Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ἐάν μπορεῖτε... Άγιος Νικόλαος Βελίμιροβιτς


Εάν μπορείτε να βοηθήσετε ένα άτομο - βοηθήστε 

Αν δεν μπορείτε να βοηθήσετε - προσευχηθείτε,
Αν δεν ξέρετε πώς να προσευχηθείτε - σκεφτείτε ένα άτομο καλά!
Και αυτό θα είναι βοήθεια, γιατί οι φωτεινές σκέψεις είναι επίσης ένα όπλο!
Άγιος Νικόλαος Βελίμιροβιτς
 https://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/blog-post_3.html

Ἅγιοι Νικόλαος Βελιμίροβιτς καί Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Δύο γίγαντες τῆς Ὀρθοδοξίας.


 

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/blog-post_951.html?m=1

sτάρετς Σέργιος Chevitch. Γιά τήν ἀγάπη.


 …η αγάπη προϋποθέτει την ανεκτικότητα. Να είμαστε ανένδοτοι ως προς τον σεβασμό της αλήθειας και του καλού, αλλά και εξαιρετικά ανεκτικοί με τους ανθρώπους που εξαπατώνται και αμαρτάνουν.

Η αγάπη επίσης προϋποθέτει την ταπείνωση. […]Αντί να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους άλλους, οφείλουμε κυρίως να συναισθανόμαστε πόσο ανάξιοι είμαστε για την αλήθεια που κατέχουμε.
(...)
Αγάπη είναι, πρώτα από όλα[…]Να βρισκόμαστε πάντοτε σε επιφυλακή για τον πλησίον μας[…]να είμαστε διαρκώς έτοιμοι να τον βοηθήσουμε.
Στάρετς Σέργιος Chevitch

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/chevitch_13.html?m=1

Τό βαρόμετρο τῆς εἰσάκουσης τῶν αἰτημάτων μας στήν προσευχή


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στέκεται και υπαίθριες δραστηριότητες

 Στάρετς Σαμψών Σίβερς 1900 - 1979

 Άνομα προσευχόμαστε! Ναι, άνομα προσευχόμαστε, όταν προσευχόμαστε σε κατάσταση ταραχής.Το αισθανόμαστε, ότι είναι τολμηρό αυτό πού ζητάμε- και όμως το ζητάμε! Έχομε χρέος να λέμε:«Γεννηθήτω το θέλημα Σου»! Σε όλα· Σε όλα. Σε όλα «γεννηθήτω το θέλημα Σου»! Μα τα λόγια αυτά δεν μας αρέσουν!
Γιατί; Γιατί δεν έχομε ταπείνωση. Γιατί δεν έχομε υπακοή. Όταν λοιπόν προσευχόμαστε σ' αυτή την κατάσταση, ή κατάσταση μας δεν είναι δυνατό να μας αφήσει να αισθανθούμε στην προσευχή, ούτε χαρά, ούτε ησυχία. Αυτό είναι το βαρόμετρο της προσευχής. Βαρόμετρο της εισάκουσης των αιτημάτων μας είναι ή ειρηνικότης, ή ησυχία, ή ήρεμη χαρά. Καί όταν τέτοια ήσυχη χαρά δεν υπάρχει στην ψυχή μας, ή προσευχή μας είναι άνομη.
https://proskynitis.blogspot.com/2019/04/blog-post_12.html

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο – Μέρος Ά - ιε΄. Ὁ κοσμοκαλόγηρος Δημήτριος ὁ καλυβίτης


 

