Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Ἱερομόναχος Στέφανος Γρηγοριάτης


Δέν πρέπει νά παρασύρῃ τό ρεῦμα τῆς λησμονιᾶς τόν ἀείμνηστο παπᾶ Στέφανο, τοῦ ὁποίου ἡ ἑξηκοντετής παρουσία του στήν Μονή μας, πολλά ἔχει νά μᾶς διδάξῃ.
Δέν ἔχει σημασία νά μάθουμε πόσο ψηλά ἔφθασε. Αὐτό τό γνωρίζει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τόν ἀντήμειψε γιά τούς μοναχικούς του κόπους. Ἐμεῖς τά πνευματικά του ἐγγόνια ἐπιθυμοῦμε ν᾿ ἀκούσωμε διδακτικά περιστατικά ἀπό τήν ζωή του, νά λάβουμε ὅπλα πολυετοῦς μοναχικῆς ἐμπειρίας γιά νά κτυπήσουμε τόν διάβολο, τόν αἰώνιο ἐχθρό τῆς σωτηρίας μας.
Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα χωριό  τῆς Κερκύρας τό 1891. Τό 1916 ἦλθε στό Μοναστήρι μας καί ὑπετάγη στήν ὑπακοή τοῦ Καθηγουμένου τῆς Μονῆς Γεωργίου.
Ἐκοιμήθη στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς τό 1956. Δέν ἀξιωθήκαμε νά τόν γνωρίσουμε ἐμεῖς οἱ νέοι Πατέρες. Τόν γνωρίσαμε ὅμως μέσῳ τῶν Γερόντων Ἀδελφῶν τῆς Μονῆς μας, οἱ ὁποῖοι καί μᾶς διηγήθησαν ἀρκετά ἀπό τήν ζωή του.
Διακρίθηκε διά τήν πραότητα, τήν σιωπή καί τήν νηστεία. Γι᾿ αὐτό εἶχε καί μεγάλη εὐλάβεια στόν ῞Αγιο Ἰωάννη τόν Νηστευτή. Ἀγάπησε τό Μοναστήρι μας καί ἔβαλε κανόνα στόν ἑαυτόν του νά μήν ἐξέλθη ποτέ μέχρι τοῦ θανάτου του.
Καί τό ἐφήρμοσε. Ἀπό τότε πού ἦλθε μέχρι τήν τελευταία πνοή του, δέν ἐπῆγε γιά ἐπίσκεψι, οὔτε στήν Δάφνη, ἀλλά οὔτε καί  ἄλλα Μοναστήρια τοῦ ῎Ορους καί  Σκῆτες ἐπισκέφθηκε. Ἀγωνίσθηκε μυστικά γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, καί ἀπέκτησε πολλές ἀρετές καί πνευματική σοφία. Δέν ἤξερε ἄλλο δρόμον ἀπ᾿ αὐτόν πού ὁδηγεῖ στήν ἐκκλησία, στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ καί στό κελλί του. Στά νειᾶτα του ὑπηρέτησε πολλά χρόνια ὡς κηπουρός.
Μέ κίνδυνον τῆς ζωῆς του, καθώς μοῦ ἔλεγον οἱ τελευταῖοι παλαιοί Πατέρες, σκαρφάλωνε στίς μάνδρες γιά νά τίς ἐπισκευάσῃ, στόν πύργο τῆς Μονῆς γιά νά στερεώσῃ τά κρεβατά, στά δένδρα γιά νά τά κλαδεύσῃ.
Τά καλοκαίρια δέν ἐγνώριζε ξεκούρασι στό κελλί του. Σάν τήν φιλέρημη τρυγόνα κρυβόταν μέσα σ᾿ ἕνα πυκνόφυλλο δένδρο, τό Ἄριο ὀνομαζόμενο, ὅπου εἶχε κάνει τό ξυλοκρέβατό του. Ἐκεῖ βυθιζόταν στούς πνευματικούς του στοχασμούς, γιά τήν ὡραιότητα τῆς ὁρατῆς Δημιουργίας καί τά κάλλη τοῦ πενυματικοῦ παραδείσου.
Προσευχόταν ἀδιάκοπα καί μυστικά, γι᾿ αὐτό ἀπέφευγε συνάντησι καί συζήτησι μέ Πατέρες καί λαϊκούς.
Οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς τόν εἶχαν σέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια. Κάποια φορά δέχτηκε τό δυνατό ράπισμα ἑνός παραδελφοῦ του, διότι τόν ἐθεώρησε ἔνοχο γιά τήν ἀσύνετη διεκπεραίωσι ἑνός ἔργου, ἐνῶ ἦταν ἀθῶος. Δέχτηκε τό κτύπημα ὡς ἄκακο ἀρνίο. Μάλιστα γύρισε τό πρόσωπό του καί στήν ἄλλη πλευρά καί εἶπε στόν χειροδικήσαντα ἀδελφό· «κτύπα καί ἀπό ἐδῶ, κτύπα καί ἀπό ἐδῶ»
Κάθε βράδυ, πρίν κοιμηθῆ, εἶχε τήν ὡραία συνήθεια νά διαβάζῃ τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου. Συχνά οἱ ἄλλοι Πατέρες τόν ἄκουγαν ἀπ᾿ ἔξω νά στενάζῃ καί ἄλλοτε νά ἐπικαλῆται δυνατά τήν ἄμαχο πρεσβεία τῆς Θεομήτορος. Τήν βία στήν ὀρθοστασία, σύμφωνα μέ τήν τότε παράδοσι, τήν κρατοῦσε  μέ πολλή ἐπιμέλεια. Μόνο στήν ἀνάγνωσι τῶν Καθισμάτων τοῦ Ψαλτηρίου καί στίς ῟Ωρες, ὅπως καί ἀλλοῦ ἐγράψαμε, ἐκάθοντο οἱ παλαιοί Πατέρες.
Λόγῳ τῶν χαρισμάτων καί ἀρετῶν του ὁ ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς ἀρχιμ. Ἀθανάσιος, τόν ἐκάλεσε  κάποτε στήν γεροντική Σύναξι νά βάλη μετάνοια γιά νά γίνη Πνευματικός.
῾Ο Παπᾶ Θανάσης τοῦ εἶπε τά ἑξῆς: Σέ καλέσαμε ἐδῶ, πάτερ Στέφανε, γιά νά σέ κάνουμε πνευματικό τῆς Μονῆς. Τό Μοναστήρι ἀναγνωρίζει τά προσόντα σου, τήν ἀγάπη σου, τήν εὐλάβειά σου πρός τίς ἀκολουθίες καί ἦλθε ἡ ὥρα νά σέ τιμήσῃ καί προαγάγῃ.
Σεβαστέ μου Γέροντα, καί ἀγαπητοί μου Πατέρες, τί πνευματικός νά γίνω ἐγώ; Νά ἔρχωνται οἱ πατέρες μέ ἕνα πειρασμό καί νά φεύγουν μέ δέκα;
Παρέμεινε ταπεινός καί ἀφανής ὁ λειτουργός τοῦ Θεοῦ καί τῆς Μονῆς μέχρι τῆς τελευταίας ἀναπνοῆς του. Ἐμίσησε τά ἀξιώματα, διότι ἀγάπησε τήν ἐσωστρέφεια καί τήν νηπτική ἐργασία τῆς προσευχῆς, ἡ ὁποία ἀληθινά τιμᾶ καί πλουτίζει τόν ἄνθρωπο.
Τά τελευταῖα 20 χρόνια ἐργάσθηκε ὡς προσφοράρης τῆς Μονῆς. Στά γεράματά του μεταφέρθηκε στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς, καί διακονήθηκε ἀπό τόν Γέρο ῾Ησύχιο, ὁ ὁποῖος τώρα εἶναι 99 καί μοῦ εἶπε ἀρκετά γιά τόν μακαριστό παπᾶ Στέφανο.
