Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Μακάριοι όσοι υψώσουν στον αντίχριστο


Μακάριοι όσοι υψώσουν στον αντίχριστο

    Είναι φανερό ότι θα συγκεντρώσει πάλι ο Θεός τους Ισραηλίτας εις την Ιερουσαλήμ και θα τους ξαναδώσει όσα είχαν πρώτα.

   


Και αυτό για να ανατρέψει την μέχρι τότε πρόφασή τους, ότι η απώλειά τους οφείλεται στον διασκορπισμό.

Θα μπορούσαν δηλαδή κατά την ημέρα της Κρίσεως να απολογηθούν ως εξής στον Χριστό :

«Αν μας συγκέντρωνες στην Ιερουσαλήμ και μας ξαναέδινες όσα είχαμε, τότε θα πιστεύαμε σ΄εσένα, αφού δεν θα υπήρχε πια λόγος να φθονούμε τα έθνη, που προτιμήθηκαν τόσο εις βάρος μας».

Έτσι λοιπόν θα συναχθούν όλοι μαζί και θ΄αποκτήσουν όσα στερήθηκαν, αλλά θα παραμείνουν στην ίδια απιστία.

Και τότε πώς θα σωθούν, όταν μάλιστα την ίδια εποχή θα έρθει ανάμεσά τους ο αντίχριστος και θα πιστέψουν όλοι τους σ΄αυτόν, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου;

Ο Θεός δεν ψεύδεται. “εγώ ειμί η αλήθεια” διακηρύσσει με τον μονογενή του Υιό.

Με την αποκατάστασή τους λοιπόν θα στερηθούν αυτομάτως απ΄αυτήν τη δικαιολογία.

Εκείνος ο πλανεμένος και μάταιος, ο αντίχριστος, θα ταλαιπωρήσει υπερβολικά τους χριστιανούς στην εποχή του μέχρι την τελευταία τους αναπνοή με θλίψεις και φοβερές τιμωρίες.

Όποιος δεν πλανηθεί και δεν πιστέψει σ΄αυτόν, θ΄αναδειχθεί εκλεκτός και άξιος φίλος του Χριστού. Όλοι βεβαίως οι άγιοι είναι μακάριοι.

Τρισμακάριοι όμως θα είναι όσοι μαρτυρήσουν την εποχή του αντιχρίστου. Θα τους περιμένει παντοτινά υπερβολική δόξα και αγαλλίαση.

Θα ακολουθήσει τότε φοβερός πόλεμος μεταξύ του αντιχρίστου και του Δεσπότου Χριστού.

Μόλις δηλαδή ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του θα κάνει μανιασμένος αντίπραξη στον ουρανό:

θα ρίξει αστραπές και βροντές και θα κάνει τέτοιους κτύπους, ώστε απ΄τον ήχο της βοής να δονήται το σύμπαν και να αντηχεί φοβερά.

Ποιος τότε δεν θα φοβηθή και δεν θα φρίξει;

Μακάριοι θα είναι όπως είπα προηγουμένως, εκείνοι, των οποίων δεν θα κλονισθή η πίστις εις τον Χριστόν, τον αληθινό Θεό μας, που σαρκώθηκε και εγεννήθηκε από την αγία παρθένο Μαρία.

Μακάριοι επίσης εκείνοι που θα πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού και θα ελέγξουν με θάρρος τον δράκοντα και την πλάνη του.

Μακάριοι όσοι θα υψώσουν το ανάστημά τους εναντίον του και θα ελέγξουν με γενναιότητα τα ατοπήματά του.

Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός

Μακρυά από τους συμβουλάτορες της θεωρίας


Η δύναμη αυτών που θέλουν ν᾿αποκτήσουν τις αρετές, εδώ φαίνεται

    Μη ζητήσεις να πάρεις συμβουλή από κάποιον που δεν ακολουθεί τον δικό σου τρόπο ζωής, έστω κι αν είναι πολύ σοφός.

     
Είναι προτιμότερο ν’ αναθέσεις τα προβλήματά σου σ’ έναν απλοϊκό άνθρωπο με πείρα από τα πράγματα, παρά σ’ έναν φιλόσοφο, που μιλάει με λογική στηριγμένη στη θεωρητική εξέταση των πραγμάτων, χωρίς όμως να έχει και τη σχετική πείρα. και η πείρα είναι όχι το να μπει κανείς στα πράγματα και να ερευνήσει μερικές μονόπλευρες τους, χωρίς να έχει ακόμη αποκτήσει ο ίδιος τη γνώση από την εργασία, αλλά το να αισθανθεί έμπρακτα την ωφέλεια η τη ζημιά των πραγμάτων αυτών, έχοντας τα δοκιμάσει για πολύ καιρό γιατί πολλές φορές ένα πράγμα φαίνεται επιζήμιο, ενώ κρύβει μέσα του μεγάλη ωφέλεια. Άλλοτε πάλι, αντίθετα, φαίνεται απόλυτα ωφέλιμο, ενώ εσωτερικά είναι όλο βλάβη.

Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι ζημιώθηκαν όχι λίγο από πράγματα φαινομενικά κερδοφόρα.

Να χρησιμοποιείς λοιπόν ως σύμβουλό σου εκείνον, που από πείρα γνωρίζει καλά τη φύση και τη δύναμη των διαφόρων πραγμάτων, και ‘που μπορεί να τα διακρίνει αλάθητα.

Όποιος έκανε σωστή χρήση της ελευθερίας πρώτα στον εαυτό του, είναι μετά άξιος εμπιστοσύνης για να την παραδώσει και στους άλλους με επιστημοσύνη.

Του αββά ‘Ισαάκ

“Μικρός Ευεργετινός” σελ. 70 Έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου

Ο Γέροντας Νείλος ο Αγιοφαραγγίτης και η τελευταία του μάχη με τον διάβολο


Γέροντας Νείλος ο Αγιοφαραγγίτης

Του Αρχιμ. Αντωνίου Φραγκάκη, Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Γορτύνης και Αρκαδίας

 

Ήταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016.
Φευγαλέα λόγω της εργασιακής πληρότητας που επέβαλλαν οι ρυθμοί των Άγιων ημερών, επισκεφθήκαμε στο κρεβάτι του πόνου τον παλαίμαχο αγωνιστή της ερήμου Γέροντα Νείλο (Θεόδωρο) τον Αγιοφαραγγίτη.

Τον βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδόν ξέπνοο, εξουθενωμένο από την βαριά και επίπονη νόσο που ταλαιπώρησε το αραχνώδες χοϊκό του περίβλημα αλλά ωρίμασε απόλυτα την γενναία του και εν-Χριστωμένη ψυχή.

Παρά την σωματική ταλαιπωρία ήταν θαλερότατος ψυχικά, σε μάχιμη ετοιμότητα και με την συνήθη υψιπετούσα καρδιά και πνευματική
ακμαιότητα. H άνεση που μας χορηγούσε ο στενότατος πνευματικός σύνδεσμος που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά μας τώρα και αρκετά χρόνια, έδινε για μια άλλη φορά την δυνατότητα να ρουφήξουμε κάτι από το νέκταρ της ερήμου, τώρα που κατασταλαγμένο και συνολικό ξεχυνόταν από τον κρατήρα της άσκησης και του πόνου, στην περίλαμπρη δεξαμενή της αιωνιότητας.

Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι ο Γέροντας ολοπόρφυρος στο πρόσωπο και με κάποια εναγώνια επιμονή, έφτυνε μέσα από την μάσκα του οξυγόνου και κάτι ψιθύριζε. H μεταξύ μας αγάπη μου έδωσε την άνεση του ερωτήματος:

– Γέροντα, γιατί προσπαθείς να φτύνεις συνέχεια μέσα από την μάσκα του οξυγόνου;

Γέροντας: – Φτύνω τον αόρατο.. νά ‘ξερες τί μου κάνει; Έχω να κοιμηθώ πέντε μερόνυχτα…

– Τί σου κάνει Γέροντα;

Γέροντας: Είναι συνεχώς απέναντί μου. Με βρίζει και με απειλεί… Η μορφή του είναι τόσο απαίσια που αν δεν ενδυναμώσει ο Θεός, δεν αντέχει ο άνθρωπος την αγριότητα της παρουσίας του…

–        Πώς είναι Γέροντα;

– Σαν χοίρος με χονδρές – αδρές τρίχες (έτσι τον έβλεπε κι ο Γέροντας
Αναστάσιος). Βρωμάει απαίσια… Αλλάζει όψεις… Δεν μπορείς να τον
περιγράψεις… Βγάζει τη γλώσσα του, που είναι τεράστια… από το στόμα του εξέρχονται κοκκινωπές φωτιές…

– Σου μιλάει Γέροντα;

Γέροντας: Αν μου μιλάει; Προσπαθεί να με αποθαρρύνει… Και τι δεν μου λέει… Εγώ -λέει- σού ‘φαγα την σάρκα… εγώ σου λάβωσα τα πνευμόνια… Εγώ έβαλα και σε καταδίωκαν μία ζωή. Εγώ σού έκανα το
τάδε και το τάδε.. Εγώ σ’ έφερε σε αυτή την κατάσταση. Όποιους βάλω στα δίχτυα μου, τους περιποιούμαι καλά… Δικός μου είσαι ρε… Δικός μου… Ακούς;

– Εσύ πώς αντιδράς Γέροντα;

