Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Ρουμάνοι Αγιορείτες, σοφοί διδάσκαλοι και πνευματικοί οδηγοί, του 19ου αιώνα Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 'Αγιον Όρος, Μοναχισμός

Γέροντες

Ρουμάνοι Αγιορείτες, σοφοί διδάσκαλοι και πνευματικοί οδηγοί, του 19ου αιώνα
Ρουμάνοι Αγιορείτες, σοφοί διδάσκαλοι και πνευματικοί οδηγοί, του 19ου αιώνα
Η Ρουμανική Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου κτίσθηκε το 1853 στην περιοχή της Βίγλας, που απέχει από την κυρίαρχη Μονή της Μεγίστης Λαύρας μια ώρα.
Στη βιβλιοθήκη της Σκήτης υπάρχει ένα εικοσάτομο έργο του μοναχού Ειρηνάρχου. Κάθε τόμος, καλαίσθητος και χειρόγραφος με άφθονες καλλιτεχνικές μινιατούρες, σχέδια και σκηνές από το Άγιον Όρος, περιγράφει όλα τα στοιχεία για κάθε Μονή του Όρους. Το έργο αυτό είναι πολυτιμότατο, διότι μπορούμε να μάθουμε την ιστορία και την τότε κατάσταση, δηλαδή τέλη του 19ου αιώνα, εκάστης Μονής.
Από τα γραφόμενα στο έργο αυτό για τη Ρουμανική Σκήτη μεταφέρουμε στα ελληνικά τα εξής συναξάρια.

Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης

Ο όσιος Γέροντας Λεόντιος Θεοδωρέσκου, ιερέας και μεγαλόσχημος, καταγόταν από την Κοινότητα Νεγκρέτ του Νομού Νεάμτς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Θεόδωρος, ενώ η μητέρα του έγινε μοναχή με το όνομα Γλυκερία. Το έτος 1838 πήγε να μονάσει στο Μοναστήρι Χωραΐτσα της Μολδαβίας-Ρουμανίας. Τότε Ηγούμενος ήταν ο ονομαστός π. Ειρήναρχος Ροσέτς. Εκάρη μοναχός με το όνομα Ειρήναρχος και χειροτονήθηκε ιερέας.
Το 1852 αναχώρησε για το Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε στην τότε ιδρυθείσα Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Λεόντιος. Ηγούμενος τότε ήταν ο κτίτορας της Σκήτης ιερομόναχος Νηφων. Προείδε τον θάνατό του, ότι θα φύγει πριν από το Πάσχα του έτους 1901, και έλαβε την πληροφορία ότι θα εισέλθει στην αιώνια ζωή. Εκοιμήθη σε ηλικία 85 ετών, από τα οποία τα 49 έζησε στο Άγιον Όρος. Επί 9 χρόνια υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ναό της Θεοτόκου στη Γεσθημανή της Παλαιστίνης (1882-1891).
Ως προς τον χαρακτήρα του ήταν πολύ πράος, ευπρόσιτος, ευλαβής και απλός. Ουδέποτε θύμωνε ό,τι και να του έκανε κάποιος. Δεν σκανδαλιζόταν για ό,τι άσχημο έβλεπε ή άκουγε. Έκοβε το θέλημά του προς όλους βοηθώντας όλους στα διακονήματά τους. Είχε βαθιά ειρήνη και απέφευγε τους πειρασμούς. Ήταν ο πιο ενάρετος και αγιασμένος μοναχός και πάντοτε εύθυμος.
Μια φορά τον ρώτησα: «Τίμιε πάτερ, πώς συμβαίνει να μη σκανδαλίζεσαι ποτέ για ό,τι κακό βλέπεις και ακούς;» Δυστυχώς δεν μου απάντησε, και αυτό πολύ με λύπησε.
Ήταν αγαπητός, όχι μόνο στους μοναχούς, αλλά και στους επισκόπους, προς τους οποίους έτρεφε πολύ σεβασμό και ευλάβεια.
Ενώ ήταν 78 ετών (δηλαδή το 1894), το πρόσωπό του ήταν ροδοκόκκινο σαν το τριαντάφυλλο και λευκό σαν το λινό ύφασμα. Είχε δυνατή και μελωδική φωνή και έψαλλε ωραία στην εκκλησία. Τη νύκτα πρώτος κατέβαινε στην ακολουθία του Όρθρου και έφευγε τελευταίος. Ο ίδιος κάθε νύκτα θα περνούσε να κτυπήσει τις πόρτες των κελλιών των πατέρων για να κατεβούν στην ακολουθία.
Κάθε βράδυ φορώντας το επιτραχήλιό του και μ’ ένα αναμμένο κερί πήγαινε στο κοιμητήρι της Σκήτης και διάβαζε επιμνημόσυνη δέηση για τους κοιμηθέντες αδελφούς. Μου διηγήθηκαν άλλοι πατέρες, ότι ο παπα-Λεόντιος διάβαζε μεγαλοσχήμους πολλούς ηλικιωμένους πατέρες, οι οποίοι μετά την κουρά τους αναχωρούσαν για τις αιώνιες μονές.
Αγάπησε τη σιωπή, αλλά με διάκριση, διότι μία σοφή παροιμία λέει: “Άλλοι μιλούν όλη την ημέρα και δεν σφάλλουν, ενώ άλλοι δεν μιλούν και αμαρτάνουν» Απ’ αυτά τα λόγια καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουν αξία τα λόγια ή η σιωπή καθ’ εαυτά, αλλά η καρδιά και ο νους του ανθρώπου κατά πόσο εργάζονται τις εντολές του Θεού ή κυριεύονται από τα πάθη.

