολύ πιο ωραία!......
37.    Ο ΣΤΑΡΕΤΣ Παίσιος Βελιτσκόφσκυ είχε ένα μολδαβό μαθητή, το Γεώργιο, που με την σειρά του είχε και αυτός ένα μαθητή, Γεώργιο και αυτόν, που ήταν τυπογράφος στο Νιαμέτς στη Ρουμανία. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Γεώργιος αυτός πήγε στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε σε ένα κελί στην περιοχή της Βίγλας, κοντά στη θέση που σήμερα βρίσκεται η ρουμανική σκήτη. Ήταν μορφωμένος άνθρωπος.
Αφού αποτάχθηκε τον κόσμο , έζησε σαν ερημίτης και απόκτησε πολλά χαρίσματα από τον Θεό.
Ο γέροντας Γεώργιος είχε ένα μαθητή τον Αθανάσιο. Έζησαν μαζί οκτώ χρόνια.
Ο Αθανάσιος μιλούσε γι τον στάρετς Παίσιος Βελιτσκόφσκυ με δέος και σεβασμό και διηγιόνταν τα ακόλουθα για να δείξει το ύψος των πνευματικών του αναβάσεων.
«Είχα την εξαιρετική ευλογία να γνωρίσω τον τελευταίο επιζόντα μαθητή του γέροντα Παίσιου.
Από το ακόλουθο περιστατικό που συνέβη σε αυτόν, που ήταν άνθρωπος πνευματικά έμπειρος, μπορείτε να καταλάβετε πόσο μεγάλος άγιος ήταν ο Παίσιος.
Κάποτε καθόταν στο καλύβι του και προσευχόταν. Ξαφνικά είδε (σαν σε έκσταση, όπως συνήθως αποκαλύπτεται σε τέτοιους ανθρώπους) πλήθος δαιμόνων να κυκλώνουν ένα είδος θυσιαστηρίου και σε λίγους άλλους δαίμονες να συνοδεύουν τον σατανά με δαιμονική επισημότητα.
Ο σατανάς κάθισε πάνω στο θυσιαστήριο και δεχόταν τους δαίμονες ένας – ένας με τις αναφορές τους και απαντούσαν στις ερωτήσεις του.
Εσύ που ήσουν; Ρώτησε ο σατανάς τον πρώτο δαίμονα.
Ήμουν στο καλύβι ενός μοναχού, που ζει στην ησυχία έξω από το μοναστήρι, μα δεν μπορούσα να τον πλησιάσω, γιατί όσες φορές δοκίμασα εκείνος έπεφτε κατά γης φυσικά έκανε μετάνοιες και προσευχές και ήταν καλυμμένος ολόκληρος με μια φωτιά που με έκαιγε και για αυτό μου ήταν τελείως αδύνατο να φτάσω κοντά του.
Ο σατανάς τότε διέταξε να τον δείρουν όπως και τους άλλους που δεν τα κατάφεραν στις δαιμονικές επιδιώξεις τους.
Κι ήταν όλοι αυτοί 5-6 δαίμονες.
Μετά ο σατανάς άρχισε να γρυλίζει και να λέει.
Ω! πόσο με ενοχλούν αυτά τα παλιόχαρτα (εννοούσε τα πατερικά βιβλία μεταφράσεις του Παίσιου.)
Θάρθει καιρός όμως που όλα θα υποταχθούν στην θέληση μου, και αυτά τα βιβλία θα εξαφανιστούν.
Και η εποχή αυτή, πρόσθεσε ο γέρων Αθανάσιος ήρθε.
Η περίφημη βιβλιοθήκη της μονής Νιαμέτς κατακάηκε και τα λίγα βιβλία για την νοερή προσευχή που γλίτωσαν από την καταστροφή έχουν μείνει στ` αζήτητα, κανείς πια δεν ενδιαφέρεται γι` αυτά.
Ο γέροντας Αθανάσιος συνέχισε.
Πρέπει να διαβάζουμε διαρκώς ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ.
Όλοι οι άγιοι πατέρες διάβαζαν πολύ, διάβαζαν ως ότου να λάβουν το χάρισμα της προσευχής.
Τον Οκτώβριο του 1873 ο Αθανάσιος αρρώστησε και στις 23 του μηνός πέθανε και κηδεύτηκε στο κοινό κοιμητήριο.
38.  Το μοναστήρι του Νιαμέτς ήταν για την Μολδαβία ότι και το μοναστήρι της Άγιας Τριάδος στην Ρωσία, ότι της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου για την Ουκρανία, ότι το Αγιον Όρος για την Ελλάδα. Για πέντε αιώνες ήταν το κέντρο της θρησκευτικής διαφώτισης στην Μολδαβία. Από εκεί βγήκε ο περίφημος μολδαβός γέροντας Παίσιος Βελιτσκόφσκυ, ιδρυτής και πατέρας του θεσμού των γερόντων στη Ρωσία στους έσχατους καιρούς.
Έτσι ένας από τους πολλούς μαθητές του οσίου Παϊσίου, ο Σωφρόνιος, που εκείνη την εποχή ήταν ηγούμενος, ήταν πνευματικός άνθρωπος και αυστηρός ασκητής είδε ένα όραμα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ  
39.  Μια νύχτα, νομίζοντας πως πλησίαζε να ξημερώσει, ο Σωφρόνιος βγήκε από την πύλη του μοναστηριού και κοίταξε προς την εξωτερική πύλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται το αγίασμα.
Εκεί είδε ένα άνθρωπο που ήταν μαύρος στην όψη και φοβερός στο θέαμα.
Φορούσε στρατιωτικό μανδύα και φώναζε δυνατά, όπως κάνουν οι αξιωματικοί όταν δίνουν διαταγές στους στρατιώτες.
Τα μάτια του ήταν κόκκινα και γυάλιζαν σαν φλόγες.
Το στόμα του ήταν σαν των πιθήκων και τα δόντια του εξείχαν απ` αυτό.
Στη μέση του ήταν περιτυλιγμένο ένα τεράστιο φίδι, του οποίου το κεφάλι κρεμόταν προς τα κάτω κι από το στόμα του έβγαινε η γλώσσα σαν ξίφος.
Στους ώμους του είχε σιρίτια που είχαν το σχήμα κεφαλών φιδιών και στο κεφάλι του φορούσε ένα καπέλο απ` όπου ξεπρόβαλαν φαρμακερά φίδια και τυλίγονταν σαν μαλλιά γύρω απ` το λαιμό του.
Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος αντίκρισε όλα αυτά πέτρωσε από τον φόβο.
Μετά από λίγο συνήλθε κάπως και ρώτησε τον άρχοντα αυτό του σκότους τι γύρευε τέτοια ώρα στον περίβολο του μοναστηριού.
Είναι δυνατό να μην ξέρεις ότι εγώ δίνω διαταγές εδώ στο μοναστήρι σου; Απάντησε ο μαύρος.
Εμείς δεν έχουμε στρατό εδώ κι η πατρίδα μας διανύει περίοδο απόλυτης ειρήνης, είπε ο ηγούμενος.
Τότε συνέχισε ο μαύρος δαίμονας, μάθε πως εμένα με έστειλαν οι αόρατοι άρχοντες του σκότους και βρισκόμαστε εδώ για να εγείρουμε πόλεμο εναντίον την μοναχικής τάξης.
Όταν κατά την κουρά σου δίνεται τους μοναχικούς σας όρκους, δηλώνεται ότι θα μας πολεμάτε και μας προξενείτε πολλές πληγές με το πνευματικό σας οπλοστάσιο.
Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε με ντροπή, γιατί η φλόγα της προσευχής σας μας καίει.
Τώρα όμως δε σας φοβόμαστε, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Παϊσίου, του ηγουμένου σας. Εκείνος μας τρόμαζε και υποφέραμε πολύ στα χέρια του.
Από τότε ακόμα που ήρθε εδώ από το Άγιο Όρος μαζί με εξήντα άλλους μοναχούς, εμένα με έστειλαν εδώ με εξήντα χιλιάδες στρατιώτες μας για να τον σταματήσουμε.
Όσο καιρό είχε αυτός είχε την ηγουμενία δεν μπορούμε να ησυχάσουμε.
Παρ` όλους τους πειρασμούς, τα τεχνάσματα και τις μεθοδείες μας εναντίον εκείνων και των μοναχών του, δεν καταφέρναμε τίποτα.
Και ταυτόχρονα δεν μπορεί να διηγηθεί ανθρώπινη γλώσσα τις φοβερές οδύνες, τις ταλαιπωρίες και τις δοκιμασίες που υποστήκαμε κατά την διάρκεια της διαμονής αυτού του ανθρώπου. Εδώ.
Ήταν ένας έμπειρος στρατιώτης και η στρατηγική του μας εύρισκε πάντα εκτός θέσης.
Μετά τον θάνατο του όμως να πράγματα άλλαξαν κάπως και μπορέσαμε να αποδεσμεύσουμε από αυτό το φρούριο δέκα χιλιάδες δικούς μας.
Έτσι μείναμε εδώ πενήντα χιλιάδες.
Όταν οι μοναχοί άρχισαν να αμελούν τον κανόνα τους και να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους αγρούς, τα κτίρια και τα αμπέλια, απαλλάξαμε άλλους δέκα χιλιάδες από τα καθήκοντα τους εδώ και οι υπόλοιποι σαράντα χιλιάδες μείναμε για να συνεχίσουμε τις προσβολές μας.
Λίγα χρόνια αργότερα, μερικοί από τους μονάχους αποφάσισαν να αλλάξουν το τυπικό του Παϊσίου, διαφώνησαν μεταξύ τους και μερικοί έφυγαν.
Στο μεταξύ δόθηκε άδεια σε λαϊκούς να νοικιάζουν δωμάτια στο μοναστήρι, κι όταν μάλιστα έφεραν και τις γυναίκες τους μέσα, κάναμε γιορτή για την νίκη μας και μειώσαμε τον στρατό μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμα.
Αργότερα που άνοιξαν και τα σχολεία για νεαρά αγόρια ο πόλεμος πλησίασε μπρος στο τέλος του πια και μπορούσαμε να μειώσουμε τις δυνάμεις μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμη, αφήνοντας εδώ μόνο είκοσι χιλιάδες δικούς μας για να επιβλέπουν τους μοναχούς.
Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος άκουσε όλα αυτά αναστέναξε μέσα του και ρώτησε τον μαύρο δαίμονα.
Τι ανάγκη έχετε να μένετε ακόμη στο μοναστήρι αφού βλέπετε, όπως και ο ίδιος ομολογείς πως οι μοναχοί έχουν παραιτηθεί από τον πόλεμο;
Τι άλλη δουλεία έμεινε ακόμα εδώ για σας;
Και εκείνος ο παγκάκιστος, εξαναγκασμένος από την δύναμη του Θεού, αποκάλυψε το μυστικό του.
Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει κανένας πια να μας πολεμήσει όπως παλιά, αφού η αγάπη έχει ψυχραθεί και έχετε προσκολληθεί σε επίγειες και κοσμικές υποθέσεις.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα στο μοναστήρι που μας ενοχλεί και μας ανησυχεί.
Είναι αυτά τα κουρελόχαρτα τα βιβλία στον όλεθρο να πάνε!!
Αυτά που έχετε στην βιβλιοθήκη σας.
Ζούμε με τον φόβο και τον τρόμο μήπως κάποιος από τους νεωτέρους μονάχους τα πιάσει στα χέρια κι αρχίζει να τα διαβάζει.
Μόλις αρχίσουν να διαβάζουν τα καταραμένα αυτά κουρελόχαρτα, μαθαίνουν την αρχαία ευλάβεια κι εχθρότητα σας εναντίον μας κι οι νεαροί αρχάριοι ξεσηκώνονται.
Μαθαίνουν από αυτά πως οι παλιοί χριστιανοί, μοναχοί και λαϊκοί, συνήθιζαν να προσεύχονται αδιάλειπτα, να νηστεύουν, να εξετάζουν και να ξαγορεύονται τους λογισμούς, να αγρυπνούν και να ζουν σαν ξένοι και παρεπίδημοι σ` αυτόν τον κόσμο.
Μετά, απλοϊκοί όπως είναι, αρχίζουν να θέτουν τις ανοησίες αυτές σε εφαρμογή.
Ακόμη παίρνουν σοβαρά όλη την Άγια Γραφή.
Μας βρίζουν και ωρύονται εναντίον μας σαν άγρια θηρία.
Αρκεί να σου πω ότι ένας από αυτούς τους ανόητους θερμοκέφαλους είναι αρκετός για να μας διώξει όλους από εδώ.
Είναι τόσο ανηλεείς και ασυμβίβαστοι εναντίον μας, όσο και ο θανατωμένος αρχηγός σας (ο Σωτήρας).
Επί τέλους, έχουμε τόση ειρήνη και ηρεμία μαζί σας.
Αυτά τα αποκαλούμενα πνευματικά βιβλία σας όμως είναι μια διαρκεί πηγή εχθρότητα και ταραχής.
Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ειρήνη; Γιατί εσείς δεν διαβάζεται τα βιβλία μου;
Δεν είναι και αυτά πνευματικά;
Κι εγώ πνεύμα δεν είμαι;
Κι εγώ εμπνέω ανθρώπους να γράφουν βιβλία.
Δε φτάνει παρά να πέσει ένα απ` αυτά τα παλιόχαρτα, που τα λέτε περγαμηνές, στα χέρια ενός απλού κι ανόητου κι αρχίζει εκ νέου καινούργιος πόλεμος κι αναγκαζόμαστε να φεύγουμε κι να αρπάζουμε πάλι τα όπλα εναντίον σας.
Ανήμπορος πια να κρατήσει σιωπή, ο φτωχός ηγούμενος τον ρώτησε.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο όπλο σας εναντίον των μοναχών στους καιρούς μας;
Κι εκείνος απάντησε.
Όλο το ενδιαφέρον μας σήμερα στρέφεται στο να κρατήσουμε τους μονάχους και τις μοναχές μακριά από τις πνευματικές ενασχολήσεις, ιδιαίτερα δε από την προσευχή και την μελέτη αυτών των καπνισμένων βιβλίων.
Γιατί δε δαπανάτε περισσότερο χρόνο στη φροντίδα των κήπων και των αμπελιών, στο ψάρεμα, στα σχολεία για τους νέους, στη φιλοξενία όλων αυτών των καλών ανθρώπων που έρχονται εδώ το καλοκαίρι για καθαρό αέρα και υγιεινό νερό;
Οι μοναστές που ασχολούνται με τέτοια πράγματα πιάνονται στα δίχτυα μας όπως οι μύγες στον ιστό της αράχνης.
Ως ότου όλα αυτά τα βιβλία καταστραφούν ή φθαρούν από το χρόνο, δε θα ειρηνέψουμε.
Είναι σαν σαΐτες και βέλη για μας.