Λόγῳ τῆς ἀσθενείας του δέν μποροῦσε νά τρώγῃ σχεδόν τίποτα.
῾Ο διακονητής τοῦ ἔκανε πιλάφι. Τόν ἐρωτᾶ νά βάλῃ μέσα βούτυρο ἤ λάδι;
῏Ηταν περίοδος Τεσσαρακοστῆς. Οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο τοῦ εἶπε. Τόσο πολύ ἀδυνάτισε, πού ὁ γηροκόμος του ὅπως μοῦ ἔλεγε, ψηλαφοῦσε ἀπό τό μέρος τῆς κοιλιᾶς του τούς σπονδύλους τῆς σπονδυλικῆς στήλης του.
Δέν χωροῦσε οἰκονομία στά φαγητά καί κατάλυσις, λόγῳ ἀσθενείας. ῏Ηταν αὐστηρός στά τυπικά καί προσηλωμένος στίς μοναχικές του συνήθειες καί παραδόσεις.
Τίς τελευταῖες δέκα ἡμέρες ἄρχισε νά χάνῃ τίς αἰσθήσεις του. ῏Ηταν εἰρηνικός, χαρωπός καί τοῦ ἄρεσε νά ψάλλῃ. ῞Ενα πρωϊνό, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καί σέ λίγο εἰδοποίησε τόν διακονητή του νά τοῦ εἰπῇ ὅτι ἦλθε ὁ Παπποῦς (ὁ ῞Αγιος Νικόλαος), καί τοῦ εἶπε: «Κάνε λίγο ὑπομονή καί θά ἔλθουμε νά σέ πάρουμε». 
Προφανῶς μαζί μέ τούς ἄλλους δύο Προστάτας, τόν ῞Οσιο Γρηγόριο καί τήν ῾Αγία Ἀναστασία τήν Ρωμαία. Εἰδοποιήθηκε ὁ Γέροντας τῆς Μονῆς καί τοῦ μετέφερε τ᾿ Ἄχραντα Μυστήρια. Μετά ἀπό μία ὥρα παρέδωκε ὁ ἀείμνητος παπᾶ Στυέφδανος τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
῎Ετσι ἐξεδήμησε πρός Κύριον ὁ ἐξαίρετος Λευῒτης τοῦ Θεοῦ παπᾶ Σέφανος καί μετέστη ὡς ἄσαρκος στήν ἄσαρκον ἀγγελικήν χοροστασία. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε.
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω, 2005
Ἐπιμέλεια κειμένου Αναβάσεις

Στέφανος ιερομόναχος Γρηγοριάτης (1881 - 1965)


Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κοντομάρης του Γρηγορίου και της Ειρήνης από το χωριό Αναπλάδες της νήσου Κέρκυρας γεννήθηκε το έτος 1881. Στη μονή Γρηγορίου αφίχθηκε στις 16.12.1913. Εκάρη μο­ναχός με το όνομα Αντώνιος στις 23.12.1914. Χειροτονήθηκε διάκονος στις 6.12.1916 με το όνομα Στέφανος και πρεσβύτερος στις 4.2.1924.
Υπήρξε άξιος, ακάματος κι ευλαβής λειτουργός του Υψίστου. Μέχρι τις παραμονές του θανάτου του λάβαινε εφημερία στο Καθολικό της μονής.
Πάντοτε τακτικός στο καθήκον του, ιερουργών καθημερινώς. Επί πολλά έτη είχε το διακόνημα του προσφοράρη και του βηματάρη, όπως συνηθιζόταν στα παλαιά κοινόβια για τους ιερείς. Ήταν μεγάλος αγωνιστής και άκρος νηστευτής. Καθημερινώς έτρωγε λίγο ρύζι. Στο κοιμητήρι της μονής υπήρχε, μέχρι πριν λίγο καιρό, ένα μεγάλο δένδρο, άριο, όπου φαίνονταν καρφιά και σανίδες. Εκεί ανέβαινε και προσευχόταν ο μακάριος παπα-Στέφανος, μεταξύ ουρανού και γης, έχοντας μνή­μη θανάτου, δάκρυα, συναίσθηση της παροδικότητος της ζωής και της αμαρτωλότητός του, επί ολόκληρες νύχτες. Κάποτε στο ιερό βήμα της μονής τον ράπισε ένας, για άγνωστη αιτία, και αυτός έστρεψε αμέσως, ατάραχος, και το άλλο μέρος και του είπε: «κτύπα και από εδώ», όπως λέει το Ευαγγέλιο. Όταν τον κάλεσαν στη Γεροντική Σύναξη της μονής και του είπαν να τον κάνουν Πνευματικό, η απάντησή του ήταν: «Εγώ Πνευματικός; Να έρχονται με ένα λογισμό και να φεύγουν με επτά;» Έτσι δεν δέχθηκε ο ταπεινόφρονας να γίνει Πνευματικός.
Ευρισκόμενος στο γηροκομείο της μονής την παραμονή του θανάτου του κάλεσε τον ηγούμενο Βησσαρίωνα (†1974) κι εξομολογήθηκε. Στη συνέχεια ζήτησε συγχώρηση από όλους τους πατέρες. Την άλλη ημέρα μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν είπε στους πατέρες: «Τώ­ρα ήλθε ο άγιος Νικόλαος και μου είπε να κάνω λίγη υπομονή και θα έλθει να με πάρει». Μετά μία ώρα άφησε το πνεύμα του στα χέρια του Πλάστη του. Ήταν στις 23.12.1965. Όταν ο μακαριστός Γέροντας Ανδρέας (†1988) τον άλλαζε, όπως έλεγε, είδε θέαμα πρωτόγνωρο, το δέρμα της κοιλιάς του ήταν κολλημένο στην σπονδυλική του στήλη, κατά τέτοιο τρόπο, που φαίνονταν και ψηλαφούνταν οι σπόνδυλοί του. Ήταν έτσι από τη μεγάλη και συνεχή του νηστεία. Να είναι αιώνια η μνήμη του και η ευχή του ας μας συνοδεύει εμάς τους μη εγκρατείς.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Διήγηση ιερομονάχου Παϊσίου Γρηγοριάτου, τον οποίο κι ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ.743-744, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Γέροντας Αθανάσιος Γρηγοριάτης· ο Γέροντας της ειρήνης και της υπομονής [1874 - 28.12.1953 (10 Ιανουαρίου 1954)]


Ο Ανδρέας Πρωτογερόπουλος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του π. Αθανασίου Γρηγοριάτη, γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας στα 1874 και ήταν ένα από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν νεωκόρος σε μια από τις εκκλησίες της πόλης και συχνά έπαιρνε τα παιδιά του μαζί του στον ναό. Ο μικρός Ανδρέας μέσα στην αγιασμένη ατμόσφαιρα του ναού και μελετώντας βίους αγίων, άρχισε από νωρίς να ποθεί την μοναχική ζωή. Στα τέλη του Ιουλίου του 1891 αναχωρεί μαζί με δύο φίλους του για το Άγιον Όρος. Μόλις έφτασαν στον µόλο, ναύλωσαν βάρκα, αλλά λόγω του ανέμου και της ξαφνικής θαλασσοταραχής, δυσκολεύτηκαν να φθάσουν στον προορισμό τους. Οι τροφές είχαν τελειώσει και ο βαρκάρης και οι φίλοι του είχαν απογοητευτεί. Προς στιγμή σκέφθηκαν να αναβάλουν το ταξίδι τους και να γυρίσουν πίσω. Ο Ανδρέας (π. Αθανάσιος), όμως, επέμενε να συνεχίσουν και τους ενθάρρυνε με πίστη στον Θεό.