Μοναχός Ησαΐας Προδρομίτης

Ο μεγαλόσχημος μοναχός Ησαΐας Ντραγκιτσέσκου γεννήθηκε στην κοινότητα Ανινοάσα του νομού Μουσκέλ Ρουμανίας τη Μεγάλη Πέμπτη του έτους 1807. Στο βάπτισμά του πήρε το όνομα Ιωάννης. Κατ’ αρχήν μόνασε στη Μονή Χωραΐτσα και το έτος 1845 ήλθε στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε στο Κελλί Ευαγγελισμός της Θεοτόκου της Αγίας Άννης. Το 1857 ήλθε στη Ρουμανική Σκήτη, όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό του, που συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου 1902. Εκοιμήθη σε ηλικία 95 ετών, από τα οποία τα 57 έζησε στο Άγιον Όρος.
Ο π. Ησαΐας ήταν ένας σοφός διδάσκαλος και πνευματικός οδηγός, παρότι δεν σπούδασε στα σχολεία του κόσμου, αλλά στο πανεπιστήμιο της ερήμου. Με τις ψυχωφελείς διηγήσεις του και τον ευπροσήγορο τρόπο του στήριζε πνευματικά πολλούς ανθρώπους, συμβούλευε κυρίως τους νέους μοναχούς και είχε το χάρισμα να μαλακώνει και την πιο σκληρή καρδιά.
Όσα χρόνια έζησε στη Σκήτη, με το χάρισμα του λόγου του, πολλούς Χριστιανούς επέστρεψε από την αμαρτία, ενώ άλλους βοήθησε ν’ αφιερωθούν στη μοναχική ζωή.
Πέρασε με μεγάλη πτωχεία τη ζωή του, κοπιάζοντας να εφαρμόσει πλήρως την αρετή της ακτημοσύνης. Μεχρι τα γεράματά του διατηρούσε το αγωνιστικό του φρόνημα και απέφευγε τη σπατάλη για οτιδήποτε πράγμα.
Μαζί του μόνασε και ο κατά σάρκα αδελφός του Μαρίνος, ο οποίος στην κουρά του έλαβε το όνομα Μάρκος μοναχός και εκοιμήθη 15 ημέρες μετά από τον αδελφό του.
Όταν ζούσε, μας είχε διηγηθεί από παλαιοτέρους του μοναχούς με ποιο τρόπο βρέθηκε το νερό του κήπου της Σκήτης. Σ’ εκείνο το μέρος υπήρχε, πριν ιδρυθεί η Σκήτη, το Κελλί προς τιμήν της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, στο οποίο μόναζαν κυρίως Ρουμάνοι μοναχοί.
Το 1720 ένας μοναχός, μετά από πολλές προσευχές για την ανεύρεση νερού, αξιώθηκε να δεχθεί την επίσκεψη των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι του είπαν: «Σκάψε κοντά στις ελιές του κήπου και θα βρεθεί το νερό». Πράγματι το νερό βρέθηκε στα τέσσερα μέτρα και υπάρχει μέχρι σήμερα. Για ανάμνηση και ευχαριστία προς τους Τρεις Ιεράρχες, οι αγιογράφοι Πατέρες τότε ζωγράφισαν μία εικόνα με τους Αγίους να υποδεικνύουν στον μοναχό το σημείο της ανευρέσεως του νερού. Αυτή η εικόνα σήμερα υπάρχει στο παρεκκλήσιο της Αποτομής του Τιμίου Προδρόμου. Στη ίδια εικόνα έχουν ζωγραφισθεί και άλλα θαύματα που έγιναν κατά καιρούς στη Ρουμανική Σκήτη παλαιότερα.

Ο ερημίτης Μοναχός Σάββας Μπάνκο

Ο π. Σάββας γεννήθηκε στην πόλη Αλεξάνδρεια της Ρουμανίας στις 29 Αυγούστου 1837. Στο βάπτισμά του πήρε το όνομα Στέφανος. Οι γονείς του Χρήστος και Νόννα ήσαν Βούλγαροι και κατοικούσαν στο Τύρνοβο της Βουλγαρίας. Λόγω του επισυμβάντος πολέμου μεταξύ Τουρκίας και του τότε σκλαβωμένου ελληνικού Έθνους, αυτοί για περισσότερη ασφάλεια αναχώρησαν για τη Ρουμανία.
Στη Ρουμανική Σκήτη ήλθε το 1859 σε ηλικία 22 ετών. Μεγαλόσχημος έγινε το 1863 και το 1867 εξήλθε στο ησυχαστικό στάδιο αγωνιζόμενος μέχρι τον θάνατό του που συνέβη στις 20 Σεπτεβρίου 1902. Διακρίθηκε για τη φιλοξενία και την ταπείνωσή του. Το Κελλί στο οποίο αγωνίσθηκε με άκρα αυταπάρνηση και υπομονή είναι πλησίον του αγιάσματος του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη και ονομάζεται μέχρι σήμερα «Τουρλωτή». Όταν τον επισκέπτονταν αδελφοί στο Κελλί του, προσφερόταν ολοκληρωτικά σ’ αυτούς αφήνοντας όλα τα δικά του καθήκοντα. Μετά την αναχώρησή τους νήστευε επί διήμερο επιτελώντας ταυτόχρονα και τα καθήκοντα της προσευχής που παρέλειψε λόγω της φιλοξενίας των προσκυνητών.
Κάποτε, θέλοντας να τον πειράξω, τον πλησίασα εκεί που καθόταν, κάτω από την κληματαριά και του είπα:
– Πάτερ Σάββα, στην εκκλησία κάπου-κάπου μου έρχεται λίγη κατάνυξη, αλλά όταν κάνω στο κελλί μου τον κανόνα της προσευχής μου, ο νους μου σκορπίζεται εδώ και εκεί.
– Πίστεψε με, πάτερ Ειρήναρχε, μου είπε, πολλές φορές και χωρίς τη θέλησή μου μού έρχεται πένθος και δάκρυα. Έτσι καθαρίζει ο νους και η καρδιά από τα πονηρά νοήματα και αισθήματα και μπορώ να προσεύχομαι πλέον απερίσπαστα, χωρίς νοερό διασκορπισμό.
Τότε εγώ κατάλαβα ότι αυτός έχει υψηλή πολιτεία και πολλά χαρίσματα. Γι’ αυτό ήταν γνωστός και ξακουστός όχι μόνο στο Άγιον Όρος και στην Ελλάδα, αλλά και έξω απ’ αυτή, λόγω της αγάπης και της φιλοξενίας που πρόσφερε στους διάφορους προσκυνητές.
Ποτέ δεν τον έβλεπες σκυθρωπό, αλλά πάντοτε χαρούμενο και με βλέμμα ταπεινό. Η ομιλία του ήταν γλυκιά και ελκυστική σαν τον μαγνήτη. Φορούσε απλά ενδύματα και πάντοτε περπατούσε έχοντας το κομβοσχοίνι στο χέρι του.
Ευλαβείτο πολύ την Υπεραγία Θεοτόκο και συχνά διάβαζε τους Χαιρετισμούς της, καθώς και την προσευχή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, ο ενδοξαζόμενος ποιητής πάσης της κτίσεως ορατής τε και νοεράς…».
Αιωνία του η μνήμη.

Από το βιβλίο: Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, “Σύγχρονοι Γεροντάδες του Άθωνος”. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου 2005

Το μέγα όνομα της Αγίας Τριάδος Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης


Το μέγα όνομα της Αγίας Τριάδος
«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας Αυτόν
εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιω. 4:24).
Ο Θεός είναι πνευματικό ον, από το Οποίο τα πάντα πήραν την ύπαρξή τους· χωρίς το Οποίο τίποτε δεν είναι δυνατόν να νοηθεί· από το Οποίο τα πάντα έχουν την καταγωγή, τη συνέχεια, τη ζωή και τη συντήρησή τους· το Οποίο είναι απείρως μεγαλύτερο από κάθε τόπο και χρόνο· το Οποίο δεν είχε ποτέ ούτε αρχή ούτε τέλος· ενώπιον του Οποίου τα πάντα είναι σαν να μην υπάρχουν· το Οποίο βρίσκεται παντού και δεν περιορίζεται από κανέναν τόπο, ούτε άτομο, ούτε όρος, ούτε ουράνιο σώμα, ούτε τη θάλασσα, ούτε τον αέρα· το Οποίο προαιώνια γεμίζει κάθε τόπο, και με τη δύναμή Του συντηρεί τα πάντα· είναι πανταχού παρόν, σε κάθε σημείο τόπου, το οποίο μπορούμε να φαντασθούμε, και περιλαμβάνει απεριόριστα κάθε τόπο.
Με μία λέξη ο Θεός είναι ο Ων· υπάρχει δηλαδή, τρόπον τινά, μόνος· είναι ο Μόνος ο Οποίος υπάρχει πραγματικά.
Όταν προφέρεις κατά μόνας, μέσα στην καρδιά σου, το όνομα του Θεού, του Κυρίου, της Παναγίας Τριάδος, του Θεού Κυρίου Σαββαώθ ή του Ιησού Χριστού, έχεις στο όνομα αυτό όλο τον Κύριο με το άπειρό Του έλεος, την απεριόριστη σοφία, το απρόσιτό Του φως, την παντοδυναμία και το αναλλοίωτό Του.
Προσέγγισε τις σκέψεις σου και την καρδιά σου σε αυτό το θείο όνομα, το Οποίο δημιούργησε, συντηρεί και κυβερνά τα πάντα, με φόβο Θεού και με πίστη και αγάπη. Ιδού γιατί η εντολή του Θεού απαγορεύει αυστηρά να μεταχειριζόμαστε επί ματαίω το όνομα του Θεού, διότι το όνομά Του είναι ο Ίδιος, ένας Θεός σε τρία Πρόσωπα, ένα Ον, το Οποίο αντιπροσωπεύεται και περιλαμβάνεται σε μία μόνο λέξη, μολονότι δεν περιορίζεται ούτε από το όνομα αυτό, ούτε από κάτι άλλο, από όσα υπάρχουν.
Όταν επικαλείσαι με ζώσα και θερμή πίστη τα μεγάλα ονόματα της Παναγίας Τριάδος, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και τα έχεις αυτά με σεβασμό στην ψυχή σου, τότε έχεις μέσα σου τον Ίδιο τον Θεό σε τρία Πρόσωπα. Εκ του Θεού «και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα» (Ρωμ. 11:36).
Όταν λοιπόν είσαι ενωμένος με τον Θεό της Τριάδος με πίστη ζώσα και αρετή, ιδιαίτερα με καλοσύνη, ταπείνωση και αγάπη, ζήτησε από Αυτόν οτιδήποτε επιθυμείς, οτιδήποτε σε διδάσκει να ζητήσεις το Άγιο Πνεύμα, και θα σου δοθεί είτε αμέσως είτε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την κρίση της άπειρης σοφίας του Θεού. «Αίτησαι παρ’ εμού και δώσω σοι» (Ψαλ. 2:8).
Ό,τι ζητάς είναι αναμφίβολα μικρότερο, απείρως μικρότερο από τον Ίδιο τον Δοτήρα, ο Οποίος αντλεί την ύπαρξή Του από τον Εαυτό Του. Και αφού ο Ίδιος ο Δοτήρας είναι άπειρο Ον και μπορούμε με μία λέξη να Τον επικαλεσθούμε, πίστευε ότι μία σου λέξη μόνο, μία σου αίτηση η οποία αφορά την εκπλήρωση της παράκλησής σου, μπορεί αμέσως να πραγματοποιηθεί. «Αυτός είπε και εγεννήθησαν, Αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλ. 32:9). Θυμήσου τα θαυμάσια τα οποία έκανε ο Μωυσής, πώς αυτός ο άνθρωπος του Θεού ήταν θεός για τον Φαραώ και πώς αυτοστιγμεί με μόνο τον λόγο του, ή με μία κίνηση του χεριού του ή της ράβδου του γίνονταν όλα.
Ω μεγάλε Θεέ, υπερδεδοξασμένε Θεέ, Θεέ των θαυμασίων, Θεέ του ανεκφράστου ελέους, της συγκαταβάσεως και της αγάπης προς τον άνθρωπο, δόξα Σοι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων! Αμήν.

Από το βιβλίο: Αγίου Ιωάννου πρωθιέρεως της Κρονστάνδης, Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 15.
Γλωσσική προσαρμογή για την Κ.Ο.

Η απωθημένη ενοχή και το φαινόμενο της προβολής π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)