Δεν είχε καλά καλά τελειώσει τα λόγια αυτά και σήμανε το σήμαντρο για την ακολουθία του όρθρου.
Ο αρχηγός των δαιμόνων εξαφανίστηκε αμέσως σαν καπνός.
Ο γέροντας ξεκίνησε για την εκκλησία με μεγάλο πόνο ψυχής, εξαιτίας των αποκαλύψεων αυτών και μπήκε στην εκκλησία.
Όταν μαζεύτηκαν οι μοναχοί τους διηγήθηκε με δάκρυα στα μάτια όλα όσα είδε κι άκουσε κατ την διάρκεια της φοβερής Αυτής οπτασίας.
Και μετά έδωσε εντολή να καταγραφούν όλα αυτά για να ωφεληθούν οι επιγενόμενοι. 
40.  Πρώην εγγονός του αείμνηστου ησυχαστού Χαρίτωνος υπήρξε και ο Χαρίτων μοναχός, ο Καυσοκαλυβίτης.
Ακολούθησε τα ευλογημένα ίχνη του παππού του και επιδόθηκε στην άθληση και τα κατορθώματα της ασκήσεως, νέος όταν ήταν ακόμη.
Πολλές φορές έπεφτε σε έκσταση ενώ έτρωγε.
Αδιάκοπη νίψη και αδιάλειπτος προσευχή ήταν η ζωή του.
Και ο θάνατος του οσιακός και αυτός.
Έπεσε κατάκοιτος στο κρεβάτι και στα τελευταία του έβλεπε ουράνια οπτασία.
Πάτερ Αθανάσιε, έλεγε στον παραδελφό του, κοίταξε.
Που βρέθηκαν τόσο μικρά ολόλευκα παιδάκια;
Ω, τι ωραία, κοίτα. Κρατούν λουλούδια στα χεράκια τους.
Σε ευχαριστώ Θεέ μου, που με αξίωσες να δω τους αγγέλους σου.
41.  Ο Λαυριώτης γέρων Θεόφιλος φρόντισε για τα μνημόσυνά του και είχε δώσει χρήματα για τα επιμνημόσυνα έξοδα. Προ του θανάτου του μοίρασε όλα τα προσωπικά του είδη στους αδελφούς και πατέρας.
42.  Ένας καλός και ενάρετος ιερομόναχος της ιερά μονής του αγίου Παύλου, απεβίωσε, βρισκόμενος έξω την Μονής σε ένα βραχάκι καθισμένος και ευλογών με το δεξί του χέρι.
43.  «Χριστέ μου, το μέγα Σου έλεος»
Αυτοί ήταν οι τελευταίοι λόγοι του γέροντος Αββακούμ του ανυπόδητου, με τους οποίους λόγους και εκοιμήθη με ειρήνη.
44.  Ένας μοναχός ρώτησε ένα άλλο γέροντα, ηλικίας άνω των 100 χρονών.
Τώρα που θα φύγεις από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο τι αισθάνεσαι;
Αισθάνομαι τόσο χαρούμενος και ειρηνικός σαν να πηγαίνω σε γάμο είπε.
45.  Ένας μοναχός εκοιμήθη επικαλούμενος τις τελευταίες στιγμές του βίου του το Πανάγιο Πνεύμα, λέγων  το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το είπε τρεις φορές και ξεψύχησε.
46.  Οσιακή η ζωή, οσιακό και το τέλος του ερημίτου Φιλάρετου φίλου της αρετής και της ερήμου.
Λίγο πριν κοιμήθη, κάλεσε δυο αδελφούς των Δανιηλαίων, Δανιήλ και Ακάκιο και αφού τους είπε πολλά περί της νοεράς προσευχης και την μοναχικής πολιτείας, κατόπιν σηκώθηκε όρθιος και παρακάλεσε να του ψάλουν τον εθνικό ύμνο του Άθωνος, δηλαδή το «Άξιον εστίν».
Στάθηκε προσοχή και άκουσε ευφραινόμενος και με δάκρυα ως συνήθως.
Μετα τους αγκάλιασε τους ησπάσθη με το εν Χριστώ ασπασμό και τους είπε.
Αδέλφια μου, αγγελούδια της Παναγίας, δεν πρόκειται να σας ξαναδώ με τα μάτια του σώματος μου, γιατί με κάλεσε ο Κύριος, με την πρεσβεία της Παναγίας και των αγιορειτών Πατέρων, να με πάρει στα ουράνια θεία Σκηνώματα.
Την άλλη μέρα που τον επισκέφτηκαν να τον δουν και να λάβουν την ευχή του, είχε σχηματιστεί μόνος του με σταυρωμένα τα χέρια; Πάνω στο ξύλινο κρεβατάκι του με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται τον φυσικό ύπνο.
47.  Όταν ο ενάρετος και ο υπαίθριος ασκητής Πέτρος προαισθάνθηκε το τέλος του, πήγε και αποχαιρέτησε τους πατέρες και αδελφούς της ερήμου.
Δεν θα ξαναϊδωθούμε έλεγε στο γέροντα Γεράσιμο τον Υμνογράφο.
Ήταν παραμονή του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου όταν επέστρεψε στην σπηλιά, όπου υπάρχει και ναός προς τιμή του αγίου.
Είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι ερημίτες για το πανηγύρι.
Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων.
Ευχήθηκαν οι πατέρες και οι αδελφοί για την γιορτή του καλό παράδεισο γέρο – Πέτρο με το ασκητικό κέρασμα, είπε το «αμήν» και εκοιμήθει με ειρήνη.
Λίγες μέρες πριν είχε μεταβεί στις Καρυές , χαιρέτισε τους πάντες, έδωσε το εργόχειρων του για να εξασφαλίσει χρήματα για τα έξοδα της κηδείας και για σαρανταλείτουργο. 
48.  Είπε γέρων. Πολλοί άγιοι θα θελαν να ζήσουν στην εποχή μας και να κάνουν τον αγώνα μας.
49.  Διηγήθηκε ένας ασκητής. Εδώ έρχονται πολλοί φοιτητές.
Κάποτε είχαν έρθει καμία δεκαριά και ζητούσαν να τους κάνω θαύμα.
Επέμεναν πολύ. Σκέφτηκα με ποιο τρόπο να βάλω μυαλό σε αυτά τα παιδία.
Τους είπα. Λοιπόν, μπείτε στη σειρά για να σας κόψω τα κεφάλια.
Μετά θα κάνω το θαύμα για να σας τα κολλήσω!
Ν` αραιώσετε λίγο, γιατί υπάρχει κίνδυνος να τα μπερδέψω.
Έτοιμοι είστε; Θέλετε να δείτε το θαύμα;
Οι νέοι αντέδρασαν αμέσως.
Όχι, όχι σε μας πάτερ, είπαν με μια φωνή.
50.  Έλεγε ένας ηλικιωμένος μοναχός για την ραδιενέργεια.
Μάθαμε και εμείς για την ραδιενέργεια. Τι να σας πω;
Αν το δηλητήριο ήταν σε ένα πράγμα θα λέγαμε ότι πρέπει να το αποφύγουμε.
Τώρα όμως πήγε σε όλα, δεν γίνεται τίποτα.
Εμείς εδώ στο όρος κάνουμε τον σταυρό μας και τα τρώμε όλα.
Τι να φοβηθούμε;
Δεν λέει κάπου και ο Χριστός ότι οι πιστοί «καν θανάσιμων τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει;».
Μην ανησυχείτε.
Ο κόσμος έχασε το νόημα της ζωής. Πρέπει όμως να το βρει.
Η απιστία κάνη μεγάλη ζημιά.
Όλα από κει ξεκινούν. 
51.  Είπε γέρων. Ταπείνωση είναι το κάτω σκαλοπάτι των αρετών.
Αγάπη είναι το επάνω σκαλοπάτι. Γιατι δεν αγιάζουμε σήμερα;
Γιατι δεν έχουμε ταπείνωση.
52.  Είπε γέρων, ο παπα – Βαρθολομαίος, ετών 106, που φορούσε, όταν τον επισκεφτήκαμε, μια ζακέτα με χίλια μπαλώματα. Μέσα στην πολυμάθεια κολλάει η οίησης. Όταν κολλήσει η οιήσεις φεύγει ο Θεός και μένει ο άνθρωπος μόνος με την οίηση.
53.  Είπε πάλι άλλος. Η υπερηφάνειά μας κάνει κουφό τον Θεό.
54.  Έλεγε ο Ρώσος ασκητής παπα – Τύχων, που έζησε 60 χρόνια στο Άγιο Όρος, αφού γύρισε 300 μοναστήρια.
Ο Θεός το πρωί ευλογεί τον κόσμο όλο με το ένα του χέρι και τον ταπεινό άνθρωπο με τα δυο χέρια. Και προσεύχεται « Κύριε ημών Ιησού Χριστέ χάρισέ μου ταπείνωση»
Άλλο παρθενιά, άλλο ταπείνωση συνήθισε να λέει. Πολλοί παρθένοι υπερήφανοι πήγαν στην κόλαση.
55.  Όταν οι αδελφοί και πατέρες εύχονταν τον Νεοσκητιώτη γέροντα Θεοφύλακτο «καλό Παράδεισο», εκείνος απαντούσε.
Δεν είναι αχυρώνας ο Παράδεισος για να δεχτεί εμένα το ζώων!
Τέτοια αυτομεμψία είχαν οι άγιοι πατέρες.
56.  Είπε γέρων. Μπορεί κάποιος να αγωνίζεται που κα που με φιλότιμο, αλλά να μην έχει μεγάλη πρόοδο, γιατι δεν έχει ταπείνωση. Ενώ άλλοι αγωνίζονται λιγότερο (άσκηση, νηστεία κ.λ.π.) και προοδεύουν πολύ περισσότερο, γιατί έχουν πολλή ταπείνωση και αυτή αναπληρώνει πολλά.
57.  Έλεγε ένας ασκητής. Ο άνθρωπος δίνεται πρώτα όλος στον Θεό και μετά ο Θεός τον καθαρίζει και τον δίνει στους ανθρώπους.
Όταν ο άνθρωπος πιστεύει ότι είναι χειρότερος όλων, τότε ένα «Κύριε ελέησον»,
που θα πει για τον κόσμο αξίζει περισσότερο από τα χίλια «Κύριε ελέησον» του
άλλου.
58.  Είπε γέρων. Ο Θεός μας δίνει πολλές ευκαιρίες για να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αλλά εμείς τις ευκαιρίες δεν τις δεχόμαστε όλες, τις διώχνουμε.
59.  Μην έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας η αυτοπεποίθηση είναι μεγάλο εμπόδιο στη Θεία Χάρη. Εμπιστοσύνη απόλυτη να έχουμε μόνο στο Θεό. Όταν εμείς αναθέτουμε τα πάντα σε Αυτόν, ο Θεός υποχρεώνεται να μας βοηθήσει.
60.  Να ζείτε σε διαρκή δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεό, γιατί η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αχαριστία και ο χειρότερος αμαρτωλός ο αχάριστος.
61.  Είπε γέρων. Μοιάζουμε με τσουκνίδες. Από μακριά φαίνονται πράσινες, σαν πεδιάδα, σαν κήπος μα όταν πλησιάσεις και τις αγγίξεις τότε βλέπεις την ασχήμια τους και τότε νιώθεις το κεντρί τους.
62.  Ρωτήθηκε κάποτε ένας ερημίτης.
Πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους επαίνους και τα εγκώμια;
Και απάντησε.
Να έχετε ταπείνωση και να γνωρίζεται καλά τον εαυτό σας.
Να σας πω ένα παράδειγμα.
Όταν σκαλίζω στο ξύλο την μορφή αγίου και τελειώνω, νομίζω ότι είναι καλή.
Την ξανακοιτάω μετά από λίγο και βλέπω ότι έχει ελλείψεις.
Αν βάλω τον φακό θα δω ότι δεν είναι τίποτα το σπουδαίο.
Το ίδιο πάλι και με τα χέρια. Βλέπουμε ότι είναι καθαρά. Αν βάλουμε όμως τον φακό, θα δούμε ότι έχουν βρωμιά και πολλά μικρόβια.
Έτσι, να κοιτάμε προσεκτικά τον εαυτό μας και θα Βλέπουμε ότι δεν είμαστε τίποτα κι ας λέει ο κόσμος.
63.  Όταν προσευχόταν ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης στεκόταν στην προσευχή ως στύλος ακλόνητος και καθήμενος δεν αισθανόταν καθόλου το σώμα του, σε κατάσταση ψηλή υπάρχων, πλήρης χάριτος και θείου Φωτός.
64.  Στην « Μεταμόρφωση» της ιεράς Σκήτης αγίας Άννας έζησε ο ευλαβέστατος Μαυροβούνιος ιερομόναχος Μηνάς.
Το ημερονύκτιο έκαμε από 1000 έως 3000 γονυκλισίες και 50 έως 100 κομβοσχοίνια. Από την πολλή προσευχή δεν άδειαζε να μιλήσει.
Η προσευχή για αυτόν ήταν η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, αλλά είχε και πρακτική ωφέλεια. Τον σκέπασε από την πολυλογία και την κατάκριση.
65.  Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικό του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π.
Μια μέρα λέει στον γεροντά του.
Γέροντα έχω ένα λογισμό. Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες.
Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ…
Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει.
Ας, πάμε παιδί μου να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό.
Και όταν πήγαν σκύβει στο αυτί του, μέσα στην εκκλησία και του λέει ψιθυριστά.
Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό.
Δεν πρόλαβε να τελείωση και πιάνει δυνατός σεισμός.
Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ»!!!!
Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά.
Διαπίστωσαν πράγματι, ότι καλύτερη προσευχή είναι η προσευχή με το κομποσχοίνι.
66.  Σαράντα χρόνια στην έρημο, όλες τις ακολουθίες τις έκαμα με κομποσχοίνι, διηγείται ο γέρων Χρυσόστομος ο ερημίτης. Την Μ. Τεσσαρακοστή προσπαθούσαμε να έχουμε τον νου μας πάνω στον Εσταυρωμένο. Αλλά πόσο γρήγορα η προσευχή φεύγει. Βία χρειάζεται.
67.  Ο γέρων Δανιήλ στην Νέα Σκήτη έζησε 115 χρόνια. Είχε οξυτάτη όραση. Όταν έκανε κομποσχοίνι πήγαινε ο διάβολος με την μορφή τσακαλιού και του τραβούσε το κομποσχοίνι. Εκείνος, όμως συνέχιζε τον αγώνα του.
68.  Είπε γέρων. Όπως τα καράβια που κινδυνεύουν εκπέμπουν σήμα κινδύνου συνεχώς, έτσι πρέπει να λέει και ο άνθρωπος συνεχώς την ευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ Ελεησον με.