Στην Ιερά Μονή Γρηγορίου
Πράγματι, ανήμερα του Δεκαπενταυγούστου φτάνουν στην Μονή Γρηγορίου, όπου και έμελλε να παραμείνουν. Ο Ανδρέας μπαίνει στην τάξη των δοκίμων για δύο χρόνια υπό την καθοδήγηση του Γέροντά του, του Ηγουμένου, που τότε ήταν ο π. Συμεών, μία εξέχουσα και χαρισματική προσωπικότητα. Μετά από δυο χρόνια κείρεται μοναχός με το όνομα Αθανάσιος και σύμφωνα με τον κανονισμό της Μονής, επειδή ήταν ακόμα αγένειος, τον στέλνουν στον κονάκι των Καρυών για έντεκα ολόκληρα χρόνια. Όταν γυρίζει στο μοναστήρι, χειροτονείται πρεσβύτερος και έξι χρόνια μετά, του προτείνεται να γίνει ηγούμενος. Αυτή την φορά αρνείται με ταπείνωση, πράγμα όμως που δεν μπορεί να κάνει δέκα χρόνια μετά.
Ως ηγούμενος αποτελούσε πρότυπο για όλους τους μοναχούς και παράδειγμα προς μίμηση. Ιδιαίτερη φροντίδα κατέβαλλε στον λατρευτικό τομέα. -«Ό,τι γίνεται για τον Θεό, πρέπει να γίνεται με τον τελειότερο και αξιοπρεπέστερο τρόπο», συνήθιζε να λέει.
Μετά από δεκατρία χρόνια ηγουμενίας υπέβαλε την παραίτησή του (1937), αφού βρέθηκε στην δυσαρέστη θέση να αντιμετωπίσει την παράβαση μιάς παραδεδομένης αρχής, σχετικής με την εσωτερική ζωή της Μονής. Παρά τις παρακλήσεις του υπαιτίου μοναχού, που κατάλαβε το σφάλμα του, αρνείται να αναλάβει πάλι την ηγουμενία και προτιμά να περάσει την υπόλοιπη ζωή του ως απλός μοναχός και να προετοιμαστεί για το ταξίδι του ουρανού, όπως έλεγε.
Το πνευματικό του μεγαλείο
Ο π. Αθανάσιος υπήρξε σεβάσμια μορφή, που θύμιζε τους παλαιούς Πατέρες της Θηβαΐδας. Όποιος τον αντίκριζε εντυπωσιαζόταν αμέσως από την έκφραση του προσώπου του. Η γαλήνη και η σιωπή λες και ήταν μόνιμα χαραγμένες σ’ αυτό. Υπήρξαν περιπτώσεις που στις συνάξεις της Γεροντίας μερικοί ιδιότροποι Γέροντες με τις θέσεις τους τον έθλιβαν πολύ. Αυτός όμως έμενε ατάραχος και μόλις τελείωνε η σύναξη, για να ξεκουραστεί ψυχικά, πήγαινε στην εκκλησία και έψαλλε. Πάνω από όλα τοποθετούσε την υπομονή και την ειρήνη. Την χάρη της σιωπής προσπαθούσε να την μεταδώσει και στους υποτακτικούς του. Έλεγε συχνά: «Με την σιωπή σώζεται κανείς από πολλά κακά». Είχε το χάρισμα να απαλλάσσει τις ψυχές από το δαιμόνιο της λύπης. Κάποτε ένας Νεοσκητιώτης ιερομόναχος ταλαιπωρήθηκε πολύ με έναν πειρασμό και έφθασε στο σημείο να μην τολμά πλέον να λειτουργήσει. Την τελευταία φορά που λειτούργησε δυσκολεύτηκε να τελειώσει και πηγαίνοντας να εξομολογηθεί σκεπτόταν ότι το επιτίμιο θα ήταν μεγάλο. Ο π. Αθανάσιος καταλαβαίνοντας τον ασφυκτικό κλοιό της λύπης τον έσπασε αμέσως.
—«Μπράβο, του λέει. Έτσι ταπεινούς τους θέλω τους ιερείς που εξομολογούνται σ’ εμένα. Ταπεινούς και με συναίσθηση της αναξιότητάς τους. Σε συγχαίρω. Και το επιτίμιο που σου βάζω είναι να αρχίσεις από αύριο να λειτουργείς».
Το πετραχήλι του, κάτω από το οποίο πολυάριθμες ψυχές βρήκαν παρηγοριά και ειρήνη, σώζεται σήμερα στο κελλί ενός μοναχού και συχνά ευωδιάζει. Όταν δε το αγγίξει στο κεφάλι του κάποιος μοναχός που ταλαιπωρείται από λογισμούς λύπης και ταραχής, αμέσως γαληνεύει. Στις σχέσεις του με τους άλλους τον διέκρινε πολλή ευγένεια. Και τους πιο μικρούς μοναχούς της Μονής τους αποκαλούσε προτάσσοντας στο όνομά τους το «πάτερ» ή το «γέρων». Ποτέ δεν τους φώναζε με το όνομά τους μόνο. Διηγείται ένας παλιός εκκλησιαστικός:
«Χρειαζόταν ένα καντηλοκέρι και δεν το έπαιρνε μόνος του, αλλά το ζητούσε ταπεινά από μένα. – Μα Γέροντα, του έλεγα, τι το ζητάς από μένα. Εσύ είσαι Ηγούμενος. Μπορείς να το πάρεις μόνος σου.
— Όχι παιδί μου. Μή σκέπτεσαι έτσι. Στο διακόνημά σου είσαι εσύ Ηγούμενος, απαντούσε».
Η πτωχεία, η στέρηση είναι αναπόσπαστα από την ζωή του μοναχού. Και ο π. Αθανάσιος ήταν συνεπής και με αυτή την αρετή. κάποτε, σε προχωρημένη ηλικία δέχθηκε επίσκεψη από τον διάδοχό του Ηγούμενο. Ο Γέροντας Βησσαρίων πρόσεξε ότι δεν έβαλε ζάχαρη στον καφέ που εκείνη την στιγμή έφτιαχνε. Στην σχετική ερώτηση γιατί δεν έβαλε ζάχαρη, απάντησε ότι δεν έχει. Συγκινημένος από την εκούσια στέρηση του Γέροντα, αφού το Μοναστήρι παρείχε την δυνατότητα να έχουν όλοι οι πατέρες τον καφέ τους και την ζάχαρη, φρόντισε να του φέρουν ζάχαρη. Εκείνος όμως δεν την δέχτηκε λέγοντας: «Δεν έχω μέχρι τώρα στερηθεί τίποτα και τι θα πώ στον Θεό για την πτωχεία που πρέπει να έχει ο μοναχός;».
Ο π. Αθανάσιος αποκάλυπτε όλο τον πλούτο της πίστεως και της ευλάβειάς του όταν λειτουργούσε. Πάντοτε ζητούσε ευκαιρίες να λειτουργεί. κατά την ηγουμενία του, εκτός από τις κυριακές και μεγάλες εορτές που γίνονταν Συλλείτουργα, είχε ως αρχή να λειτουργεί ιδιωτικά δυο φορές την εβδομάδα. Μετά την ηγουμενία του, στα Συλλείτουργα στεκόταν στο αριστερό μέρος της Αγίας τραπέζης. Μετά την Μεγάλη Είσοδο έσκυβε το κεφάλι του και ακινητοποιούσε το βλέμμα του κάτω, ενώ τα μάτια του γίνονταν βρύσες που έπνιγαν το πρόσωπό του με καυτά δάκρυα. Οι συλλείτουργοί του συγκλονίζονταν βλέποντάς τον, σε σημείο να μην μπορούν να συνεχίσουν την Λειτουργία. Ο π. Αθανάσιος είχε και το διορατικό χάρισμα που καταδεικνύεται από τα ακόλουθα περιστατικά: Ένας σπουδαστής της Ιατρικής, ονόματι Παναγιώτης Μίχας, ο μετέπειτα Ηγούμενος Βησσαρίων, έφτασε στην Μονή Γρηγορίου με σκοπό να μονάσει. Φτάνοντας συνάντησε έναν επιβλητικό μοναχό που είχε προσηλωμένο το βλέμμα πάνω του. Δεν γνώριζε ότι πρόκειται για τον Ηγούμενο Αθανάσιο, αφού ποτέ δεν τον είχε συναντήσει. Όταν πλησίασε, εκείνος σαν να τον γνώριζε από καιρό, τον καλωσόρισε με εγκαρδιότητα. -«καλώς τον Παναγιώτη καλώς όρισες παιδί μου στο μοναστήρι μας. Σε περίμενα από καιρό». Η έκπληξη του νεοφερμένου ήταν απερίγραπτη.
