Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Φωτογραφίες από το κελί και τον τάφο του γέροντα Εφραίμ του Κατουνακιώτη




Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του αδελφού Κωνσταντίνου συνεργάτη των Αναβάσεων. Τον οποίο και ευχαριστούμε για την παραχώρηση τους

Ο τραχύς στην γλώσσα και τρυφερός στους τρόπους Παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.


Τὸ 1967, μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Γέροντα Ἀμφιλοχίου τοῦ Πατμίου, τρεῖς ἀδελφοὶ ἐπισκέφθηκαμε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Μία παλιὰ γνωριμία μᾶς ἔφερε στὴν Κέλλα τοῦ μοναχοῦ Παϊσίου. Τοῦ ζητήσαμε νὰ μᾶς ὑποδείξει κάποιους πνευματικοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀκροασθοῦμε λόγον ἀγαθόν. Ἀποκρίθηκε:
-Ὁ λόγος ποὺ βρίσκομαι σ’ αὐτὴν τὴν ἔρημο εἶναι ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀφάνεια.
***
Ἀπὸ ἄλλον νεώτερο μοναχό, πληροφορηθήκαμε πὼς στὰ Κατουνάκια ὑπάρχει Ἱερομόναχος ποὺ κάνει τὸν ἀγῶνά του, χωρὶς νὰ γίνεται καθόλου λόγος γιὰ προορατικά, προφητικὰ καὶ θαυματουργικὰ χαρίσματα. Καλογερικὲς κουβέντες: «Ἀγωνίζεται».
***
Ψάχνοντας τὸν Ἐφραίμ, βρεθήκαμε στὰ Κατουνάκια. Ἡ ἀδελφότητα τῶν Δανιηλαίων, εἶναι ἀπὸ παλιὰ ἕνα καλὸ στέκι γιὰ νὰ φέρει κανεὶς γυροβολιὰ τὴν «ἔρημο», ὅπως χαρακτηρίζονται ἐκεῖνα τὰ βραχώδη τοπία τοῦ Ἄθωνα. Στὴν συνοδία αὐτὴν ὁ μετὰ τὸν Γέροντα Πατὴρ Μόδεστος ξεχώριζε γιὰ τὸ ἱλαρὸν τοῦ προσώπου, τὴν ἀκακία του τρόπου του καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. Ἀργότερα, ποὺ ἔγινε Γέροντας τοῦ Κελλιοῦ, αὐτὰ ἔγιναν ἐμφανῆ καὶ ἐπίσημα στολίδια στὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς Μοδέστου. Ἦταν καὶ αὐτὸς γνήσιο παιδὶ τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας.
Ὁ ἁπλὸς καὶ ἀνεπιτήδευτος λόγος του ἦτανε νᾶμα Χάριτος. Τὸ χέρι του τὸ ἀσπαζόσουνα ὅπως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας στὶς ἅγιες εἰκόνες. Ἔφερνε καὶ αὐτὸς σεβαστικὰ τὸ ψωμὶ στὸ στόμα του σὰν τοὺς παλιοὺς ἀνθρώπους. Μειδιοῦσε σὰν παιδὶ καὶ σοβαρευότανε σὰν μεγάλος μέσα στὴν ἐλαχιστότητά του. Μιλοῦσε ὄχι ἀπὸ καθέδρας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ σκίμποδο τοῦ ἁγιορείτου μαθητοῦ. Σπάνιες χάρες σήμερα. Ποῦ «γεροντισμὸς» στὸν γέροντα Μόδεστο καὶ «σοβαρότητα» ἱκανοῦ διδασκάλου; Μιλοῦσε, καὶ ῥόδιζε τὸ πρόσωπό του σὰν ντροπαλὴ παιδίσκη.
«Κύριε, μὴ μᾶς στερήσεις ἀπὸ τὴν παρουσία τους. Δίνε μας πάντα τέτοια ``κάντρα``».
***
Καὶ ἄλλη μία συνοδία μᾶς ἐκαρδίωσε: τοῦ Γέροντα Χριστόδουλου. Τὸ Κελλὶ βρισκότανε κάτω ἀπὸ τοὺς Δανιηλαίους πρὸς τὰ Καρούλια. Ὁ Γέροντας καὶ ὁ ὑποτακτικὸς μᾶς ὑποδέχθηκαν στὴν ἀληθινὴ ἀετοφωλιά τους σὰν παλιοὺς γνώριμους. Ἐκεῖνο ποὺ ἀβίαστα διέκρινες ἦταν ὁ ἀλληλοσεβασμὸς μεταξύ τους· ἦταν ἄλλωστε καὶ οἱ δύο ἡλικιωμένοι. Ὁ καθένας κοίταζε νὰ κρυφτῆ πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλον, γι’ αὐτὸ φαίνοντα καὶ οἱ δύο. Μόνον ὁ Γέροντας, χωρὶς νὰ τὸν διορθώνει ὁ ὑποτακτικός, σιγομιλοῦσε, νὰ μὴν χαλάσει τὴν ἡσυχία τοῦ τόπου. Εἴχαμε ἕνα κοινὸ σημεῖο ἐπαφῆς. Αὐτὸ ἦταν ὁ θαυμασμός μας στὸν Ὅσιο Χριστόδουλο τὸν Λατρινό. Μιλοῦσε ὁ Γέροντας γιὰ τὸν Ὅσιο, ἀπὸ τὴν Λίμνη τῆς Εὐβοίας ποὺ καταγότανε. Καὶ ἐμεῖς πάλι γιὰ τὸν Ὅσιο συνδιαλεγόμεθα, ἀπὸ τὴν Πάτμο ποὺ προερχόμαστε. Ὄμορφες ἀνοιξιάτικες συναντήσεις, πετροκότσυφες καὶ ἀηδόνια, στὶς βραχώδεις παρυφὲς τοῦ Ἄθωνα.
Τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τοὺς «ζηλωτές». Ἀπήντησε εὐθέως:
-Ἐμεῖς, παιδί μου, εἴμαστε ἀγράμματοι ἄνθρωποι. Τὸ ἔργο τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ λατρεία. Ἡ εὐθύνη εἶναι τῶν κρατούντων στὴν Ἐκκλησία καὶ τῶν μορφωμένων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν. Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὴν Ἐκκλησία. Ἀκοῦμε πολλά. Σφίγγεται ἡ καρδιά μας. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσει.
***
Αὐτὴ ἦταν ἡ μία πλευρὰ τῶν Κατουνακίων. Στὴν ἄλλη φθάσαμε, ὅταν οἱ καυτὲς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου -ἦταν τέλος τοῦ μήνα θεριστῆ- ἔγλειφαν τὶς τελευταῖες νοστιμιὲς τῶν βράχων. Προχωρημένο ἀπόβραδο φθάσαμε στὴν Καλύβα τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ. Μέσα σὲ θαμπὸ φῶς διεκρίνετο ἡ φιγούρα τοῦ Γέροντα. Ὑψίκορμος καὶ δεμένος ὅπως ἤτανε φάνταζε σὰν γερασμένος κορμὸς πλατάνου. Ἀργότερα μοῦ διηγεῖτο:
-Καὶ τὶς τέσσερις πεζοῦλες τοῦ κήπου μας τὶς ἔσκαβα μόνος μου μὲ τὸ δικέλλι. Τώρα προτείνω στοὺς ὑποτακτικοὺς νὰ πιάσει ὁ καθένας ἀπὸ μία πεζούλα νὰ σκάψει καὶ μοῦ καμώνονται πὼς δὲν μποροῦνε -ἄλλος ἔχει τὴν μέση του, ἄλλος τὰ χέρια του- καὶ ζητάνε φρέζα. «-Παιδιά μου, ἡ μηχανὴ θὰ καταστρέψει τὴν ἡσυχία τοῦ τόπου». «-Ὄχι, Γέροντα· νὰ πάρουμε φρέζα». «-Ἔ, πάρτε καὶ χέζα νὰ ἡσυχάσετε».
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἐκεῖνα τὰ χρόνια δὲν ἦταν ὄνομα μεγάλο στὸν Ἄθωνα. Κάποιοι δειλὰ-δειλὰ σιγοψιθύριζαν γιὰ τὴν ἀξία τοῦ λόγου του. Μέχρι καὶ τὸ 1978, ποὺ ζητήσαμε ἀπὸ τὸν γείτονά του νὰ μᾶς δείξει τὸ μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Κέλλα του, μᾶς εἶπε:
-Ἔχω ἀκούσει πὼς ἔχει καλὴ διδαχὴ καὶ ἔχω λογισμὸ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ.
Ὁ Γέρων ἐκεῖνο τὸ εὐλογημένο βράδυ μᾶς ὑποδέχθηκε μὲ περισσὴ καταδεκτικότητα. Μᾶς ὡδήγησε στὴν ἐκκλησία καὶ ξοπίσω του ἀκολουθοῦσε γέροντας ξυπόλυτος, ποὺ φαινόταν τᾶ γηρατειὰ νὰ τοῦ σκόρπισαν τὸν νοῦ καὶ εἶχε ἀπόλυτη ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν παπα-Ἐφραίμ. Ὅταν τοῦ συστηθήκαμε πὼς εἴμαστε θεολόγοι, μᾶς κοίταξε μὲ ἕνα μειδίαμα συμπάθειας ποὺ μᾶς προσγείωσε ἀμέσως. Βρὲ τί μάθαμε στὸ σχολειὸ καὶ τί πάθαμε στὴν ἔρημο! Ἦταν φοβερό: ἐμεῖς τὰ εἰκοσιπεντάχρονα παιδαρέλια νὰ συστηνώμαστε θεολόγοι σ’ ἕνα λευκασμένο Γέροντα τῆς ἐρήμου! Πήραμε μάθημα δυνατὸ καὶ τὸ κρατῶ ἀκόμη:
-Καλά μου παιδιά, θεολόγος εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁμιλεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι αὐτὸς ποὺ σπουδάζει θεολογία.
Ὁ γέρος μᾶς ἄφησε νὰ ἐπιστρέψουμε στοὺς Δανιηλαίους καταγοητευμένοι. Φορτίσαμε τὸ εἶναί μας ἀπὸ τὴν σκηνὴ τῆς ἐρήμου καὶ ἦταν ἀλήθεια, γιατὶ καὶ ἀργότερα, ὁσάκις τὸν ἀπαντήσαμε, φορτωμένοι φύγαμε ἀπὸ τὸν παπα-Ἐφραίμ.
Εἶχε μία ἀληθινότητα καὶ στὸν τρόπο καὶ στὸν λόγο του. Κάθε φορὰ ποὺ βρισκόμουνα στὸ Κελλί του ἀκουμποῦσε τὸ ξεροδερμάτινο μάγουλό του στὸ δικό μου καὶ ἔλεγα καθ’ ἑαυτόν: «Μὴν παραδοξῆς· παίρνεις Χάρη καὶ δίνεις ἁμαρτία». Θυμόμουνα πὼς ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς φίλησε τὴν Ὁσία Μαρία στὸ κατάξερο στόμα της, γιὰ νὰ πάρει Χάρη.
***
Ὅταν πνευματικός του ἀδελφὸς τοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Θὰ ὑπάγω στὸ νησί μου νὰ ἀφυπνίσω τὸν μοναχισμό· ἂν δὲν τὸ πετύχω, θὰ πετάξω τὰ ῥάσα», γιὰ χρόνια δὲν μποροῦσε νὰ τὸ διασκεδάσει.
-Ἐπιτέλους, ποιοί εἴμαστε, ἀκόμα καὶ τὸν Θεὸν νὰ ἀπειλοῦμε; Εἶναι ἀσέβεια, ἅγιε καθηγούμενε, καὶ μόνον ποὺ τὸ συλλογισθήκαμε, ὄχι νὰ τὸ λέμε κιόλας.
Καὶ ἀργότερα ἔλεγε:
-Μὲ τὴν ἀξιωσύνη ποὺ τοὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς κάτι πέτυχε. Ἀλλὰ καὶ ὁ διάβολος μερίδα μεγάλη κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἀκούστηκαν πολλὰ καὶ ἔφυγε διωγμένος.
***
Ὅταν τὸν ῥώτησα γιὰ θέματα ἐξομολογήσεως, μοῦ ὡμολόγησε πὼς ἐκεῖνος ποτὲ δὲν μελέτησε Κανόνες, γι’ αὐτὸ δὲν ἐξομολογεῖ.
-Τὸ ἔργο ποὺ καλλιέργησα ἐδῶ ποὺ κάθομαι εἶναι ἡ προσευχή.
Ῥώτησα:
-Νὰ διαλεχθῶ μὲ ἄλλους Ἡγουμένους καὶ Γεροντάδες;
Καὶ μοῦ ἀποκρίθηκε:
-Οὐδαμῶς. Νὰ κρατήσεις ὅ,τι παρέλαβες ἀπὸ τοὺς Γέροντες Φιλόθεο καὶ Ἀμφιλόχιο. Καὶ ἐγὼ αὐτὰ θὰ κρατήσω.
***
Ἐνῶ ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, δίδασκε τὴν ὑπακοή:
-Γίνου πτυελοδοχεῖο, καθοίκι τοῦ Γέροντά σου.
Ἀναφερόμενος στὸν ἑαυτό του ἔλεγε:
Εφραίμ ιερομόναχος Κατουνακιώτης (1912-1998)
με τον γέροντά του ιερομόναχο Νικηφόρο (καθήμενο),
τον μοναχό Προκόπιο (αριστερά)
και τον πατέρα του μοναχό Ιώβ (δεξιά), 1967
-Τριάντα δύο χρόνια ἔκανα ὑποτακτικὸς στὸν Γέροντα Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος «ἔχανε». Τὸν παρακαλοῦσα νὰ φέρουμε μὲ λίγους σωλῆνες τὸ νερὸ στὸ Κελλί, γιατὶ «τὰ χρόνια πέρασαν καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κουβαλῶ ἀπὸ τόσο μακριά». «Ὄχι», ἔλεγε ὁ Γέροντας, «αὐτὴ εἶναι ἡ καλογερική».
Τὸ τρίπτυχο τῆς διδαχῆς του ἦταν: «Ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ ἡ προσευχὴ καὶ ἀπὸ τὴν προσευχὴ ἡ θεολογία».
-Κάποτε, ἐργοχειροῦσα, σκάλιζα σφραγῖδες, καὶ συγχρόνως μαγείρευα πέρασε ὁ ἀδελφὸς καὶ μοῦ λέει: «Κοίταξε τὸ φαγητό». Καὶ ἐνῶ βρισκόμουνα σὲ ὥρα Χάριτος, δὲν ὑπάκουσα τὸν ἀδελφό. Καὶ τὴν προσευχὴ ἔχασα καὶ τὸ φαγητὸ ἔκαψα.
Στὴν ὑπακοὴ στεκόταν ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, ὡς τὴν βάση τοῦ μονήρους βίου.
-Στὸν μοναχισμό, τὰ πάντα στὴν ὑπακοὴ στηρίζονται. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἐκεῖ τελειώνει.
Οἱ Γεροντάδες του ἦταν ἁπλοῖ ἄνθρωποι. Εἶχαν ἐργόχειρο τὴν ψαρική. Παρ’ ὅλο ποὺ δὲν διέθεταν αὐτὰ ποὺ ζητοῦσε ὁ παπα-Ἐφραίμ, παρέμεινε στὴν ὑποταγὴ καὶ διακονία τῶν Γεροντάδων, ἔχοντας σύμβουλο στὰ πνευματικὰ καὶ τὸν Πατέρα Ἰωσήφ, τὸν ἐπιλεγόμενο Σπηλαιώτη.
Κάποτε, λογισμοὶ φυγῆς καὶ ἀπελπισίας τὸν κατέλαβαν. Βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ πίσω μέρος τοῦ Κελλιοῦ μὲ ἐμφανῆ τὴν θλίψη στὸ πρόσωπό του. Περαστικὸς μοναχὸς τοῦ ῥίχνει τὸ πεπυρωμένο βέλος τῆς ἀμφιβολίας:
-Ἐφραίμ, μὴν νομίζεις πὼς μόνον τὸ τζάκι τῆς Καλύβας τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ καπνίζει. Ἔχει καὶ ἄλλα τζάκια πιὸ φωτεινά.
Ἀμέσως συνῆλθε ἀπὸ τὸν χαλασμένο λογισμὸ καὶ ἐπέστρεψε στὴν Καλύβα τῶν πατέρων του.
***
Ὁ λόγος του ἦταν πάντοτε μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ βγαλμένος καὶ ὄχι ἀπὸ ἀκούσματα καὶ ἀναγνώσεις. Γι’ αὐτὸ ἦταν πάντα καθαρὸς καὶ οἰκοδομητικός. Ἦταν λαλιὰ ποὺ λάμβανε ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς ἀνεύθυνες κουβέντες τῶν περίεργων. Κάποια φορὰ τὸν ῥώτησε καθηγητής, ποὺ ἔπαιρνε μέρος στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἂν πρέπει νὰ συμμετέχει. Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἀσυζητητὶ τὸν προέτρεψε νὰ μὴν παύσει νὰ συμμετέχει, ἀλλὰ ὁ λόγος του νὰ εἶναι σαφὴς καὶ ζωντανός, γιατὶ μὲ τὰ μεσοβέζικα καὶ αὐτοὶ μπερδεύονται καὶ ἐμεῖς σύγχυση λαμβάνουμε.
Τοὺς προσερχομένους ἤκουε μὲ πολλὴ προσοχή. Γιὰ τὸν παπα-Ἐφραὶμ ἐκείνη τὴν ὥρα ὑπῆρχε μόνον ὁ συνομιλητής του στὸν κόσμο καὶ κανένας ἄλλος. Συνεσταλμένα τοῦ ἔλεγε κάποια πράγματα, γι’ αὐτὸ ἐν κατακλεῖδι συνιστοῦσε παράκληση στὴν Παναγία τὴν Γοργοϋπήκοο:
-Ἂς ἀφήσουμε καὶ τὴν Παναγία νὰ μιλήσει.
Ἔτσι, κάθε μέρα, ἐπιστρέφοντας τὸ καράβι ἀπὸ τὴν Δάφνη, ἀποβίβαζε προσκυνητὲς γιὰ παράκληση στὴν Παναγία. Πέθανε ὁ παπα-Ἐφραίμ, τελείωσε αὐτὸς ὁ τρόπος εὐαγγελισμοῦ τοῦ κόσμου. Οἱ σημερινοὶ Γεροντάδες εἶναι τόσο αὐτάρκεις, ποὺ δὲν χρειάζεται ἡ Παναγία! Τὰ γνωρίζουν ὅλα καὶ τὰ μποροῦν ὅλα!
***
Ὅταν τοῦ ζήτησαν νὰ ἡγουμενεύσει στὴν Μεγίστη Λαύρα, μετὰ τὴν κοινοβιοποίηση τῆς Μονῆς, ἀγχώθηκε πολύ. Πίστευε βαθιὰ πὼς οἱ Ἡγούμενοι κρατοῦν τὸ Ὄρος, εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ τόπου. Ὅταν ἔβλεπε Ἡγούμενο, ἀπὸ μακριὰ μετάνιζε. Θεώρησε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο καὶ πολὺ λίγο γιὰ μία τέτοια θέση. Προσευχήθηκε θερμὰ στὴν Παναγία καὶ πῆρε πληροφορία νὰ μείνει στὴν Καλύβα του. Τὸν ῥώτησα πῶς ἐννοεῖ τὴν πληροφορία καὶ μοῦ ἀπήντησε:
-Εὐθὺς ποὺ εἶπα «ὄχι», ξελάφρωσα·  ἔφυγε μεγάλο βάρος ἀπὸ τὴν καρδιά μου.
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ δὲν παραμύθιαζε κανένα. Οὔτε «εἶδα» οὔτε«ἄκουσα τὴν Παναγία».
Εἶχε χαρίσματα ὁ γέρος, χωρὶς νὰ τὰ κάνει σημαιάκια. Τὸ 1978 ζητήσαμε τὴν Μονὴ Δοχειαρίου. Ἦταν ἀρνητικοὶ ἀπὸ τὸν Πρῶτο τοῦ Ὄρους μέψρι τὸν πολιτικὸ διοικητὴ καὶ τὴν πατριαρχικὴ Ἐξαρχία. Μόνον ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἔλεγε:
-Ἡ Παναγία ἐσᾶς θέλει. Θὰ ἀργήσει, ἀλλὰ θὰ ἀνοίξει ἡ πόρτα.
-Γέροντα, ἑπτὰ ἀδελφότητες ζητοῦνε τὴν Δοχειαρίου· ἐμένα θὰ προτιμήσουνε;
-Ἐσένα θέλει ἡ Παναγία.
Τὸ 1980 κοινοβιάσαμε στὸ Μοναστήρι.
Ὅταν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1978 συνείκασε τὴν ἀνέχεια τοῦ Μοναστηριοῦ ἀδελφός, ἐδειλίασε καί, πνιγμένος στοὺς λογισμοὺς τῆς φτώχειας, ἐπισκέφθηκε τὸν παπα-Ἐφραίμ. Εὐθὺς ὡς ἀντίκρυσε τὸν Γέροντα, ἐκεῖνος τὸν ἐπέπληξε:
-Ὄχι χρήματα, Πάτερ Γαβριήλ. Τὸ Μοναστήρι ἔχει τὴν Παναγία. Αὐτὴ τὰ καλύπτει ὅλα.
***
Σὲ κάποια ἄλλη συνάντηση εἶχα μαζί μου δύο δοκίμους. Σὲ μία στιγμὴ φώναξε:
-Αὐτὸς εἶναι δικός σου.
Γιὰ τὸν ἄλλο σιώπησε. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ ἕνας εἶναι σήμερα παπᾶς στὸ Μοναστήρι καὶ ὁ ἄλλος ἔγγαμος στὸν κόσμο. Πειρακτικὰ τοῦ εἶπα:
-Γιατί χτυπᾶτε πόρτες ποὺ δὲν ἀνοίγουν στ’ ἀλήθεια;
Μοῦ ἀποκρίθηκε:
-Καὶ ὁ γείτονας νὰ ἀκούσει κέρδος τὸ ἔχουμε.
Ποτὲ δὲν ζητοῦσε ὑπερβολές. Ἤθελε ὅμως αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ κάνεις νὰ τὸ ἐνεργῆς κάθε μέρα. Ποτὲ νὰ μὴν μένεις ἀτείχιστος ἀπὸ προσευχή.
***
Ἐπίσης, εἶχε σὰν πληροφορία τὴν εὐωδία ἢ τὴν δυσωδία. Κάποια περίδος ἀσθενείας του προθυμοποιήθηκε ἱερεὺς νὰ τοῦ λειτουργῆ. Στὸ κλείσιμο τῆς ἑβδομάδος εἰσῆλθε στὸ ἅγιο Βῆμα καὶ ὠσφράνθηκε βρώμα ἀφόρητη. «Κύριε, τί ἔγινε; Ἐμένα τὸ Ἱερό μου μοσχομύριζε». Κάλεσε τὸν παπᾶ στὸ πετραχήλι.
-Ἂν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, γιατί βεβηλώνεις καὶ μαργαρίζεις τὸ Θυσιαστήριο;
Καὶ ἄλλη μαρτυρία. Τὸν ῥώτησαν τί εἶναι ἡ μασονία.
-Τί νὰ ποῦμε ἐμεῖς; Πάρτε τὸ κομποσχοίνι νὰ μιλήσει ὁ Θεός.
Μετὰ τοὺς πρώτους κόμπους ἐξῆλθε βρῶμα.
Καὶ ἄλλοτε σὲ ἄλλη ἐρώτηση ὠσφράνθηκαν εὐωδία Χάριτος.
***
Εἶχε νοῦν Χριστοῦ ὁ Γέροντας. Κάποτε πῆγε στὸ χωριό του. Στὴν γωνιὰ τῆς ἐκκλησιᾶς βρῆκε πεταμένη τὴν παλιὰ κολυμβήθρα, στὴν ὁποία εἶχε βαπτισθῆ. Τὴν ἀγκάλιασε καὶ τὴν τραγούδησε σὰν τὴν μάννα ποὺ ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τὸ παιδί της. Ποιός σκέφθηκε ποτὲ νὰ τὸ κάνει αὐτό: νὰ ἀσπασθῆ τὴν κολυμβήθρα του;
Δὲν ἤθελε ἐπ’ οὐδενὶ νὰ φεύγγει ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του:
-Ὅπως καὶ νὰ ἔχουν τὰ πράγματα, περιχαρακώνεται μὲ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ Γέροντα καὶ τῶν ἀδελφῶν. Ἔκανε κάποιες προσευχές· μόνος του τίποτα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅπως τὰ ζωντά. Θέλει ἀγελαδάρη γιὰ νὰ προχωρήσει.
Οἱ κουβέντες του ἦταν ὠμὲς καὶ ἀληθινὲς σὰν τὸ χωριάτικο ψωμί. Ἔλεγε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, χωρὶς νὰ φοβᾶται νὰ χρησιμοποιήσει λέξεις ποὺ θεωροῦνται κακές.
***
Ἦταν πολὺ τίμιος μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ ὅ,τι ἐπαγγέλλετο.
-Κάνεις πανηγύρι στὸ Κελλί σου, Πάτερ Ἐφραίμ;
-Τὰ δικά μας τὰ Κελλιὰ λέγονται ξεροκάλυβα. Τὸ πρόγραμμα εἶναι ἡσυχαστικό. Οὔτε γιορτάζουμε οὔτε σὲ πανηγύρια πηγαίνουμε.
Δὲν ἔβαζε μέριμνα στὶς γιορτὲς γιὰ ψάρια, ψάλτες καὶ δεσποτάδες· οὔτε γιὰ κειμήλια καὶ θησαυρούς. Τὸ ἀπέριττο, τὸ φτωχό, τὸ ἁπλὸ ἦταν ὁ πλοῦτος τῆς Καλύβης τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ
-Καμμία φορὰ στοὺς γείτονες Δανιηλαίους πηγαίνουμε, γιατὶ σ’ ὅλους ἐδῶ γύρω στὶς δυσκολίες μᾶς συμπαραστέκονται.
Στὴν παράκλης:
-Πές, ἀββᾶ, λόγον ἀγαθόν.
Πάντοτε ξεκινοῦσε:
-Ἄνθρωπος ἀγράμματος, ξύλο ἀπελέκητο.
Τὸ «ἀγράμματος» τὸ ὡμιλοῦσε μὲ ἔμφαση, γιὰ νὰ ἀκουστῆ καλύτερα. Τὰ ὀλίγα ποὺ ἔλεγε ἦταν εὐαγγελικά, πατερικά. Ἔμοιαζαν μὲ τὴν ῥητίνη ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ δένδρου ὅταν τὸ τραυματίσεις. Τίποτε δὲν ἦταν φερτό. Ὅλα ἦταν πηγαῖα, βγαλμένα ἀπὸ τὰ βράχια τῶν Κατουνακίων. Στοὺς μικροὺς μοίραζε ἀνεμῶνες, ἀλλὰ στοὺς μεγάλους καὶ ἐπηρμένους προσέφερε κάτι ἀγκάθια, ποὺ τρυποῦσαν καὶ τὶς πιὸ σκληρὲς καρδιές. Καὶ τὸ ἀγκάθι τὸ πετοῦσε ἐντελῶς ἀπρόοπτα, γιὰ νὰ εἶναι ἀφυπνιστικό. Τὴν ὥρα ποὺ θαύμαζες τὸν λόγο του καὶ ἔκανες σκέψεις ὑψηλὲς γιὰ τὸ πρόσωπό του, σοῦ πέταγε τ’ ἀκόντια καὶ τὰ βέλη. Περιέφερες ἐρευνητικὰ τὰ μάτια, γιὰ νὰ δῆς ἀπὸ ποῦ ἔρχονται. Καὶ ἀναρωτιόσουνα: «Ἀπὸ τὸν Ἐφραὶμ ἐξακοντίζονται, τὸν ἅγιο, ποὺ ἐγὼ τὸν εὐλαβοῦμαι»
Τὸν κούραζε τὸ ἦθος τῶν νέων μοναχῶν. Μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι ἐξωμολογεῖτο:
-Οἱ Γεροντάδες στὴν σκεπὴ ἔχουν κρεμασμένα τὰ ψαρικά τους. 30 χρόνια ποτὲ δὲν σκέφθηκα οὔτε νὰ τὰ κοιτάξω οὔτε νὰ τὰ ξεκρεμάσω. Σήμερα ὅλα τὰ ἔψαξαν, ὅλα τα κατέκτησαν. Δὲν μ’ ἀρέσει, ἀλλὰ σιωπῶ.
***
Ὁ Γέροντας εἶχε καὶ τὶς «ἐπισκέψεις» τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καὶ νὰ τοῦ στοίχιζαν, τὶς ὑπέμενε καρτερικά. Τὸν γιατρὸ τὸν ἄκουγε ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ καὶ πειθαρχοῦσε στὶς ὑποδείξεις του. Ἦταν καλὸς ἀσθενής. Ὅταν ἐπεσε στὴν στρωμνὴ τῆς κακώσεως, δὲν τὸν ἐπισκέφθηκα. Δὲν ἄντεχα νὰ βλέπω ἀετὸ τοῦ Ἄθωνα τυλιγμένο στὴν κουβέρτα. Θέλω νὰ πιστεύω πὼς ζῆ, σκαλίζει σφραγῖδες, λειτουργεῖ, προσεύχεται. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση, ἄδειασαν τὰ Κατουνάκια.
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθῆ, νὰ βλαστήσει ἡ ἔρημος Ἐφραίμ, Μόδεστο, Χριστόδουλο. Ἀμήν.


