Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Θεόφιλος ιερομόναχος Παντοκρατορινός (1882 - 1969)


Ο κατά κόσμον Αντώνιος Ζάμαρος του Δημητρίου και της Καλλιόπης γεννήθηκε στο χωριό Δρυόπη της νήσου Κύθνου των Κυκλάδων το 1882. Στον κόσμο ήταν σεβαστός και αγαπητός. Είχε πολλά πνευματικά τέκνα. Είχε φήμη εναρέτου κληρικού.
Στην Ιερά μονή Παντοκράτορος προσήλθε ηλικιωμένος το 1961. Κατέφυγε στο Άγιον Όρος, ως έλεγε, γιατί διάβασε και άκουσε ότι στο Περιβόλι της Παναγίας η Υπεραγία Θεοτόκος είναι άγρυπνη πρέσβειρα και ασφαλής μεσίτρια για τη σωτηρία όλων των προσφευγόντων στον ιερό Άθωνα.
Επέλεξε τη μονή Παντοκράτορος, για να τελειώσει τον βίο του, ευλαβούμενος τη θαυματουργική «Γερόντισσα» Παναγία, την προστάτιδα αυτής.
Είναι γεγονός, ως αναφέρεται, «ότι ο Μακαριστός Γέρων Θεόφιλος εγκαταβίωσεν εις την Ιεράν ημών Μονήν, εβίωσεν όντως ως Μοναχός και Ιερεύς, με καθολικήν “καλήν μαρτυρίαν” περί αυτού, ως ταπεινού, φιλακολούθου, ελεήμονος, ευγενούς, αφιλοχρημάτου, ησυχαστικού και προσευχής φίλου πιστού». Σύντομα έγινε γνωστός για την αρετή του κι έτρεχαν πολλοί να τον συναντήσουν, ν’ ακούσουν τις συμβουλές του και να εξομολογηθούν σε αυτόν. Όλους τους παρηγορούσε, τους ανέπαυε και κανόνιζε διακριτικά. Ως Πνευματικός ήταν, λέγουν, πράος, μειλίχιος, προσηνής και υπομονετικός.
Με μεγάλη καρτερία αντιμετώπισε και το ότι έμεινε κατάκοιτος προ της κοιμήσεώς του. Με προθυμία τον διακονούσε ο μοναχός Αντώνιος από την Πάρο. Μέχρι του τέλους του είχε πλήρεις τις αισθήσεις του και άριστη πνευματική διαύγεια. Είχε οσιακά τέλη. Το πρόσωπό του έλαμψε. Ο μοναχός Ιάκωβος († 2001) έλεγε πως του διηγείτο με συγκίνηση τα μεγαλεία του Θεού κι έκλαιγε ευφραινόμενος. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 10.9.1969 ελπίζοντας στις πρεσβείες τις ακοίμητες της δεομένης Γερόντισσας.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Ιεράς Μονής Παντοκράτορος, Νεκρολόγιον, σ. 20. Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. Επιστολή 3.7.1977 προς κ. Γ. Δημητρακόπουλο εις Αμαλιάδα.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, Τόμος Β΄ – 1900-1955, σελ. 821, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Άνθιμος ιερομόναχος Παντοκρατορινός (1909 - 1993)


Ο κατά κόσμον Αντώνιος Κατσαλιάκης του Ζαχαρία και της Τριανταφυλλιάς γεννήθηκε στο χωριό Τζιτζιφέ Κισάμου Κρήτης το 1909. Στην ιερά μονή Παντοκράτορος προσήλθε το 1928 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος.
Κατά τον φιλοαθωνίτη δάσκαλο Αντώνιο Στιβακτάκη, «ο Γέροντας Άνθιμος Παντοκρατορινός είχε γενναία καρδιά, ακατάβλητο φρόνημα, και αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής γνήσιο τέκνο της λεβεντογέννας Κρήτης, συμμετέχοντας ενεργώς στην Εθνική Αντίσταση και μεταφέροντας μόνος του με μία βάρκα από τον Άθωνα στις ακτές της Μικράς Ασίας Έλληνες και συμμάχους, οι οποίοι εν συνεχεία προωθούνταν στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο, για να συνεχίσουν τον υπέρ ελευθερίας αγώνα». Το 1947 αναχώρησε της μονής του και το επόμενο έτος χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, λειτουργώντας σε διάφορα μέρη.
Το 1982 επέστρεψε στη μονή της μετανοίας του. Ήταν άνθρωπος πολύ ισχυρής κράσεως, φιλάνθρωπος, πρόθυμος και καλοσυνάτος. Μία φορά επιστρέφοντας με τα κουπιά στη μονή του από τα παράλια της Μ. Ασίας, όπου είχε φυγαδεύσει συμμάχους, κινδύνεψε από φοβερή θαλασσοταραχή. Μάλιστα δεν του είχαν απομείνει καθόλου τροφές και νερό. Οι σωματικές του δυνάμεις τον είχαν εγκαταλείψει τελείως. Επικαλέσθηκε τον άγιο Νικόλαο και άφησε όλες του τις ελπίδες σε αυτόν. Ο άγιος θαυματούργησε και τον πήγε σώο σ’ ένα εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στην περιοχή των Καυσοκαλυβίων. ’Ήταν ατρόμητος ο Γέροντας Άνθιμος. Από το Άγιον ’Όρος έφευγε με τη βάρκα για τη Σαμοθράκη, από εκεί για την Ίμβρο και από εκεί για τη Μ. Ασία. Κάποτε τον έπιασαν οι Γερμανοί και σκόπευαν να τον θανατώσουν, αλλά ο Θεός πάλι τον βοήθησε. Ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος τον χαρακτηρίζει «λεβεντοκαλόγερο», τον «ηρωικότερο Αγιορείτη κατά την περίοδο της Γερμανοκατοχής», γενναία καρδιά με ακατάβλητο πατριωτικό φρόνημα. Ταπεινός και μετριόφρων στα γεράματά του απέφευγε να μιλά για τον εαυτό του και τα κατορθώματά του.
Ανεπαύθη εν Κυρίω σιωπηλός, λησμονημένος και τεταπεινομένος στις 12.6.1993 στην αγαπητή μονή της μετάνοιας του.
Πηγές–Βιβλιογραφία:
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Ωδή στα αμάραντα στον Άθωνα, Άγιον ’Όρος 2004, σσ. 275-283. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, ‘Ιεράπετρα 2007, σσ. 151-152. 
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄ – 1956-1983, σελ. 595-597, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμ­βριος 2011.