Κάποια άλλη φορά ένας Γέροντας από την Κερασιά έστειλε έναν μοναχό στην Μονή Γρηγορίου για πρόσφορα για την Θεία Λειτουργία. Ο μοναχός στον δρόμο σκεπτόταν πώς θα ενεργήσει. Θα έβρισκε πρώτα τον ῾Ηγούμενο να του αναφέρει το αίτημά του. Μετά θα απευθυνόταν στον αρμόδιο μοναχό. Μόλις έφτασε βλέπει τον Ηγούμενο στην πύλη να έρχεται προς το μέρος του κρατώντας κάτι στα χέρια του.
— «Πάρ’ τα, παιδί μου, αυτά» του λέει. «Είναι πρόσφορα για τα οποία σε έστειλε ο Γέροντάς σου».
Η φήμη του
Από τότε που ήταν απλός ιερομόναχος, ο π. Αθανάσιος είχε αποκτήσει φήμη σε όλο το Άγιον Όρος. Όταν ανέβηκε στον ηγουμενικό θρόνο, η ακτινοβολία του έφθασε πολύ μακρύτερα. Πολλοί επισκέπτονταν την Μονή Γρηγορίου μόνο και μόνο για να τον γνωρίσουν. Άλλοι ήθελαν να ζητήσουν πνευματική συμβουλή, άλλοι να εξομολογηθούν. Πρόσωπα που κατείχαν υψηλές θέσεις στην Εκκλησία και στην Πολιτεία έτρεφαν απέναντί του εξαιρετική εκτίμηση. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, αν και δεν τον είχε γνωρίσει προσωπικά, τον σεβόταν πολύ και δεν έχανε ευκαιρία να του στέλνει χαιρετισμούς και να ζητεί τις ευχές του. Ο βασιλεύς Γεώργιος Β’ επισκεπτόμενος το Άγιον Όρος παρέμεινε τρεις μέρες στην Μονή Γρηγορίου, τον γνώρισε και εκτίμησε το πνευματικό του ανάστημα. Αναφέρεται μάλιστα ότι όχι μόνο συζήτησε μαζί του, αλλά και εξομολογήθηκε σ’ αυτόν. Ακόμα και τα μέλη της Πατριαρχικής Εξαρχίας ζήτησαν να τον δούν όταν πέρασαν από την Μονή Γρηγορίου και καταιγίζοντάς τον με επαίνους, ζητούσαν την ευχή του.
Στην ησυχία του κελλιού
Καθώς περνούσαν τα χρόνια ο π. Αθανάσιος γινόταν πιο εσωτερικός και πιο ευκατάνυκτος. ∆όση κατάνυξη τον διέκρινε, που μπορούσε να δακρύσει μόλις θα ανέφερε το όνομα του Χριστού η κάτι από την επίγεια ζωή Του. Και η εσωστρέφειά του αυξήθηκε στο έπακρο. Απέφευγε συστηματικά τις επικοινωνίες με τους επισκέπτες και ησύχαζε στο κελλί του. Έβγαινε μόνο για να παρακολουθήσει τις Ακολουθίες στον ναό και για να μεταβεί στην τράπεζα. Όταν το επέτρεπε ο καιρός, επισκεπτόταν άλλα δύο προσφιλή του μέρη. Μιά μικρή σπηλιά που την περικύκλωναν ελιές και μπροστά της ανοιγόταν το Αιγαίο και μια μεγάλη ρεματιά, όπου είχε φτιάξει κάθισμα τοποθετώνας μια σανίδα πάνω σε δυο πέτρες. Εκεί έζησε πολλά ιερά βιώματα προσευχόμενος συνέχεια. Είχε παραδοθεί τόσο στην προσευχή, ώστε είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον κανόνα του. Έλεγε: «Μπορεί να πέσω αργότερα στο κρεβάτι. Γιατί να μην κάνω τώρα λίγο περισσότερο κανόνα που μπορώ;».
Η αγάπη του για την κυρία Θεοτόκο ήταν απεριόριστη. Έδινε τόσο μεγάλη σημασία στους «Χαιρετισμούς», που δεν έκειρε μοναχό που δεν τους ήξερε από στήθους. Έγραφε: «Εις το ηγαπημένο μας Μοναστήρι εις το τέμπλον παραμερίζω εις τας ακολουθίας απέναντι της γλυκείας εικόνος της Θεοτόκου που είναι σαν ζωντανή· μόνον η ομιλία της λείπει, το γλυκύ της, αλλά και σοβαρόν βλέμμα της από παντού σε παρακολουθεί. Ω, πόσον αρέσκομαι εις την θεωρίαν της αγίας εικόνος. Θαρρώ ότι έχω εμπρός μου την ιδίαν την Θεοτόκον».
Θείες αποκαλύψεις
Στον μοναχό που ζεί με συνέπεια την αφιέρωσή του ιδρώνοντας στον δρόμο της ασκήσεως και υπομένοντας καρτερικά «τόν καύσωνα της ημέρας και τον παγετό της νυκτός» στέλνει ο Θεός, όπως το βεβαιώνουν και οι Πατέρες, θείες παρηγορίες και ουράνιες χαρές. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως και στον π. Αθανάσιο είχε προσφέρει ο Θεός τέτοιες θείες ευλογίες. Κάποιοι πατέρες μαρτυρούν ότι ο π. Αθανάσιος τους είχε αναφέρει τέτοιες εμπειρίες, όταν ο νους του ήταν ξεχασμένος στην προσευχή και άκουσε γλυκύτατες ουράνιες ψαλμωδίες, που δεν υπάρχουν πάνω στην γή παρόμοιές τους. Κάποτε στις επίμονες ερωτήσεις κάποιων πατέρων είχε ομολογήσει πως κατά καιρούς είχε δεί «διάφορα μυστήρια», πλην όμως σε κανέναν δεν τα αποκάλυπτε. κάποια φορά μέσα στο καθολικό αξιώθηκε να δεί ως νεαρή μοναχή με ανείπωτη χάρη και σεμνότητα στο πρόσωπό της, την προστάτιδα της Μονής αγία Αναστασία, που υπερβολικά ευλαβείτο. Μιά άλλη φορά, ενώ γινόταν αγρυπνία στον ναό, τον είδαν οι πατέρες να παραμερίζει από το στασίδι του, να πέφτει κάτω και να προσκυνεί. Όλοι δοκίμασαν έκπληξη γιατί εκείνη την ώρα δεν εδικαιολογείτο γονυκλισία και προσκύνηση. Όταν σηκώθηκε, είδαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αλλοιωμένα. κανένας δεν έμαθε τι συνέβη μέχρι λίγο πριν το τέλος της ζωής του, που φανέρωσε, μετά από παράκληση του Ηγουμένου Βησσαρίωνος, ότι αντίκρυσε σαν σε όραμα την Παναγία, γεμάτη δόξα και ασύγκριτη μεγαλοπρέπεια.