Η απωθημένη ενοχή και το φαινόμενο της προβολής
Τι είναι προβολή; Προβάλλει κανείς στους άλλους αυτά τα οποία έχει ο εαυτός του, αυτά τα οποία έχει μέσα του.
Πιο αναλυτικά να τα πούμε, για να καταλάβουμε. Ο αμαρτωλός άνθρωπος που διέπραξε μια αμαρτία και έχει απωθήσει την ενοχή που του δημιούργησε αυτή, μαζί με την ενοχή που απώθησε έχει απωθήσει και την ηθική συνείδηση, έχει απωθήσει και τον έγκυρο νόμο του Θεού· και τώρα στη θέση εκείνη έχει έναν δικό του νόμο.
Επομένως, όλα αυτά τα οποία σκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει, και στα οποία αυτός δίνει το χρώμα της θρησκευτικότητος – και μάλιστα πιθανόν να τα στηρίζει σε χωρία της Αγίας Γραφής, των πατέρων, σε χωρία των λειτουργικών βιβλίων – όλα αυτά είναι δικά του προσωπικά κατασκευάσματα, φτιαγμένα από τον εαυτό του. Και όλα αυτά γίνονται για να καλύψει την ενοχή – άσχετα αν το καταλαβαίνει ή όχι. Με άλλα λόγια, αυτά δεν είναι πραγματικά αλλά φανταστικά· είναι δικά του δημιουργήματα. Και τι γίνεται τότε;
Αυτά τα οποία αυτός έχει μέσα του – που είναι δικά του, φτιαχτά, δεν προέρχονται από τον ηθικό νόμο, από τον έγκυρο νόμο του Θεού αλλά από τον δικό του νόμο, τον νόμο της αλαζονείας και του εγωισμού του – αυτά τώρα τα προβάλλει στους άλλους. Και έτσι, κάτι που το έχει αυτός μέσα του, το βλέπει σε έναν άλλο. Κάτι άλλο που το ζει αυτός μέσα του, το βλέπει σε κάποιον άλλο. Κάτι άλλο που το αισθάνεται αυτός, από το οποίο είναι κυριευμένος αυτός, το βλέπει σε έναν τρίτο. Δηλαδή γίνεται μια προβολή.
Θυμάστε, σ’ αυτό το σημείο είχαμε κάπως επιμείνει παλαιότερα και είχαμε πει ότι γίνεται μεγάλο κακό. Βλέπουμε στον άλλο κάτι μη καλό: οποιοδήποτε σφάλμα, οποιαδήποτε αδυναμία, οποιαδήποτε, τέλος πάντων, νοοτροπία του. Αν βλέπαμε αυτή την αδυναμία, αυτή την κατάσταση του άλλου με ένα καθαρό μάτι, θα την βλέπαμε τόση δα. Επειδή όμως εμείς είμαστε ήδη κάτι μέσα μας, έχουμε δηλαδή έναν αρρωστημένο κόσμο μέσα μας, παίρνουμε αυτόν τον αρρωστημένο κόσμο, και, μια και βρήκαμε ένα μικρό σημείο επαφής στον άλλο, τον αποθέτουμε επάνω σ’ αυτόν· και σαν να λέμε: «Να, τι είναι ο άλλος!» Ενώ εκείνη την ώρα, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι σαν να λέει κανείς: «Να, τι είμαι εγώ!»
Δεν το λέει βέβαια, και ούτε πάει το μυαλό του ότι είναι έτσι, αλλά όταν λέει: «Να, τι είναι εκείνος! Να, τι κάνει αυτός! Να, τέτοιος είναι ο άλλος!» είναι σαν να λέει: «Αυτά τα έχω εγώ βαθύτερα μέσα μου, αλλά καλά-καλά ούτε εγώ τα ξέρω και ούτε θέλω να τα φανερώσω στους άλλους. Όσοι όμως μπορείτε να δείτε και να καταλάβετε, τα βλέπετε».
Και καταλαβαίνουμε τώρα πόσα μπερδέματα, πόσες παρεξηγήσεις, πόσες συγχύσεις και πόσες φιλονικίες γίνονται μεταξύ μας από το τίποτε. Διότι εγώ στον άλλο το τόσο μικρό το είδα τόσο μεγάλο, και εκείνος ίσως, με τη σειρά του, το τόσο μικρό σ’ εμένα το είδε τόσο μεγάλο, καθώς και εκείνος κάτι ανάλογο έχει κτλ.
Και έτσι θα έλεγε κανείς ότι ζούμε μέσα σε ψευδαισθήσεις, μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο, και αγόμαστε και φερόμαστε από μια φανταστική κατάσταση που βλέπουμε στον άλλο ή που ο άλλος βλέπει σ’ εμάς.
Είναι αλήθεια αυτό, είναι αλήθεια. Όσο κι αν φαίνεται υπερβολικό, είναι αλήθεια, ενώ εκείνο που χρειάζεται είναι ο καθένας πρώτον να σκεφθεί και να πει: «Μήπως τυχόν δεν βλέπω καλά; Μήπως δεν καταλαβαίνω καλά; Μήπως πέφτω έξω; Μήπως τυχόν τα μάτια μου με ξεγελούν; Αφού δεν αισθάνομαι να έχω καθαρότητα, αφού δεν αισθάνομαι ότι είμαι τακτοποιημένος ενώπιον του Θεού, αγιασμένος και φωτισμένος, μήπως τυχόν λοιπόν πέφτω έξω;»
Και από το άλλο μέρος να έρθει κανείς στη θέση του άλλου και να πει: «Ο άλλος ποιος ξέρει γιατί κάνει αυτό ή εκείνο; Μπορεί να το κάνει χωρίς να το καταλαβαίνει καθόλου. Ποιος ξέρει πώς λειτουργεί το μέσα του! Ποιος ξέρει από τι είναι κυριευμένος, από τι πάσχει και γιατί βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση!»
Όταν αυτά τα δύο γίνουν, τότε η όλη σχέση μας με τους άλλους θα είναι τελείως διαφορετική. Όμως αυτά τα δύο μόνο εν Χριστώ μπορούν να γίνουν. Προσέξτε το. Μόνο εν Χριστώ μπορούν να γίνουν.
Δεν μας αφήνει λοιπόν η απωθημένη ενοχή να βλέπουμε καθαρά και να ενεργούμε σωστά. Και πολύ αμφιβάλλω αν υπάρχει κανείς ο οποίος δεν έχει απωθημένη ενοχή. Όχι απλώς δηλαδή είμαστε αμαρτωλοί, αλλά έχουμε απωθημένη ενοχή. Δεν είναι ξεδιπλωμένη η ψυχή μας ενώπιον του Θεού, όσο πρέπει και όπως πρέπει.
Και όταν έχουμε απωθημένη κάποια ενοχή, αυτή δεν μας αφήνει να δούμε σωστά τον άλλο. Κατ’ αρχήν δεν μας αφήνει να πούμε: «Για στάσου. Εγώ με βάση ποιον νόμο βλέπω; Με τον νόμο του Χριστού, με τον έγκυρο νόμο της ηθικής συνειδήσεως; Ή μήπως βλέπω με κανένα δικό μου νόμο, που τον δημιουργεί το πλέγμα που είναι στο βάθος της υπάρξεώς μου, διότι τον άλλο νόμο, αυτόν της ηθικής συνειδήσεως, εγώ τον έστειλα στο υπόγειο της υπάρξεώς μου;»
Μόνο εν Χριστώ κανείς μπορεί να ταπεινωθεί, να συντριβεί και να αποφασίσει να πει: «Θεέ μου, γυμνός και τετραχηλισμένος στέκομαι ενώπιόν σου. Θα με δικάσεις, θα με τιμωρήσεις, θα με κολάσεις; Ό,τι θέλεις, Θεέ μου. Είμαι το πλάσμα σου και είσαι ο Θεός μου. Έχεις κάθε δικαίωμα να με κάνεις ό,τι θέλεις. Δεν κρύβομαι». Φυσικά, για να μπορέσει κανείς να πάρει τέτοια στάση, αυτό προϋποθέτει εμπιστοσύνη στον Θεό, στην ευσπλαχνία του Θεού.
Μόνο λοιπόν ο Χριστός μπορεί να μας κάνει ώστε από τη δική μας πλευρά να είμαστε επιφυλακτικοί στις κρίσεις μας, αναλογιζόμενοι μήπως τυχόν δεν βλέπουμε καλά, και επομένως να μη σπεύδουμε να λέμε: «Αυτός έτσι, εκείνος έτσι» κτλ. Αλλά επίσης μόνο εν Χριστώ μπορούμε να πούμε: «Ο άλλος ποιος ξέρει γιατί μιλάει έτσι, γιατί συμπεριφέρεται και ενεργεί έτσι».

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Από το πάθημα του Αδάμ στη λύτρωση”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2010, σελ. 142.