του Γέροντα Γρηγορίου 
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου
(Έκδοση Ι.Μ.Δοχειαρίου.Άγιο Όρος 2010.)

Σαν σήμερα, το 1998, κοιμήθηκε ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης



Ο παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης.
Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.
Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.
Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς  ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.
Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.
Ο παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.
Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.
Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.
Ο παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή».
Το 1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ. 
Ο Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.
Η θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.
Όμως ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.
Ο παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.
Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι 'αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει.
Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του.
Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.
Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.
Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές.
Ο παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.
Η παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος».
Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;
Ο παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι' αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.
Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό.
Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.
Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.
Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του.
Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.
Και η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.

Τα τέλη του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη 
(14/27 Φεβρουαρίου 1998).
Το Νοέμβριο του ’96 ένα ισχυρό επεισόδιο τον έριξε μόνιμα στο κρεβάτι με σχεδόν τέλεια ακινησία, αφωνία, αδυναμία καταπόσεως. Φαινόταν να μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Δεν προσπαθούσε να πει τίποτε, έστω και με χειρονομίες. Ούτε φαινόταν να ακούει ό,τι τον ρωτούσαν. Ήταν ένα μυστήριο. Μόνο όταν πονούσε πολύ, βογκούσε.
Οι αδελφοί που τον αγαπούσαν, του έγραφαν: «Και όταν η καθημερινότης με παρασύρει πολλές φορές, βλέπω νοερώς εντός μου το δικό σας βλέμμα και ιλιγγιώ ο άθλιος μπροστά στη δική σας υπομονή και στις δικές σας δοκιμασίες»…
Παρ’ όλες τις δοκιμασίες όμως έβλεπε, έστω λίγο, και άκουγε μια χαρά. Και η απόδειξη ήταν ότι ανταποκρινόταν με χαμόγελα ή και γέλια ακόμη, όταν του διηγούνταν τις αγαπημένες του χαριτωμένες ιστοριούλες που συνήθιζε και ο ίδιος να χρησιμοποιεί παλαιότερα. Ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί του στην κατάσταση τετραπληγίας που βρισκόταν. Πάντοτε ευχαριστιόταν να χαριτολογεί λέγοντας διδακτικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία ή την λαϊκή παράδοση, άλλοτε να αυτοσαρκάζεται ή να πειράζει τους άλλους με ευφυΐα και αγαθότητα.
Όταν κάποιος δεν έτρωγε το φαγητό του από θεληματάρικη άσκηση, διηγείτο για το γαϊδουράκι του Χότζα που δεν το τάισε μια, δεν το τάισε δύο, και χαιρόταν που δούλευε χωρίς έξοδα. Κάποια στιγμή όμως η πόρτα του στάβλου δεν άνοιγε, γιατί το γαϊδουράκι ψόφησε και έπεσε κάτω φαρδύ-πλατύ.
Άλλοτε σχηματίζοντας σαν παιδική τη φωνή του προσποιούταν τη συνομιλία δύο μικρών παιδιών:- Που είναι τα σταφύλια; -Τί τα θέλεις; – Να τα δω!» για να στηλιτεύσει την παιδική πονηριά κάποιου.
Για άλλον που δεν έλεγε να μάθει στοιχειώδη τυπικά, θυμόταν τη φλάσκα του παπά. Ήταν αγράμματος και μέτρησε κουκιά μέσα σε ένα σακούλι. Τρώγοντας ένα κάθε μέρα θα ήξερε πότε να κάνει Πάσχα. Η παπαδιά το αντιλήφθηκε και πρόσθετε κουκιά, για να τον ευχαριστήσει. Και ο παπάς απαντούσε στους παραπονούμενους χωρικούς: «Όπως πάνε τα κουκιά και όπως δείχνει η φλάσκα, ούτε φέτος έχει Λαμπρή ούτε του χρόνου Πάσχα».
Αν κάποιος έκανε υπακοή για τα μάτια, κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι, και με βαριά προσποιητή φωνή έλεγε: «Αντώνη, Αντώνη.,.», θυμίζοντας την αποδοκιμαστική φράση και έκφραση ενός άγιου γέροντος που ο υποτακτικός του έκανε υπακοή, μόνο όταν ήταν παρόντες άλλοι.
Αυτά και άλλα παρόμοια, μικρότερα ή εκτενέστερα, ήταν που του κρατούσαν εύθυμη συντροφιά τους δεκατρείς μήνες της συνεχούς κατακλίσεώς του στο κρεβάτι του πόνου. Όταν ο πυρετός και η ασθένεια δυνάμωναν, το χαμόγελο μαραινόταν στα γεροντικά χείλη του.
Δεν αναπαυόταν στην κατάκλιση. Προτιμούσε να κάθεται στο κρεβάτι με τα πόδια χαμηλά στο πάτωμα και την πλάτη στηριγμένη σε μαξιλάρια. Όπως πάντοτε πολύ σκυφτός. Η αγαπημένη του στάση προσευχής. Σ’ αυτήν τη στάση τον πήρε ήσυχα ο Θεός στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998.
Επανειλημμένα είχε δώσει εντολές να γίνει η κηδεία του στον στενό κύκλο της γειτονιάς. Αλλά το μυστικό διέρρευσε και αρκετοί πατέρες πρόλαβαν τον τελευταίο ασπασμό του. Ένας απ’ αυτούς γράφει:
«Ο Γέροντας, άνθρωπος Όσιος, με αγία ζωή, έμπλεως της χάριτος του Θεού με πληροφορίας δι όσα ο ιδικός του κόσμος χωρούσε, και όμως ζούσε με την αίσθηση του αμαρτωλού και παρακαλούσε να ευχώμεθα δι΄ αυτόν.
“Παιδί μου, σε παρακαλώ, όταν φύγω, να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο και πάντοτε να με μνημονεύεις”. Είχε δώσει εντολή στη θανή του να παρευρεθούν οι γείτονες, με τους οποίους πέρασε την παρούσα ζωή. Δι’ εμέ είχε δώσει ευλογία να με καλέσουν. Τον ευχαριστώ. Τη νύκτα της θανής του τον βλέπω στον ύπνο μου ντυμένο λευκή ιερατική στολή, αστράπτοντα, χαριέστατον και λέγοντα: “Παπαδάκο μου, υπάγω να λειτουργήσω”
Παρευρέθην εις την κηδεία του. Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζομένη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των Οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ήμερα εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, δια να εορτά­σει ούτω ο Όσιος μετά των Οσίων.
»Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μονάχου και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου.