Επί κλίνης οδύνης
Κατά το 1949 έπεσε πολύ βαριά άρρωστος στο κρεβάτι. Η οστεαρθρίτις, που στα τελευταία του χρόνια τον βασάνιζε, αυτή την φορά επιδείνωσε πολύ την κατάστασή του. Ανήσυχοι οι πατέρες πρότειναν να τον πάνε στην Θεσσαλονίκη για θεραπεία. Δεν το δέχτηκε όμως. Τους οδυνηρούς πόνους τους αντιμετώπιζε με υπομονή. Όταν καμιά φορά αρρώσταινε, απέφευγε να ζητεί γιατρούς και φάρμακα. Στην θέση του γιατρού και των φαρμάκων είχε την προσευχή και την συχνή Θεία κοινωνία. Στην επικίνδυνη αυτή ασθένεια συνέπεσε να είναι Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι Πατέρες επέμεναν να καταλύσει την νηστεία, γιατί είχε υπερβολικά εξαντληθεί. Αυτός όμως δεν συμφωνούσε. Το μόνο που ζητούσε ήταν να τον κοινωνούν συχνά. Την παραμονή του Ακαθίστου Ύμνου φαινόταν αισιόδοξος.
—«Θα προσευχηθώ απόψε όλη την νύχτα στην Παναγία, λέει στους Πατέρες. Το πρωί θα έρθω στο Συλλείτουργο. Θα κοινωνήσω κι ας πεθάνω».
Όταν κοινώνησε, η υγεία του αποκαταστάθηκε και η ζωή του πήρε πάλι τον κανονικό της ρυθμό. Το 1951 όμως έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Ζήτησε να του κάνουν Ευχέλαιο, μετά από το οποίο μοίρασε στους πατέρες που παρευρίσκονταν, κάτι από εκείνα που είχε στο κελλί του για ευλογία.
—«Σας εύχομαι καλό παράδεισο, τους είπε. Εκεί είναι η παντοτινή μας κατοικία. Εδώ είμαστε πρόσκαιροι».
Δεν είχε φτάσει όμως η ώρα της αναχώρησής του. Ο Κύριος του χάρισε δυο χρόνια ζωής ακόμα. Το Δεκέμβριο του 1953, ενώ είχε φτάσει στα ογδόντα του χρόνια, έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Τα Χριστούγεννα ήταν αδύνατο να πάει στην εκκλησία. Όλα έδειχναν ότι θα εγκατέλειπε την γη. Οι τελευταίες του ημέρες ήταν σχεδόν οσιακές. Είχε καταργήσει κάθε άλλη τροφή και τρεφόταν μόνο με την Θεία κοινωνία. Ο νους του και η καρδιά του έπλεαν μέσα στην θεωρία της προσευχής. κάπου-κάπου ύψωνε τα χέρια και ευλογούσε, σαν να τελούσε την Θεία Λειτουργία. Δύο ημέρες μετά τα Χριστούγεννα, παρήγγειλε με τον π. Αρτέμιο τον «γηροκόμο» να συναχθούν όλοι οι αδελφοί. Ήθελε να τους αποχαιρετήσει, γιατί προαισθανόταν το τέλος του. Την επόμενη μέρα μετά την Θεία Λειτουργία αισθανόταν κάπως καλά. Ήταν για να περιποιηθεί μόνος του τον εαυτό του. Πλύθηκε και τακτοποιήθηκε. Τα ρούχα που έβγαλε τα έδωσε στον γηροκόμο.
—«Αυτά, του είπε, δεν τα χρειάζομαι πιά. Κάνε τα ό,τι θέλεις».
Ένας από τους νεώτερους μοναχούς που τον είδε έτσι καλύτερα, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να εξομολογηθεί και να συζητήσει κάποια προβλήματά του. Πήρε μάλιστα το θάρρος να ρωτήσει:
—«Γέροντα, με τι τρόπο πληροφορήθηκες ότι πρόκειται να κοιμηθείς;»
—«Παιδί μου, απόψε φεύγω. Αυτό είναι αλήθεια. Πώς όμως πήρα την ειδοποίηση μή ρωτάς».
Μετά το μεσημέρι κάλεσε τον Ηγούμενο.
—«Εγώ, του λέει, πριν ή μετά το Απόδειπνο αναχωρώ. Εσύ να φροντίζεις τους αδελφούς και η Παναγία ποτέ δε θα σε εγκαταλείψει. Πήγαινε τώρα να φέρεις τα Άχραντα Μυστήρια να με κοινωνήσεις». Μετά απευθυνόμενος στον π. Ανδρέα που έντυνε όσους άφηναν τα εγκόσμια, είπε: «Πάτερ Ανδρέα, δεν χρειάζεται να με αλλάξεις. Ετοιμάστηκα μόνος μου. Να με ράψεις, όπως είμαι».
Αφού κοινώνησε, παραδόθηκε στην προσευχή. Συχνά ύψωνε το βλέμμα προς τα πάνω και κάτι σαν να ψιθύριζε. Ανύψωνε και τα χέρια του και ευλογούσε με την ιερατική ευλογία. Πλησίαζε το βράδυ. Άρχισε να νιώθει έντονο ρίγος. Μετά το Απόδειπνο, όλοι οι Πατέρες συνάχθηκαν γύρω του και προσεύχονταν. Το πρόσωπό του έλαμπε. Τα χέρια του δεν μπορούσε άλλο να τα ανυψώσει. Τα σταύρωσε. Έκλεισε τα μάτια του. Μέσα σε υπερκόσμια γαλήνη και ειρήνη, παρέδωσε το πνεύμα του τόσο αθόρυβα που κανείς δεν το αντιλήφθηκε.
Ο θάνατός του όχι μόνο δεν έσβησε την μορφή του από τις καρδιές των υποτακτικών του, αλλά αντίθετα την κατέστησε πιο ποθητή. Πολλές φορές στον ύπνο τους άλλοι τον είδαν να λάμπει μέσα σε θαυμαστό φώς, άλλοι να βρίσκεται σε τιμητική θέση, άλλοι να λειτουργεί με εξαίρετα άμφια σε μεγαλοπρεπή ναό, άλλοι να παρουσιάζεται επιβλητικός και να τους βγάζει από κάποια δύσκολη θέση. Ο μακάριος Γέροντας υπήρξε χωρίς καμιά αμφιβολία «σκεύος χρυσίου ολοσφύρητον κεκοσμημένον παντί λίθω πολυτελεί».
* Ευχαριστούμε:
• την Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων από το βιβλίο «Σύγχρονες ῾Αγιορείτικες μορφές, Αθανάσιος Γρηγοριάτης» και
• την Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους για την διάθεση του φωτογραφικού υλικού.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Αγγελίδης & Κατερίνα Μπαρδάκα

Αθανάσιος ιερομόναχος Γρηγοριάτης (1873 - 1953)


Ένας υποδειγματικός Αγιορείτης κοινοβιάρχης, γόνος ευσεβέστατης πολύτεκνης οικογένειας από τον Πύργο της Ηλείας ήταν ο κατά κόσμον Ανδρέας Πρωτογερόπουλος. Η ανάγνωση των βίων των αγίων τον έστρεψε στον μοναχισμό. Οι ανάγκες και περιπέτειες δεν του λιγόστεψαν το θάρρος για τη μοναχική του αφιέρωση. Στις 15.8.1891, ημέρα εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο δεκαοχτάχρονος Ανδρέας φθάνει στον αρσανά της μονής Γρηγορίου. Αμέσως ασπάζεται ευλαβικά το χώμα του Περιβολιού της Παναγίας.