Ο Δη­μή­τρης γεν­νή­θη­κε στίς 14 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1903 στό χω­ριό Κου­ρα­μά­δες Κερ­κύ­ρας καί βα­πτί­στη­κε στίς 14 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1904 στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κα­λυ­βί­του ἀ­πό τόν ἔ­χοντα φή­μη ἁ­γί­ου ἐ­φη­μέ­ρι­ο τοῦ χω­ριοῦ παπα–Κων­σταντῆ. Ἦ­ταν τό δεύ­τε­ρο παι­δί τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ Σπύ­ρου Γραμ­μέ­νου τοῦ ἐ­πο­νο­μα­ζο­μέ­νου «Γαρ­δε­λῆ» καί τῆς Μα­ρί­ας Βέρ­γη. Ἡ για­γιά του (μη­τέ­ρα τοῦ πα­τέ­ρα του) λε­γό­ταν Λου­κί­α ἢ Λου­τσέ­τα, ὅ­πως τήν φώ­να­ζαν, καί ἦ­ταν ἐγ­γο­νή τοῦ παπα–Νι­κό­λα Κο­σκι­νᾶ.
Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἀ­πό τίς πλέ­ον εὐ­κα­τά­στα­τες τοῦ χω­ριοῦ. Εἶ­χαν σπί­τια, ἐ­λι­ές, ἀ­μπέ­λια, χω­ρά­φια, ζῶ­α, ἐ­λαι­ο­τρι­βεῖ­α. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ση­μαῖ­νον πρό­σω­πο τοῦ χω­ριοῦ, ὁ δέ παπ­ποῦς του ἦ­ταν γι­ά χρό­νια προ­ε­στώς. Εἶ­χαν με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α καί...ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν πολ­λούς ἐρ­γά­τες, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες.
 
Ὁ Δη­μή­τρης ὡς πρῶ­τος ἀ­πό τά ἀρ­σε­νι­κά παι­διά ἀ­νέ­λα­βε τήν εὐ­θύ­νη τῆς ἐρ­γα­σί­ας καί ἐ­πί­βλε­ψης ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ου­σί­ας. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶς πα­τρι­αρ­χι­κή. Κα­τά τά οἰ­κο­γε­νεια­κά ἤ­θη τῆς ἐ­πο­χῆς, τά παι­διά ἔ­πρε­πε νά δεί­χνουν τυ­φλή ὑ­πα­κο­ή στούς γο­νεῖς ἐφ᾿ ὅρου ζω­ῆς, εἰ­δι­κά στόν πα­τέ­ρα πού τό­τε τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ἀ­φέντη».
 
Τά ἐν­δι­α­φέ­ροντα ὅ­μως τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἄλ­λα. Ἀ­πό μι­κρό παι­δί κούρ­νια­ζε στά πό­δια τῆς για­γιᾶς του Λου­τσέ­τας ἡ ὁ­ποί­α, ὡς ἐγ­γο­νή πα­πᾶ, εἶ­χε γνώ­σεις καί βι­ώ­μα­τα τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης. Ἁ­πλά καί τα­πει­νά με­τέ­δι­δε αὐ­τά στόν μι­κρό της ἐγ­γο­νό ὁ ὁ­ποῖ­ος κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ρου­φοῦ­σε ὅ­λο αὐ­τό τό πνευ­μα­τι­κό γά­λα πού τοῦ προ­σφε­ρό­ταν. Τόν ἀ­νέ­παυ­αν ὄ­χι μό­νο τά λό­για πού ἦ­ταν ὅ­λο εὐ­χές καί συμ­βου­λές, ἀλ­λά καί ὅ­λη ἡ γε­μά­τη ἀ­γά­πη συμ­πε­ρι­φο­ρά της. Κα­τά και­ρούς ἡ γρι­ά Λου­τσέ­τα εὐ­ω­δί­α­ζε τό­σο, πού με­ρι­κές γει­τό­νισ­σες ὅ­ταν πα­ρα­τη­ροῦ­σαν τό φαι­νό­με­νο, κα­θώς ἦ­ταν ἄ­σχε­τες ἀ­πό τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, ἔ­λε­γαν πε­ρι­παι­κτι­κά: «Ἡ Λου­τσέ­τα ξε­λα­δί­ζει (βγά­ζει λά­δι, ἄ­ρω­μα) πά­λε. Ἐ­λᾶ­τε βο­ρές (βρέ) νά τσῆ (τῆς) μά­σου­με τό λά­δι». Ἡ ἴ­δια δέν κα­τα­λά­βαι­νε για­τί τῆς συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, καί ἔ­λε­γε ὅτι θά εἶ­χε μοιά­σει σέ κά­ποι­ον πρό­γο­νό της.
 