»Εις τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα δεν ηδυνήθην να παρευρεθώ, διότι είχομεν εις το κελλίον μας κουράν, και εστενοχωρούμην που δεν ήμουν και εγώ εκεί. Εις την Λειτουργίαν μετά τον καθαγιασμόν, εις τήν μνημόνευσιν των κεκοιμημένων, λέγων “Μνήσθητι, Κύριε, του πατρός ημών Εφραίμ…” αισθάνομαι δύο χέρια να με αγκαλιάζουν στοργικά στους ώμους. Με έπιασε ρίγος. Σταμάτησα. Γύρισα πίσω. Δεν βλέπω τίποτε. Τον ηυχαρίστησα και συνέχισα την Λειτουργίαν. Η αγαπώσα καρδία του πιστεύω ότι μας παρακολουθεί. Εύχεται και το αισθανόμεθα».
(Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους).

Εφραίμ ιερομόναχος Κατουνακιώτης (1912 - 1998)


Δείτε και το αφιέρωμα της Πεμπτουσίας
------------------------------------------------
       Ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός (†2009), που τον γνώριζε καλά, γράφει περί αυτού, δίχως υπερβολή: «Μέσα στην αγιορειτική συνείδηση η μορφή του Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου έχει χαραχθεί ως οσιακή. Η ζωή του ήταν ένα συνεχές μαρτύριο συνειδήσεως. Δεν μελέτησε μόνο τους Πατέρες, αλλά τους ακολούθησε και εφάρμοσε με ακρίβεια στη ζωή του τη διδασκαλία τους. Ιδιαίτερα καθοδηγήθηκε από τον πνευματικό του πατέρα, Γέροντά μας Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Δεν άσκησε μόνο την μαρτυρική υπακοή, αλλά έγινε και ο χαρισματούχος υποτακτικός. Βίωσε την πληρότητα της θείας Χάριτος από τα πρώτα ασκητικά του βήματα. Έτσι ο λόγος του απλός, αλλά βιωματι­κός· δίχως εξωτερική καλλιέπεια, αλλά “άλατι ηρτυμένος” ήταν αποδεκτός, ιδιαίτερα από τους Αγιορείτες πατέρες, ως νόμος και κανόνας για την ορθή πορεία της μετανοίας». 
Γεννήθηκε στο Αμπελοχώρι Θηβών το 1912. Από μικρός αγάπησε τα κομποσχοίνια, τις μετάνοιες, τις αγρυπνίες, τα μοναστήρια. Οι γονείς του κατέληξαν μοναχοί.
Οι αποτυχίες της νεότητάς του ήταν για να τον οδηγήσουν στο Άγιον Όρος, όπου θα πετύχαινε. Το 1933 ήλθε στα ερά­σμια Κατουνάκια, στην Καλύβη του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκάρη μοναχός, μετά ένα έτος, από τον Γέροντα Εφραίμ († 1934) με το όνο­μα Λογγίνος. Το 1935 εκάρη μεγαλόσχημος από τον παπα-Νικηφόρο († 1973) με το όνομα Εφραίμ. Το 1936 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς. Οι Γέροντές του, παρότι ήταν αυστηροί, σκληροί και δύσκολοι, τους έκανε πάντοτε απερίεργη υπακοή. Σταθμός στην πνευματική του πορεία υπήρξε η γνωριμία του με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (†1959), που εξελίχθηκε σε ισχυρό πνευματικό σύνδεσμο, αφού τον μύησε στα μυστικά της νοεράς προ­σευχής. Προσευχόμενος είδε με χαρά τρεις αγγέλους. Έτρεξε να το πει στον Γέροντα Ιωσήφ, που του είπε: «Αυτό παιδί μου είναι το πρώτο σκαλί. Αυτή είναι η χάρις. Από ’δω και πέρα άλλη πνευματική αμφίεση, άλλοι ορίζοντες, άλλη τροφή πνευματική, άλλη προσευχή σε περιμέ­νουν. Αυτό πολλοί μοναχοί το περιμένουν χρόνια και λίγοι το γεύονται. Κι εσένα τόσο γρήγορα σου το ’δωσε ο Θεός!». Άλλοτε προσευχόμενος ο Γέροντας Ιωσήφ του είπε: «Παιδί μου, δεν έχεις απλώς καθαρότητα ψυχής, αγνεία έχεις». Εκεί που διακρίθηκε και χαριτώθηκε ήταν η σαραντάχρονη υπακοή του. Έλεγε: «Αυτός ο οποίος κάνει υπακοή στον Γέροντά του, μιμείται τον Χριστό, ο οποίος έκανε υπακοή στον Πατέρα Του. Και υποχρεούται κατά συνέχειαν ο Θεός να ευλογήσει εκείνον ο οποίος τον μιμείται… Πολλές φορές κι εμείς, να πούμε, ως Γέροντες, μπορεί να κάνουμε κι ένα λάθος. Εσύ όμως που θα κάνεις υπακοή, θα σου βγει σε καλό, δεν θα σου βγει σε κακό. Ποτές η υπακοή δεν βγαίνει σε κακό, διότι είναι μίμησις Χριστού». Λέγουν πως ο παπα-Εφραίμ έφθασε εκεί που έφθασε, ψηλά, λόγω της μεγάλης υπακοής του. Το πιο αγαπητό του θέμα ήταν να μιλά περί υπακοής και περί προσευχής. Αυτά θυμάμαι, μας έλεγε, όταν πρωτοπήγαμε στα Κατουνάκια, ζώντος του Γέροντός του Νικηφόρου, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή, παρότι είχε αμνησία. Γηροκόμησε με σεβασμό, αγάπη, προθυμία, υπομονή και υπακοή τους τέσσερις Γεροντάδες του, για τους οποίους προσευχήθηκε κι έκλαψε πολύ και πληροφορήθηκε τη σωτηρία τους. Δεν μπορούσε να βαστά το παραμικρό βάρος στην καρδιά του, διότι δυσκολευόταν να προ­σευχηθεί και να λειτουργήσει. Πρώτος έβαζε μετάνοια συγχωρήσεως, συναδελφώσεως κι έλεγε ευχάριστα και αδυσκόλευτα το τρισευλογημένο «ευλόγησον». «Με την κατάκριση φεύγει η χάρη, έλεγε, με την υπακοή έρχεται πλούσια η ευλογία του Παναγάθου Θεού». Έλεγε: «Και στη χαρά και στη λύπη ήρεμος και κόσμιος εξωτερικά, συγκρατημένος εσωτερικά. Χόρτασα από τα γλυκύτατα νάματα του Παραδείσου και φρόντισα να μην το πάρω επάνω μου. Ήπια από τα πικρότατα ύδατα της κολάσεως, αλλά φρόντισα να μην καταποθώ από την απόγνωση». Πειρασμοί, ανέχειες, δυσχέρειες, ασθένειες δεν τον κατέβαλαν ποτέ. Η Παναγία τον έκανε καλά από σοβαρή ασθένεια εκζέματος που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Την τελευταία του εικοσαετία απέκτησε συνοδεία και βρήκε μικρή ανάπαυση. Το τελευταίο έτος ασθένησε σοβαρά πάλι κι έμεινε κατάκοιτος. Όταν κάποτε του είπε κάποιος πως τον θεωρούν άγιο, απάντησε: «Αλίμονο από τους άγιους που η φήμη τους έφτασε στην Αθήνα. Υπάρ­χουν πραγματικά άγιοι που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκα­τοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους αγίους που ζούνε στον κόσμο… Με στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους, και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους που περνούν από ’δω, αλλά κάτι που ο ίδιος χρειάζομαι και που ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι η σιωπή και η ησυχία». Προσευχόμενος αναχώρησε του παρόντος μάταιου βίου στις 14/27-2-1998. Γράφει ένας ιερομόναχος: «Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζόμενη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ημέραν εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, διά να εορτάση ούτω ο όσιος μετά των οσίων. Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μοναχού και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου…». Ήταν πράγματι ένας μεγάλος αγωνιστής, θεοφώτιστος και χαριτωμένος, ευλογημένος και μακάριος, ακέραιος, ακριβοδίκαιος, άψογος και καθαρός. Όπως είπαν «μετά την οσιακή του κοίμηση, άδειασαν τα Κατουνάκια…».
Βιβλιογραφία: Τάσου Μιχαλά, Άθως, όρος άγιο, πολιτεία ανθρώπινη, Αθήνα 1981, σ. 46. Ιωσήφ Κατουνακιώτου ιερομ., Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Άγιον Όρος 2000. Ιωσήφ Βατοπαιδινού μοναχού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατου­νακιώτης, Άγιον Όρος 2001. Γρηγορίου Δοχειαρίτου αρχιμ., Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας, Άγιον Όρος 2011, σσ. 414-423. 
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1429-1437. (pemptousia.gr)