Η μονή τού γίνεται μητέρα. Ο ενάρετος ηγούμενος της μονής Συμε­ών (†1905) του γίνεται πνευματικός πατέρας. Υπάκουος διακονητής, ευδόκιμος δόκιμος, σιωπηλός, προσεκτικός, φιλότιμος, ακούραστος. Μεγάλη παρηγοριά του το Καθολικό, ο Γέροντας, το κελλάκι του. Μετά την κουρά του το 1893, ανέλαβε επί μία δεκαετία κονακτζής στις Καρυές. Ο αντιπρόσωπος Ιάκωβος με τη φαινομενική αυστηρότητά του στον αρχάριο Αθανάσιο τον δοκίμαζε για τα υψηλά. Η μελέτη ήταν ευχάριστη και συνεχής σύντροφός του, η προσευχή παρόμοια.
Επιστρέφοντας από τις Καρυές στη μονή χειροτονείται, δίχως να το ζητήσει ποτέ, διάκονος, το 1904. Νέο του διακόνημα του αρχοντάρη. Μετά τετραετία χειροτονείται ιερεύς από τον πρώην Κάσου και Καρ­πάθου Νείλο (†1917). Η ταπείνωση, η σύνεση, η υπομονή, η πραότητα τον διακρίνουν και τον χαρακτηρίζουν. Περνά από τα διακονήματα του μετοχιάρη, του βιβλιοθηκάριου, του προσφοράρη και άλλα.
Εξελέγη ηγούμενος της μονής του το 1924, αφού προχειρίσθηκε αρχιμανδρίτης και Πνευματικός. Ως ηγούμενος αγωνιζόταν να εμπνέει τους μοναχούς του με το παράδειγμά του περισσότερο παρά με τον λόγο του. Υπήρξε πατέρας φιλόστοργος και διακριτικός, φιλόπονος, φιλότιμος, φιλότεκνος, φιλάδελφος. Η μονή Γρηγορίου μπορούσε να καυχάται για τον ηγούμενό της. Η ηγουμενεία δεν είναι πάντα δόξα και τιμή αλλά και σταυρός μαρτυρίου. Υπόμενε ατάραχα, προσευχητικά, ελπιδοφόρα. Δεν δυσκολεύθηκε καθόλου μετά δεκατρία έτη ηγουμενείας να παραιτηθεί αυτής για να ησυχάσει. Πάντοτε αόργητος, πά­ντοτε προσηνής, πάντοτε νηφάλιος. Προτιμούσε την ειρήνη και όχι την αντιλογία, τη σιωπή και όχι την πολυλογία, την υποχώρηση και ανεκτικότητα και όχι το πείσμα και την αδιαλλαξία. Περιουσία του μεγάλη η ακτημοσύνη, χρήματά του τα λόγια των πατέρων, δόξα του η ταπεί­νωση.
Ο διάδοχός του ηγούμενος Βησσαρίων (†1974) έλεγε περί αυτού: «Η ψυχή του ήταν ένα λιμάνι αχείμαστο. Έμοιαζε με τις ασκητικές μορφές της αρχαίας Θηβαΐδος. Αγαπούσε υπερβολικά το πνεύμα της αοργησίας και της πραότητος. Αυτό δίδασκε και στους υποτακτικούς του πάντοτε με διάφορους τρόπους, ακόμη γράφοντας και ποιήματα».
Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος (1873-1953), ηγούμενος της μονής Γρηγορίου, με αδελφούς της μονής
(Φωτογραφία: Αλή Σαμή, δεκαετία 1920)
Μόνο σεβασμό προκαλούσε ο γλυκύς, αόργητος, ανεξίκακος, φιλήσυχος αυτός ιερομόναχος. Κατανυκτικός λειτουργός. Ήταν μία άσβεστη λαμπάδα, όπως έλεγε ότι πρέπει να είναι ο καλός ιερεύς. Κρυφός εργάτης της αρετής, με βαθιά αίσθηση της αναξιότητός του. Το κελλί του ήταν ο πιο αγαπητός του τόπος μετά το άγιο βήμα. Εκεί συνέχιζε μία άλλου είδους θεία Λειτουργία. Ξεκινούσε καθημερινά ταξίδια για τον ουρανό με το κομποσχοίνι. Υπολογίζοντας μελλοντική ασθένεια είχε κάνει «κα­νόνα» τριών ετών. Πώς να μη σκύψει πάνω του ο φωτοδότης Κύριος;
Το χέρι της εικόνας της Παναγίας του κελλιού του και το ποδαράκι του Χριστού ήταν «σημαδεμένα» και «φαγωμένα» από τους πολλούς ασπασμούς του. Σημεία αγάπης αληθινού Αγιορείτου, όπου τους είχε, Χριστό και Παναγία, κέντρο της ζωής του. Πώς να μην καμφθεί η Κυ­ρία των Αγγέλων και να μην τον επισκεφθεί στο ναό; Φάρμακο των ασθενειών του είχε τη θεία Κοινωνία. Οι τελευταίες του λέξεις, στις 28.12.1953, «γιατί κλαίτε παιδιά μου;», δείχνουν το μεγαλείο μιας ψυχής με μεγάλη αγάπη. Είχε νικήσει τον φόβο του θανάτου, μη πιστεύοντας στα έργα του αλλά ελπίζοντας στο έλεος του Παναγάθου Θεού και στις δυνατές πρεσβείες της φίλης του Θεοτόκου και των φίλων του Θεού, των αγίων Νικολάου Μύρων, Γρηγορίου του Κτήτορος και Αναστασίας της Ρωμαίας, των προστατών της αγαπητής μονής του.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Βησσαρίωνος Γρηγοριάτου αρχιμ., Αθανάσιος ιερομόναχος Γρηγοριάτης, Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 209-210/1954, σ. 14. Χερουβείμ αρχιμ., Αθανάσιος Γρηγοριάτης, Ωρωπός Αττικής 19804. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσ­σαλονίκης 1999, σσ. 320-321. Ιεράς Μονής Γρηγορίου, Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 2003, σ. 39.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.507-509, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
  
Η άκρα ταπείνωση του Ηγουμένου
Κάποτε ό Ηγούμενος παπά-Θανάσης ό Γρηγοριάτης βρισκόταν στο γραφείο με έναν μοναχό. Αυτός ό μοναχός ήταν οξύθυμος και πάνω στην συζήτηση για να επιβάλει την γνώμη του ράπισε τον Ηγούμενο. Τότε φάνηκε το μεγαλείο της αρετής του Ηγουμένου. Δεν έδειξε καμία αντίδραση ούτε θύμωσε ούτε είπε τίποτε. Ειρηνικότατος πήρε την ηγουμενική του ράβδο και πήγε στην Εκκλησία -είχε αρχίσει ό Εσπερινός- και ό Ηγούμενος έψαλλε σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Εκτοτε ούτε είπε τίποτε ούτε και έκανε κάποια ενέργεια εναντίον του, ενώ ως Ηγούμενος θα μπορούσε ακόμη και να τον δίωξη από το Μοναστήρι. Αλλά ούτε και απλή παρατήρηση του έκανε προς συμμόρφωση. "Έκανε μόνο θερμή προσευχή γι' αυτόν.
Έτσι μετά από χρόνια, όταν ήταν στα τελευταία του ό μοναχός, ό Χριστός και ή Παναγία δεν τον άφησαν, διότι είχε μεν το πάθος του θυμού, αλλά είχε έργασθή και είχε προσφέρει πολλά για το Μοναστήρι του και για όλο το Άγιον Ορος. Ήρθε σε μετάνοια και συναίσθηση ζήτησε τον Ηγούμενο. Τού έβαλε συντετριμμένος μετάνοια και ζητούσε να τον συγχώρηση πού τόλμησε να σήκωση το χέρι του και να τον κτυπήσει.