Ὅ­ταν ἔ­μα­θε γράμ­μα­τα ὁ Δη­μή­τρης, τό μό­νο πού τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε ἦ­ταν νά δι­α­βά­ζη θρη­σκευ­τι­κά βι­βλί­α, ὅ­πως τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε καί τό νά βρί­σκε­ται κοντά στόν πα­πᾶ, νά τόν ὑ­πη­ρε­τῆ σέ ὅ­λες τίς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες καί νά βρί­σκε­ται μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό ὡς γραμ­μα­τι­κού­δι (παι­δί πού ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τόν ἱ­ε­ρέ­α). Τό ὄ­νει­ρό του ἦ­ταν ὅ­ταν με­γα­λώ­ση νά γί­νη καί αὐ­τός πα­πᾶς καί νά ὑ­πη­ρε­τῆ τόν Χρι­στό. Νά ὑ­πη­ρε­τῆ ὅ­μως τόν Χρι­στό, ὄ­χι μέ­σα στόν κό­σμο, ἀλ­λά νά γί­νη μο­να­χός, νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ καί νά μπῆ σέ κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι. Οἱ δι­κοί του βέ­βαι­α οὔ­τε νά τό ἀ­κού­σουν ἤ­θε­λαν. Στό μυα­λό τους εἶ­χαν νά τόν παντρέ­ψουν γιά νά δι­α­χει­ρί­ζε­ται τήν με­γά­λη τους πε­ρι­ου­σί­α ἀ­κό­μα κι ἂν γι­νό­ταν πα­πᾶς, ἀρ­κεῖ νά ἔ­με­νε στό σπί­τι.
 
Πῶς νά στα­θῆ ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος, ὅ­ταν ἡ νε­α­νι­κή του καρ­διά φλο­γιζό­ταν ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ πού τοῦ ἔ­δι­νε ὤ­θη­ση νά φύ­γη;
 
Ὅ­μως ποῦ νά πά­η; Χρή­μα­τα δέν εἶ­χε γι­ά νά φύ­γη ἐ­κτός Κερ­κύρας. Εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τούς γο­νεῖς του δέν θά ἔ­παιρ­νε πο­τέ γι­ά ἕ­να τέ­τοι­ο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἀ­κό­μα καί ἂν πή­γαι­νε σέ κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι τῆς Κερ­κύ­ρας, ὁ πα­τέ­ρας του θά τόν γύ­ρι­ζε σί­γου­ρα πί­σω. Ἔ­τσι, θά ἔ­πρε­πε νά κά­νη ὑ­πο­μο­νή καί ὑ­πα­κο­ή, ἕ­ως ὅ­του ἐ­νη­λι­κι­ω­θῆ καί πά­η στρα­τι­ώ­της˙ με­τά θά ἔ­βλε­πε τί θά γι­νό­ταν. Ἄλ­λω­στε εἶ­χε στή­ριγ­μα τήν ἁ­γι­α­σμέ­νη για­γιά του καί τόν σο­φό κα­τά Θε­ό καί χα­ρι­τω­μέ­νο γέ­ροντα Πνευ­μα­τι­κό του ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ χω­ριοῦ παπα–Κων­σταντῆ πού τόν κα­θω­δη­γοῦ­σαν. Τήν προ­σευ­χή καί τόν ἐκ­κλη­σια­σμό εἶ­χε κα­τα­φύ­γιο καί ἐλ­πί­δα του.
 
Ἡ ὥ­ρα τῆς στρά­τευ­σής του ἔ­φτα­σε σέ ἡ­λι­κί­α 22 ἐ­τῶν. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό σπί­τι καί ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἔ­παιρ­νε χρή­μα­τα στά χέ­ρια του, αὐ­τά πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας του γι­ά ναῦ­λα. Πῆ­ρε τίς εὐ­χές ὅ­λων, ἀλ­λά πρό πάντων τῆς για­γιᾶς του, για­τί τίς εἶ­χε πο­λ­λή ἀ­νάγ­κη.
 
Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στήν Πρέ­βε­ζα μέ ἄλ­λους τέσ­σε­ρις συγ­χω­ρια­νούς συ­νο­μή­λι­κούς του καί ἀ­πό ἐ­κεῖ, με­τά τήν βα­σι­κή ἐκ­παί­δευ­ση, τούς ἔ­στει­λαν μέ­σῳ Πει­ραι­ᾶ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἕ­να τα­ξί­δι ὅ­μως μέ πλοῖ­ο τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης καί ἐν και­ρῷ χει­μῶ­νος δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση. Ἀ­πό τόν Πει­ραι­ᾶ γι­ά Θεσ­σα­λο­νί­κη χρει­ά­στη­καν μί­α ἑ­βδο­μά­δα γιά νά φτά­σουν μέ συ­νε­χῆ θα­λασ­σο­τα­ρα­χή. Τό πλοῖ­ο ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νο μέ στρα­τι­ῶ­τες καί πο­λε­μο­φό­δια πα­ρά­δερ­νε μέ­σα στά ἀ­φρι­σμέ­να καί ψη­λά σάν βου­νά κύ­μα­τα. Ὁ Δη­μή­τρης στρι­μωγ­μέ­νος κά­που στήν μέ­ση τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος δέν φο­βό­ταν, πα­ρ᾽ ὅ­λο πού ὅ­λοι εἶ­χαν πα­νι­κο­βλη­θῆ.
 
Οἱ συγ­χω­ρια­νοί του εἶχαν στραμ­μέ­νο τό βλέμ­μα τους στό ἀ­τά­ρα­χο καί γα­λή­νιο πρό­σω­πο τοῦ Δη­μή­τρη καί τοῦ φώ­να­ζαν ἱ­κε­τευ­τι­κά: «Δη­μή­τρη, κά­νε κά­τι, χα­νό­μα­στε!». Δι­αι­σθά­νονταν ὅ­τι ὁ Δη­μή­τρης, σάν ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ, μπο­ροῦ­σε νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­ση μα­ζί Του μέ­σῳ τῆς κα­θα­ρῆς προ­σευ­χῆς του καί νά γλυ­τώ­σουν ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἐ­φιά­λτη. Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν αὐ­τοί πού στό χω­ριό τόν χλεύ­α­ζαν καί τόν εἰ­ρω­νεύ­ονταν ὡς ἀ­σχο­λού­με­νο μέ τά κα­λο­γε­ρι­κά.

Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος:«Τά γράμματα εἶναι καλά, ἀλλά χωρίς ἠθική καί ἀρετή δέν σώζουν, ἐνῶ ἀρετή χωρίς γράμματα σώζει»


 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ

ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ

Τά γράμματα εἶναι καλά, ἀλλά χωρίς ἠθική καί ἀρετή δέν σώζουν, ἐνῶ ἀρετή χωρίς γράμματα σώζει. Ὅταν τά γράμματα συμβαδίζουν μέ τήν εὐσέβεια, τήν ἠθική καί τήν ἀρετή, τότε ἀποδίδουν πολλούς καί μεγάλους καρπούς. 
Σκεφθεῖτε ὡς φρόνιμοι, ὅτι θά πεθάνετε καί τήν ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τοῦ σώματος, δέν θά σᾶς συνοδεύσουν οὔτε οἱ γονεῖς σας, οὔτε οἱ ἀδελφοί καί συγγενεῖς σας, οὔτε ὁ κόσμος, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ δόξα, οὔτε τά γράμματα, οὔτε οἱ τρυφές καί ἀναπαύσεις οἱ σωματικές. 
Μετανοήσατε καί ἐπιστρέψτε καλῶς, ἀπό ὅπου ἐξήλθατε κακῶς μέ τό θέλημά σας καί βρίσκεσθε στήν παρακοή. Τό θέλημα καί ἡ παρακοή εἶναι θάνατος ψυχικός, θάνατος αἰώνιος. Σᾶς εὔχομαι ἀληθινή μετάνοια, μέ συντριβή καί ταπείνωση. 
 