Γουρίας μοναχός Παντοκρατορινός (1885 - 1975)


Ο κατά κόσμον Γεώργιος Πασκάς του Στεφάνου και της Κασσάνδρας γεννήθηκε στο Στανέν της Ρουμανίας. Στο Άγιον Όρος προσήλθε το 1903. Το 1908 εκάρη μοναχός. Έζησε στη ρουμανική σκή­τη του Τιμίου Προδρόμου και σε άλλα μέρη του ιερού Άθωνα.
Επί περίπου σαράντα χρόνια έζησε στην Καλύβη της Παντοκρατορινής Κάτω Καψάλας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Νέο τον λέγανε ναύαρχο, γιατί από κοσμικός είχε κάνει ναυτικός. Έκανε τον καπετάνιο και τον καραβοκύρη και μετέφερε σιτάρι στις μονές σε δύσκολα χρό­νια. Συνασκητή είχε τον συμπατριώτη του ιερομόναχο Θεοδόσιο, που αργότερα τον πήρε μαζί του στην Καλύβη του Αγίου Σάββα της Καψά­λας. Πριν από αυτούς στην Καλύβη του Ευαγγελισμού είχαν κατοικήσει οι επίσης συμπατριώτες τους ιερομόναχοι αδελφοί και λίαν ενάρετοι Γυμνάσιος (†1965) και Διονύσιος (†2004), οι μετέπειτα Κολιτσιώτες.
Ο Γέροντας Γουρίας είχε μία μυστική και άγνωστη στους πολλούς ασκητική ζωή. Συχνά αποσυρόταν στην παρακείμενη της Καλύβης του σπηλιά και ζούσε ουράνιες καταστάσεις προσευχόμενος θερμά και μετά δακρύων υπέρ εαυτού και του σύμπαντος κόσμου.
Αν και σχεδόν αγράμματος, ήταν μεγάλος αγωνιστής και βιαστής μοναχός. «Αγρυπνών, προσευχόμενος και νηστεύων υπέρ πάντας, φθάσας εις βαθύ γήρας απήλθεν εις τας αιωνίους σκηνάς και θαύμα εξαίσιον εν τη εξόδω αυτού εγένετο». Καθήμενος και ερωτηθείς αν είναι καλά απάντησε πως είναι πολύ καλά. Όταν τον ρώτησαν αν θέλει κάτι, ζήτησε λίγο νερό. Τούτο συνέβη δύο φορές. Κατόπιν συνεχίζων καθήμενος σταύρωσε τα χέρια, έλαβε μία ωραία μορφή, πήρε μια βαθιά ανάσα και εξέπνευσε. Χοροί αγγέλων ψάλλοντας παρέλαβαν την ψυχή του. Ανεπαύθη σε γειτονική Καλύβη στις 7.12.1975. Είχε όντως τέλος οσιακό.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Παντοκράτορος.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.899 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Παχώμιος μοναχός Παντοκρατορινός (1880 - 1974)