69.  Φημολογείται το ακόλουθο γεγονός. Όταν κάποτε ήλθε στο Όρος ο νεοφανείς άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως επισκέφτηκε στην σκήτη της αγίας Άννας σπουδαίο πνευματικό, θεωρητικό και πρακτικό δάσκαλο την νοεράς προσευχης γέροντα, μετα του οποίου συζητούσαν στην καλύβα του και προσευχήθηκαν επί τρία ημερονύκτια!!! Αδιαλείπτως.
70.  Ο ερημίτης π. Χρυσόστομος μας διηγείται. Υπήρχε ένας γεροντάκος, στα καυσοκαλύβια.
Είχε αγγελική φωνή. Λέγεται πως όταν έψαλλε το «Άξιον εστί» άνοιγε τα χέρια του διάπλατα από την μεγάλη αγαλλίαση της καρδιά του και φημολογείται ότι κουνιόντουσαν τα καντήλια. Μια φορά κατέβαινα προς την Αγια Άννα και άκουσα να ψέλνει. Έλεγα, μα τι φωνή είναι αυτή; Άγγελος ψάλει; 
71.  Η υπομονή αποκτάται, δεν αγοράζεται έλεγε ένας ασκητής.
72.  Είπε ένας γέρων. Η πνευματική ζωή χρήζει υπομονής, σταθεράς υπομονής. Ο άνθρωπος παθαίνει μεταβολές, αλλοιώσεις. Από την μία μέρα στην άλλη.
73.  Όταν ρωτούσαν τον ασθενή γέροντα Νικόλαο της Νέας Σκήτης πως είναι στην υγειά του απαντούσε ο υπομονετικός γέρων.
Δόξα το Θεό. Και αλλά μου πρέπουν.
Όταν εκοιμήθη το πρόσωπο του έλαμψε!!
74.  Ρώτησε ένας ιερέας γέροντα ασθενή Μόναχο. Πως είστε στην υγειά σας πάτερ; Ε, καλά. Τώρα μου παρουσιάστηκαν και άλλες παθήσεις. Όλα όμως χρειάζονται. Πως θα πάω Εκεί πάνω, παπά μου με άδεια χέρια;
75.  « Κύριε μου, γιατί να υποφέρω τόσο πολύ;» παραπονιόταν κάποτε ο ασθενής ενάρετος γέρων Αρτέμιος ο Γρηγοριάτης. Τότε είδε τον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος του έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του και του έλεγε.
Κοίταξε πόσο υπομονή έκανα. Εσύ για την αγάπη μου δεν υπομένεις;
76.  Είπε ένας γέρων μοναχός.
Η ασθένεια είναι θεία επίσκεψη. Η ασθένεια είναι μέγιστο Δώρο του Θεού.
Αυτό που μπορεί να δώσει ο άνθρωπος στο Θεό είναι ο πόνος.
77.  Γέροντα έχω τόσα χρόνια στο Άγιο Όρος και δεν είδα καμία οπτασία ή κανένα όραμα ή δεν είχα κάποια πληροφορία πνευματική, έλεγε στον γέροντα πατέρα Ιωακείμ ο τώρα στην Αγγλία, Αγιορείτης Ρώσος ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο κτήτορας της εκεί ιεράς Μονής και ο συγγραφέας του βίου του αγίου Σιλουανού.
Του απάντησε ο γέρων Ιωακείμ.
Ποιος σου χάρισε υπομονή και κάθεσαι στο Όρος και μάλιστα στα φρικτά Καρούλια, παρά ο Θεός.
Θα μπορούσες να μείνεις χωρίς εμφανή την Χάρη του Θεού;
Άλλο θαύμα μεγαλύτερο από αυτό μην ζητάς και χάρισμα ψηλότερο μην θέλεις.
78.  Ένας νέος μοναχός πήγε στον αββά Ζωσιμά τον Καρουλιώτη και του είπε.
Γέροντα, έχω πειρασμό.
Παιδί μου του απάντησε εκείνος ο πειρασμός υπάρχει παντού.
Στο φαγητό πειρασμός, στον ύπνο πειρασμός.
Θυμήσου τι λέει το Γεροντικό.
Πάρε τους πειρασμούς και κανένας δεν σώνεται.
Και έτσι παρηγορήθει ο αγωνιστής.
79.  Ζούσε στην σπηλιά του όσιου Πέτρου του Αθωνίτου ο γέρων Χρυσόστομος και ο μοναχός Σέργιος.
Τον Σέργιο τον πολεμούσε ο σατανάς να φύγει από τον ασκητικό του στίβο και να εγκαταλείψει τον αγώνα.
Κάποτε επισκέφτηκε ένα γέροντα στις Καρυές, που με άφθαστη αυταπάρνηση και υπομονή είχε γηροκομήσει και θάψει τέσσερις γεροντάδες.
Πως μένεις τώρα μόνος σου εδώ χάμω; Τον ρώτησε ο Σέργιος.
Με πολεμάει και εμένα ο διάβολος να φύγω, αλλά ξέρεις τι με κρατάει; Απάντησε ο ηρωικός γέρων.
Έλα να σου δείξω τους θησαυρούς μου.
Ποιοι είναι οι θησαυροί σου; Δεν βλέπω τίποτα.
Τον πήρε τον πήγε σε ένα δωμάτιο, που είχε παλιά παπούτσια, τρύπια πόσων ετών….., παλαιά ζωστικά, και παλαιούς σκούφους των γεροντάδων του αλλά και του εαυτού του, δείγματα αμέτρητων αγώνων και θυσιών….
Να οι θησαυροί μου.
Πες μου, πώς να τους εγκαταλείψω;
Διδάχτηκε ο π. Σέργιος περισσότερο από κάθε άλλη διδασκαλία, από αυτούς τους σιωπηλούς θησαυρούς και διδασκάλους. 
80.  Είπε γέρων. Για τους άσπλαχνους που πεθαίνουν να κάνετε μνημόσυνα και προπαντός ελεημοσύνη. Ελεημοσύνη. Υπάρχουν πολλοί πτωχοί. Σ` αυτούς να δίνεται.
Στα μνημόσυνα να χρησιμοποιείται κόλλυβα και όχι γλυκά, όπως κάνουν πολλοί τώρα τελευταία.
81.  Ο πάμπτωχος και ρακένδυτος Ρουμάνος ασκητής Ε, δεν είχε που την κεφαλή κλείνε. Βοηθούσε στην τράπεζα του Ρωσικού μοναστηριού και ότι έπαιρνε το έδινε ελεημοσύνη στους απομακρυσμένους ασκητές. Είναι η μονή ευκαιρία να σωθώ, έλεγε. Να ζητιανεύω ταπεινούμενος, να κοπιάζω, να διαμοιράζω.
82.   Eνας μονάχος ρώτησε τους επισκέπτες του.
Εσείς τι δουλεία κάνετε;
Γέροντα δεν έχουμε καλό επάγγελμα. Έμποροι είμαστε, απάντησαν με συστολή.
Έχουμε αδελφοί μου, μεγάλη ανάγκη από καλούς εμπόρους.
Αλήθεια, για πείτε μου τι κάνετε όταν ακριβαίνουν τα πράγματα;
Πουλάτε και τα παλιά, που είχατε στο μαγαζί με καινούργιες τιμές;
Ναι γέροντα.
Πώς να κάνουμε αλλιώς; Πρέπει να ξαναφέρουμε πράγμα στο μαγαζί.
Καλά, αλλά εσείς από τα παλιά βγάζετε δυο φορές κέρδος.
Φυσικά δεν μπορείτε να το πουλήσετε με τις παλιές τιμές, γιατί θα αντιδράσουν οι άλλοι έμποροι.
Εσείς όμως, το δεύτερο κέρδος, που βγάζεται από τα εμπορεύματα που είχατε στο μαγαζί, να το δίνετε ελεημοσύνη.
83.  Όταν υπηρετούσε ο γέρων Αρτέμιος σε ένα Γρηγοριάτικο μετόχι στην Άρτα και πήγαινε να ψωνίσει, στην αγορά, επέστρεφε με άδεια χέρια. Ότι είχε το μοίραζε σε πτωχούς και γεροντάκια. 
84.  Έλεγε ο γέρων Παίσιος.
Η γυναίκα όταν είναι έγκυος πρέπει να είναι ήρεμη, να διαβάζει το Ευαγγέλιο, να προσεύχεται, να λέει την ευχή.
Έτσι αγιάζεται και το παιδί. Από τώρα αρχίζει η ανατροφή του παιδιού.
Να προσέχεις να μην στεναχωρείς την έγκυο για κανένα λόγο.
85.  Ο Διάβολος προσπαθεί να τα καταστρέψει όλα για να μη βρει η νέα γένια καλή «μαγιά» για να «ζυμωθεί».
86.  Πρέπει να απλοποιήσουμε την ζωή μας. Η πολυτέλεια κουράζει. Είναι μερικοί που συνεχεία θέλουν να αλλάζουν έπιπλα κλπ. Τρέχουν μετά να βγάλουν περισσότερα χρήματα και έτσι γεμίζουν άγχος.
87.  Είπε πάλι. Καλό είναι η οικογένεια να έχει τον ίδιο πνευματικό. Ο άντρας, η γυναίκα, τα παιδία, αυτό βοηθά πολύ.
88.  Ένας πιστός τον ρώτησε. Γέροντα, σήμερα πήραν βαθμούς τα παιδία και είναι στεναχωρημένα.
Κοίτα να δεις, σήμερα οι μεγάλοι θέλουν να παίρνουν πολλά λεφτά με λίγη δουλειά, και οι μικροί να παίρνουν μεγάλους βαθμούς, χωρίς διάβασμα.
Και αν είναι δυνατόν να μην φεύγουν από την καφετέρια ή την ξυλοτέξ – πως το λένε – να παίρνουν ένα τηλέφωνο να ρωτούν τι βαθμούς τους έβαλαν. (γέλια).
89.  Είπε πάλι. Ακόμη και μέσα στο γάμο πρέπει να συγκρατεί κανείς τον εαυτό του από την ηδονή. Να βάζεις φρένο στην φιληδονία του!
90.  Ρώτησε κάποιος τον γέροντα Παϊσιο.
Γέροντα σήμερα πολλοί νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να κάνουν παιδιά γιατί σκέφτονται σε τι είδος κόσμο θα φέρουν το παιδί τους.
Μόλυνση από τα χημικά, από τα πυρηνικά, ζωή γεμάτη άγχος, άγρια κοινωνία, πόλεμοι, πεινά, σκοτωμοί, βιασμοί, αρπαγές, απαγωγές………
Αν είμαστε κιόλας στον καιρό του Αντίχριστου σκέφτομαι και εγώ μήπως δεν αξίζει κανείς να παντρεύεται και να κάνει παιδία.
Όχι, Θανάση δεν είναι έτσι!........
Οι χριστιανοί στο καιρό των διωγμών δεν παντρεύονταν;
Και παντρεύονταν και παιδιά έκαναν!!
Είχαν την ελπίδα τους στηριγμένη στο Χριστό…..όχι στους ανθρώπους.
Είναι ολιγοπιστία αυτός ο λογισμός. Ο Θεός σε μια στιγμή μπορεί να τα διορθώσει όλα. Να σβήσει όλα τα στραβά. Κάνουν οι άνθρωποι σχέδια….έχει και Θεός τα δικά Του.
Να ήξερες πόσες φορές τύλιξε ο διάβολος τη γη με την ουρά του για να την καταστρέψει….
Δεν τον άφησε ο Θεός….του χαλάει τα σχέδια. Και το κακό που πάει να κάνει ο διάβολος, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό. Μην ανησυχείς!
91.  Κάποια φορά ο π. Παϊσιος μου διηγήθηκε πως του παρουσιάστηκε η Παναγία μας, μέρα μεσημέρι, και τον βοήθησε σε μια ανάγκη που είχε. Συνομίλησαν μαζί για λίγα λεπτά.
Πως αισθανθήκατε γέροντα; Ρώτησα.
Μεγάλη χαρά….όμως αισθανόμουν και ντροπή…..δυσκολεύομαι…Μητέρα του Θεού είναι….με τον άγιο Ιωακείμ και την αγία Άννα κινούμε πιο άνετα!
92.  Ρώτησε κάποιος. Γέροντα είναι μερικά ζευγάρια που ενώ θέλουν, δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Για να βολεύεται και κανένα ορφανό…τους έδωσε και ο Θεός ένα δικό τους μετά!
93.  Είπε πάλι. Όταν γυρίζει κανείς από την δουλειά του και είναι νευριασμένος ή αγχωμένος καλύτερα είναι να πάει μια βόλτα στο πάρκο για είκοσι λεπτά και να γυρίσει στο σπίτι του ήρεμος και με χαμόγελο, και ας πάει καθυστερημένος.
94.   Είπε πάλι. Σήμερα τον ζαλίζουν τον άνθρωπο. Τα χτυπάνε τα καημένα τα παιδιά από δω και από κει με διάφορες θεωρίες, τα πιάνει μετά φόβος, άγχος και ξεσπάνε στα ναρκωτικά και την διασκέδαση. Αλλά αυτή η κοσμική διασκέδαση προσθέτει άγχος.
Βλέπεται από αυτή την ζωή κανείς γεύεται σε κάποιο βαθμό την κόλαση ή τον παράδεισο αν ζει σύμφωνα με το θέλημα του θεού με την Εκκλησία.
95.   Χάρισε γέροντας ένα βιβλίο στα μεγάλα παιδιά της Γ` Λυκείου, που έλεγε για την ελληνικότητα της Μακεδονίας.
96.   Oι γονείς να προσέχουν στο σπίτι τι βιβλία, έχουν γιατί μπορεί να πέσουν στα χέρια των παιδιών και να πάθουν ζημιά. Στο σπίτι να έχεις μόνο χριστιανικά βιβλία.
97.   Είπε πάλι. Όταν το παιδί από μικρό γεμίσει με Χριστό πηγαίνει στην εκκλησία με τους γονείς, κοινωνεί, ψάλλει, προσεύχεται, αργότερα όταν μεγαλώσει και φύγει μακριά από τους γονείς και βρεθεί ακόμη και σε άσχημο περιβάλλον δεν έχει ανάγκη. Είναι σαν το ξύλο που όταν έχει ποτιστεί καλά με λινέλαιο μετα δεν έχει ανάγκη από την βροχή, επειδή είναι ποτισμένο με το λαδί, δεν δέχεται τα νερά, τα πετάει έξω.
98.  Έλεγε πάλι. Στα παιδία πρέπει να προσέχουμε πολύ τι τους λέμε. Γιατί έχουν μια απλότητα και τα πιστεύουν. Είναι και πολλά που έχουν μεγάλο φιλότιμο και παίρνουν τα λόγια των γονιών τους κατά γράμμα.
99.  Ρώτησαν τον γέροντα.
Σε αυτά τα παιδία που έχουν μπλέξει με την γιόγκα και με την μαγεία, πρέπει να τους το λέει κανείς ξεκάθαρα, από την αρχή ότι είναι διαβολικά αυτά η να τους το λέει σιγά - σιγά΄;
Και ο γέρων απάντησε.
Να τους το λέει κανείς, αλλά με καλοσύνη.
100. Είπε πάλι.
Αν ο άνθρωπος αγαπήσει τον Θεό, αγαπάει και τον πλησίον και μετά παθαίνει υπερχείλιση η καρδιά και αγαπάει τα ζώα, την κτίση όλη.
 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Α/ Ο ΠΑΤΗΡ ΠΑΙΣΙΟΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ
Β/ ΑΘΩΝΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ . ΆΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Γ/ ΌΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ.