Χριστόδουλος μοναχός Κατουνακιώτης (1894 - 1982)


Γεννήθηκε στη Λαμία το 1894 ο κατά κόσμον Χρηστός Κοντονικολός. Νέο τον βρίσκουμε τσαγκάρη στη Χαλκίδα. Δεκάχρονος είχε μείνει ορφανός από πατέρα. Η καλή του μητέρα τον πότισε τα νάματα της ευσέβειας. Κατέληξε τον βίο της ως μεγαλόσχημη μοναχή Μαγδαληνή. Το 1923 εισέρχεται με ένθεο πόθο στον αγιορείτικο στίβο. Η φιλέρημη ψυχή του αγκιστρώνεται στα πάντερπνα, πανέρημα και ησυχία Κατουνάκια. 
Εδώ δεν έχει πράσινο, δέντρα, πουλιά, μόνο βράχους απαράκλητους. Η αγριότητα του τόπου δίνει αγιότητα στις ψυχές των τετρωμένων στρουθιών τ’ ουρανού. Παρά τους πόδες του νηπτικού- ήσυχαστή Γέροντος Καλλινίκου (†1930) βρίσκει διδάσκαλο έμπειρο στην υπακοή και τη νοερά προσευχή. Οι ανθρώπινες παρηγοριές απουσιάζουν από εδώ. Δεν υπάρχει πηγαίο νερό, στην καθημερινή τράπεζα κατάξερο παξιμάδι, το πρόγραμμα εξαντλητικό, η κόπωση μεγάλη, ο τόπος ερημικός, η συνεχής εκκοπή του ιδίου θελήματος μαρτύριο αναίμακτο.
Υπάρχουν όμως κάποιες μικρές ή μεγάλες μυστικές χαρές από την προσευχή, την υπακοή, την ασκηση. Η ευχή του Ιησού, η ευλογία του Γέροντα, η θεία λατρεία χαριτώνουν την ψυχή του. Τηρεί τα λόγια που άκουσε στην κουρά του. Υπομένει «πάσαν θλίψιν και στενοχώριαν του μονήρους βίου διά την βασιλείαν των ουρανών» με τη βοήθεια και τη χάρη του Παναγάθου Θεού. Η αυστηρότατη αυτή μοναχική ζωή ήταν για πολύ λίγους. Ο π. Χριστόδουλος ήταν ένας από αυτούς τους πολύ λίγους. Σου θύμιζε αρχαίους αββάδες της Νιτρίας.
Ο Γέροντάς τους ήταν πολύ αυστηρός. Τον έστελνε να πάει στις Καρυές ακόμη και ένα γράμμα, βαδίζοντας δέκα ώρες. Επέστρεφε βαρυφορτωμένος ψώνια. Δεν τον άφηνε και να πολυδιαβάζει. «Τί σε ωφελεί να τα διαβάζεις, χωρίς να τα εκτελείς;», του έλεγε. Λίγο μετά την κοίμηση του Γέροντός του, ο Θεός του έστειλε εκλεκτό υποτακτικό, στον οποίο έδωσε τ’ όνομα του Γέροντός του, ο οποίος τον διακόνησε πρόθυμα και πρόσχαρα έως το τέλος της ζωής του. Γνωρίσαμε τα δύο μακάρια αυτά γεροντάκια και δεν γνωρίζαμε ποιό να πρωτοθαυμάσουμε. Τα λίγα λόγια τους λίαν ψυχωφελή. Δίδασκαν και σιωπηλά.
Το τέλος του Γέροντος Χριστοδούλου ήταν οδυνηρό. Πλήγιασε όλο του το σώμα από την ασθένεια. Είχε συνεχείς και δυνατούς πόνους. Υπόμεινε αγόγγυστα. Έλεγε: «Οι αρρώστιες είναι καθαρτήριο για την ψυχή μας». Ζητούσε συγχώρεση από τους υποτακτικούς του, που τους κούραζε. Τους ονόμαζε αγγέλους. Επικαλούνταν το έλεος του Πανοικτίρμονος Θεού. Ζητούσε ν’ αναχωρήσει της ζωής, να μην ταλαιπωρεί με την αρρώστια του τους ανθρώπους. Πίστευε τι έλεγε, δεν ταπεινολογούσε καθόλου.
Ζούσε τη μετάνοια, την ταπείνωση, τη συντριβή, την κατάνυξη. 
Είχε μνήμη θανάτου, συναίσθηση της αμαρτωλότητος, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος. Δίδασκε χαμηλόφωνα: «Η ευχή είναι μία καλή συνήθεια. Έρχεται μέσα μας ο Χριστός, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μη στενοχωρείσθε αν καμιά φορά φεύγει ο νους από την ευχή. Εσείς να τη λέτε, διότι την ακούει ο Θεός και φυγαδεύονται οι δαίμονες… Μοναχός σημαίνει “νούς ορών τον Θεόν”. Πως θα φθάσουμε εκεί; Με την απλότητα της ζωής και την εργασία της ευχής, που είναι μάχαιρα κατά του διαβόλου… Εάν νηστεύετε, κοινωνείτε, διαβάζετε και αγάπη δεν έχετε, όλα είναι μηδέν, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Να μιμείσθε ο ένας τα καλά του άλλου και για τις αδυναμίες των άλλων να προσεύχεσθε να τους ελεήσει ο Θεός…».
Ανεπαύθη, αν μπορούμε να πούμε, ο μεγάλος αυτός ασκητής του εικοστού αιώνος, ο τηρητής της ανόθευτης μοναχικής παραδόσεως, ο φιλοπάτορας, φιλάδελφος, φιλότεκνος και φιλάνθρωπος στις 23.4.1982. Αγωνιζόταν να ωφελήσει με πατερικούς λόγους και οσιακά παραδείγματα και όχι με αυστηρά επιτίμια και σκληρούς λόγους. Ήταν αυστηρός αρκετά στον εαυτό του και επιεικής στους άλλους. Ήταν μία εικόνα ωραία πραότητος και οσιότητος.
Ο μακάριος Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης (δεξιά), με τον εκλεκτό υποτακτικό του μοναχό Καλλίνικο