Ο κατά κόσμον Νικόλαος Τριαντάφυλλου ήταν από το χωριό Καλύβια της Β. Εύβοιας. Υπήρξε μετανάστης στην Αμερική, έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού. Μετά τον θάνατο του παιδιού του, επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια, υστέρα και από άλλες πικρές περιπέτειες της ζωής του. Κατευθύνθηκε πρώτα στη μονή Κουτλουμουσίου, όπου μόναζε ένας ενάρετος συμπατριώτης του, ο μοναχός Ιωάσαφ († 1928). Εκεί ασθένησε και τον επισκέφθηκε ο Γέροντας Ευλόγιος από το Κελλί του Φανερωμένου, ως πρακτικός ιατρός, για να τον συνδράμει. Έτσι γνωρίσθηκαν και συνδέθηκαν και αργότερα τον ακολούθησε στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, το 1908. Εκάρη μοναχός το 1912.
Ο Γέροντας Παχώμιος υπήρξε πνευματικός εγγονός του Γέροντα Χατζη-Γιώργη. Ήταν απλός, ήρεμος και ησύχιος. Είχε οσιακό τέλος. Τρεις ημέρες προ της εκδημίας του κάλεσε τον υποτακτικό του Γεώργιο († 1982) και του είπε να πάει να προμηθευθεί ψάρια για την επικείμενη εορτή του Αγίου Γεωργίου και για την κηδεία του. «Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό», είπε, «με τον Άγιο Γεώργιο, δεν θα είμαι μαζί σας». Έτσι κι έγινε. Με χαρά ψυχής μεγάλη μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων δοξάζοντας εκ βαθέων τον Πανάγαθο Θεό. Την ώρα που εξήρχετο η ψυχή του, στις 22.4.1974, ακούσθηκε αγγελικός χαιρετισμός: «Χαίροις ψυχή απερχομένου». Ο μοναχός Γεώργιος που τον διακονούσε το άκουσε καλά. Ταυτόχρονα ευωδίασε όλο το κελλί και ιδιαίτερα το δωμάτιο του Γέροντος Παχωμίου, που είχε πριν βαριά μυρωδιά από τη μακρά ασθένεια του κατάκοιτου Γέροντος. Ο Γέροντας Παΐσιος γράφοντας για τους ενάρετους Αγιορείτες πατέρες αναφέρει: «Ο πατήρ Παχώμιος γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο. Ο καλός Θεός να αξιώσει και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Δαβίδ ιερομ., Ο Γέρων Ευλόγιος του Φανερωμένου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 20-21. Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σσ. 43-44.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 885-886
Οι Γέροντες Ευλόγιος († 11 Απριλίου 1948) και Παχώμιος († 22 Απριλίου 1974) και η πνευματική τους σχέση με τον Χατζή–Γεώργη
Ο Γερο–Ευλόγιος ο υποτακτικός του Χατζή – Γεώργη
Πάνω από τις Καρυές, προς το Βατοπέδι, είναι το Κελλί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου». Εκεί ασκήτευαν έξι «Χατζή-Γεωργιάτες» με Γέροντα τον μεγαλύτερο παραδελφό τους, Γερο- Ευλόγιο. Αργότερα δε, είχαν προστεθή άλλοι δύο αδελφοί στην Συνοδία τους, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, και έγιναν εγγόνια του Χατζή – Γεώργη.
Χαίρεται κανείς, όταν βλέπη αυτή την αγία Πατερική συνέχεια και θεία μετάδοση της Καλογερικής, από τους Όσιους Παππούδες στον Όσιο Πατέρα Χατζή - Γεώργη, και από τον Πατέρα στα παιδιά και στα εγγόνια! Αξίζει, φυσικά, να γράψη πολλά γι’ αυτούς, όπως και για τον Γερο-Εύλόγιο. Επειδή όμως έγραψε και ένας Πατέρας από την Σιμωνόμετρα, πατριώτης του, γι’ αυτό εγώ θα περιοριστώ μόνο σ’ ένα περιστατικό από το τέλος της ζωής του, πως πάλευε με τους δαίμονες μέχρι τα βαθιά του γεράματα ο αθλητής του Χριστού Γερο-Ευλόγιος!
Όταν είχε γεράσει πιά ο Γέροντας, αφού είχε περάσει τα εκατό του χρόνια, καθόταν σ’ έναν καναπέ και έλεγε συνέχεια την ευχή. Μια μέρα λοιπόν οι δύο υποτακτικοί του, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, είχαν πάει να μάσουν ελιές, και ο Γέροντας έκλεισε την πόρτα και ακουμπισμένος στον καναπέ έλεγε την ευχή. Για μια στιγμή άκουσε πολύ θόρυβο μέσα στο κελλί του και διέκοψε την ευχή, Όρμησαν τότε επάνω του τριάντα δαίμονες, τον πέταξαν κάτω στο πάτωμα και τον έδειραν γερά. Φυσικά, δεν μπορούσε να σηκωθή πιά το Γεροντάκι μετά από τόσο πολύ ξύλο! Όταν έγινε μεσημέρι, γύρισαν οι Πατέρες από την δουλειά και φώναζαν τον Γέροντα να τους άνοιξη την πόρτα. Αλλά που να ακούση το καϋμένο Γεροντάκι και πως να σηκωθή στην κατάσταση που βρισκόταν; Ο Πατήρ Γεώργιος, ανήσυχος, πέρασε από ένα παραθυράκι, άνοιξε την πόρτα, και προχώρησαν και oι δύο Πατέρες με αγωνία στο κελλί του Γέροντα. Αλλά τι να ιδούν; Τον Γερο–Ευλόγιο πεσμένο στο πάτωμα, χτυπημένο και να τους λέη ψύχραιμα:
-Ακούς! τριάντα δαίμονες μαζεύτηκαν, για να με δείρουν! δεν ήταν ένας και δύο!
Στο κελλί του είχε έναν ξύλινο Σταυρό κρεμασμένο και μπροστά του συνήθως προσευχόταν. Κάποτε, την ώρα που προσευχόταν, ήρθε ένας διάβολος από το παράθυρο, για να πειράξη τον Γέροντα.
Βλέπει ξαφνικά ο Γερο-Ευλόγιος τον Σταυρό να ξεκρεμιέται μόνος του, να πλησιάζη τον διάβολο, και να εξαφανίζεται αμέσως ο έξω από εδώ. Μετά είδε πάλι τον Σταυρό μόνο του να ξανακρεμιέται στην θέση του.
Έτσι αγωνιζόταν ο Γερο-Ευλόγιος μέχρι τα εκατόν οκτώ του χρόνια. Και αφού ωρίμασε πιά πνευματικά και έπρεπε να αναχώρηση απ’ αυτή την ζωή για την αιώνια με τον πνευματικό του πλούτο, έλαβε πληροφορία από τον Θεό να ετοιμασθή και να ετοιμάση και τα Καλογέρια του, δίνοντας τις τελευταίες του συμβουλές μαζί με την ευχή του:
- Εγώ, Καλογέρια μου, φεύγω πιά, πηγαίνω κοντά στον Άγιο Αντώνιο. Αργότερα θα έρθετε κι εσείς εκεί κοντά, στον Παράδεισο. Εσύ, Πάτερ Γεώργιε, θα ζήσης ογδόντα χρόνια.
Ζήτησε μετά και κοινώνησε και ανεπαύθη εν Κυρίω ο ευλογημένος του Θεού Ευλόγιος, στις 11-4-1948.
Ο Πατήρ Γεώργιος λοιπόν, όταν έκλεισε τα ογδόντα, έλεγε:
- Εφέτος θα πεθάνω∙ έτσι μου είπε ο Γέροντας.
Ο γιατρός βλέποντας την δυνατή κράση του, του έλεγε:
- Εσύ θα ζήσης άλλα τριάντα χρόνια.
Μόλις έκλεισε τα ογδόντα ο Πατήρ Γεώργιος, έκλεισε και τα μάτια του, και όλοι θαύμασαν!
Ο Γερο-Παχώμιος· ο υποτακτικός του Γερο-Ευλόγιου και εγγονός του Χατζή-Γεώργη
Όπως και για τον Γερο-Ευλόγιο, έτσι και για τον ευλογημένο υποτακτικό του, τον Πατέρα Παχώμιο, θα αναφέρω και γι’ αυτόν κάτι από το τέλος της ζωής του, και οι ευλαβείς αγωνιστές, που έχουν αγνούς λογισμούς, θα καταλάβουν την εξαγνισμένη ψυχή του Γερο-Παχώμιου!
Τρεις μέρες λοιπόν πριν από τον θάνατο του, ημέρα Πέμπτη, ο Γερο-Παχώμιος κάλεσε τον Πατέρα Γεώργιο και του λέει:
- Κάνε αγάπη, Πάτερ Γεώργιε, και πήγαινε στην Κολετσού να αγοράσης ψάρια για την Πανήγυρη του Αγίου Γεωργίου, που έχουμε την Δευτέρα. Να αγοράσης όμως αυτή την φορά πολλά ψάρια, γιατί θα έχετε δυο Πανηγύρια εσείς. Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό με τον Άγιο Γεώργιο∙ δεν θα είμαι μαζί σας.
Πηγαίνει αμέσως στην Κολετσού ο Πατήρ Γεώργιος, φέρνει τα ψάρια και τα ετοιμάζει, για να μή χαλάσουν.
Την Παρασκευή ο Γερο-Παχώμιος στέλνει πάλι τον Πατέρα Γεώργιο να καλέση τους Πατέρες για την Πανήγυρη και του λέει:
- Να πής στους Πατέρες να κανονίσουν και τις δουλειές τους, γιατί θα έχουν δυο Πανηγύρια: την κηδεία μου με το μνημόσυνο και την επομένη την μνήμη του Αγίου Γεωργίου.
Ο Πατήρ Γεώργιος το ανήγγειλε στους Πατέρες, όπως του είπε ο Γερο-Παχώμιος. Το Σάββατο το πρωί τον έστειλε να ειδοποιήση τον Παπα - Δημήτρη να έλθη να τον κοινωνήση. Μόλις είδε τον Ιερέα, άρχισε να ψέλνη χαρούμενος Του Δείπνου σου του μυστικού και μόλις κοινώνησε είπε «Δόξα τω Θεώ!» Ασπάσθηκε μετά τους Πατέρες, που βρίσκονταν κοντά του, και έφυγε για τους Ουρανούς η αγιασμένη του ψυχή το έτος 1974, στις 22 Απριλίου.
Την Κυριακή έγινε η κηδεία και το μνημόσυνο με την τράπεζα της μιας Πανήγυρης, και την Δευτέρα γιόρτασαν τον Άγιο Γεώργιο, κι έγινε το δεύτερο Πανηγύρι. Ο Πατήρ Παχώμιος όμως γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο.
Ο Καλός Θεός να αξιώση και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό. Αμήν.
Πηγή: Αγιορείτες πατέρες και αγιορείτικα