Τί μας ἐμποδίζει νὰ γνωρίσουμε τὸ Θεὸ


Ἡ ἀπιστία προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος ἰσχυρίζεται πὼς θὰ γνωρίσει τὰ πάντα μὲ τὸ νοῦ του καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀνέφικτη γι᾿ αὐτόν, γιατὶ ὁ Θεὸς γνωρίζεται μόνο μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Κύριος ἀποκαλύπτεται στὶς ταπεινὲς ψυχές. Σ᾿ αὐτὲς δείχνει τὰ ἔργα Του, ποὺ εἶναι ἀκατάληπτα γιὰ τὸ νοῦ μας. Μὲ τὸν φυσικό μας νοῦ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε μόνο τὰ γήινα πράγματα, κι αὐτὰ μερικῶς, ἐνῷ ὁ Θεὸς καὶ ὅλα τὰ οὐράνια γνωρίζονται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Μερικοὶ μοχθοῦν σ᾿ ὅλη τους τὴ ζωὴ γιὰ νὰ μάθουν τί ὑπάρχει στὸν ἥλιο ἢ στὴ σελήνη ἢ κάτι παρόμοιο, ἀλλ᾿ αὐτὰ δὲν ὠφελοῦν τὴν ψυχή. Ἂν ὅμως προσπαθούσαμε νὰ γνωρίσουμε τί ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, τότε θὰ βλέπαμε στὴν ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ σκοτάδι καὶ κόλαση. Καὶ εἶναι ὠφέλιμο νὰ τὸ ξέρουμε, γιατὶ θὰ εἴμαστε αἰώνια εἴτε στὴ βασιλεία εἴτε στὴν κόλαση.
Κύριος ἔδωσε στὴ γῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ὅσοι τὸ ἔλαβαν αἰσθάνονται τὸν παράδεισο μέσα τους.
Ἴσως πεῖς: «Γιατί λοιπὸν δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ μία τέτοια χάρη;» Ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν παραδόθηκες στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ζεῖς σύμφωνα μὲ τὸ δικό σου θέλημα.
Παρατηρῆστε ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπάει τὸ θέλημά του: Δὲν ἔχει ποτὲ εἰρήνη στὴ ψυχή του καὶ δὲν εὐχαριστιέται μὲ τίποτα. Γι᾿ αὐτὸν ὅλα γίνονται ὅπως δὲν θὰ ἔπρεπε. Ὅποιος ὅμως δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει τὴν καθαρὴ προσευχὴ καὶ ἡ ψυχή του ἀγαπάει τὸν Κύριο.
Ἔτσι δόθηκε στὸ Θεὸ ἡ Ὑπεραγία Παρθένος: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38).
Ἂν λέγαμε κι ἐμεῖς, «Ἰδοὺ ὁ δοῦλος Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου», τότε τὰ εὐαγγελικὰ λόγια του Κυρίου θὰ ζοῦσαν στὶς ψυχές μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θὰ βασίλευσε σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο καὶ ἡ ζωὴ στὴ γῆ θὰ ἦταν ἀπερίγραπτα ὡραῖα.
Ἀλλὰ μολονότι τὰ λόγια του Κυρίου ἀκούγονται τόσους αἰῶνες σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ καταλαβαίνουν καὶ δὲν θέλουν νὰ τὰ παραδεχθοῦν. Ὁποῖος ὅμως ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ δοξαστεῖ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ.
^

Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ

«Ὁ καθηγιασμένος γάμος, ὁ πειθαρχημένος, ὁ χωρὶς διαστροφήν, διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπον φυσικῶς καὶ ἠθικῶς, ἐνῷ πᾶσα ἄλλη μορφὴ σαρκικῆς ἀπολαύσεως, ἔστω καὶ ὑπὸ ὀνειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον, ἤτοι τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα».
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Περὶ Πνεύματος καὶ ζωῆς»)
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές, ἀνοῖξτε τὴν καρδιά σας, γιὰ νὰ χαράξει ἐκεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Τότε θὰ γίνετε σιγὰ-σιγὰ ἱκανοὶ νὰ ἔχετε μέσα σας τὴ χαρὰ καὶ τὸ πένθος, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση.
Κοιτάξτε τὸ μεγαλειῶδες θέαμα ποὺ ὁ Θεός μας φανέρωσε στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, στὴν κατασκευὴ τοῦ ἀνθρώπου «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» Του. Ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητοῦμε δὲν περιορίζεται στὴ μικρή μας καθημερινὴ ζωή. Ἀναζητοῦμε νὰ εἴμαστε μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀποκτήσουμε μέσα μας τὴ ζωὴ σὲ ὅλο τὸ πλάτος, τὸ κοσμικὸ καὶ τὸ θεῖο.
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θέωσή του.
Μὴν ἔχετε ὑπερβολικὴ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀνώτερη μόρφωση ποὺ ἀποκτήσατε στὸν κόσμο. Ὁ πολιτισμὸς στὸν ὁποῖο ζοῦμε εἶναι κουλτούρα τῆς πτώσεως.
Τί σημαίνει σωτηρία; Ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι ἄραγε ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ; Πῶς μποροῦμε νὰ ἀναπτύξουμε τὴν ἱκανότητά μας νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Ἕνα μόνο ἔχει σημασία: νὰ φυλάξουμε τὴν ἔνταση τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετάνοιας. Τότε ὁ θάνατος δὲ θὰ εἶναι ρήξη, ἀλλὰ μετάβαση στὴ Βασιλεία, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ἔχουμε ἑτοιμασθεῖ μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματός Του: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον Σου».
Ἡ ἀπελπισία εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς συνειδήσεως ὅτι ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς δώσει τὴν αἰώνια ζωή. Ὁ κόσμος ζεῖ στὴν ἀπελπισία. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν καταδικάσει οἱ ἴδιοι τὸν ἑαυτὸ τοὺς στὸ θάνατο. Πρέπει νὰ παλέψουμε σῶμα πρὸς σῶμα μὲ τὴν ἀκηδία.
«Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς». Πολλὲς φορὲς ἐπανέλαβα αὐτὴ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπὶ γῆς ἀναμάρτητη ζωή μας ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ. Δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν γνώσεων ποὺ σῴζει τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ ἀναμάρτητη ζωὴ ποὺ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴ ζωὴ μὲ τὸν Θεὸ στὸ μέλλοντα αἰῶνα. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματός μας διδάσκει τὶς αἰώνειες ἀλήθειες κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές: «Ἀγαπήσεις τὸν Θεό σου, τὸν Δημιουργό σου, μὲ ὅλο τὸ εἶναι σου καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ναί, κρατεῖτε πάντοτε αὐτὲς τὶς ἐντολές.
Ποιὰ στάση νὰ κρατᾶμε στὴν ἐκκλησία; Πρέπει νὰ στεκόμαστε μὲ ἔνταση καὶ αὐτοσυγκέντρωση. Νὰ ἔχουμε ἔνταση, δηλαδὴ μεγάλη προσοχή, ὥστε νὰ μὴν διαχέεται ὁ νοῦς μας μὲ ἐπιφανειακὰ πράγματα καὶ ἀλλότριες σκέψεις.

ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΓΚΕΡΛΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ



ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963
ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις πού στέκεται στα πόδια του δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ό π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.

Που και που όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, πού ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ’ εμένα λίγο χρόνο.




 Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει ή πεποίθηση πώς ό πόνος τελικά έχει νόημα, πώς ή ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. «Όπως πάντα με βασανίζει ή φράση πού είπε κάποτε ό Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση ή όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ό Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ό Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει ή πραγματικότητα άλλα ή αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ό πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε «Από τί πράγμα πεινάει ό σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».


Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ό πρώτος) δυο όνειρα πού είχα δει σης φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση  χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.

Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην  εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με  παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ’ έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου έναν τοίχο πελώριο ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες.  Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε  να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.

Ήταν χειμώνας του ’62, ένας χειμώνας πολύ άγριος με το βοριά να λυσσομανά  και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ό συγγραφέας Όντομπέσκου στο
βιβλίο του Κυρία Κιάζνα γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ό χειμώνας στις φύλακα  της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο.


Ή μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια πού καταφέραμε να βρούμε από της 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Ή καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, ή όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε  τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την   βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο. 

Παραδόξως το κρύο, αντί να εξουδετερώσει την οσμή των περιττωμάτων, την εξαγριώνει. Παραμονεύουμε να δούμε πότε θα φτάσει το φαγητό, σαν τα άγρια φυλακισμένα ζώα, των οποίων ή τροφή και ή τύχη είναι στα χέρια ενός ξεχασιάρη αφέντη. Το φαγητό, πού φτάνει κάποια στιγμή τελικά, είναι από καλαμποκάλευρο, άβραστο και παγωμένο από το κρύο.
ΣΕ  μια ατμόσφαιρα παγωμένη, θλιβερή και λερωμένη καταφέρνω να παραμείνω ήρεμος. Το κελί είναι γεμάτο με κρατούμενους ευγενικούς και καθωσπρέπει . Δεν βλέπαμε όμως τα πράγματα τραγικά σαν ευγενείς και εύθυμοι άνθρωποι ήμασταν. Τέτοιους ανθρώπους μόνο στις φυλακές μπορούσε να συναντήσει κανείς εκείνη την εποχή, όπως για παράδειγμα ό βεσαραβιανός μεγαλοτσιφλικάς Τσιμποϊέσκου και άλλοι. 

Δίπλα μου κοιμάται ένας σοφέρ (είναι ό σοφέρ του Τσιμποϊέσκου). Τον έκλεισαν κι αυτόν στη φυλακή μαζί με το αφεντικό του και μάλιστα τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή (όπως και τον Κέρτσιου, οδηγό του Άλιμανεστεάνου, γιατί πήγαινε τρόφιμα στον κύριο του, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Μπαραγκάν). Στο δικαστήριο φέρθηκε πολύ όμορφα, παραδέχθηκε ότι πιστεύει στον χριστιανισμό και ακολούθησε τον κύριο του στη φυλακή, έτσι όπως ακολουθούσαν τους σταυροφόρους οι ασπιδοφόροι σωματοφυλακές τους, στις σταυροφορίες, στους πολέμους και στους κινδύνους. Την καθημερινή ζωή της φυλακής πάντως με δυσκολία την υπομένει, 

Νευριάζει εύκολα και (όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι) υποφέρει από τον συνωστισμό, τη βρόμα και τις ελλείψεις, πιο πολύ απ’ ότι οι διανοούμενοι και γενικά  οι ευκατάστατοι. Τον ενοχλεί το τρομερό ροχαλητό του διπλανού. Με δισταγμό με παρακαλεί ν’ αλλάξουμε θέσεις: να περάσω εγώ στη θέση του, πιο κοντά στην πηγή του ροχαλητού και να ‘ρθει εκείνος στη δική μου. Ή απόσταση που κερδίζει απ’ αυτή τη μετακίνηση είναι ασήμαντη από κάθε άποψη, άλλα ό άνθρωπος σε παρόμοιες καταστάσεις δημιουργεί αυταπάτες και, όταν τα πάντα εκτυλίσσονται στα όρια αντοχής του νεύρο-ψυχικού κόσμου, τότε ακόμη και μια μικρή  μετακίνηση λίγων εκατοστών μπορεί να συμβάλει στον καθησυχασμό ενός ανθρώπου. Αλλάζουμε θέσεις.
 (Για μένα είναι πιο εύκολο, γιατί στο κελί 80 στις φυλακές της Γκέρλας συνάντησα έναν μορφωμένο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Κ. Τσαράνου, το ροχαλητό του οποίου δεν πιστεύω να συναγωνίζεται κανείς σ’ αυτό τον κόσμο. Ό θόρυβος πού έβγαζε όταν ροχάλιζε ήταν τόσο τρομερός και ακαταμάχητος, πού δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί κανείς στο ίδιο δωμάτιο. Δεν ήταν θόρυβος ομοιόμορφος και συνεχής, άλλα μια σειρά από ανεξάντλητα μπουμπουνητά πάντοτε διαφορετικά, μια αληθινή γκάμα ενός καλλιτέχνη, του οποίου το στυλ ανανεώταν  συνεχώς. Ύστερα από αρκετές εβδομάδες συμβίωσης κατάφερνες κλείσεις για λίγο τα μάτια, άλλα στα κλεφτά, σαν τους καπετάνιους των πλοίων που δεν μπορούν να γλιτώσουν τελείως από τη ναυτία ακόμα κι αν περάσουν χρόνια από το τελευταίο τους μπαρκάρισμα.)


Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, ό σοφέρ κατευθύνεται και πάλι προς το μέρος μου και με περισσότερο δισταγμό αυτή τη φορά μου ζητά και πάλι να αλλάξουμε θέσεις. Θέλει να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση. Εκεί όπου κοιμήθηκε δεν του άρεσε, υπέφερε. Αλλάζουμε και πάλι θέσεις.
Την επόμενη μέρα, ή κίνηση επαναλαμβάνεται.
Τη νύχτα φέρνουν στο κελί ένα νέο γκρουπ κρατουμένων, ένα πλήθος φύρδην μίγδην, το ένα κακό πάνω στ’ άλλο. Αυτοί έλειπαν από δω μέσα. Πόσο θλιμμένα κοιτάζουν όλοι τους τριγύρω. Γιατί όμως; Έρχονται μήπως από φυλακές καλύτερες!


Δεν περίμεναν πάντως να τους δεχτούμε όπως τούς δεχτήκαμε. Τους καλωσορίσαμε με ηρεμία και γελάσαμε όλοι με τα χάλια μας. Πού να τους βάλουμε όλους όμως να κοιμηθούν; Στριμωχνόμαστε όλοι μας για να εξοικονομήσουμε λίγο χώρο και γι` αυτούς. Ένας χώρος πού τις πιο πολλές φορές υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία μας, σαν κι αυτόν πού συναντά κανείς στη γεωμετρία. Μερικοί το μόνο πού καταφέρνουν είναι να λαγοκοιμούνται σε κάτι πάγκους. Σε έναν κρατούμενο ογκώδη και εξοργισμένο (το πρόσωπο του οποίου φανερώνει κούραση και αρκετά βασανιστήρια) προσφέρω τη θέση μου, μιας και μαζί είναι αδύνατον να χωρέσουμε, αλλά και όσο να ‘ναι στην κατάσταση πού βρίσκεται έχει πιο πολύ ανάγκη τον ύπνο έστω και για δυο τρεις ώρες ανάπαυσης. Περνώ την υπόλοιπη νύχτα σ’ έναν πάγκο.


Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φώς —κατάλευκο και εκθαμβωτικό—, και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πώς θα διαρκεί αιώνια, «’Εγώ είμαι», ακούω ναι μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «’Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ό Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα  στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς


Μα πάνω απ’ όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς πού εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πώς διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία πού νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, άλλα αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ό κύκλοι του φωτός πού με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ ή ευτυχία, που  στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, ή οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους:Mε νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι  υπάρχω. Μα τόσο δυνατός πού δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.
Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή.) .