Ο Γέροντας Χριστόδουλος (στο μέσο) με τους υποτακτικούς του Καλλίνικο και Γεράσιμο

Οι μακαριστοί Κατουνακιώτες Γέροντες Χριστόδουλος και Καλλίνικος
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Δ.Μ.Γ., Ο Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 7/1982, σσ. 71-79.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ.1027 – 1029
http://www.pemptousia.gr

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Ματθαίος ιερομόναχος Καρακαλληνός (1905 - 1985)


Στο Μοναστήρι μας είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία να γνω­ρίσαμε και να ζήσωμε από κοντά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ένα ενάρετο και σεβάσμιο Γέροντα, τον ιερομόναχο Ματθαίο, ο οποίος μας έδίδαξε πολλά με την ενάρετη ζωή του. Στο κείμενο που ακολουθεί αναφερόμεθα σε ορισμένα χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως τον εγνωρίσαμε εμείς οι νεώτεροι πατέρες μετά την εγκαταβίωσί μας στην Ιερά Μονή Καρακάλλου από την Ιερά Μονή Φιλόθεου, και σε ο,τι μας εδιηγήθησαν άλλοι παλαιότεροι πατέρες της Μονής.
Ο παπά Ματθαίος, κατά κόσμον Ιωάννης Μητσόπουλος γεννήθηκε σ΄ ένα χωριό της επαρχίας Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας της Πελοποννήσου, Καρδαρίτσι ονομαζόμενο, το έτος 1905, από γονείς φτωχούς μέν αλλά ευσεβείς, τον Θεόδωρο και την Αικατερίνη. Ήταν το πρωτότοκο παιδί από τα επτά παιδιά της οικογενείας των. Πολλά βιογραφικά στοιχεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν μας έχουν διασωθή, παρά μόνο ότι στην εφηβική του ηλικία έφυγε από το πατρικό του σπίτι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα του καιρού εκείνου, όπου έκανε τον πλανόδιο μικροπωλητή, διά να έξοικονομή τα προς το ζην. Φαίνεται όμως ότι από τότε μέσα στη νεανική του ψυχή υπεκαίετο ο πόθος για τη μοναχική ζωή.
Και σε μία στιγμή, κατά το έτος 1927, εγκαταλείπει τα πάντα, κόσμον και τα του κόσμου τερπνά και ηδέα, και παίρνει τον δρόμο διά το Αγιώνυμον Όρος με τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος, οδήγησε τα βήματά του κατ' αρχάς στην Ιερά Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος της Μονής Κουτλουμουσίου. Εκεί υποτάχθηκε σε ένα Γέροντα και έλαβε τη λεγομένη ρασοευχή. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί, παρά μόνον δύο χρόνια και κατόπιν επήγε και εκοινοβίασε εις την Μονήν Καρακάλλου, όπου και διήνυσε όλη την υπόλοιπη μοναχική του ζωή μέχρι το τέλος του. Ηγούμενος τότε στη Μονή Καρακάλλου ήταν ο φημισμένος σε ολόκληρο το Άγιον Όρος για την αρετή του και την πνευματικότητα του παπά Κοδράτος. Την εποχή εκείνη οι περισσότεροι πατέρες της Μονής είχαν Μικρασιατική καταγωγή. Η υπακοή του στον Ηγούμενο Κοδράτο και η αγωνιστικότης του, όπως μας έλεγαν άλλοι παλαιοί πατέρες της Μονής, ήταν υποδειγματική. Από τον Ηγούμενο παπά Κοδράτο έλαβε το μέγα και Αγγελικό Σχήμα και μετωνομάσθη Ματθαίος.
Μετά την κοίμηση του Ηγουμένου Κοδράτου, επί ηγουμενείας του αρχιμανδρίτου Παύλου, εχειροτονήθη διάκονος και ιερεύς, το έτος 1940, από τον έν Αγίω Όρει έφησυχάζοντα Μητροπολίτη Μηλιτουπόλεως Ιερόθεο. Έκτοτε δεν εσταμάτησε την Θεία Λειτουργία· λειτουργούσε καθημερινώς επί 45 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής του.
Είχε τόσο πόθο και επιθυμία να λειτουργή κάθε ήμερα, ώστε ήταν αδιανόητο εις αυτόν να περάση μία ήμερα πού να μην λειτουργήση. Και όταν δεν είχε εφημερία στο Καθολικό, επήγαινε σε κάποιο παρεκκλήσι της Μονής. Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι το γεγονός ότι «έπαιρνε καιρό», όπως λέγεται, για τη Θεία Λειτουργία, μόλις άρχιζε το πρώτο ψαλτήρι στον Όρθρο. Ήθελε να μνημονεύη πολλά ονόματα στην προσκομιδή και εμνημόνευε όσο γινότανε περισσότερα. Είχε μπροστά του παλαιά βιβλία της Μονής τα λεγόμενα «παρρησίαι», όπου περιέχουν ονόματα κτιτόρων, δωρητών, αφιερωτών και άλλων χριστιανών από παλαιά χρόνια και τα έμνημόνευε κάθε ημέρα.
Βέβαια δεν προλάβαινε να τελειώσει όλο το βιβλίο σε μία ήμερα, αλλά από εκείνο το σημείο όπου εσταματούσε τη μνημόνευσι, εσυνέχιζε την άλλη ημέρα. Όποιος χριστιανός πάλι του έδιδε ονόματα για να τα μνημόνευση, τα έκρατούσε, μέχρι πού έλυωνε το χαρτί των ονομάτων από τη χρήσι. Στα παρεκκλήσια όπου πήγαινε να λειτουργήση, έπαιρνε μαζί του και τα χαρτιά με τα ονόματα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου είχε σταματήσει να έφημερεύη στο Καθολικό της Μονής λόγω μεγάλης βαρηκοΐας, και πάλι δεν εσταμάτησε να λειτουργή, παρά πήγαινε σε ένα παρεκκλήσι εντός της Μονής, εις τον άγιο Παντελεήμονα. Λυπήθηκε πολύ τότε πού δεν θα ημπορούσε να συνέχιση άλλο την εφημερία στο Καθολικό. Κάποια ήμερα του λέγει ένας αδελφός: «Γέροντα, τόσα χρόνια έχετε εφημέριος -43 χρόνια είχε τότε ως ιερεύς- τόσα χρόνια λειτουργείτε κάθε ημέρα, τώρα να σταματήσετε για να ξεκουρασθήτε». Και η απάντησις ήτο: «Μέχρι τελευταίας αναπνοής θα λειτουργώ, μέχρι τελευταίας αναπνοής». Και πράγματι συνέχισε να λειτουργή, και μόνο μία εβδομάδα πριν την κοίμησί του, όπου λόγω της ασθενείας του ήτο κλινήρης, έσταμάτησε τη Θεία Λειτουργία.
Παρ' όλο πού ελειτουργούσε καθημερινώς, δεν είχε εξοικειοθή με το Μυστήριο. Μέχρι την τελευταία Λειτουργία του διατηρούσε εκείνον τον πρώτο ζήλο και την πρώτη ευλάβεια πού είχε ως νέος ιερεύς. Φαίνεται ότι την Θεία Λειτουργία την ζούσε, γιατί χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν βιαζότανε ποτέ να τελείωση γρήγορα. Δεν είχε γίνει γι' αυτόν η Θεία Λειτουργία μία τυπολατρεία. Κάποτε τον ερωτήσαμε γιατί θέλει να μνημονεύη τόσα πολλά ονόματα στην προσκομιδή και μας απήντησε με την συνήθη απλότητα του· «για να ωφελούνται ψυχές».