– Γέροντας: Απαντώ με το Χρυσοστομικό λόγιο: «Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες». Και τον φτύνω συνέχεια…
Αυτός μου λέει: «Το περιποιήθηκα καλά και το Χρυσοστομάκι σας, που μου πήγαινε κόντρα και τά ‘γραψε αυτά (εννοούσε τον Άγιο Ιωάννη τον
Χρυσόστομο). Τον συγύρισα χειρότερα από σένα. Έβαλα τους δικούς μου και τον διέλυσαν στην εξορία… Αφεντάδες και Δεσποτάδες… Ακούς ρε; Εγώ σας κατευθύνω και τώρα… Θα τ’ αλλάξω όλα στα μπλα μπλα σας (στην διδασκαλία σας)… Όποιος μου πάει κόντρα τον περιποιούμαι καλά… Έλα τώρα να σε… δροσίσω…». Βγάζει την απαίσια γλώσσα
του, την τεντώνει αν και βρίσκεται σε απόσταση κάποια μέτρα μακριά, την κάνει σαν προβοσκίδα ελέφαντα, με ακουμπά σε διάφορα σημεία του προσώπου μου και με καίει αφόρητα… Και συνεχίζει σαρκαστικά: «Αυτό το δώρο από την γλώσσα μου επειδή εσύ με έψηνες με την δική του την γλώσσα… Μπορείς να μου πεις γιατί δίδασκες; Αφού ερχόμουνα και σού ‘λεγα ότι δεν ήταν δουλειά σου να
διδάσκεις και να δίνεις κατευθύνσεις στον κόσμο. Να διδάσκουν οι θεολόγοι, οι δεσποτάδες, μάλιστα… Αλλά όχι κι εσύ να με βαράς… Το ξύλο το απελέκητο!».
Άλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει και σφίγγει το σώμα μου και αντιμετωπίζω αφόρητο μαρτύριο. Επιμένω στο «Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες» και στο φτύσιμο… Τα είχα αυτά και στην έρημο αλλά και πιο αραιά και νικηφόρα… Ξεκίνησαν εντατικότερα τις τελευταίες ημέρες… Επιμένει και δεν φεύγει…

– Ξέρετε, του είπα,  ο Γέροντας Εφραίμ ο Αριζονίτης γράφει, ότι το υφίστανται αυτό προ του τέλους οι μεγάλοι αθλητές για να αποκομίσουν και μαρτυρικό στεφάνι.
Γράφει συγκεκριμένα για την Οσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ότι έβλεπε ο Γέροντας τον Άγγελό της, λίγες ημέρες προ της μακαρίας τελευτής της να αποσύρεται διακριτικά και να παρακολουθεί τον αγώνα της, χωρίς να επεμβαίνει. Την άφηνε μόνη της να παλεύει για να αυξηθεί ο μισθός του αγώνα και της υπομονής. Εκείνη αντιστέκονταν  αδιάλειπτα με δύο λέξεις: «Ιησού – Παναγία μου». Τον έβλεπε και κρατούσε στιλέτο και την σημάδευε με άγριες διαθέσεις… Τώρα και εσείς ευρίσκεσθε στην πύλη… Γι’ αυτό συμβαίνουν αυτά… Μήπως και ο Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης δεν γράφει στην Κλίμακα ότι οι τελευταίοι πειρασμοί των μεγάλων αγωνιστών είναι της απιστίας και της απελπισίας; Μήπως ο σύγχρονος αναγεννητής του Αγιωνύμου Άθωνος Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής δεν απεκάλυψε στα πνευματικά του παιδιά ότι δέχθηκε τέτοια επίθεση από τον πονηρό στις οριακές ημέρες προ του τέλους, που πάσχιζε με λυσσώδη μανία να του κηρύξει φανταστικές και άκυρες όλες του τις αγιοπνευματικές εμπειρίες;

Μήπως και ο Όσιος Φιλόθεος ο Ζερβάκος όταν πήγε να πληροφορήσει τον επιστήθιο φίλο του, Όσιο Αθανάσιο τον Χαμακιώτη για το επερχόμενο τέλος του δεύτερου, δεν του επέστησε την προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, αδελφέ, μη σε πειράξει την τελευταία στιγμή ο παγκάκιστος;». Κάτι που βεβαίως έγινε, αλλά ο Γέροντας Αθανάσιος με τα σημερινά ζωομύριστα και μυρίπνοα οστά, εξήλθε τροπαιούχος και από αυτή την τελευταία πνευματική γυμνασία που του παραχώρησε ο αγωνοθέτης Θεός…

Μήπως και ο εμπνευστής και ομόψυχος αδελφός σας, ο Μέγας Αναστάσιος ο Κουδουμιανός, μικρό προ της θριαμβευτικής μεταχωρήσεώς του στην αιωνιότητα, δεν μας φανέρωσε, ότι είχε φοβερή συμπλοκή με τους δαίμονες, κάτι όχι ασυνηθιστο για τον εμπειροπόλεμο πυγμάχο της ασκητικής κονίστρας; Τον έσυραν στο έδαφος, του κατάφεραν δύο περίεργα εγκαύματα στην πλάτη, τα οποία, βέβαια, μετά από παρέλευση ολίγιστου χρόνου, θαυματουργικώς εξαλείφθησαν.