Τότε ό παπά-Θανάσης του είπε με σκοπό να τον ωφελήσει:
- Πάτερ μου, ολόκληρη την ζωή σου αγωνίστηκες να κτίζεις ντουβάρια και Μετόχια. Καλά όλα αυτά. Όμως γι' αυτήν την στιγμή πού βρίσκεσαι τώρα, έκανες καμία προετοιμασία;
- Συγχώρησε με, συγχώρησε με, έλεγε ό μοναχός και έκλαιγε με αναφιλητά.
- Εγώ σε συγχώρησα τότε αμέσως. Αλλά τώρα καλά έκανες και με φώναξες, για να σου διαβάσω συγχωρητική ευχή.
Έτσι έκοιμήθη εν μετάνοια, ειρηνικά και είχε καλό τέλος.
Από το βιβλίο «Από την Ασκητική και' Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»,
Αγίων Όρος 2011,εκ. Ί. Ήσυχα. «Άγιος Ιωάννης ό Πρόδρομος»,
Μεταμόρφωση Χαλκιδικής,
σσ. 353-354.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

Κοσμάς ιερομόναχος Γρηγοριάτης (1942 - 1989)


Γεννήθηκε στο χωριό Θεοδόσια του Κιλκίς το 1942. Μικρός ήλθε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσαν πολύ φτωχικά. Δεύ­τερο σπίτι του ήταν η εκκλησία και δεύτερος πατέρας του ο εφημέριος της ενορίας του. Χαιρόταν να μελετά την Αγία Γραφή και να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη σπουδάζοντας συγχρόνως. Συνδέθηκε πνευματικά με τον μακαριστό Αυγουστίνο Καντιώτη (†2010) κι άρχισε αλληλογραφία με τον π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο (†1972), που ήταν στην Αφρική. Ο πόθος της Ιεραποστολής φούντωνε συνέχεια μέσα του. Είχε επαφές και με τον Γέροντα Φι­λόθεο Ζερβάκο (†1980) της μονής Λογγοβάρδας της Πάρου. Ήξερε τεχνικά, μηχανικά, ηλεκτρολογικά, ηλεκτρονικά, νοσηλευτικά, ναυαγο­σωστικά και οικοδομικά πράγματα. Παρακολούθησε το Φροντιστήριο Κατηχητών και μαθήματα εξωτερικής ιεραποστολής στην Αποστολική Διακονία, νοσηλευτική στον Ερυθρό Σταυρό.
Πήρε ακόμη και πτυχίο κολύμβησης. Αργότερα έσωσε από βέβαιο πνιγμό ένα παιδάκι σε μία λίμνη στο Κολουέζι. Ήθελε να σπουδάσει και ιατρική, μα δεν τα κατάφερε. Πήγε όμως στο Ανώτερο Φροντιστήριο της Ριζαρείου Σχολής.
Το 1975 πρωτοπήγε στην ιεραποστολή της Αφρικής πλησίον του π. Αμφιλοχίου Τσούκου στο Κολουέζι του Ζαΐρ. Άρχισε την ανοικοδόμηση ναών μ’ ενθουσιασμό, γνώση, επιμέλεια και τόλμη, δίχως να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, τη σουαχίλι. Ξάπλωνε με τα παπούτσια, δεν προ­λάβαινε να τα βγάλει. Κόντευε να πάθει υπερκόπωση. Κάποτε έπαθε ηλίαση και επί χρόνια τον ταλαιπωρούσαν πονοκέφαλοι. Σε 15 μήνες έκτισε 9 ναούς.
Το 1977 με τον π. Νικόδημο Μπιλάλη έκτισε τον ναό του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στις Καρυές. Τότε γνώρισε τον Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος του είπε να μονάσει στη μονή Γρηγορίου, να χειροτονηθεί εκεί και μετά να πάει στην ιεραποστολή. Το επόμενο έτος εκάρη μοναχός από τον ηγούμενο Γεώργιο και χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ροδο­στόλου Χρυσόστομο. Με τις ευχές των πατέρων και με ιερό ενθουσιασμό ξεκίνησε το μεγάλο έργο της ιεραποστολής στην Αφρική.
Στην αρχή πήγε στην Κανάγκα στον π. Χαρίτωνα Πνευματικάκη και την αδελφή Όλγα. Με τις ευλογίες του μητροπολίτη Κεντρώας Αφρικής Τιμοθέου πήγε κατόπιν στο Κολουέζι. Έλεγε στον πατέρα του: «Εμένα με έταξε ο Θεός ιεραπόστολο σ’ αυτή την περιοχή. Όπου και να πηγαίνω, θα βοηθώ όποιον συναντήσω που έχει την ανάγκη μου». Με πολλούς πειρασμούς, δυσκολίες και μεγάλα προβλήματα άρχισε ένα υπεράνθρωπο, σπουδαίο και σημαντικό Ιεραποστολικό έργο. Η ανιδιοτέλειά του και η εργατικότητά του ενέπνεε πολλούς να τον συν­δράμουν με διάφορους τρόπους. Ο π. Κοσμάς εκτός από λειτουργός, Πνευματικός και κατηχητής, έγινε πατέρας και αδελφός πολλών δυστυ­χισμένων μαύρων αδελφών μας. Έγινε φιλόστοργος ποιμένας, φιλάν­θρωπος πατέρας, δίκαιος δικαστής, χρήσιμος ιατρός, καλός οικοδόμος, τέλειος μηχανικός, ευαγγελικός ιεραπόστολος. Ζούσε για ν’ αγαπά και να προσεύχεται, να προσφέρει και να θυσιάζεται.
Σαν κάτι να προμηνυόταν τις τελευταίες του ημέρες. Είχε ένα έκτακτο ενθουσιασμό, λειτουργούσε, κήρυττε περί μετανοίας, αποχαιρετούσε. Το βράδυ της 27.1.1989 ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο δικό του κι έμεινε νεκρός. Πριν τρεις μήνες είχε πει στον Γέροντά του π. Γεώργιο: «Η ιεραποστολή δεν είναι για λίγους μήνες και όποιος θέλει να είναι ιεραπόστολος πρέπει ν’ αφήσει τα κόκαλά του στο αφρικανικό χώμα». Έτσι κι έγινε. Ο τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα. Οι ιθαγενείς αφήνουν λουλούδια ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας. Σε μία δεκαετία βάπτισε 15.000 Αφρικανούς.
Έλεγε ο μακαριστός ιεραπόστολος, τον οποίο εμείς λίγο γνωρί­σαμε και πολύ ζηλέψαμε: «Οι αδελφοί Αφρικανοί είναι άνθρωποι με εσωτερικότητα· οι Ευρωπαίοι συνήθως τους υποτιμούν, αλλά σφάλλουν πολύ. Η ψυχή των Αφρικανών κλίνει στον μυστικισμό και γι’ αυτό η Ορθοδοξία έχει τί να τους ειπεί και προτείνει, αλλά μόνο η αυθεντική Ορθοδοξία, εκείνη η μοναχική, αγιορείτικη. Διότι μεταξύ των αδελφών της Αφρικής μεγάλη δύναμη έχει η μαγεία, πραγματική δαιμονοκρατία. Οι μάγοι τους είναι πολύ ισχυροί και έχουν μεγάλη επιρροή, αλλά τελι­κά ο σατανάς και αυτούς τους εξολοθρεύει. Γι’ αυτό συχνά και εκείνοι προσφεύγουν στον Χριστό, τον νικητή όλων των μαγικών, δαιμονικών δεσμών και βασκανιών. Στην Αφρική είδα πόσο αληθινό είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ιεράς Μονής Γρηγορίου, Μνήμη Ιερομονάχου Κοσμά Γρηγοριάτου, Ο Όσιος Γρηγόριος 14/1989, σσ. 54-73. Δημητρίου Ασλανίδη, Ο ιεραπόστολος του Ζαΐρ π. Κοσμάς Γρηγοριάτης, Άγιον Όρος 1991. Κοσμά Γρηγοριάτου ιερομ., Το Ιεραποστολικό μου έργο, Θεσσαλονίκη 2009.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ.1233-1236
Σχετικά:

Ησύχιος μοναχός Γρηγοριάτης (1896 - 1999)


Ο υπεραιωνόβιος Γερο-Ήσύχιος γεννήθηκε στο χωριό Σαπρίκι Μεσσηνίας το 1896. Ο ολιγογράμματος πατέρας του, ένας φτωχός γεωργός, τον δίδαξε τον πλούτο της αμόλευτης ευσέβειας. Έκανε στρατιώτης επί μία εξαετία και υπέστη πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες.