Γεώργιος μοναχός Παλιομοναστηριώτης (1920 - 1972)


Ο κατά κόσμον Μπράνκο Βίτκοβιτς γεννήθηκε στο χωριό Μιρούσι της επαρχίας Μπιλέκα της Σερβίας το 1920. Τελείωσε το σχολείο με άριστα, τη στρατιωτική σχολή μηχανικών με εξαιρετική επιτυχία, τη σχολή μηχανικής και ηλεκτροτεχνικής του Μονάχου και το Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι. Στον πόλεμο του 1941 κα­τέληξε αιχμάλωτος στην Ιταλία και τη Γαλλία. Το 1954 αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα κι έμεινε για ένα διάστημα στη μονή του Αγίου Σάββα.
Από εκεί ήλθε στο Άγιον Όρος να μονάσει στη μονή Χιλανδαρίου. Έμεινε ένα διάστημα ως δόκιμος, κάνοντας πολλές μετάνοιες κάθε νύχτα. Τον τραβούσε όμως η ησυχία της ερήμου. Συνδέθηκε πνευμα­τικά με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (†1959), ο οποίος του αποκάλυψε τα μυστικά της νοεράς προσευχής. Εκάρη μοναχός στο Παλιομονάστηρο, εκεί που είχε ζήσει και ο άγιος Σάββας των Σέρβων (†1236).
Η ησυχία, η μόνωση, η σιγή, η σιωπή, η άκρα νηστεία, η αγρυπνία, η προσευχή, η μελέτη ήταν η εδώ ζωή του. Οι ασθένειες δεν του ανέκοπταν το αυστηρό τυπικό του. Την πάσαν ελπίδα του είχε αφήσει στην Πανα­γία. Η μόνη του σκέψη ήταν το έλεος του Χριστού. Είχε αδυσώπητο πόλεμο με τον δαίμονα.
Τ’ απαραίτητα για να ζει τα εξοικονομούσε φτιάχνοντας σκούπες. Ήταν πάμπλουτος με την έσχατη πενία του. Μέσα στην κακουχία και τη στέρηση ζούσε μία υπέροχη χαρά. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του με το «Χριστός Ανέστη» όλο τον χρόνο. «Είμαστε παιδιά της Αναστάσεως», έλεγε. «Εμείς οι μοναχοί χωρίς τη χαρά της Αναστάσεως δεν είναι δυνατόν να ζήσουμε ούτε να σωθούμε». Ο φίλος του και βιογράφος του Γέροντας Μητροφάνης Χιλανδαρινός (+1999) έλεγε: «Απ’ αυτή την πνευματική του χαρά καμιά φορά προερχόταν και κατάλληλο και οικοδομητικό χιούμορ, το οποίο χειριζόταν πάντα στους αγώνες του με τον πειρασμό, τον διάβολο».
Ο μορφωμένος και πολύγλωσσος αυτός μοναχός είχε κάλους στα γόνατα και τα χέρια από τις αμέτρητες γονυκλισίες. Λέει ο Γέροντας Χερουβείμ της μονής του Παρακλήτου που τον γνώρισε: «Η φλόγα της θείας αγάπης που έκαιε μέσα του ήταν απέραντη. Νύχτες ολόκληρες έλιωνε στην προσευχή υπέρ των άλλων, υπέρ της Εκκλησίας, υπέρ των δεινοπαθούντων και ιδιαιτέρως υπέρ των αμαρτωλών της γης». Ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπεδινός (+2009) συμπληρώνει: «Στο Παλιομονάστηρο που έμενε και στη χειμερινή περίοδο με ψύχος, αρκετούς βαθμούς κάτω του μηδενός, ούτε θέρμανση είχε, παρ’ όλο που υπήρχαν σόμπες και ξύλα όσα ήθελε, αλλ’ ούτε και σκεπάσματα κατάλληλα χρησιμοποιούσε. Η αυστηρή φιλοπονία του ήταν ο γενικός κανόνας της ζωής του και ουδέποτε χαλάρωσε αυτή την “ανελέητη” ζωή έως του θανάτου του».
Ο Γέροντας Μητροφάνης Χιλανδαρινός καταλήγει στην ωραία βιο­γραφία του: «Ο μοναχός Γεώργιος κοιμήθηκε τη νύχτα της παραμονής της Γεννήσεως της Θεοτόκου, 8.9.1972, στο Παλαιό Ρωσικό μοναστήρι, όπου έγινε μοναχός ο άγιος Σάββας. Εκεί στην εκκλησία που βρίσκεται στον πύργο ο π. Γεώργιος άναβε ασταμάτητα το κανδήλι. Εκτενέστερα για τον βίο του π. Γεωργίου γνωρίζουν οι μοναχοί στο Περιβόλι της Παναγίας, της Μητέρας του Θεού, στο Άγιον Όρος, και στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου αυτός τώρα κατοικεί αναπαυόμενος των πολλών μόχθων του».
Ο μητροπολίτης Φιλίππων Αλέξανδρος (+1978) γράφει: «Την άλλη μέρα του θανάτου του, κηδεύθηκε με ψιθυριστές ευχές και νεκρώσιμα τροπάρια ενός γέρου ιερομονάχου του Αγίου Παντελεήμονα, με τη συ­νοδεία δύο λαϊκών, δύο αξιωματικών της χωροφυλακής· θάφτηκε μέσα στο κελλί όπου ασκήτευσε, τυλιγμένος μέσα στο τριμμένο ράσο του που σκέπαζε το ημίγυμνο κουφάρι του. Η περιουσία του: ένας ξύλινος, χοντροκομμένος σταυρός του λαιμού, αναρτημένος μ’ ένα σύρμα. Σε μετρητά κέρματα ως πενήντα δραχμές. Τρόφιμα: λίγα ξεροκόμματα ψωμιού, μία ποσότητα πράσινες ελιές κρεμασμένες σ’ ένα κομμάτι κου­ρέλι μισοσαπισμένες, γιατί δεν ήσαν αλατισμένες. Ρουχισμός: το ράσο που χρησίμευσε για σάβανο, ένα ζευγάρι μπότες με χοντρά ράμματα και τρύπες. Μία χύτρα με τσάι του βουνού, χωρίς να βρεθεί πουθενά ζάχαρη, μερικά ξερά κλαδιά στο τζάκι, λιβάνι και μερικά εκκλησιαστικά και θρησκευτικά βιβλία».
Ο Γέροντας Ιωαννίκιος στο λαμπρό Αθωνικόν Γεροντικόν του γράφει τί του είπε σε μία συνάντησή τους ο μακάριος Γεώργιος: «Η πνευμα­τική ζωή είναι η αδιάλειπτος παραμονή εν τω Θεώ. Δηλαδή το “μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν”. Ουδείς δύναται να θεωρηθεί θεολόγος χωρίς την αποφατικήν θεολογίαν. Τα δόγματα της Εκκλησίας μας και αι δογματικαί αλήθειαι πρέπει να βιωθούν, να γίνουν εμπειρίαι. Προς τούτο χρειάζεται να κάνουμε ένα προσωπικό “Πάσχα”, διάβασιν, διά να τα κατακτήσωμε. Αν δεν γνωρίσουμε τον Θεόν, δεν θα τον αποκτήσωμε. Θεοπτία είναι και η γνώσις του Θεού. Θεωρών τις τον Θεόν θεωρεί και τα πράγματα τα του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτος, αι ενέργειαι Αυτού όμως μεθεκταί. Προσιτή η δόξα, η ακτινοβολία, από την ουσία του Θεού προερχομένη. Εξ  αντανακλάσεως φωτιζόμενοι γνω­ρίζομε πρόσωπα, γνωρίζομε τα δύσκολα της Αγίας Γραφής, δεχόμεθα πληροφορίας, γνωρίζομε τα πάντα. Αι κοσμικαί ιδέαι, τα του κόσμου γενικώς, διασπούν την αυτοσυγκέντρωσιν, μας κάνουν εξωτερικούς, παλαιούς ανθρώπους. Ποιός δύναται να διηγηθεί την χαράν της Θείας Κοινωνίας; Ανέκφραστος αγαλλίασις, “Χριστός ανέστη” διά την ύπαρξίν μας … Η καλυτέρα προσευχή είναι το “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”».
Ο νυν ηγούμενος της μονής Παρακλήτου αρχιμ. Τιμόθεος τον συνάν­τησε δύο ημέρες προ της κοιμήσεώς του και συνομίλησε αρκετά μαζί του. Γράφει περί αυτού: «Ο λόγος του π. Γεωργίου ήταν χειμαρρώ­δης και έντονα βιωματικός. Ήθελε να τα πει όλα, να εκφράσει όλες τις πνευματικές του εμπειρίες, να αποκαλύψει όλους τους πολύτιμους θησαυρούς της καρδιάς του. Σαν να προαισθανόταν, ο μακάριος, ότι εκείνη ήταν η τελευταία του συζήτηση. Ο χρόνος κυλούσε δίχως να το καταλαβαίνουμε. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα, και ο π. Γεώργιος συνέχιζε ακούραστος να επεκτείνεται από το ένα θέμα στο άλλο, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της συζητήσεως με το αριστερό του χέρι δούλευε ασταμάτητα το τριμμένο κομποσχοίνι του …». Έλεγε: «Το πρώτο δειλό ξεκίνημα για μια υψηλή πνευματική ζωή συνίσταται: α) στην απαλλα­γή από τα πάθη, ελαττώματα, αδυναμίες κ.τ.ό., β) στο ακατάκριτο της γλώσσης και της διανοίας, γ) στην απροσπάθεια έναντι των πραγμάτων του παρόντος κόσμου (πλούτος, δόξες, τιμές κ.λπ.) και δ) στην απόλυτα ήρεμη συνείδηση. Όλα αυτά είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις, οι βάσεις, η προετοιμασία για τους μεγάλους αγώνες». Ο άνθρωπος του Θεού δεν επιδιώκει ούτε τη ζωή ούτε κι αυτόν τον παράδεισο, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Είναι έτοιμος για οποιαδήποτε θυσία χάριν του Θεού. Έχει πάψει να ζει για τον εαυτό του. Ζει για τον Θεό και τον πλησίον. Απόρροια της αγάπης του αυτής είναι η επιθυμία του ευαγ­γελισμού των ανθρώπων, η ανάγκη να κάνει κοινωνούς των βιωμάτων του και τους άλλους …».
Πηγές- Βιβλιογραφία:
Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 19993, σσ. 407, 441-442. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Μοναχός Γεώργιος ο ερημίτης του Άθω (1920-1972), Θεσσαλονίκη 20052. Τιμοθέου αρχιμ., Για μία υψηλή πνευματική ζωή, Μοναχού Γεωργίου του Ερημίτου (1920-1972), Πρωτάτον 117/2010, σσ. 17-21.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄ – 1956-1983, σελ. 847-852, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