Και ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, από τους σπάνιους σε χριστοκεντρικότητα και απόθεμα αγιότητος Ιεράρχες, την ημέρα που
εκοιμήθη αιφνιδίως, δέχθηκε επίθεση από σμήνος δαιμόνων… Κατάπληκτος και αναμαλλιασμένος βγήκε στον εξώστη του μοναχικού του ενδιαιτήματος και φώναζε: «Γιατί αφήσατε τους μαύρους να περάσουν, τους μασσώνους που ανέβηκαν επάνω; Μου έκαναν άγρια επίθεση… Τους αντιμετώπισα αλλά ζορίστηκα…». Αυτό έγινε εκείνη την ημέρα δύο φορές.
Έχουμε και πολλά άλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…

Ο Γέροντας με πρόδηλη απορία αποτυπωμένη στην έκφραση του προσώπου του, μου απάντησε:

– «Μα εγώ δεν ανήκω στους μεγάλους αθλητές. Υπήρξα ισόβιος ζητιάνος του ελέους τους Θεού στην έρημο διά της μετανοίας… Είμαι ρεμάλι… Μεγάλος αμαρτωλός. Ζητούσα συνεχώς έλεος… Δεν είναι αυτά για ‘μένα. Δεν ανήκω σε αυτούς…».

– Αυτά, απάντησα, Γέροντα, ο Θεός τα ξέρει…

Με ιλαρό πρόσωπο έγνεψε ότι συμφωνεί και έκλεισε τα ολόλαμπρα μάτια του από εξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
Άλλωστε ασθμένων και με πολύ κόπο, σχεδόν ψιθυριστά, μέχρι εκείνη την ώρα ανταποκρινόταν στον διάλογο. Απόρησα πού βρήκε την δύναμη να μετάσχει τόσο ευκρινώς στη διαγενόμενη συζήτηση.
Ήταν προφανώς ενδυνάμωση Θεού, προκειμένου να αφήσει σαν παρακαταθήκη και την τελευταία του αυτή συγκλονιστική εμπειρία, στην βιωματική φιλοκαλία της Εκκλησίας.

Αυτή η διήγηση ήταν και ο τελευταίος μας διάλογος επί γης…

Ο Γέροντας από την Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ είχε πλέον ηρεμήσει απόλυτα και περίμενε με γαλήνη το επικείμενο τέλος.
Είχε λήξει η τελευταία φοβερή μάχη με τον δαίμονα. Νικητής ο παλαίμαχος αθλητής της ερήμου έβλεπε τους παλαιούς Αγιοφαραγγίτες Πατέρες να τον περιστοιχίζουν και τις επουράνιες αγγελικές ταξιαρχίες να υπερίπτανται εμφανώς, να επιστατούν γύρω από την κλίνη του, να λαμβάνουν πρωτοβουλίες και να ετοιμάζουν την έξοδό του.
Εκστατικός έμενε να κοιτάζει και δόξαζε τον Θεό! Έκανε με απροκάλυπτη δυσκολία άπειρες φορές τον σταυρό του.
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Όλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Επίκειται η ώρα. Να ειδοποιηθεί ο Αντώνης για την άμεση μεταφορά μου με το ασθενοφόρο στο Κεφάλι (Ερημιτήριο όπου ζούσε στα νοτιοδυτικά Αστερούσια). Θέλω να παραδώσω την ψυχή μου εκεί… Οπωσδήποτε πρέπει να βρεθώ στο Ασκητήριό μου από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έως το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής». Λίγο αργότερα είπε ξέπνοα αλλά καθαρά: «Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»

Όταν πριν λίγες ημέρες τον είχε επισκεφθεί ζωντανά στο σπίτι που ενοσηλεύετο στις Μοίρες, η κοιμηθείσα κόρη του Σταυρούλα, την ρώτησε ο Γέροντας: «Πώς είναι παιδί μου ο Παράδεισος», και εκείνη απάντησε: «Όπως μου τον περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Εξήγησέ μου περισσότερο», επέμεινε εκείνος και αυτή συμπλήρωσε:
«Δεν μου έλεγες, όταν σε ρωτούσα εγώ πριν φύγω, ότι εκεί “ουκ έτσι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος; Τελικά αυτό είναι πατέρα».

Τώρα ο Γέροντας προγευόμενος τα έπαθλα του αγωνοθέτη Θεού, τελείωνε τους επίπονους ισόβιους άθλους επαναλαμβάνοντας τούτα τα λόγια και ένα λεπτό αδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε την μυστηριώδη έκσταση του θανάτου. Βαριανάσαινε και ατάραχος περίμενε. Το ουράνιο ταξίδι είχε πλέον άμεσα δρομολογηθεί.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πριν τα μεσάνυχτα 28-4-2016. Η ένδοξη κοίμησή του υπήρξε «μυστήριο κραυγής όπερ εν ησυχία Θεού διεπράχθη» (Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος) όπως άλλωστε και όλη η
θαυμαστή και πνευματέμφορος βιοτή του.
Μόλις ακούμπησε το κατάστικτο και οσίαθλο σώμα στην ασκητική του κλίνη, αμέσως φτερούγισε η ολόφωτη και θεοτερπής ψυχή του στα άφθαρτα σκηνώματα της δόξης του Χριστού, τον οποίον με μανικό έρωτα αγάπησε και με αδιάλειπτη ησυχαστική στοχοθεσία,
χαρισματικώς προσαπόκτησε.