Βίωση της αγιοπνευματικής χαράς Γερόντισσας Φεβρωνίας,

Γερόντισσας Φεβρωνίας, 
Προ-Ηγουμένης Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πανοράματος
Η βίωση της αγιοπνευματικής χαράς, καθίσταται αδύνατη στις περιπτώσεις των ανθρώπων που καταπατούν την ηθική συνείδηση. Και θα έλεγε κανείς, αλίμονο στις ψυχές που έχει πάψει να τους ελέγχει η ηθική συνείδηση.
Επίσης, συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους να φαίνεται μεν ότι έχουν πνευματική ζωή, αλλά ουσιαστικά να «τα μπαλώνουν» με την συνείδηση τους. Δεν πειράζει το ένα, δεν πειράζει το άλλο. Και πάνε στον πνευματικό και παρουσιάζουν τις αλυσίδες, - γιατί η αμαρτία είναι αλυσίδες-, τις παρουσιάζουν ωραιοποιημένες, επιχρυσωμένες και στολισμένες με λουλούδια. Μπορεί πίσω από ένα ψέμα να κρύβεται ένα έγκλημα. Όμως λένε, «είπα ψέματα», και τελείωσε. Είναι όπως η νοικοκυρά, που αντί να πάει στα σκουπίδια, πετάει τα σκουπίδια μέσα στο σπίτι. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορεί να έχουν αληθινή, αγιοπνευματική χαρά. Γι’ αυτό και τα κόμπλεξ της μειονεξίας και οι καταθλίψεις και οι αντιδράσεις. Διότι κάποια στιγμή αναταράζεται αυτό το υποσυνείδητο, στο οποίο απωθούνται όλα τα ενοχικά βιώματα, και το εξαγόμενο είναι αντίδραση, ανεξήγητα ξεσπάσματα, θυμός, μειονεξία, ψυχική κόπωση και όλα αυτά τα σχετικά.
Οι άνθρωποι όμως που ζουν αυθεντική πνευματική ζωή, βιώνουν την αγιοπνευματική χαρά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτή η χαρά είναι η χαρά που απορρέει από την ταπείνωση και την αυτομεμψία. Σ’ αυτή την περίπτωση η ταπείνωση γίνεται η χωματερή, μέσα στην οποία συγχωνεύονται και δουλεύονται όλα τα ενοχικά βιώματα και οι τύψεις της συνειδήσεως, και έτσι καταργείται το υποσυνείδητο. Τότε η ψυχή γίνεται δοχείο που έχει μύρο και είναι ανοιχτό. Δεν μπορεί να μην ξεχειλίσει η ευωδία.
Βέβαια, πολλές φορές, όταν μας λένε για ταπείνωση και αυτομεμψία, αντιδρούμε και δεν θέλουμε να ακούμε· κουραζόμαστε. Αλλά η ταπείνωση είναι συνυφασμένη με την χαρά. Ακόμα και μετά από την αμαρτία μπορεί να νοιώθουμε χαρά, αν την αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση και μετάνοια. Και αμαρτάνοντας και μετανοώντας αληθινά, μπορεί να νοιώθουμε χαρά, τη χαρά της μετανοίας και των δακρύων.
Αν λοιπόν δεν νοιώθουμε χαρά, ας αναρωτηθούμε μήπως κάτι συμβαίνει. Είναι σαν να λέμε στους Αγίους, κάνατε λάθος που είχατε χαρά στο μαρτύριο σας. Σαν να κρίνουμε τους Αγίους, ενώ «οι Άγιοι κρινούσιν ημάς». Και ας μην λέμε, μου έφταιξε αυτό ή το άλλο, και γι’ αυτό δεν έχω χαρά. Αυτό είναι κοροϊδία, ξεγέλασμα του εαυτού μας· είναι πλάνη. Γιατί την αγιοπνευματική χαρά την νιώθουμε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.