Περί προσευχής – Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως
Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως
Προσευχή αληθινή είναι η απερίσπαστη, η χωρίς ρεμβασμό, που εκτελείται με προθυμία, με ψυχή που πονάει για τις αμαρτίες της και με νου προσηλωμένο. Η προσευχή περισσότερο πρέπει να αφορά πράγματα αγαθά και να μην εξαντλείται μόνο σε λεπτά και προσεγμένα λόγια. Η ταπεινοφροσύνη γίνεται παντού όχημα της προσευχής και αυτή είναι η απόδειξη ταπείνωσης, γιατί γνωρίζοντας την ασθένειά μας ζητάμε της βοήθεια του Θεού.
Οι ασκούμενοι στην παρθενική ζωή, να έχει μπροστά στα μάτια σας μόνο τον Χριστό και τον Πατέρα Του και με την προσευχή να φωτίζεσθε από το Άγιο Πνεύμα. Όταν προσεύχεται μια ψυχή και δεν διαλέγεται με τον Θεό, πως θα εισακουσθεί απ’ Αυτόν; Η ευχή μας κάνει να προσεγγίζουμε τον Θεό και να αισθανόμαστε εξοικειωμένοι μαζί Του· ένθεος συνομιλία και νοερή απάντηση με Αυτόν που είναι το κάλλιστο και τιμιότατο.
Η προσευχή είναι βοηθός στη ζωή μας· συνομιλία με τον Θεό, λησμοσύνη των γήινων πραγμάτων, άνοδος στον ουρανό. Δια της ευχής μεταφερόμαστε προς τον Θεό. Αν έχουμε συναίσθηση ότι προσευχόμενοι στεκόμαστε ενώπιόν Του, θα προσευχηθούμε πράγματι χωρίς μετεωρισμό.
Η προσευχή είναι ο ήλιος των νοερών οφθαλμών της ψυχής. Όπως ο ήλιος είναι το φως του σώματος, έτσι και η προσευχή είναι το φως της ψυχής. Η προσευχή που διενεργείται με προθυμία και ζήλο, είναι άσβηστο και διαρκές φως της ψυχής και της διανοίας. Η θεία προσευχή είναι αληθινά ουράνια πανοπλία και από μόνης της είναι δυνατόν να διαφυλάξει ασφαλώς αυτούς που έχουν παραδώσει τον εαυτό τους στον Θεό. Η προσευχή είναι κοινό φάρμακο των παθών, κατάλληλο στο να προφυλάει απ’ αυτά. Η προσευχή είναι χορηγός της ζωής, υποθήκη υγείας, ελπιδοφόρο άνθος. Μεγάλο όπλο η προσευχή, μεγάλη ασφάλεια, μεγάλος θησαυρός, μεγάλο λιμάνι, ασφαλής περιοχή. Η προσευχή είναι σωτήριο φάρμακο, που εμποδίζει τη διάπραξη αμαρτημάτων και γιατρεύει τα πλημμελήματα.
Ισχυρό όπλο η προσευχή, μόνιμος θησαυρός, πλούτος αδαπάνητος, λιμάνι δίχως κύματα, πηγή γαλήνης, ρίζα μυρίων αγαθών και μητέρα· πιο δυνατή και από τη βασιλεία ακόμη.
Η προσευχή είναι λιμάνι των βασανισμένων, άγκυρα όσων κλυδωνίζονται, στήριγμα των σαλευομένων, θησαυρός των φτωχών, ασφάλεια των πλουσίων, απομάκρυνση νοσημάτων, φύλακας της υγείας, φυγαδευτήριο κάθε λύπης, πηγή ευθυμίας, αφορμή συνεχούς ευχαρίστησης, μητέρα της φιλοσοφίας.
Η προσευχή είναι βοηθός στη ζωή μας· συνομιλία με τον Θεό, λησμοσύνη των γήινων πραγμάτων, άνοδος στον ουρανό. Δια της ευχής μεταφερόμαστε προς τον Θεό. Αν έχουμε συναίσθηση ότι προσευχόμενοι στεκόμαστε ενώπιόν Του, θα προσευχηθούμε πράγματι χωρίς μετεωρισμό
Η προσευχή δεν είναι βέβαια εφόδιο μόνο στους αμαρτωλούς και κάτι ανάρμοστο για τους δικαίους. Και στους δύο προσφέρει άφθονα τα αγαθά. Στους δίκαιους παραχωρεί την ασφάλεια της δικαιοσύνης και στους αμαρτωλούς το μέσο για να αποθέσουν τα αμαρτήματά τους. Είναι ο τρόπος για να κρατηθούν οι δίκαιοι μακριά από την αμαρτία. Είναι νοητή η κραυγή των δικαίων προς τον Θεό αλλά η ισχύς της κρύβεται στα βάθη της καρδιάς και μπορεί να φθάσει ως τα αυτιά του Θεού. Ο Θεός βέβαια γνωρίζει όλων τις σκέψεις. Και ότι ακριβώς επισημαίνει η φωνή μας, αυτό λέμε με τον νου στον Θεό, το οποίο όμως πριν ακόμη το σκεφτούμε, ο Θεός το γνωρίζει. Είναι δυνατόν λοιπόν ο άνθρωπος να προσεύχεται χωρίς να προφέρει καμιά λέξη, αλλά να συνδυάζει μέσα του καθετί πνευματικό σε νοερή προσευχή που τον ενώνει απερίσπαστα με τον Θεό.
Αυτή είναι η πραγματική προσευχή, όταν εσωτερικά πηδούν φωνές περισσότερο της πονεμένης ψυχής, αλλά από την προθυμία του νου που προσεύχεται. Έτσι προσευχόταν και ο Μωυσής. Γι’ αυτό, δίχως να έχει πει ο ίδιος μια λέξη, του λέει ο Θεός: «τι βοάς προς με;». Ασφαλώς οι άνθρωποι μόνο αυτήν τη φωνή προσέχουν. Ο δε Θεός, πριν από αυτή, ακούει την εσωτερική κραυγή του. Άρα και χωρίς να μιλάτε, ακούγεσθε από τον Θεό· και στην αγορά που βαδίζετε να προσευχόσαστε με τον νου, μετά πολλής ακριβείας· και με φίλους αν συζητάτε και με καθετί με το οποίο ασχολείσθε, μπορείτε με μία σφοδρή βοή να καλείτε τον Θεό· την εσωτερική σας βοή εννοώ, αλλά σε κανέναν από τους παρόντες να μη δίνετε την εντύπωση ότι κάνετε τέτοια προσευχή.
Ούτε με τη στάση του σώματος ούτε με την κραυγή της φωνής, αλλά με πρόθυμη τη θέληση να κάνουμε προσευχή. Μήτε με θορύβους και κραυγές και προς επίδειξη, έτσι ώστε να ενοχλείτε και τους διπλανούς, αλλά με κάθε ηπιότητα, με συντριβή νου και εσωτερικά δάκρυα.
Απόσπασμα από το βιβλίο: « Το γνώθι σαυτόν – κείμενα αυτογνωσίας» –  Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Εκδόσεις Άθως, Σεπτέμβριος 2014, σελ. 111-113

Διάλογος περί προσευχής (+ Γέροντος Κλεόπα Ηλίε)


Διάλογος περί προσευχής
(+ Γέροντος Κλεόπα Ηλίε)
 
– Γέροντα Κλεόπα, τι είναι η προσευχή και ποια τα είδη της, κατά τους αγίους Πατέρες;

– Προσευχή είναι η συνομιλία με τον Θεό. Είναι βλαστός της πραότητας και της αοργησίας, είναι καρπός της χαράς και της ευχαριστίας. Κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό, είναι η αποδίωξη της λύπης και της απελπισίας. Είναι η ένωση και συνάφεια του ανθρώπου με τον Θεό και, κατά τους Πατέρες, η δύναμη του κόσμου, η συμφιλίωση με τον Θεό, η μητέρα των δακρύων και η θυγατέρα αυτών. Η προσευχή είναι το κλειδί της βασιλείας των ουρανών και, κατά τον Ρώσο άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο, είναι η ανάβαση του νου και των σκέψεών μας στον Θεό.
Η προσευχή έχει τρεις βαθμούς: Στον πρώτο ανήκει η προφορική ή σωματική προσευχή, στον δεύτερο η νοερά και στον τρίτο η καρδιακή.
 