Ήταν η πανίερη και φοβερή βραδιά που εμυσταγωγείτο το Θείο Πάθος στις καρδιές των πιστών. Και η εσταυρωμένη επίγεια διαδρομή του μαρτυρικού Γέροντος, έπρεπε να βρει εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές την νοηματοδότηση και καταξίωσή της, από Εκείνον που καλεί τους φίλους Του ενεργά στο Σταυρό, προκειμένου να τους αναγνωρίσει δικούς Του και να τους εντάξει πανηγυρικά και στους άληκτους αναβαθμούς της Αναστάσεως..

Aιωνία η μνήμη του. Να έχουμε την ευχή του.

Πηγή: Εφημερίδα Αντίλαλος της Μεσαράς – e-mesara.gr

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ευγένιος μοναχός Προδρομίτης (1880 - 1954)


Γεννήθηκε στην κοινότητα Σεγκάρτσεα-Ντολζ της Ρουμανίας το 1880. Οι γονείς του, Δημήτριος και Μαρία, τον μεγάλωσαν με τον φόβο του Θεού. Το 1903 ήλθε στο πανσέβαστο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Από τους 150 μο­ναχούς της σκήτης ήταν ο πιο αγωνιστής και υπάκουος μοναχός. Μετά μία περίπου δεκαετία στάλθηκε στη σκήτη Νταρβάρι του Βουκουρεστίου από τον Δικαίο Αντίπα. Το 1917 στάλθηκε στο μετόχι της αθωνικής σκήτης στην κοινότητα Τσιφέστι της επαρχίας Βράντσεα. Εκεί έμεινε περί τις τέσσερις δεκαετίες και συγκέντρωσε πλησίον του δώδεκα μο­ναχούς, καθοδηγώντας τους με σύνεση και σοφία.
Κατά την εκεί παραμονή του ενέσκυψε μεγάλη πείνα. Ο π. Ευγένιος δεν δίστασε καθόλου ν’ ανοίξει τις αποθήκες του μετοχίου και να τις αδειάσει για τους πεινασμένους. Έσωσε από βέβαιο θάνατο περί τους εκατό ανθρώπους. Ο σοφός και πράος αυτός Γέροντας δίδασκε κυρίως με το ζωντανό παράδειγμά του. Πολλοί νέοι άφηναν την άσωτη ζωή και με τις συμβουλές του γίνονταν καλοί μοναχοί. Οι μοναχοί του διακρίνονταν για την υπακοή τους, τη σεμνότητά τους και τη φρονιμάδα τους. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε δίχως την ευλογία του Γέροντος. Την υπακοή την ενέπνεε και δεν την επέβαλλε. Τους έριχνε όλους στο άγιο φιλότιμο.
Όταν κάποτε τα πρόβατα ενός χωρικού μπήκαν στο αμπέλι της μονής, οι μαθητές του ζήτησαν ευλογία να τα διώξουν και να επιτιμήσουν τον χωρικό. Ο Γέροντας τους είπε: «Δεν είναι καλό, αδελφοί. Γιατί να λυπήσουμε και να σκανδαλίσουμε τον αδελφό; Αυτός δεν βλέπει ότι τα πρόβατά του είναι στο αμπέλι; Αφήστε τον να τα βγάλει αν θέλει αυτός, για να μην του το πούμε εμείς και τον στενοχωρήσουμε».
Όταν κάποιος τον συκοφάντησε, υπέμεινε αδιαμαρτύρητα. Είπε μά­λιστα στους μαθητές του: «Πρέπει να υπομένουμε, διότι είμεθα μοναχοί. Κανείς μέχρι τώρα δεν μου μίλησε τόσο ωραία όσο αυτός ο αδελφός σήμερα. Τα εγκωμιαστικά λόγια για τον μοναχό χαροποιούν τους δαίμονες, ενώ οι ονειδισμοί και οι κακολογίες χαροποιούν τους αγγέλους». Η φιλοθεΐα, η φιλαδελφία και η φιλανθρωπία του ήταν απερίγραπτες. Η απλότητα και η αγαθότητά του παροιμιώδεις. Ζούσε για τους άλλους. Επί σαράντα χρόνια διακονούσε πρόσχαρα. Χαιρόταν πιο πολύ να δίνει παρά να παίρνει.
Ο ύπνος του ήταν ελάχιστος. Προσευχόταν όρθιος με υψωμένα χέρια επί δύο-τρεις ώρες. Έκανε περίπου χίλιες εδαφιαίες μετάνοιες κάθε βράδυ. Έλεγε ακατάπαυστα την ευχή του Ιησού. Διάβαζε με δάκρυα το Ψαλτήρι. Προσευχόταν θερμά για όλον τον κόσμο. Φορούσε πενιχρά ρούχα, είχε λιτό κελλί μικρό και απόφευγε τους ιατρούς, λέγοντας: «Αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πότε μου χρειάζεται η υγεία και πότε μου χρειάζεται η ασθένεια». Από τότε που βγήκε από το Άγιον Όρος δεν έφαγε ποτέ κρέας. Το φαγητό του ήταν πολύ λίγο. Ήταν αδύνατος και καχεκτικός. Δεν ήθελε ποτέ να σκανδαλίσει κανένα. Σκορπούσε παντού και πάντοτε ειρήνη και χαρά. Ωφελούσε πιο πολύ με το παράδειγμά του. Ήξερε μόνο να συγχωρεί και ν’ αγαπά.
Ανεπαύθη δοξάζοντας τον Πλουσιόδωρο, Μεγαλόδωρο και Παντεπόπτη Θεό στις 14.11.1954 στο κελλί του. Ετάφη στο κοιμητήρι της κοντινής σκήτης Μπράζι του νομού Μπράντσεα, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών. Πολλοί λυπήθηκαν πολύ για τη στέρησή του.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιωαννικίου Μπαλάν ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 398-400.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ. 519-521, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