Το 1924 εισέρχεται τις πύλες της μονής Γρηγορίου. Μετά τριετία κείρεται μοναχός από τον ενάρετο ηγούμενο Αθανάσιο (†1953). Διακόνησε τη μονή του πρόθυμα ως μετοχιάρης, αμπελικός, κονακτσής και κηπουρός. Πάντοτε διακονητής, φιλότιμος και μοναχός βιαστής. Για ένα διάστημα έκανε και προϊστάμενος της μονής του.
Βίωσε το «λάθε βιώσας» και την «ένδοξη αδοξία», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Τους λόγους του Γέροντά του Αθανασίου διατηρούσε στην καρδιά του ακέραιους ως τα βαθιά του γεράματα. Δεν ήθελε να διακρίνεται, να ξεχωρίζει, να εξαιρείται. Ήταν ένας τέλειος κοινοβιάτης. Έτσι τον γνωρίσαμε. Μας μίλαγε απλά, φυσικά, ταπεινά, αφτιασίδωτα, εγκάρδια και γι’ αυτό τόσο ωραία, καθώς προσπαθούσαμε μ ένα παλιοκασετόφωνο να καταγράψουμε κάτι από τη μακρά εμπειρία του.
Στις παγκοινιές έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, που τη λάτρευε. Δεν ήθελε, έλεγε, να τρώει δωρεάν το ψωμί του. Υπέργηρος ήταν κι αφού δεν μπορούσε να εργασθεί στους κήπους, που τόσο αγαπούσε, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του. Δεν έμενε ποτέ αργός. Χαιρόταν να εξυπηρετεί, να διακονεί με κάθε τρόπο τους αγαπητούς πατέρες και άδελφούς του. Τα γεράματα δεν τον έκαναν να μην είναι πρώτος στην ακολουθία και την πιο πολλή ώρα να στέκεται όρθιος.
Έζησε 76 χρόνια στη μονή με πέντε ηγουμένους. Και στους πέντε έκανε την ίδια υπακοή. Μόνο γι’ αυτό είναι σπουδαίος. Μετά από 50 έτη μοναχικής ζωής, υπακούοντας βγήκε στον κόσμο για μία απαραίτητη εγχείρηση. Η πρόοδος της τεχνολογίας του έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα παρατηρούσε όλα σαν μικρό παιδί. Παρά τις συστάσεις των ιατρών δεν μπορούσε να μη μένει όρθιος στο ναό και στο κελλί του. Από την πολύχρονη ορθοστασία είχαν ανοίξει πληγές τα πόδια του. Με πληγιασμένα πόδια έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας όρθιος στο κελλί του. Δεν κατέκρινε ποτέ. Αν η συζήτηση ξέφευγε σε κρίσεις άλλων, μονολογούσε χαμηλόφωνα: «Αλίμονο τα χάλια μου». Ήταν ένας βιαστής μοναχός. Τα λίγα γράμματα που ήξερε τα χρησιμοποίησε μόνο για το καλό.
Βοηθούσε τον κόσμο με την προσευχή του. Μερικές φορές έστελνε και σύντομες συμβουλευτικές επιστολές. Η δική του βοήθεια ήταν από τον Χριστό και την Παναγία και τους προστάτες της μονής Νικόλαο, Γρηγόριο και Αναστασία, που πολλές φορές τον συνέδραμαν. Τα γεράματά του ήταν με πυκνές ασθένειες, τις οποίες υπόμενε αγόγγυστα.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 14.5.1999. Ο ηγούμενος της μονής αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει περί αυτού: «Καρπός της βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης του ήτο η διαρκής αυτομεμψία του, η τελεία πτωχεία του, η κατανυκτική κατάστασις της ψυχής του. Ηγάπησε τον Θεόν περισσότερον από τον εαυτόν του και δι’ αυτό εβίαζε το σώμα του εις ορθοστασίας και αγρυπνίας, καίτοι έπασχεν από δυνατούς πόνους εις τους πόδας του. Ήτο φιλάδελφος και φιλάνθρωπος. Προσηύχετο υπέρ όλου του κόσμου. Εις όσους του εζήτουν συμβουλήν, έλεγε με διάκρισιν λόγους πνευματικούς και παρακλητικούς και αρμόζοντας διά την περίπτωσιν εκάστου. Διά τον πολύν, διαρκή και συνεπή του αγώνα πιστεύω ότι ο Κύριος τον εχαρίτωσε και με υπερφυή χαρίσματα, ως το της προοράσεως και της θεοπτίας, καθώς έχομεν αρκετάς ενδείξεις…».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Ανωνύμου Γρηγοριάτου μοναχού, Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 24/1999, σσ. 93-106.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1477-1481

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Σοβαρές ενστάσεις για την Μεγάλη Σύνοδο από τον Νέας Σμύρνης Συμεών

74cop
Γράφει ο Αιμίλιος Πολυγένης

Εντονες αντιρρήσεις και ενστάσεις σχετικά με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο καταθέτει ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης κ. Συμεών σε επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο.
Στην επιστολή που απευθύνει στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την οποία φέρνει στη δημοσιότητα αποκλειστικά η Romfea.gr, ο Σεβασμιώτατος εκφράζει τις επιφυλάξεις του σε μία σειρά ζητημάτων.
«Δε μπορεί να θεωρείται Πανορθόδοξη μία Σύνοδος που δε μετέχουν όλοι οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι, αλλά μόνο οι Προκαθήμενοι με διευρυμένες έστω αντιπροσωπείες» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Συμεών.
«Η μειωμένη συμμετοχή των Επισκόπων μειώνει και τη βαρύτητα της Συνόδου και δε μπορεί να θεωρείται Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» προσθέτει ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης.
Ο Σεβασμιώτατος αναφέρει επίσης πως δεν είναι δυνατόν να μην έχουν δικαίωμα ψήφου οι Επίσκοποι αλλά μόνο οι Εκκλησίες, γεγονός που έρχεται αντίθετο στη δημοκρατικότητα που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία.
Ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης εκφράζει τη λύπη του που δεν περιλαμβάνονται στην ατζέντα των συζητήσεων τα πραγματικά μεγάλα θέματα που απασχολούν την Ορθοδοξία, όπως τα Δίπτυχα, το Αυτοκέφαλο και ο τρόπος ανακήρυξής του και το ημερολογιακό ζήτημα.
Παρά τις αντιρρήσεις του σε σημαντικά ζητήματα διατύπωσης και κανονικότητας που πρέπει να ακολουθηθούν στην Πανορθόδοξη Σύνοδο, ο Σεβασμιώτατος υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της συμμετοχής της Εκκλησία της Ελλάδος να μετάσχει σε αυτή.
Σημειώνει πως δεν επιθυμεί να μετέχει για προσωπικούς λόγους στην αντιπροσωπεία που θα συνοδεύσει τον Αρχιεπίσκοπο και πως τα 24 μέλη που θα αντιπροσωπεύσουν την Εκκλησία της Ελλάδος στην Σύνοδο θα πρέπει να εκλεγούν με μυστική ψηφοφορία από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.
ΡΟΜΦΑΙΑ