– Πώς γνωρίζει κάποιος ότι προσευχήθηκε αληθινά στον Θεό;

– Η αίσθηση της παρουσίας του Θεού στην προσευχή μας γίνεται κυρίως όταν ο προσευχόμενος δεν απαγγέλλει τίποτε με λόγια. Γι’ αυτό, όταν τα λόγια της ευχής φθάσουν στην καρδιά, τότε σίγουρα αυτή η προσευχή είναι αληθινή.


– Γνωρίζει ο άνθρωπος πότε πέρασε από τη μία βαθμίδα της προσευχής στην άλλη; 

–Η μετάβαση του προσευχόμενου από την κατώτερη στην ανώτερη βαθμίδα της προσευχής, καθώς και η πνευματική του πρόοδος, δηλαδή η ανάβασή του σ’ αυτές τις τρεις πνευματικές βαθμίδες, κατά τους περισσότερους αγίους Πατέρες, δεν γίνεται γνωστή στον προσευχόμενο.
Η πνευματική ανάβαση στην προσευχή μοιάζει με την ανάπτυξη ενός φυτού· αυξάνεται αυτό χωρίς να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται τις στιγμές της αναπτύξεώς του. Μοιάζει με ένα παιδί που μεταβαίνει από τη μία ηλικία στην άλλη, χωρίς να μπορεί να ξέρει τον ακριβή καιρό της αναπτύξεώς του. Αυτή η πνευματική ανάβαση του ανθρώπου δεν είναι μόνο καρπός των κόπων του, αλλά περισσότερο δώρο της χάριτος και του θείου ελέους. Και είναι μυστική αυτή η πρόοδος από θεία οικονομία, για να μην πέσει ο άνθρωπος στην υπερηφάνεια στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
Ωστόσο ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μας φανερώνει μερικά σημεία με τα οποία μπορεί κανείς να καταλάβει σε ποια πνευματική βαθμίδα είναι. Λέει: «Ο άνθρωπος, όσο βρίσκεται στην αμέλεια, φρίττει την ώρα του θανάτου, και όταν πλησιάζει προς τον Θεό, φοβάται το αντίκρυσμα του δίκαιου Κριτή. Ενώ όταν φθάσει στο πλήρωμα της θείας αγάπης από την παρούσα ζωή, τότε δεν υπάρχουν αυτές οι δύο δυσκολίες».


– Τι είναι η νοερά και τι η καρδιακή προσευχή;

– Η νοερά προσευχή είναι εκείνη που γίνεται με στοχασμούς και ο νους συνηθίζει να βυθίζεται την ώρα της προσευχής, να τη λέει εξ ολοκλήρου μυστικά και χωρίς να διασκορπίζεται. Την περίοδο αυτή ο νους ειρηνεύει, ενώνεται με τις λέξεις της ευχής και την απαγγέλλει μυστικά. Η καρδιακή προσευχή είναι η προσευχή της νοερής αισθήσεως. Κατ’ αυτήν, όταν η εργασία της ευχής που γινόταν στον νου αρπαχθεί από την καρδιά, τότε η νοερά προσευχή που ήταν σκέψη, τώρα γίνεται νοερή αίσθηση, η οποία γίνεται πνευματική ανάγκη στον άνθρωπο. Όποιος έφθασε σ’ αυτή την προσευχή της καρδιάς, από όπου πηγάζουν τα αισθήματα του ανθρώπου, προσεύχεται χωρίς λόγια, επειδή ο Θεός είναι Θεός της καρδιάς. Απ’ αυτή τη βαθμίδα αρχίζει η αληθινή πρόοδος στην προσευχή. Αυτή την προσευχή μπορεί να την εξαφανίσει η πολλή ανάγνωση και η επιμονή ενός ακόμη λογισμού, ενώ η παραμονή σ’ αυτή την αίσθηση της προσευχής διαφυλάσσεται με τη συνεχή επίκληση μόνο των λέξεων της ευχής. Λοιπόν, από όσα σημειώσαμε μέχρι εδώ, πρέπει να θυμόμαστε ότι η νόηση και η αίσθηση είναι δύο δυνάμεις της προσευχής, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο.


– Πώς μπορούν σήμερα οι άνθρωποι να εκτελέσουν την εντολή του αποστόλου Παύλου «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»;

–Μπορεί κανείς να προσεύχεται αδιάκοπα, αν βρίσκεται πάντοτε με τον νου και την καρδιά του ενώπιον του Θεού. Με τα χέρια του μπορεί να εργάζεται, ενώ με τον νου και την καρδιά του να υψώνεται στον Θεό. Και ακόμη αυτό έχω να προσθέσω, ότι το βασικό γνώρισμα αυτής της προσευχής είναι να υπάρχουν ενωμένα ο νους και η καρδιά μας και αχώριστα από τον Θεό, σ’ οποιοδήποτε τόπο και χρόνο βρισκόμαστε. Να έχουμε πάντοτε την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Αυτή η εργασία ισχύει για όλες τις τάξεις της προσευχής και θεωρείται μια προσευχή ακατάπαυστη, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο. Αυτή την αίσθηση και συνεχή θεωρία του Θεού είχε ο μακάριος προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. 15:8).
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι η ζωή του ανθρώπου είναι μία αδιάκοπη προσευχή, όταν αυτός σκέπτεται νοερά πάντοτε τον Θεό.


– Υπάρχει άλλη βαθμίδα προσευχής μετά από την καρδιακή προσευχή;

–Υπάρχει η πνευματική προσευχή που γίνεται εν εκστάσει, γι’ αυτό και λέγεται εκστατική προσευχή και είναι πάνω από τα όρια της συνηθισμένης προσευχής. Αυτός που έφθασε σ’ αυτή τη βαθμίδα δεν προσεύχεται πλέον, αλλά η ψυχή του αισθάνεται και βιώνει τις θείες ενέργειες. Σ’ αυτή την προσευχή ένας μόνο από κάθε γενεά αξιώνεται να φθάσει με τη Χάρη του Θεού, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.