 http://www.pemptousia.gr

Χριστόφορος ιερομόναχος Προδρομίτης (1822 - 1916)


Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1822, ο κατά κόσμον Χριστόδουλος Δημητριάδης. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Από παιδί ποθώντας τη μοναχική αφιέρωση πήγε στη γειτονική μονή του Τιμίου Προδρόμου. Μετά από την κανονισμένη δοκιμή εκάρη μοναχός. Συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στις Σέρρες. Κατόπιν αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και τη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Μιλούσε άπταιστα λατινικά και γαλλικά. Δίδαξε στις Σέρρες, την Αλιστράτη και το Μελένικο, καθώς επίσης επί διετία στη σχολή της μονής Ιβήρων.
Το 1879 διορίσθηκε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή, όπου δίδαξε επί οκταετία «μετ’ απαραμίλλου ζήλου και λίαν ευδοκίμως, τον βαθύτατον σεβασμόν και την απεριόριστον εκτίμησιν και αΐδιον ευγνωμοσύνην αποκομίσας ού μόνον των μαθητών αυτού αλλά και συμπάσης της αγιορειτικής αδελφότητος», κατά τον Ιερομόναχο Χριστόφορο Δοχειαρίτη. Κατά την παραμονή του στο ‘Άγιον Όρος παρέμεινε στο Χιλανδαρινό Κελλί «Άγιος Νικόλαος» και το Κουτλουμουσιανό «Τίμιος Πρόδρομος», πάνω από τις Καρυές.
Διετέλεσε ηγούμενος της μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών (1892- 1904) και πολλά έπαθε από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Έγραψε ορισμένα διδακτικά έργα. Μερικά από αυτά τυπώθηκαν, όπως το Προσκυνητάριον της μονής του, στη Λειψία το 1904. Έργα του έκλεψαν οι Βούλγαροι. Στη μονή είχε θείο ηγούμενο, τον Άνθιμο, που τελείωσε τον βίο του στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Τη μονή του αγάπησε υπερβολικά κι εργάσθηκε άοκνα για την πρόοδό της. Ήταν και καλός ιεροκήρυκας. Του πρότειναν την επισκοποίησή του, αλλά αρνήθηκε. Αγαπούσε τη μελέτη, τη συγγραφή, την αλληλογραφία και την προσευχή. Κατά τον πνευματικό του υιό ιερομόναχο Γαβριήλ Προδρομίτη:
«Απέθανεν από γεροντικήν εξάντλησιν την 14ην Αύγουστου του έτους 1916 εις ηλικίαν 94 ετών. Εκηδεύθη δε την επομένην και ετάφη εις το νεκροταφείον των πατέρων της Μονής. Ηυτύχησε περί τας δυσμάς του βίου του να ιδή και ημέρας εθνικής χαράς και δόξης, και την πατρίδα του περιελθούσαν εις τας αγκάλας της μητρός Ελλάδος, αντικρύσας μετά δακρύων τον Ελληνικόν στρατόν και συνεστιασθείς εν τη Μονή μετ’ ανωτέρων Ελλήνων αξιωματικών».
Εκοιμήθη στην εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας, την οποία αγάπησε περισσότερο στο Περιβόλι της στον Άθωνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Χριστοφόρου Κτένα αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες από του 1845-1916. Αθήναι 1930, σσ. 55-59. Μανουήλ Γεδεών, Αποσημειώματα χρονογράφου 1780-1800-1869-1913. Αθήναι 1932, σσ. 105-106. Μαξίμου Σερρών μητροπ.. Το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες, Σέρρες 1988, σσ. 82-83.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1956-1983, σελ. 129-130, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Νεκτάριος μοναχός Προδρομίτης (1808 - 1903)