http://www.pemptousia.gr
Αναρτήθηκε από Keliotis Giannis στις 7:01 π.μ.

Άγιος Νείλος ο Μυροβλύτης (& η προφητεία του για τον Αντίχριστο)


Ο Όσιος Νείλος καταγόταν (σύμφωνα με την Ακολουθία του που εκδόθηκε το 1847 μ.Χ.) από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας και έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα μ.Χ. Από νεαρή ηλικία παρελήφθη από τον θείο του, ιερομόναχο Μακάριο, στην εκεί ιερά μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την καλουμένη του Μαλεβή, όπου και αφού εκπαιδεύθηκε με θεοσέβεια, χειροτονήθηκε διάκονος.
 Ποθώντας όμως και οι δύο ακόμη πιο ασκητικό βίο, μετέβησαν στο Άγιον Όρος, όπου, αφού για λίγο χρόνο ασκήτεψαν στο σπήλαιο που είχε ασκητέψει ο Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης (τιμάται 12 Ιουνίου), στη συνέχεια μετέβησαν σε έρημη έκταση κοντά στη Λαύρα του Οσίου Αθανασίου, έκτισαν ναό τιμώμενο στο όνομα της Υπαπαντής και παρέμειναν εκεί ασκητεύοντας με αυστηρότητα.
Αργότερα ο Όσιος Νείλος, για μεγαλύτερη άσκηση, κατέφυγε σε σπήλαιο που βρισκόταν σε πολύ απόκρημνο βράχο, όπου, αφού ανήγειρε μικρό ναό, παρέμεινε ασκούμενος και νυχθημερόν προσευχόμενος καθ' όλο τον υπόλοιπο βίο αυτού.
 