– Πώς μπορούμε να φθάσουμε στην πνευματική προσευχή;

–Μητέρα της προσευχής είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Αυτή διδάσκει τον άνθρωπο να προσεύχεται, να προοδεύει στην προσευχή, μέχρι να φθάσει στην ύψιστη βαθμίδα, που είναι η εκστατική προσευχή. Διότι οκτώ είναι οι βαθμίδες της προσευχής, κατά τους αγίους Πατέρες: Η εν πνεύματι φυσική θεωρία, δηλαδή σκέψεις για την δημιουργία του Θεού, η προσευχή με τη γλώσσα (προφορική), η προσευχή με τον νου και το στόμα, όταν δηλαδή προσεύχεσαι προφορικά και προσέχεις με τον νου τα όσα λες. Κατόπιν είναι η καθαρά νοερή προσευχή, μετά η νοερή και καρδιακή συγχρόνως προσευχή, όταν δηλαδή προσεύχεσαι μυστικά με νήψη και με αίσθηση της καρδιάς σου· κατόπιν η καρδιακή προσευχή, όταν δηλαδή ο νους είναι κλεισμένος στην καρδιά με τη Χάρη του Θεού και από εκεί υψώνεται στον ουρανό, και η τελευταία βαθμίδα είναι η εκστατική προσευχή, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει αν είναι με το σώμα ή χωρίς το σώμα. Σ’ αυτή την προσευχή φθάνουν οι άγιοι με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

(Από το άρθρο: «Διάλογοι περί προσευχής». Περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), σελ. 46.)

Λόγοι σε 150 κεφάλαια - β΄) Περί προσευχής Γ' Τόμος Φιλοκαλίας


Λόγοι σε 150 κεφάλαια - β΄) Περί προσευχής

18. Η συγκεφαλαίωση κάθε αγαθής επιμέλειας και η κορυφή των κατορθωμάτων είναι η επιμονή στην προσευχή, με την οποία αποκτούμε και τις άλλες αρετές, καθώς ο Θεός που τον επικαλούμαστε, μας απλώνει το χέρι Του σε βοήθεια. Κατά την προσευχή γίνεται στους άξιους κοινωνία της μυστικής ενέργειας του Θεού και συνάφεια της διαθέσεώς τους προς την αγιότητά Του, όπως και του νου προς τον Κύριο με άρρητη αγάπη.
«Έδωσες, λέει ο Ψαλμωδός, ευφροσύνη στην καρδιά μου»(Ψαλμ. 4, 8). Και ο ίδιος ο Κύριος λέει: «Η βασιλεία των ουρανών βρίσκεται μέσα σας»(Λουκ. 17, 21). Το να βρίσκεται εσωτερικά η βασιλεία τι άλλο σημαίνει, παρά ότι η ουράνια ευφροσύνη του Πνεύματος φανερώνεται με ενάργεια στις άξιες ψυχές;
Γιατί οι άξιες ψυχές, με την ενεργό κοινωνία του Πνεύματος, από εδώ ήδη δέχονται τον αρραβώνα και τα προοίμια της απολαύσεως και της χαράς και της πνευματικής ευφροσύνης, στην οποία θα μετάσχουν μέσα σε αιώνιο φως οι Άγιοι στη βασιλεία του Χριστού.
Κάτι αντίστοιχο εννοεί και ο θείος Απόστολος που λέει: «Ο Θεός μας παρηγορεί στη θλίψη μας, για να μπορούμε κι εμείς να παρηγορούμε όσους περνούν κάθε είδους θλίψη, με την παρηγοριά που παίρνομε οι ίδιοι από το Θεό»(Β΄ Κορ. 1, 4). Αλλά και το ρητό: «Η καρδιά μου και η σάρκα μου αναγάλλιασαν στην παρουσία του ζώντος Θεού»(Ψαλμ. 83, 3), όπως και το: «Η ψυχή μου θα χορτάσει, σαν από λιπαρό και θρεπτικό φαγητό»(Ψαλμ. 62, 6) και τα όμοια, έχουν το ίδιο νόημα και υπαινίσσονται την ενεργό ευφροσύνη και παρηγοριά του Πνεύματος.
19. Όπως μεγαλύτερο από τα αλλά είναι το έργο της προσευχής, έτσι χρειάζεται και περισσότερο κόπο και φροντίδα εκείνος που έχει έρωτα γι' αυτήν, μην τυχόν τον εξαπατήσει η κακία χωρίς να το καταλάβει. Γιατί εκείνους που φροντίζουν για μεγαλύτερο αγαθό, τους προσβάλλει και ο πονηρός περισσότερο.
Γι' αυτό ο προσευχόμενος χρειάζεται πολλή νήψη, για να παρουσιάζει κάθε μέρα περισσότερους καρπούς αγάπης και ταπεινοφροσύνης, απλότητας και αγαθότητας, όπως επίσης και διακρίσεως, καθώς θα παραμένει καρτερικά στην προσευχή. Οι καρποί αυτοί θα κάνουν φανερή την προκοπή και την επίδοσή του στα θεία, ενώ θα παρακινούν και τους άλλους στον ίδιο ζήλο.
20. Ο θείος Απόστολος διδάσκει να προσευχόμαστε αδιαλείπτως(Α΄ Θεσ. 5, 17) και να επιμένομε στην προσευχή, όπως επίσης και ο Κύριος μ' εκείνο που είπε: «Πόσο περισσότερο ο Θεός θα αποδώσει το δίκαιο σ' εκείνους που τον παρακαλούν νύχτα - μέρα»(Λουκ. 18, 7), και με το: «Αγρυπνείτε και προσεύχεστε»(Ματθ. 26, 41).
Πρέπει λοιπόν πάντοτε να προσευχόμαστε και να μην ραθυμούμε(Λουκ. 18, 1). Όπως λοιπόν εκείνος που επιμένει καρτερικά στην προσευχή διάλεξε το σπουδαιότερο έργο, έτσι πρέπει να αναλάβει μεγάλον αγώνα και ανένδοτη ευψυχία, για το λόγο ότι η κακία φέρνει πολλά εμπόδια στην επίμονη προσευχή, δηλαδή ύπνο, ακηδία, βάρος του σώματος, εκτροπή των λογισμών, ακαταστασία του νου, ατονία και τα λοιπά τεχνάσματα της κακίας.
Έπειτα θλίψεις και εξεγέρσεις των πονηρών πνευμάτων που πολεμούν σφοδρά εναντίον μας και αντιστέκονται, και εμποδίζουν να πλησιάζει το Θεό η ψυχή εκείνη που αληθινά ζητεί το Θεό ακατάπαυστα

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ Ἁγίου Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας


 Ἁγίου Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
Πάντα μὲ πολλὴ παρρησία πρέπει νά πλησιάζουμε τὸν Θεό, νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὰ μικρὰ παιδιὰ πού περιμένουν βοήθεια ἀπὸ τὴν μητέρα τους καὶ ἁπλώνουν πρὸς αὐτὴν τὰ μικρὰ χεράκια τους. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν ἕνας φτωχὸς πού πεθαίνει τῆς πείνας καὶ ἦρθε νά παρακαλέσει τὸν Ἄνθρωπο πού εἶναι γνωστὸς γιά τὴν εὐσπλαχνία Του νά τὸν βοηθήσει. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὴν Χαναναία γυναῖκα πού μὲ ἐπιμονὴ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ καὶ σηκώνει σ’ Αὐτὸν τὰ χέρια της. Τὸν ἱκετεύει μὲ παρρησία γιατὶ πιστεύει καὶ ξέρει ὅτι θὰ λάβει αὐτὸ πού ζητᾶ. Πιστεύει καὶ γι’ αὐτὸ παίρνει βοήθεια.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι δύο προϋποθέσεις ὑπάρχουν γιά νά γίνει δεκτὴ ἡ προσευχὴ μας ἀπὸ τὸν Θεό. Πρώτ’ ἀπ’ ὅλα χρειάζεται βαθεῖα καὶ μεγάλη πίστη στόν Κύριο, μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά νά πιστεύουμε σ’ Αὐτὸν πού ἱκετεύουμε. Καὶ τὸ δεύτερο, νά μὴν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἀμφιβολίας, κανένας δισταγμὸς στήν καρδιά, ἀλλὰ μόνο ἡ πίστη, ἡ πίστη στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Μόνο ἡ προσευχὴ πού βγαίνει ἀπὸ καρδιά πού εἶναι γεμάτη ἐλπίδα καὶ πίστη ἀκούγεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸ ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονή. Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν θὰ λάβουμε ἀμέσως αὐτὸ πού ζητᾶμε. Πρέπει νά δείξουμε ὅτι εἶναι σταθερὴ ἡ ἐλπίδα πού ἔχουμε στόν Θεὸ καὶ ἡ ἐπιμονὴ σ’ αὐτὰ πού ζητᾶμε.
Τὶ σημαίνει νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα;
Δέν ἔχουμε καὶ ἐμεῖς τίς δικὲς μας βιοτικὲς φροντίδες; εἶναι δυνατὸν νά ἀσχολούμαστε μόνο μὲ τήν προσευχή; Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ φαίνεται ἀπραγματοποίητη. Καὶ ὅμως εἶναι ἐφικτὴ καὶ ἐφαρμόσιμη, διότι τίποτα τὸ ἀνέφικτο δέν ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
Πῶς ὅμως μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε στή ζωὴ μας αὐτὴ τὴν ἐντολὴ πού ἰσχύει γιά  ὅλους τοὺς χριστιανούς; Τὸ νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα δέν σημαίνει μόνο νά διαβάζουμε τίς  εὐχές, νά κάνουμε γονυκλισίες καὶ νά πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα. Νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα μποροῦμε πάντα καὶ ὅπου καὶ ἄν βρισκόμαστε.
Τὸ μόνο πού χρειαζόμαστε εἶναι νά ἔχει ἡ καρδιά μας διάθεση γιά  προσευχή. Νά εἶναι ταπεινὴ καὶ νά θρηνεῖ ἀδιάκοπα τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά της. Γεμάτη φόβο μπροστὰ στήν μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο προσβάλλουμε μὲ τίς  ἁμαρτίες μας. Ἂν τέτοια θὰ εἶναι ἡ καρδιά μας, τότε πάντα θὰ εἴμαστε προσευχόμενοι καὶ στή δουλειά καὶ στό σπίτι.
Θὰ εἴμαστε προσευχόμενοι ἀκόμα καὶ τότε ὅταν κληθοῦμε νά δώσουμε λόγο σ’ αὐτοὺς πού ἔχουν στά χέρια τους ἐξουσία. Καὶ ὄντας ὑπό κρίσιν ἐνώπιόν τους, θὰ στέλνουμε τίς  σιωπηλὲς μας κραυγὲς στόν Θεό, παρακαλώντας Τον νά μᾶς προστατέψει.
Σὲ κάθε μας ἔργο μποροῦμε νά προσευχόμαστε, μόνο νά ὑπάρχει διάθεση γιά  προσευχή, νά ποθεῖ ἡ καρδιά μας τὸν Κύριο καὶ τότε ἡ ἐντολὴ πού μᾶς ἔδωσε ὁ ἀπόστολος μπορεῖ εὔκολα νά πραγματοποιηθεῖ.
Δέν ἀκούει ὁ Θεὸς ἐκεῖνες τίς  προσευχὲς πού δέν τοῦ εἶναι εὐάρεστες. Δέν δέχεται τὶς παρακλήσεις πού στρέφονται κατὰ τῶν ἀνθρώπων. Δέν τὶς δέχεται ὅταν, γιά παράδειγμα, Τοῦ ζητᾶμε νά τιμωρήσει τοὺς ἐχθρούς μας. Γιατί, πολλὲς φορὲς ἀσυνείδητα ζητᾶμε στίς προσευχὲς μας κάτι βλαβερὸ γιά  τὸν πλησίον. Τέτοιες εὐχὲς ὁ Θεὸς δέν τὶς εἰσακούει.
Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς εἶναι, νά παραδινόμαστε ὁλοκληρωτικά, μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας νά ἱκετεύουμε τὸν Θεὸ καὶ ἡ προσευχὴ νά εἶναι γεμάτη πίστη καὶ ἀκράδαντη ἐλπίδα. Ἔτσι ὅμως προσεύχεται ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἡ δικὴ μας προσευχὴ εἶναι μόνο ἐπανάληψη κάποιων λέξεων, πού ἔχουμε ἀποστηθίσει καὶ ἐνῶ τὰ διαβάζουμε, τὸ πνεῦμα μας δέν προσεύχεται, ἀλλὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουμε μηχανικά, χωρὶς νά σκεφτόμαστε αὐτὰ πού ζητᾶμε. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν ἀκοῦμε τίς  προσευχὲς μας καὶ ἂν δέν τὶς ἀκοῦμε ἐμεῖς, τότε πῶς θέλουμε ὁ Θεὸς νά ἀκούσει αὐτὰ πού ζητᾶμε;
Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς στέλνει μιά συμφορὰ πού πλήττει ὁλόκληρο τὸν λαό, τότε ὅλος ὁ λαὸς πρέπει νά Τὸν ἱκετεύει γιά τή σωτηρία του. Πρέπει ὅλοι νά κάνουν αὐτὸ πού ἔκαναν κάποτε οἱ κάτοικοι τῆς Νινευί, ὅταν ἔμαθαν ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰωνᾶ πώς ἀποφάσισε ὁ Θεὸς νά καταστρέψει τὴν πόλη. Τὶ ἔκαναν αὐτοί τότε; Ὅλος ὁ λαὸς τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες προσευχόταν ὁμόψυχα. Καὶ ἐπειδὴ προσεύχονταν ὅλοι ὁ Θεὸς τοὺς ἐλέησε.
Λοιπόν, νά προσευχόμαστε ἀδιάκοπα καὶ νά χτυπᾶμε ἀκούραστα τὴν θύρα τῆς Θείας εὐσπλαχνίας. Νά Τὸν ἱκετεύουμε ὄχι μόνο γιά  μᾶς, ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτοὺς πού δέν προσεύχονται. Τότε, ἀσφαλῶς, θὰ εἰσακουστοῦν οἱ προσευχὲς μας καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς ἀποδώσει κατὰ τὸ μέγα Του ἔλεος.