Ο π.  Χαραλάμπιε με ακούει με προσοχή, δεν χαμογελάει, δεν ξαφνιάζεται. Mου άπαντα λέγοντας μου πώς δεν πιστεύει ότι τα δύο αυτά όνειρα είναι Αντίθετα με μακαρίζει. Μου ζητά όμως πολλή εχεμύθεια και ταπεινή αυτοκυριαρχία. Κυρίως όμως μου ζητά (είναι δύσκολο, παραδέχεται κι εκείνος, να καταλάβει αυτό κανείς, μα πρέπει, μου λέει, να προσπαθήσω) να τα δώ όλα ως φυσιολογικά, ως κάτι μη ξεχωριστό, κάτι το όποιο δεν πρέπει να με εμποδίσει και να με βγάλει από το δρόμο πού έχω διαλέξει. Μου ζητά το πρώτο όνειρο το δώ σαν μια καλή σκέψη για τη μητέρα, σαν ένα χαιρετισμό. Όσο για το δεύτερο, μου λέει πώς το έλεος του Κυρίου μας είναι αμέτρητο. Όταν περνά, συμβαίνει  ή άκρη του μανδύα Του να αγγίξει κάποιον πού κάνεις δεν περιμένει.
Κάνουμε κατόπιν και σχέδια για το μέλλον, ό π. Χαραλάμπιε όντας σίγουρος εκατό τοις εκατό πώς θα πεθάνει κι εγώ εκατό τοις εκατό πεπεισμένος πώς θα ζήσει..
Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και προκαλείται μια δυνατή αιμορραγία, ή οποία  τον ρίχνει κάτω ξανά. Ό γιατρός, πού κρατείται κι αυτός στη φυλακή και κλήθηκε επίμονα, έφτασε δύσκολα και, αφού τον εξέτασε, μας κουνά αρνητικά το  κεφάλι. Ό υπεύθυνος του κελιού τυλίγει τον Ιερέα με μια κουβέρτα, ενώ εγώ μαζί «κάποιον άλλο κρατούμενο τον μεταφέρουμε μέχρι την πόρτα του κελιού απ’ όπου (εμείς με πρόσωπο προς τον τοίχο και κρατώντας με τις παλάμες τα πρόσωπα  μας) οι φρουροί της φυλακής τον σηκώνουν από το χώμα και τον μεταφέρουν στο νοσηλευτήριο. Λιγότερα μάθαμε πώς πέθανε τη δεύτερη μέρα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΙΣΤΡΟΣ

Ποια είναι η αιτία που οι δίκαιοι έχουν θλίψεις σ’ αυτόν τον κόσμο και οι αμαρτωλοί άνεση


Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, Αμαρτωλών Σωτηρία, εκδ. Γνόφος, Αθήνα 2009, σελ. 128-132.
«Μή παραζήλου ἐν πονηρευομένοις, μή δέ ζήλου τούς ποιοῦντας τήν ἀνομίαν, ὅτι ὡσεί χόρτος ταχύ ἀοξηρανθήσονται » , λέει ο προφήτης Δαβίδ. Πολλές αδικίες και ανομίες γίνονται σήμερα στον κόσμο. Και αυτοί που τις πράττουν φαίνονται να έχουν ευτυχία και μακαριότητα. Αντίθετα, οι ευλαβείς και ενάρετοι φαίνονται να έχουν διάφορες θλίψεις και βάσανα. Όμως, μην απορείς με αυτό, άνθρωπε, και ζηλεύεις τον πονηρό και προτιμάς το μέρος των αμαρτωλών νομίζοντας ότι τάχα αυτοί είναι καλότυχοι· γιατί τους αγαπά ο κόσμος και τους δίνει πρόσκαιρο πλούτο και μακαριότητα. Σχετικά με αυτό απορούσε και ο προφήτης Αββακούμ και έλεγε: «Γιατί, Κύριε, οι ασεβείς καταδυναστεύουν τους δικαίους και εσύ δεν τους βοηθάς;» Το ίδιο έλεγε και ο προφήτης Ιερεμίας και άλλοι: «Γιατί, Κύριε, έχουν οι άνομοι τόση ευτυχία στη ζωή τους; Από πού αποκτάει τόσα αγαθά κάποιος που ζει κακώς;» Αυτά είπαν οι προφήτες, όχι επειδή δεν ήξεραν ότι είναι δίκαιες οι κρίσεις του Θεού αλλά για να μας φανερώσουν πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη σοφία του Θεού και σε τούτη την ανθρώπινη, η οποία δεν μπορεί να κατανοήσει την πάνσοφη οικονομία του Πανάγαθου, ο οποίος δε δίνει θλίψεις στους ανόμους εδώ, για να τους κολάσει αιώνια, και παιδεύει περισσότερο αυτούς που αγαπά, για να τιμηθούν πιο πολύ στην ουράνια Βασιλεία και να λάβουν ανώτερο στέφανο. Τα βόδια που σχεδιάζουν να τα σφάξουν στο σφαγείο τα αφήνουν και βόσκουν όπου θέλουν, για να παχύνουν, τα εργατικά, όμως, που τα φυλάνε για δουλειά, τα κρατάνε κοντά τους και τα βασανίζουν.
Έτσι και ο Θεός, αφήνει στη ζωή τούτη και παχαίνουν οι μοχθηροί με τις ηδονές της σάρκας και τις απολαύσεις, γιατί είναι προορισμένοι για την αιώνια κόλαση· όμως, τους δίκαιους τους πειράζει και τους βασανίζει, για να τους έχει παντοτινά στο ουράνιο παλάτι του. Τα κάρπιμα δέντρα, που δίνουν όφελος και κέρδος, τα ραβδίζουν οι άνθρωποι κάθε χρόνο και τα μαστιγώνουν και τα κλαδεύουν, για να βγάλουν καρπό· τα άκαρπα όμως, που δε δίνουν καμία ωφέλεια, αν και δε τα ραβδίζουν, όπως τα εύκαρπα, αλλ ‘ όμως, όταν μεγαλώσουν, τα κόβουν και τα ξεριζώνουν εντελώς, και τα καίνε επειδή είναι άχρηστα. Έτσι και οι ενάρετοι, που δίνουν όφελος με τα έργα τους, έχουν στον κόσμο θλίψεις και μάστιγες· αντίθετα, τους αμαρτωλούς δεν τους τιμωρεί εδώ ο δίκαιος Κριτής, αλλά τους φυλάει για να τους κάψει αργότερα στο πυρ της κολάσεως. Λέει το βιβλίο των «Βασιλειών» ότι τις πέτρες με τις όποιες έχτιζαν το Ναό του Σολομώντος τις πελεκούσαν και τις λέπταιναν έξω από τον Ναό και αφού τις έφτιαχναν και τις έκαναν ίσιες με πολλή επιμέλεια, τις τοποθετούσαν στη θέση τους χωρίς πρόβλημα και χωρίς να χτυπάνε και να έχουν φύρα ούτε χρειάζονταν άλλο εργαλείο. Έτσι ακριβώς, και όσοι πρόκειται να τοποθετηθούν ως πολύτιμοι λίθοι στη θεία οικοδομή της επουράνιας Ιερουσαλήμ είναι ανάγκη να πελεκηθούν εδώ έξω σε τούτο τον κόσμο με σφυριές τιμωριών και θλίψεων γιατί σε κείνο τον θειο οίκο δεν υπάρχει καμία θλίψη ή σύγχυση ή πείνα ή δίψα ή τιμωρία ή βάσανο, όπως λέει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Αυτή, λοιπόν, είναι η αιτία για την οποία αφήνει τους φίλους του και πάσχουν εδώ διάφορες θλίψεις, με τις οποίες πρέπει να έχουμε μεγάλη χαρά όταν έρχονται, να τις υποδεχόμαστε ως δώρο και χάρισμα και ως γιατρειά που μας στέλνει με πολλή αγάπη ο Πατέρας μας ο ουράνιος.
Εάν ο Κύριος, όταν ήθελε ο Πέτρος να εμποδίσει το Πάθος του με τη μάχαιρα, τον καταδίκασε λέγοντας: «Βάλε τη μάχαιρα στη θήκη. Το ποτήριο που μου έδωσε ο Πατήρ δεν θέλεις να το πιω;» , ονομάζοντας ποτήριο σταλμένο από τον Πατέρα τους εμπαιγμούς, τις τιμωρίες και το θάνατο που έμελλε να πάθει για τη σωτηρία μας, γιατί να μην πούμε και εμείς το ίδιο και να μην πιστεύουμε ότι όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται είναι θεραπευτικό ποτήριο και γιατρειές που μας στέλνει ο επουράνιος ιατρός με πατρική αγάπη για τη σωτηρία μας; Να, λοιπόν, χριστιανέ, μια παρηγοριά που μπορείς να έχεις πιστεύοντας ότι όλες οι θλίψεις, είτε έλθουν από επήρεια δαιμόνων είτε από ανθρώπους είτε από κάποια άλλη περίσταση, είναι μια ωφέλιμη θεραπεία που σου στέλνει ο ουράνιος Πατέρας για να καθαριστεί η ψυχή σου· και αν αισθάνεσαι πικρότητα στη γεύση, όταν το πίνεις, μην απελπιστείς, γιατί η πικρότητα αυτή θα σου φέρει την ποθούμενη υγεία, όπως τα φάρμακα και τα γιατρικά του σώματος, που φτιάχνουν οι γιατροί, είναι άνοστα και πικρότατα. Πολλές φορές μάλιστα βγάζουν και αίμα, και καίνε και κόβουν τα άχρηστα και μολυσμένα μέλη και τα αφαιρούν, και όλα αυτά προκαλούν πολύ πόνο και οδύνη στον πάσχοντα, αλλά τα υπομένει με καρτερία γνωρίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσει την υγεία που ποθεί- έτσι και όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται σε τούτη τη ζωή είναι γιατρειές πνευματικές που στέλνονται από τον ουράνιο γιατρό για την ωφέλεια της ψυχής μας.
Αυτό προτύπωνε η χολή εκείνη που έβαλε στα μάτια του ο Τωβίτ και με την οποία απέκτησε το φως του. Με την πικρία των θλίψεων λυτρώνεται ο αμαρτωλός από την ψυχική τυφλότητα, σύμφωνα με τον μέγα Γρηγόριο, που λέει ότι τα μάτια που είναι τυφλωμένα από την αμαρτία φωτίζονται με την τιμωρία. Όταν έριξαν τον Ιωσήφ οι αδελφοί του στο ξεροπήγαδο, δεν συναισθάνθηκαν το βάρος της αμαρτίας τους μέχρι που έστειλε ο Θεός τη μεγάλη θλίψη, και τότε ομολόγησαν: «Δικαίως τα παθαίνουμε όλα αυτά για την αμαρτία που κάναμε εναντίον του αδελφού μας». Βλέπεις πόση ωφέλεια δίνει η θλίψη, που φωτίζει τους τυφλούς και δίνει σύνεση στους ανόητους; Δεν ήθελε ο Πέτρος να του νίψει τα πόδια ο Κύριος, γιατί δεν καταλάβαινε τότε την πάνσοφη γνώμη του δασκάλου του, όπως του είπε: « Εκείνο που κάνω εγώ εσύ δεν το καταλαβαίνεις τώρα, αλλά ύστερα θα το καταλάβεις». Όταν όμως του είπε ότι εάν δεν του πλύνει τα πόδια δεν θα είναι μαζί του, σταμάτησε με πολύ φόβο και του τα έπλυνε. Έτσι και συ, δε γνωρίζεις τώρα την αιτία γιατί σε πλένει ο Κύριος με τα ύδατα των θλίψεων, αλλά όταν θα δεις τη λαμπρότητα που θα πάρει η ψυχή σου από τούτον το νιπτήρα των θλίψεων, θα ευχαριστείς το Δεσπότη, γιατί εάν δεν σε ένιπτε, δε θα ήσουνα μαζί του στη Βασιλεία του. Όσο είχε ο άσωτος γιος τον πατρικό πλούτο , ξόδευε, έτρωγε, έπινε, έκανε τα θελήματα του και δε μετανοούσε ποτέ, αλλά όταν τον έκαψε ο πάνσοφος γιατρός με το πυρ της φτώχειας, της πείνας και της υπόλοιπης ταλαιπωρίας, άφησε τις ηδονές της σάρκας και επέστρεψε σωφρονισμένος στο πατρικό σπίτι. Ό,τι κάνει ο κόπανος στο σιτάρι, το ρινί και η λίμα στο σίδερο, και η κάμινος στο χρυσό, το ίδιο κάνει και η θλίψη στον άνθρωπο, δηλαδή τον καθαρίζει από κάθε ασχήμια και τον λαμπρύνει.
Αν, λοιπόν, μας ωφελούν οι θλίψεις και μας προξενούν τόσο κέρδος, γιατί να τις μισούμε οι άφρονες και να μην ευχαριστούμε τον επουράνιο γιατρό που τις δίνει για υγεία μας, όπως ευχαριστούμε και το σωματικό γιατρό και τον πληρώνουμε με χαρά; Όσοι έχουν το παραμικρό φως και φόβο Θεού πιστεύουν ότι όλα εκείνα που τους συμβαίνουν έρχονται από το θεό, γιατί οι άνομοι δε θα είχαν καμία εξουσία πάνω στους δίκαιους εάν δεν τους την είχε παραχωρήσει ο Θεός, όπως είπε ο Κύριος στον Πιλάτο: « Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἐν ἐμοί, εἰ μή ἦν σοί δεδομένον ἄνωθεν ». Και αυτό δεν είναι μόνο για τους ορατούς εχθρούς βέβαιο, αλλά και για τους αόρατους· γιατί, αν και προσπαθεί ο δαίμονας πάντα να πειράζει τους δίκαιους και να τους θλίβει, όμως όλη του η βία και η δύναμη είναι μάταιη αν δεν του δώσει την εξουσία ο Κύριος. Αυτό, λοιπόν, γνωρίζοντας οι πιστοί πιέζουν τον εαυτό τους να νικήσουν τον πειρασμό με τη δύναμη του Θεού και δεν παραπονιούνται για το μέσο που τους θλίβει ούτε κοιτάζουν το όργανο που προκαλεί τη ζημιά. Δεν το λένε τύχη ή ριζικό αλλά τα δέχονται όλα ευχαρίστως οικονομούμενα από το χέρι του Κυρίου προς το συμφέρον. Δε θυμώνουν με αυτούς που τους θλίβουν ή με τα αλλά κτίσματα, αλλά τους αγαπούν πάρα πολύ ως αιτία της σωτηρίας τους. Όπως και ο Ιώβ ο μακάριος, όταν έπαθε τόσες συμφορές, δεν είπε ότι αυτά τα αγαθά μου τα έδωσαν οι γονείς μου, αυτά τα παιδιά τα γέννησε η σύζυγος μου, και οι κακοί άνθρωποι, η φωτιά, οι δυνατοί άνεμοι και οι δαίμονες μου τα στέρησαν, αλλά είπε: « Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος τα πήρε. Όπως αποφάσισε ο Κύριος, έτσι έγινε. Ευλογημένο να είναι το όνομά του». Ομοίως και όταν ήταν ασθενημένος και πληγωμένος σε όλο του το σώμα, έλεγε: «Τα καλά τα δεχτήκαμε από το χέρι του Κυρίου και τα κακά να μην τα υπομείνουμε;».
Έτσι και ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, ξέροντας ότι ήταν θεϊκή απόφαση να πάθει εκείνο που του έκαναν οι αδελφοί του, δε σκανδαλίστηκε καθόλου ούτε προσπάθησε να αμυνθεί σ’ αυτούς. Οι φιλόσαρκοι και ατελείς άνθρωποι, που εξαιτίας της μικροψυχίας τους, δεν έχουν ποτέ ειρήνη, δε γνωρίζουν την ωφέλεια της θλίψεως ούτε νιώθουν την αιτία αλλά μόνο θυμώνουν εναντίον εκείνων που τους θλίβουν και αμύνονται. Όπως ο σκύλος, όταν του ρίξει κάποιος πέτρα, τον αρπάζει και τον δαγκώνει από το θυμό του, έτσι και αυτοί οι ανόητοι δε βλέπουν το Θεό, που τους τιμωρεί, αλλά πολεμούν τα όργανά του, και εξαιτίας της ανυπομονησίας τους, δε βγάζουν από τη θλίψη κάποια ωφέλεια. Ο γνωστικός μαθητής, όταν τον δέρνει ο δάσκαλος η ο πατέρας του, δεν κοιτάζει το ραβδί, δεν αμύνεται εναντίον του (επειδή αυτό δεν κινείται από μόνο του), αλλά μόνο παρακαλεί αυτόν που τον χτυπάει να τον λυπηθεί και να τον τιμωρήσει ελαφρύτερα. Έτσι και ο ευγνώμων χριστιανός δεν κοιτάζει ποτέ εκείνον που τον θλίβει, εάν είναι μεγαλύτερος η μικρότερος, εάν δικαίως ή αδίκως τον έβλαψε, αλλά ζητάει βοήθεια από το Θεό λέγοντας από μέσα του τα εξής: «Σου αξίζει αυτό, αμαρτωλέ, και άλλο χειρότερο. Είναι ευλογημένοι αυτοί που σε διώκουν». Και έτσι μεμφόμενος τον εαυτό του και παρακαλώντας υπέρ του πλησίον νικάει το διάβολο και την υπερηφάνεια της σάρκας. Και αν δει ότι ο Σταυρός και η θλίψη αυξάνει περισσότερο, την υποδέχεται με ευλάβεια γνωρίζοντας ότι αυτή είναι ο Κύριος. Τον ευχαριστεί για την αγία του βοήθεια και έτσι την ελαφραίνει πολύ και μένει νικητής και τροπαιούχος και απολαμβάνει μισθό αναρίθμητο. Ω θαυμαστής και αήττητης δύναμης του Σταυρού, και μακάριος όποιος τον γνωρίζει και τον υποδέχεται ευχαρίστως, επειδή είναι σταλμένος από προσώπου Κυρίου για τη σωτηρία του.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ Ένας σύγχρονος λειτουργός Άγιος