Γεννήθηκε στην πόλη Χούση της Ρουμανίας το 1808 από ευσεβέστατους γονείς. Από μικρός ανεδείχθη σε άριστο πρωτοψάλτη με τη βαθιά του γνώση και τη γλυκύτατη φωνή του. Νέος, φερμένος από τον αδελφό του μοναχό Αθανάσιο, φόρεσε τα μοναχικά ράσα στη μονή Τσιολάνου Μπουζάου. Κατόπιν μαζί τα δύο αδέλφια, πήγαν για προσκύνημα στο Άγιον Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Τελικά ο Νεκτάριος εκάρη μοναχός στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας.
Το 1845 τα δύο αδέλφια κατοίκησαν σ’ ένα Κελλί της περιοχής της Βίγλας της Μεγίστης Λαύρας, όπου έμειναν επί δεκαέξι έτη. Η υπέρμετρη άσκηση του Νεκταρίου ήταν θαυμαστή. Όλη την εβδομάδα την περνούσε δίχως να εξέρχεται διόλου του Κελλίου του, παρά μόνο τις Κυριακές κι εορτές, που πήγαινε με τον αδελφό του στη σκήτη του Προδρόμου, για να ψάλλει ως ένας ενσώματος άγγελος. Όλη τη Σαρακοστή ήταν έγκλειστος και τρεφόταν με μουσκεμένα κουκιά. Είχε το χάρισμα των δακρύων και την ευχή του Ιησού αέναη.
Διακρίθηκε και τελειοποιήθηκε στην ψαλτική τέχνη. Οι Αγιορείτες τον ονόμαζαν «νέο Κουκουζέλη», «το αηδόνι του Αγίου Όρους». Οι Ρουμάνοι τον έλεγαν «το αηδόνι της Μολδαβίας». Όλοι τον θαύμαζαν για την υπέροχη ψαλμωδία του. Κατένυσσε τους πάντες. Ο ίδιος ήταν πάντοτε ταπεινός. Έρχονταν από μακριά για να τον ακούσουν να ψάλλει. Έψαλλε πράγματι τόσο ωραία όσο κανείς άλλος. Μετέφρασε πολλά μουσικά μέλη από τα ελληνικά στα ρουμανικά.
Από το 1862 εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Επί σαράντα χρόνια έκανε υπακοή και ήταν πρόθυμος διακονητής. Ήταν επίσης καλός ξυλόγλυπτης, έπλεκε δίχτυα και ύφαινε κάλτσες. Ήταν πάντοτε σοβαρός, ευλαβής και ευκατάνυκτος. Δεν γελούσε και δεν αστειευόταν ποτέ. Τα δάκρυά του ήταν πολλά και θερμά και στο ναό και στο κελλί του. Είχε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία. Οι ωραιότερες συνθέσεις και ψαλμωδίες του ήταν των υπέροχων «Άξιόν Έστι». Την Παναγία θεωρούσε βοηθό στην εκμάθηση της ψαλτικής και της νοεράς προσευχής. Η Παναγία τον έσωσε από μύριους πειρασμούς φθονερών ανθρώπων.
Ήταν φιλακόλουθος, πράος, σιωπηλός και αγαθός. Τίποτε το γήινο δεν τον ενδιέφερε. Τον νου του είχε πάντοτε ψηλά, στα ουράνια σκηνώματα. Δίδασκε με την παρουσία του και το παράδειγμά του. Οι δαίμονες τον μισούσαν και τον πολεμούσαν. Η Παναγία η Προδρομίτισσα, η μεγάλη αγάπη του υμνητή της Νεκταρίου, τους απομάκρυνε. Το καλοκαίρι του 1903 ο μέγας πρωτοψάλτης Νεκτάριος αναχώρησε για τον ουρανό, ύστερα από κτύπημα στο δάσος.
Ο Α. Μωραϊτίδης γράφει περί αυτού ότι πηγαίνουν οι προσκυνητές στη σκήτη «ν’ ακούσουν την αηδόφωνον μελωδίαν του περίφημου Βλάχου, του Νεκταρίου, του πρώτου μουσικοδιδάσκαλου του Αγίου Όρους, όστις όμως γηράσας και τυφλωθείς, έπαυσε προ χρόνων να ψάλλη, προ τεσσάρων δε μηνών εκοιμήθη εν Κυρίω, αφ’ ου επί πεντηκονταετίαν όλην διέδωσε την βυζαντινήν μούσαν εις τας μονάς και ιδίως εις την Λαύραν, την ημίσειαν ώραν απέχουσαν, όπου όλοι σχεδόν οι μοναχοί, από του Προηγουμένου κ. Κοσμά του Γέροντος μέχρι και των νεωτέρων υποτακτικών, γνωρίζουσι την εκκλησιαστικήν μουσικήν, υπό τον Βλάχον μαθητευθέντες».
Από τα 95 έτη της ζωής του τα 75 τα διήλθε μέσα στο τίμιο του μονάχου ράσο. Τα οστά του αναπαύονται στο οστεοφυλάκιο της σκήτης του Προδρόμου, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών. Η ψυχή του ψάλλει ενώπιον του θρόνου του Παντάνακτος και πολυΰμνητου Θεού και της Παντάνασσας Θεοτόκου.
Βιβλιογραφία:
Α. Μωραϊτίδου, Με του βορηά τα κύματα, Αθήναι 1927, σ. 69. Ιωαννικίου Μπαλάν Ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 309-315. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 191, 443.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ – 1900-1955, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011
Δείτε και:

 για τη συμμετοχή του στα διοικητικά της Ιεράς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου δείτε, εν ολίγοις, εδώ.