Ο Όσιος Νείλος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 12 Νοεμβρίου του 1651 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε πλησίον του σπηλαίου του. Μετά την οσία ταφή του, μύρο ευώδες ανέβλυσε από τον τάφο του, που παρείχε την ίαση σε όσους ασθενείς προσέφευγαν εκεί με πίστη ["Ν": Όπως θα δείτε στη λεζάντα πολύ πιο κάτω, ενίοτε το μύρο έτρεχε ώς τη θάλασσα, απ' όπου με βάρκες έρχονταν ναυτικοί & μάζευαν! Μυροβλύτες είναι κι άλλοι άγιοι, όπως ο άγ. Δημήτριος, ο άγ. Νικόλαος, ο άγ. Βάρβαρος (ο πρώην πειρατής που πυροβόλησε την Παναγία Πορταΐτισσα), ο άλλος άγιος Βάρβαρος, επίσης πρώην πειρατής, της Ακαρνανίας, ο άγ. Αλέξανδρος του Σβιρ κ.ά.
Την ίδια μέρα με τον άγ. Νείλο εορτάζεται και ο άλλος άγιος Νείλος ο Ασκητής, ο οποίος έγινε έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, αλλά άφησε τη δόξα του κόσμου και έγινε μοναχός στο όρος Σινά μαζί με το γιό του, άγιο Θεόδουλο. Οι όσιοι έζησαν πριν τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ., επί βασιλείας Θεοδοσίου Β' (408-450 μ.Χ.)].
Αργότερα, λόγω εδαφικών μεταβολών, ο τάφος του Οσίου εξαφανίσθηκε και παρέμεινε άγνωστος για πολλά χρόνια. Το 1815 μ.Χ., ο Όσιος Νείλος παρουσιάσθηκε σε κάποιον μοναχό, που ονομαζόταν Αιχμάλωτος, και, αφού του προείπε πολλά μέλλοντα, στην συνέχεια τον πρόσταξε να καταστήσει βατή τον οδό προς το σπήλαιό του, για να μεταβαίνουν οι μοναχοί να προσκυνούν και να λειτουργούν το ναό που είχε ιδρύσει. Αμέσως ο μοναχός Αιχμάλωτος ανακοίνωσε στους υπόλοιπους πατέρες όσα προστάχθηκαν από τον Όσιο, αυτοί δε έσπευσαν με προθυμία όχι μόνο να διανοίξουν την οδό, αλλά και να οικοδομήσουν νέο ναό προς τιμήν του Οσίου. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων του ναού, ανευρέθη ο τάφος του και τα σεπτά λείψανά του, τα οποία ανέδιδαν άρρητη ευωδία.


Προφητεία του Οσίου Νείλου του Νέου και Μυροβλύτου

Του εν τω Αγίω Όρει του Αθωνος ασκήσαντος, προ 600 ετών, περί της ελεύσεως του Αντίχριστου και των εν τέλει του αιώνος ανθρώπων.
Κατά το 1900 έτος βαδίζοντες προς τον μεσασμόν του 8ου αιώνος άρυται ο κόσμος του καιρού εκείνου, να γίνεται αγνώριστος. Όταν πλησίαση ο καιρός της ελεύσεως του Αντίχριστου θα σκοτισθή η διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη τα της σαρκός και θα πληθυνθή σφόδρα η ασέβεια και η ανομία. Τότε έρχεται ο κόσμος να γίνεται αγνώριστος, μετασχηματίζονται αι μορφαί των ανθρώπων και δεν θα γνωρίζονται οι άνδρες από τάς γυναίκας διά της αναίσχυντου ενδυμασίας και των τριχών της κεφαλής, οι τότε άνθρωποι θα αγριέψουν και θα γενούν ωσάν θηρία από την πλάνην του Αντίχριστου.
Δεν θα υπάρχει σεβασμός εις τους γονείς και γεροντότερους η αγάπη θα εκλείψει οι δε Ποιμένες των Χριστιανών, Αρχιερείς και Ιερείς, θα είναι τότε άνδρες κενόδοξοι, παντελώς μή γνωρίζοντες την δεξιάν οδόν από την αριστεράν, θα αλλάξουν τα ήθη, αι παραδόσεις των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Η σωφροσύνη θα απολεσθή από τους ανθρώπους και θα βασιλεύση η ασωτία. Το ψεύδος και η φιλαργυρία θα φθάσουν εις τον μέγιστον βαθμόν, και ουαί εις τους θησαυρίζοντας αργύρια. Αι πορνείαι, μοιχείαι, αρσενοκοιτίαι, κλοπαί και φόνοι, θα πολιτεύωνται, εν τώ καιρώ εκείνω και διά την ενέργειαν της μεγίστης αμαρτίας και ασελγείας, ο άνθρωποι θέλουν στερηθή την χάριν του Αγίου Πνεύματος όπου έλαβον εις το Άγιον Βάπτισμα ως και την τύψιν της συνειδήσεως.
Αι Εκκλησίαι δε του Θεού θα στερηθούν ευλαβών και ευσεβών Ποιμένων και αλλοίμονον τότε εις τους εν τώ κόσμω ευρισκομένους Χριστιανούς οι όποιοι θα στερηθούν τελείως την πίστιν, διότι θα αναχωρούν από τον κόσμον εις τα ιερά Καταφύγια διά να εύρουν ψυχικήν ανακούφισιν των θλίψεων των και παντού θα ευρίσκουν εμπόδια και στενοχώριας. Και πάντα ταύτα γεννήσονται διά το ότι ο Αντίχριστος θέλει κυρίευση τα πάντα, και γεννήσεται εξουσιαστής πάσης της Οικουμένης και θα ποιή τέρατα και σημεία κατά φαντασίαν, θέλη δε δώση πονηράν σοφίαν εις τον ταλαίπωρον άνθρωπον, διά να εφεύρη, να ομιλή ο εις προς τον άλλον, από την μίαν άκραν της γής, έως την άλλην, τότε θα πέτανται στον αέρα ως πτηνά και διασχίζοντες τον βυθόν της θαλάσσης ως ιχθύες.
Και ταύτα πάντα ποιούντες οι δυστυχείς άνθρωποι, διαβιούντες εν ανέσει, μή γνωρίζοντες οι ταλαίπωροι ότι ταύτα εστί πλάνη του Αντίχριστου. Και τόσον θα προοδεύση την επιστήμην κατά φαντασίαν ο πονηρός, ώστε αποπλανήσαι τους ανθρώπους και μή πιστεύη εις την ύπαρξιν του τρισυπόστατου Θεού.
Τότε βλέπων ο Πανάγαθος Θεός την απώλειαν του ανθρωπίνου γένους, θέλει κωλοβώση τάς ημέρας, διά τους ολίγους σωζόμενους διότι θέλει πλανήσαι ει δυνατόν και τους εκλεκτούς. Τότε αιφνιδίως θέλει έλθη η δύστομος ρομφαία και θα θανάτωση τον πλάνον και τους οπαδούς αυτού.
[Σχόλιο του blog μας: Από το 1900 πέρασαν ήδη πάνω από 100 χρόνια και ώς τώρα ο Αντίχριστος δε φάνηκε αυτοπροσώπως. Όμως αυτά που περιγράφει ο άγιος ισχύουν. Ίσως αυτός ο "μεσασμός του 8ου αιώνος" που γράφει (εννοώντας 8ου από τη Δημιουργία του κόσμου, όπως υπολόγιζαν οι Βυζαντινοί) έχει ακόμα διάρκεια. Η προφητεία δεν είναι για πανικό, αλλά για επιφυλακή και αγώνα, όπως & κάθε σοβαρή αναφορά στον Αντίχριστο].
 