Ο Άγιος ο Νικόλαος ο Πλανάς (†1932), ένας άγιος των ημερών μας, λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. Στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε να μην έχει πρόσφορο. Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τους πιστούς είτε από τους γύρω φούρνους.
Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά. Έστειλε να ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές που πάντα είχαν. Κοίταξε και στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας. Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων.
Κάποια στιγμή τον βλέπουν να βγαίνει στην ωραία πύλη κρατώντας ένα πρόσφορο φρέσκο-φρέσκο. Το είχε βρει πάνω στην αγία τράπεζα!
-Κοιτάξτε παιδιά μου, τι σημείο μου έκανε ο Θεός, είπε συγκινημένος και χαρούμενος. Όλα τα θαύματα, σημεία τα έλεγε. Τα θεωρούσε φυσικά, γιατί είχε μεγάλη πίστη. Στα συναξάρια συναντάμε ασκητές που τους υπηρετούσε άγγελος Κυρίου. Πολύ φυσικό λοιπόν να υπηρετούσε άγγελος Κυρίου και τον παπα-Νικόλα, τον «εντός του κόσμου διαβιούντα αληθινόν ασκητήν».
Αρκετοί ενορίτες του, κυρίως μικρά παιδιά, τον έβλεπαν ότι λειτουργούσε κυριολεκτικά μεταρσιωμένο.
«Η φήμη του παπα-Νικόλα», διηγείται σεβαστή γυναίκα, «είχε απλωθεί σ’ όλη την Αθήνα. Κάποτε, παραμονή Χριστουγέννων, ξεκίνησα με τα εγγονάκια μου για να κοινωνήσω από τα αγιασμένα χέρια του.
»Τότε στη Βουλιαγμένη ήταν ακόμα ερημιά. Είκοσι χαμόσπιτα σκόρπια εδώ κι εκεί και τριγύρω χωράφια. Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε ένα παλιό βυζαντινό εκκλησάκι, μικρό σαν κουβούκλιο, χαμηλό και μισοσκότεινο.
»Είχαν έρθει και άλλες οικογένειες με τα παιδάκια τους. Κάποια στιγμή που ο παπα-Νικόλας εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το άγιο ποτήριο, το εγγονάκι μου φώναξε:
»-Γιαγιά, ο παπάς περπατάει στον αέρα!
»-Πάψε, του λέω, ενώ συγχρόνως σταυροκοπήθηκα. Πως περπατάει στον αέρα;
»-Τον βλέπω κι εγώ, φώναξε άλλο παιδάκι. Δεν πατάει κάτω.
Στο «μετά φόβου…» πλησιάσαμε όλες οι γυναίκες και τα παιδάκια να κοινωνήσουμε. Ο παπα-Νικόλας δεν είχε ακούσει τίποτε, αλλά κι αν είχε ακούσει. Δεν έδωσε καθόλου προσοχή.
»Από τότε ερχόμουν πάντοτε εδώ και κοινωνούσα. Και κάθε φορά ήταν αδύνατον να μην ακούσω παιδάκια να φωνάζουν:
»-Ο παπάς περπατάει στον αέρα!»
Το 1920, ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο όσιος λειτούργησε στον άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης. Όταν βγήκε ν κοινωνήσει πιστούς, πλησίασε και μια γυναίκα με το μωρό της. Αφού κοινώνησε το μικρό, το έδωσε σε μια κοπέλα, την Ιουλία, να το κρατήσει.
Η Ιουλία, καθώς το κρατούσε, γύρισε και κοίταξε τον ιερέα. Τότε παρά λίγο να της πέσει το παιδί από τα χέρια.
-Πρόσεξε! Τι έπαθες; της φώναξε η γυναίκα.
-Βλέπω τον παπά να στέκεται πάνω σ’ ένα σύννεφο, απάντησε εκστατική.
Άλλοτε πάλι, ενώ λειτουργούσε ο όσιο στον προφήτη Ελισσαίο, έγινε και τούτο: Ένα οκτάχρονο παιδάκι βγαίνει κάτωχρο από το ιερό και λέει στη μητέρα του:
-Μαμά, ο παπα-Νικόλας είναι τόσο ψηλά από τη γη!
Και της έδειξε μισό πήχη με το χεράκι του.
(Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, Έκδοση Ι. Μονής Παρακλήτου Αττικής).