Βασσιανός μοναχός Προδρομίτης (1888 - 1972)


Γεννήθηκε στην κοινότητα Μπάχνα του νομού Ρόμαν της Ρουμα­νίας το 1888, ο κατά κόσμον Γεώργιος Οπρισάν. Το 1910 ήλθε στο Άγιον Όρος κρυφά, γιατί ο πατέρας του ήθελε να τον νυμφεύσει. Εισήλθε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου όπου εκάρη μοναχός. Εκεί διακόνησε στο ναό, το μαγειρείο, τον κήπο και το νοσοκομείο. Μετά από λίγα χρόνια πήγε στη σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου, όπου ασκήτευαν πολλοί συμπατριώτες του.
Υποτάχθηκε σ’ έναν από αυτούς που ζούσε ησυχαστικά. Ήταν ο Ρουμάνος Γέροντας Βαρλαάμ, που ζούσε με μεγάλη άσκηση, συνεχή προσευχή και θεία οράματα. Διηγείται ο ίδιος αργότερα:
«Ήταν πολλοί τότε οι όσιοι μοναχοί στον Άθωνα, αλλά έφευγαν τους ανθρώπους και ζούσαν τελείως άγνωστοι από τον κόσμο μέσα σε σπηλιές, ασκητήρια, και εκεί απέθαιναν. Έεε τί ήταν τότε το Άγιον Όρος! Αληθινός κήπος του παραδείσου. Σε κάθε βήμα, όπου και να επήγαινες, θα συναντούσες ένα μοναχό, έναν ερημίτη να προσεύχεται, ένα μεγαλόσχημο να κάνη μετάνοιες …».
Το 1924, λόγω των ημερολογιακών διχασμών, αναχώρησε για το αγιορείτικο μετόχι της σκήτης Νταρβάρι του Βουκουρεστίου, όπου έμεινε εκεί επί μία εικοσαετία. Ήθελε να επιστρέψει στο Περιβόλι της Πανα­γίας, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Πάντοτε πάντως το νοσταλγούσε. Την τελευταία τριακονταετία της ζωής του έζησε στη μονή Τσερνίκα εργαζόμενος ακατάπαυστα την παθοκτονία και αρετοσυγκομιδή και φθάνοντας σε υψηλά μέτρα ταπεινώσεως.
Έλεγε ο μακάριος Γέροντας: «Το Ψαλτήρι είναι το προσευχητάριο του μοναχού. Καθημερινά πρέπει να το διαβάζουμε … Οι ασθένειες κάνουν πολύ καλό για τους μοναχούς. Ιδιαίτερα στα γεράματα, διότι μας προκαλούν την μνήμη του θανάτου, μας ταπεινώνουν και μας προ­ετοιμάζουν για το μεγάλο ταξίδι. Η ασθένεια είναι ένα μεγάλο δώρο για τους γέροντες, διότι τους προειδοποιεί για την ώρα του θανάτου… Το ακριβώτερο δώρο στον άνθρωπο είναι η σωτηρία του. Γι’ αυτό εδώ στην γη πρέπει να κοπιάσουμε για την σωτηρία μας, διαφορετικά ματαίως γεννηθήκαμε. Την σωτηρία μας να κερδίσουμε, διότι εάν την χάσουμε, χάσαμε το παν … Το ωφελιμότερο έργο για τον μοναχό είναι η προσευχή. Οι κοσμικοί αποκτούν παιδιά και έχουν πολλές φροντίδες. Αυτοί σώζονται με τις θλίψεις και δοκιμασίες της ζωής, εάν τις υπομείνουν. Ενώ οι μοναχοί με την προσευχή. Αυτή είναι η αποστολή μας: να δοξάζουμε πάντοτε τον Θεό. Είναι μία μικρή προσευχή, αλλά έχει πολ­λή δύναμη γι’ αυτούς που την λέγουν συχνά. Δηλαδή το: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό”»…
Ανεπαύθη, εκηδεύθη και ετάφη στη μονή Τσερνίκα στις 21.11.1972, εορτή των Εισόδιων της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία από τον ιερό Άθωνα, το Περιβόλι της, υπεραγαπούσε.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιωαννικίου Μπαλλάν ιερομ., Πνευματικοί διάλογοι με Ρουμάνους πατέρες, Θεσσα­λονίκη 1986. σσ. 337-341.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 855-856 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.