Σε κάποιο σημείο των θεόρατων όγκων βρίσκεται και το ασκητήριο του Οσίου Νείλου του Μυροβλύτη. Ονομάσθηκε Μυροβλύτης, από τό Άγιο Μύρο που έτρεχε από τόν τάφο του καί έφθανε μέχρι τά απότομα βράχια τής παραλίας, από όπου μέ βάρκες οι ναυτικοί τό μάζευαν!
Ιερός Ναός Αγίου Νείλου του Μυροβλύτου στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά

["Ν": πρόκειται για την πολυτραγουδισμένη εκκλησία στο πασίγνωστο τραγούδι του Μπαγιαντέρα "Χατζηκυριάκειο": "Από βραδίς ξεκίνησα μ' ένα καλό μου φίλο..."].
Το 1928 μ.Χ. με πρωτοβουλία της Ελένης Μαμάη, το γένος Λυμπέρη, μόνιμης κάτοικου Πειραιώς με καταγωγή από το χωριό Άγιος Πέτρος στην Κυνουρία (ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Νείλου του Μυροβλύτου), ιδρύθηκε ο σύλλογος «Αδελφότης Κυρίων και Δεσποινίδων ο Αγιος Νείλος ο Μυροβλήτης» με μοναδικό σκοπό την ανέγερση ναού προς τιμήν του Αγίου. Το οικόπεδο όπου χτίστηκε ο ναός είναι στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στο οικοδομικό τετράγωνο: Γεωργίου Θεοτόκη, Ηροδότου, Αντωνίου Θεοχάρη, Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Ο ναός άρχισε να χτίζεται το 1928 μ.Χ. και τέθηκε σε χρήση προς λατρεία το 1931 μ.Χ. Αρχικά λειτουργούσε ως ιδιωτικός και το 1932 μ.Χ. με εγκύκλιο της τότε Αρχιεπισκοπής Αθηνών, όπου υπαγόταν ο Πειραιάς, έγινε εκκλησιαστική ενορία. Λόγω όμως των μικρών διαστάσεων της εκκλησίας, το 1956 μ.Χ. έγινε η επέκταση της σε μεγαλοπρεπή ναό, που υπάρχει ώς τις μέρες μας.
Σήμερα ο ναός του Αγίου Νείλου στον Πειραιά είναι μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες και ενορίες της Μητροπόλεως Πειραιώς.
 
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Σοφίας τῷ ἄνθρακι, ἀποκαθάρας τὸν νοῦν τὸ νᾶμα ἐξέπιες, τῆς αἰωνίου ζωῆς, βιώσας ὡς ἄγγελος, ὅθεν ἀεὶ βλυστάνεις, τὸ ἀλλόμενον ὕδωρ, πράξει καὶ θεωρία, καταρδεύων τὸν κόσμον. Διὸ σὲ ἀνευφημοῦμεν, Νεῖλε Πατὴρ ἠμῶν Ὅσιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Μονάσας θεαρέστως ἐν τῷ Ἄθῳ τρισόλβιε, ἐν προσευχαῖς καὶ νηστείαις τὸν Θεὸν ἐξεζήτησας καὶ γέγονας δοχεῖον καθαρὸν τοῦ πνεύματος, ἀστράπτων τοῖς πιστοῖς ἀρετῶν τὰς λαμπηδόνας, δι΄ὧν φωτίζεις, Νεῖλε, τοὺς βοῶντάς σοι. Δόξα τῷ σε δοξάσαντι Χριστῷ, δωξα τῷ σε ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Τροπάρια για την εύρεση των τιμίων λειψάνων του, που γιορτάζεται στις 7 Μαΐου:
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς ἄνθη πανεύοσμα, τῆς αἰδίου ζωῆς, τὰ θεία σου λείψανα, ἐκ τῶν ταμείων τῆς γῆς, ἠμὶν ἀνεφάνησαν. Ὅθεν μνείαν τελοῦντες, τῆς εὑρέσεως τούτων, μέλπομεν Πάτερ Νεῖλε, τὴν δοθείσαν σοι χάριν, δι' ἧς πάσι προστάτης, εὑρίσκῃ θερμότατος.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Τὰ σεπτά σου λείψανα περικυκλοῦντες, ἐξ αὐτῶν λαμβάνομεν, ἁγιασμοῦ τὰς δωρεάς, Μυροβλυτῶν ἐγκαλλώπισμα, Νεῖλε θεόφρον, Ἀγγέλων ὁμόσκηνε.

Μεγαλυνάριον
Μύρου ἀποπνέοντα τὴν ὀσμήν, καὶ μελλούσης δόξης, ἐκδηλοῦντα τᾶ ἀγαθά, ὤφθησαν τοῖς πᾶσι, τὰ θεῖα λείψανά σου· διό σε Μυροβλῦτα, Νεῖλε γεραίρομεν.