Ο Γερο – Μιχαήλος στα Καυσοκαλύβια

Πριν από δεκαέξι χρόνια (1965) ο Γερο – Μιχαήλος, Γέροντας της Καλύβης «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» είχε ανιστορήσει μια εικόνα του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (διότι ήταν καλός αγιογράφος), την οποία εικόνα είχε μεταφέρει ο ίδιος στην νήσο Ρόδο.
Ο Γερο – Μιχαήλος, επί είκοσι και πλέον χρόνια είχε πάθει έλκος του στομάχου και κατά καιρούς υπέφερε από φριχτούς πόνους.
Όταν γύρισε από την Ρόδο, που παρέδωσε την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, στο πλοίο τον έπιασαν πάλι ισχυροί πόνοι και κάθονταν σε μια γωνιά κουβαριασμένος.
Στο ίδιο πλοίο συνταξίδευε και ένας γιατρός παθολόγος Παπανικολάου το όνομα. Ο γιατρός ρώτησε τον Γερο – Μιχαήλ «γιατί κάθεσαι έτσι μαζεμένος Πάτερ;» Και αφού έμαθε την αιτία του είπε: «Μη στενοχωριέσαι Γέροντα, θα σου δώσω εγώ ένα φάρμακο και θα γίνεις περδίκι», όπως μου είπε ο ίδιος ο Π. Μιχαήλ, όταν του έδωσε το φάρμακο και το ήπιε αμέσως υπεχώρησαν οι πόνοι, ανακουφίστηκε αρκετά και έτσι μπόρεσε και συνέχισε το ταξίδι άνετα.
Όταν έφτασε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στο Άγιον Όρος, δεκαπέντε ήμερες πριν από την εορτή του Αγίου Νεκταρίου, ο Γέρο – Μιχαηλος, μετά το Απόδειπνον και την Ιδιαίτερη προσευχή (τον κανόνα του) έπεσε να αναπαυθεί. Δεν πέρασε δε ούτε μια ώρα και άκουσε την πόρτα του δωματίου του να ανοίγει.
Από τον θόρυβο ξύπνησε και βλέπει μπροστά του έναν ιεροπρεπή σεβάσμιο Γέροντα. Στήν αρχή φοβήθηκε κι όταν συνήλθε από το φόβο, κοίταξε καλύτερα και βλέπει ότι έφερε εγκόλπιο και σταυρό στο στήθος.
Τότε ξεθάρρεψε και με κάπως έντονη φωνή είπε: «Ο άγιος Νεκτάριος!» ο οποίος του είπε: «Ηρθα να σου πω ότι δεν σε θεράπευσε ο γιατρός Παπανικολάου με τα φάρμακα του στο πλοίο αλλά από την στιγμή που πήγες την εικόνα μου στην Ρόδο, θεραπεύτηκες. Να δοξάζεις το Θεό και να τιμάς την Παναγία».
Όταν είπε αυτά, ο άγιος Νεκτάριος, έγινε άχραντος. Ο υποτακτικός του Γέροντα Μιχαήλ, Μοναχός Γαβριήλ, ο οποίος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, από την συζήτηση και τις έντονες φωνές του Γέρο – Μιχαήλ, ξύπνησε και βρήκε τον Γέροντα του να ψαχνει για να βρει τον άγιο Νεκτάριο.
Τότε και οί δυο τους κοίταξαν όλες τις πόρτες του σπιτιού και διεπίστωσαν πως όλες ήταν ερμητικά κλεισμένες και από μέσα ασφαλισμένες όπως τις είχαν οι ίδιοι κλείσει αποβραδύς.
Ο Γέρο – Μιχαήλ, αφού διηγήθηκε τα διατρέξαντα στον υποτακτικό του Μοναχό Γαβριήλ, πήγαν και οι δυο στην εκκλησία της Καλύβης, έκαμαν θερμή προσευχή, δέηση και δοξολογία στο Θεό και ευχαρίστησαν την Παναγία Θεοτόκο και τον θεράποντα τους αγιον Νεκτάριο.
Κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου
Σε συνέχεια καταχωρούμε εδώ επιστολή, του προ διετίας κοιμηθέντος τον αιώνιο ύπνο και απελθόντος στην αιώνια ζωή, μακαριστού Γέροντος Μιχαήλου Καυσοκαλυβίτου, με την οποία επιστολή αφηγείται ο ίδιος κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου, που έγινε στο Άγιον Όρος και το γράφει ο ίδιος στον ευσεβή και ευλαβέστατο χριστιανό και σε μας αγαπητόν εν Χριστώ αδελφόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον — Λυκούργου 16 Αθήνας — Το καταχωρούμε εδώ ακριβώς όπως ο ίδιος το έγραψε και το έστειλε:
«Προς τον ευσεβή χριστιανόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον
— Λουκούργου 16 ‘Αθήνας —»
κ. Θεόδωρε χαίρε εν Κυρίω και υγίαινε εν πάση Αγαπητέ Θεόδωρε σου γράφω με τη βοήθεια του Κυρίου ήλθα καλά και με τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου είμαι καλά… Θα σου γράψω και ένα ωραίο που συνέβη όταν ήρθα: Των Ταξιαρχών κάναμε θεία Λειτουργία στο Καλύβι μας που έχουμε εκκλησία του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» και την επόμενη που είναι του αγίου Νεκταρίου είπαμε στον Ιερέα πάλι να κάνουμε θ. Λειτουργία, για τα πολλά θαύματα που κατά καιρούς μου είχε κάνει ο άγιος Νεκτάριος. Και εφόσον διαβάσαμε τον εσπερινό και ΤΟ απόδειπνο, κατόπιν εγώ δεν είχα ύπνο και πήγαινα στην εκκλησία μας την νύχτα. Εκεί έρχεται μια ουράνια εύωδία τόσο που γέμισε όλο το σπίτι. Εγώ άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα της εκκλησίας αλλά η ευωδιά εκεί δεν έφευγε. Αφού σηκώθηκε ο πάτερ Γαβριήλ για τον Όρθρο μου λέγει, γέροντα ήλθε η χάρις της Παναγίας και των αγίων. Αφού τελειώσαμε ήλθε ο Ιερεύς ο Παπα – Αθανάσιος δια να λειτουργήσει και λέγει προς τον πάτερ -Γαβριήλ — τον υποτακτικό μου — αρώματα ερίξατε μέσα στην εκκλησία; κι εκείνος του λέγει όχι και εφόσον μπήκε μέσα στο Ιερό, τότε κατάλαβε ότι από την λειψανοθήκη — πού έχουμε στο Ιερό — έβγαινε η ευωδία εκείνη κι εμείς αλλοιωθήκαμε. Επί πέντε ημέρες κράτησε αυτή η ουράνια ευωδία. Ζωντανά πράγματα είναι η ορθόδοξος θρησκεία μας. Τι χαρά που είχαμε εκείνες τις μέρες δεν μπορώ να σου παραστήσω. Τους χαιρετισμούς σ’ όλους τους αδελφούς…
Με την εν Χριστώ αδελφική αγάπη Μιχαήλ Μοναχός Ιερά Σκήτη Καυσοκαλύβια «Ευαγγελισμός» Άγιον Όρος τη 12η Δεκεμβρίου 1978».
Αυτά ας τα δούν οι πλανεμένοι χριστιανοί και Μοναχοί, που
λένε πώς είναι ορθόδοξοι και με πολλή μανία και ασέβεια κακολογούν
και δυσφημίζουν τον άγιο Νεκτάριο Κεφαλά και ας αναλογισθούν τα
φριχτά επιτίμια και τις κατάρες που περιμένουν, τους ταλαίπωρους
αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι, ενώ είναι γεμάτοι αμαρτίες και παρανομίες, τολμούν να τα βάλουν και να καθυβρίζουν τους Αγίους που
επίσημα η Εκκλησία μας Συνοδικώς έχει αναγνωρίσει, ανακηρύξει
και κατατάξει στην χορεία των εορταζομένων Αγίων. Πολύ δε περισσότερο που ο Άγιος αυτός, από τούτη τη ζωή και μετά την κοίμησή του, αλλά και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κάνει πολλά καί μεγάλα
θαύματα!

Οι υπομένοντες τους πειρασμούς Μάρτυρες λογίζονται.

Στην Καλύβα «Αγία Τριάς» της ίδιας Σκήτης, ασκητικά ζούσανε πέντε αδέρφια κατά σάρκα, οι όποιοι γίνανε Μοναχοί, καί πήρανε τα ονόματα: Αθανάσιος, Γρηγόριος, Αρτέμιος, Φιλάρετος καί Μακάριος.
Στην αρχή ζούσανε ομόφωνα με ειρήνη καί αγάπη, υπακοή καί σεβασμό προς το σχήμα καί την Καλογερική, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Μοναχισμού.
Με την πάροδο όμως του χρόνου, ξεθύμανε εκείνη ή πρώτη ευλάβεια καί λίγο το αδελφικό θάρρος, λίγο το θέλημα πού με τέχνη καί πολλή μαστοριά βάνει ό Διάβολος, άρχισαν να κάνει ό καθένας ότι ήθελε, χωρίς να ρωτάει τον άλλον.
Έτσι μπήκε ανάμεσα τους, χωρίς να το καταλάβουν, ή ψύχρα, ακολούθησε γκρίνια καί φιλονικίες, οι όποιες καταλήγανε σε σοβαρά επεισόδια, μαλώματα, φωνές, χειροδικίες καί έντονα κτυπήματα τόσο, πού ό ένας έσπαγε το κεφάλι, το χέρι, το πόδι ή ότι άλλο μπορούσε του άλλου αδελφού, ώσπου να, τον υποτάξει στη δική του θέληση. Δε σεβόταν ό μικρός το μεγάλο, ούτε ό μεγάλος υπολόγιζε το μικρό αδελφό.
Οι καυγάδες καί τα άσχημα επεισόδια συνεχίζοντας σχεδόν κάθε μέρα, ήταν σπάνιο πράγμα να πέρναγε ήμερα καί να μην ακούνε, οι γειτονικοί ασκητές, τους αδελφούς αυτούς να καυγαδίζουν καί να κτυπιόνται, Όποιος από τους γείτονες ή τους άλλους Πατέρες τολμούσε να επέμβει για να τους χωρίσει ή να μεσολαβήσει να ειρηνεύσουν καί να μη μαλώνουν, έφευγε ξυλοδαρμένος κι έτσι κανείς δε μπορούσε να βοηθήσει τα αδέρφια αυτά.
Πέρασαν σαράντα χρόνια μαρτυρικής ζωής, πού τα πέντε αυτά αδέρφια καθημερινά μάλωναν. Οι Πατέρες της Σκήτης είχαν συνηθίσει στις καθημερινές αυτές φωνές τους καί λέγανε: «Οί ταραχοποιοί αδελφοί πάλι μαλώνουν καί σκοτώνονται».
Μετά από το χρονικό αυτό διάστημα των 40 χρόνων, πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη καί τρίτη μέρα καί, από τ’ αδέρφια αυτά δεν ακούστηκαν οι συνηθισμένες φωνές τους, αλλά στη Καλύβα τους επικρατούσε άκρα σιγή.
Στους Πατέρες φάνηκε περίεργο πού δεν άκουγαν να μαλώνουν, άλλα κανείς δεν τολμούσε να πάει για να ιδεί τι συμβαίνει.
Την τρίτη προς την τέταρτη ήμερα, στον ύπνο του Δικαίου της Σκήτης παρουσιάζεται ή Αγία Άννα και του είπε: «Πηγαίνετε με τους Πατέρες να θάψετε, με δόξες και τιμές, τους πέντε Μάρτυρες του Χριστού, τα πέντε αδέρφια, πού για την αγάπη του Κυρίου γίνανε Καλόγεροι και από φθόνο του Διαβόλου μαλώνανε χωρίς αιτία και παρά τη θέληση τους, το βράδυ όμως κάθε ήμερα μετά το Απόδειπνο, συγχωρούσε από την καρδιά του ό ένας τον άλλον και δε βάστηξε ποτέ ή κακία μέσα τους ούτε μια ολόκληρη ήμερα, διότι εφάρμοζαν με ακρίβεια το ρητό πού λέγει: «Μη έπιδυέτω ό ήλιος επί τω παροργισμό υμών, οργίζεστε, και μη αμαρτάνετε» (Έφεσ. Δ’ 24).
Ό Δίκαιος —πρόεδρος της Σκήτης— άμα άκουσε αυτά από την Άγιάννα, αμέσως κάλεσε τους Πατέρες σε γεροντική Σύναξη και πήγαν όλοι στην Καλύβα, πού ζούσαν τα πέντε αδέρφια, βρήκαν την πόρτα ανοιχτή, μπήκαν μέσα και βρήκαν σε στάση πού βάνουμε μετάνοια μετά το Απόδειπνο μέσα στην εκκλησία και τους πέντε πεθαμένους να εκπέμπουν άρρητη ευωδιά και έπληρώθη σ’ αυτούς το ρητό της Αγίας Γραφής πού λέγει «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε. Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε… και όπου εύρώ σε εκεί και κρίνω σε» (Ματθ. Ζ’ 1,2).
Τότε όλοι οί Πατέρες, αφού πήραν ένα μάθημα ανεξικακίας από τους Μοναχούς αυτούς, με τιμές και θυμιάματα συνόδευσαν τους Μάρτυρες του Χριστού και κήδευσαν τα σώματα τους στο Κοινό Κοιμητήρι με τους άλλους Πατέρες και δόξασαν το Θεό, πού με κάθε τρόπο οικονομεί τη σωτηρία των ανθρώπων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ΆΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ. ΑΝΔΡΕΑ ΜΟΝΑΧΟΥ.
WWW.PIGIZOIS.GR ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