Σε ολόκληρη τη μοναχική του ζωή στο κελλί του τον χει­μώνα δεν άναβε σόμπα, όσα κρύα, χιόνια και παγωνιές κι αν έ­κανε. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχθηκε να του ανάβουν φωτιά στο κελλί του οι πατέρες. Ακόμη και στο πα­ρεκκλήσι πού πήγαινε και λειτουργούσε, ποτέ μέχρι την τελευ­ταία λειτουργία του δεν υπήρχε σόμπα.
Μάλιστα σε εκείνο το κελλί πού έμενε δεν ήτο δυνατόν να τοποθετηθή σόμπα. Δι' αυτόν τον λόγο ακριβώς οι πατέρες τον είχαν παρακαλέσει να άλλάξη κελλί και να μεταφερθή στο δι­πλανό, όπου υπήρχε σόμπα έτοιμη από τις κτιστές. Αυτός δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αλλάξη, διότι, καθώς έλεγε, σ'; εκεί­νο το κελλί τον είχε βάλει ο Γέροντάς του από τότε πού είχε κοινοβιάσει στο Μοναστήρι. Με τις πολλές παρακλήσεις των πατέρων και του Ηγουμένου εδέχθηκε και άλλαξε κελλί.
Γενικώς επρόκειτο περί βιαστού και εγκρατούς μοναχού. Απέφευγε επίσης συστηματικά την αργολογία,, τα σχόλια για πρόσωπα και καταστάσεις και την κατάκρισι. Δεν αργολογούσε με κανέναν. Και εάν κανείς ήθελε να συζήτηση μαζί του, ήταν ολιγόλογος, αρκούμενος στα απαραίτητα. Ποτέ δεν τον ακού­σαμε να κατηγορήση ή να κατακρίνη κανένα. Για όλους τους ανθρώπους είχε καλούς λογισμούς. Όλοι οι άνθρωποι για τον παπά Ματθαίο ήταν καλοί και άγιοι, γιατί ήταν ο ίδιος καλός. Εχαίρετο δε υπερβολικά, όταν έβλεπε τους νέους πατέρες της Μονής και γενικώς κάθε νέο μοναχό. Πολλές φορές μάλιστα από την χαρά του άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να ξεσπάση σε διάφορες φράσεις εγκωμιαστικές γι' αυτούς.
Πιο πάνω από την Μονή Καρακάλλου, στο μέσον περίπου του παλαιού μονοπατιού πού οδηγεί στην Ιερά Μονή Φιλό­θεου, υπάρχει ένα παλαιό εξωκκλήσι του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Δίπλα από το Ναό υπάρχει και σώζεται μέχρι σήμερον ένα οίκημα ερειπωμένο, όπου φαίνεται -σύμφωνα και με την παράδοσι- πώς παλαιότερα ήτο Κελλίον όπου ενασκούντο πατέρες. Σε αυτό το εξωκκλήσι, επειδή έτρεφε ιδιαίτε­ρη ευλάβεια στον άγιο Γεώργιο, εσυνήθιζε να πηγαίνη κάθε ή­μερα ο παπά Ματθαίος, για να ανάψη το καντήλι του αγίου, έ­ψαλλε ορισμένους ύμνους, κτυπούσε το τάλαντο, και τις οίδε τί ιδιαίτερες προσευχές έκαμε προς τον Κύριο, την Παναγία και τους αγίους! Ανέβαινε καθημερινώς μέχρι εκεί επί σαράντα χρόνια -όπως μας έλεγε- επερνούσε δύο-τρεις ώρες και πριν τον Εσπερινό κατέβαινε στο Μοναστήρι.
Είχε επίσης σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ξενιτείας. Σε όλη την μοναχική του ζωή δεν είχε εξέλθει στον κόσμο ούτε για λόγους ασθενείας, ούτε για να υπάγη στην πατρίδα του. Ούτε στις Καρυές δεν πήγαινε. Ο ίδιος δεν ήθελε να εξέρχεται για κανένα λόγο. Μόνο μία φορά είχε πάει στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής, γιατί υπέφερε από κήλη. Όταν κάποτε είχε έπιδεινωθή η κατάστασις της κήλης του, επιέζετο υπό των άλλων πατέρων όπως υπάγη εις τους ιατρούς. Εκείνος όμως έζήτησε την βοήθεια των αγίων, την οποίαν και έλαβε. Την ιδία νύκτα εθεραπεύθη θαυματουργικώς υπό του ά­γιου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, και έτσι δεν εχρειάσθη να αφήση έστω και δι΄ ολίγον την ηγαπημένη του Μονή. Έκτοτε δεν εξήλθε έκτος Άγιου Όρους.
Ήτο πολύ ταπεινός και ανεξίκακος. Εάν κάποτε ήρχετο σε διένεξη ή διαφωνία με κάποιον αδελφό, αμέσως έσπευδε να του βάλη μετάνοια, έστω και εάν ήτο κατά πολύ νεώτερος ο άλ­λος αδελφός, μή προσπαθώντας να δικαίωση τον εαυτό του.
Τις Κυριακές και τις ολονύκτιες αγρυπνίες εις την Μονή μας γίνεται συλλείτουργο. Μία Κυριακή, όταν επρόκειτο να φορέση τα άμφια ο παπά Ματθαίος, ο βηματάρης του έδωσε ως συνήθως ένα στιχάριο, το όποιο ο παπά Ματθαίος δεν το ήθελε και ήθελε να φορέση ένα άλλο. Στην επιμονή του παπά Ματθαίου ο βηματάρης υπεχώρησε και του έδωσε το στιχάριο πού ήθελε. Ο παπά Ματθαίος το εφόρεσε και έν συνεχεία τα υπό­λοιπα άμφια και κατευθύνθηκε προς την προσκομιδή για να μνημόνευση ονόματα. Όταν έτελείωσε τη μνημόνευσι των ονο­μάτων, είδαν οι συλλειτουργοί ιερείς ότι έξεδύθη πάλι όλη την ιερατική στολή, για να φορέση το στιχάριο εκείνο πού του έδι­δε στην άρχή ο βηματάρης. Από αυτό το γεγονός μπορεί να καταλάβη κανείς πόσο λεπτή συνείδησι είχε.
Με τα διοικητικά ζητήματα της Μονής ποτέ δεν είχε αναμιχθή. Ποτέ δεν θέλησε να εκλεγή Προϊστάμενος, ώστε να εί­ναι απερίσπαστος στις πνευματικές του εντρυφήσεις και γιατί δεν αγαπούσε τα αξιώματα. Παλαιότερα, όταν το Μοναστήρι δεν είχε Ηγούμενο, η Πατριαρχική Εξαρχία πού ευρίσκετο τότε στο Άγιον Όρος είχε κατέλθει στη Μονή Καρακάλλου να συζήτηση με τους πατέρας για το θέμα της Ηγουμενείας. Εκάλεσε τότε η Εξαρχία και τον παπά Ματθαίο στο συνοδικό της Μονής όπου ευρίσκετο, για να τον προτείνη για Ηγούμενο. Ο παπά Ματθαίος τότε σηκώθηκε από τη θέσι του και απευθυνόμενος προς την Εξαρχία είπε: «εγώ δεν θέλω να αναλάβω Ηγούμενος, μόνο να λειτουργώ θέλω ...». Έβαλε μετά­νοια στην Εξαρχία και έφυγε ταπεινά από την αίθουσα.
Από τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής είχε καταγρά­ψει σε ένα βιβλίο τα διάφορα γεγονότα πού του συνέβησαν από τότε πού έφυγε από τον κόσμο. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος, τί είδε, άκουσε, έγνώρισε και έζησε. Έγραψε σ΄αυτό το βιβλίο όλη τη μοναχική του πείρα με ένα χαριτωμένο τρόπο και πολύ γλαφυρό. Τα «Απομνημονεύματα» αυτά συνήθιζε να τα μελετά σχεδόν καθημερινώς, ώστε να ενθυμήται το «διατί εξήλθεν», πού λέγουν οι πατέρες.
Μία εβδομάδα πριν την κοίμησι του έπεσε στο κρεββάτι από ασθένεια της κοιλιακής χώρας. Δεν ημπορούσε να φάγη τίποτε, ούτε και έβγαινε από το κελλί του. Του είπαν οι πατέρες να τον πάνε στους ιατρούς, αλλά δεν ήθελε. Ενόμιζε και είχε την ελπίδα ότι θα ιατρεύετο. Αλλ' όμως είχε έλθει η ώρα πού ο Θεός θα τον εκαλούσε κοντά Του, διά να τον ανάπαυση από τους κόπους του. Το βράδυ της προηγουμένης ημέρας της κοι­μήσεως του είχε φοβερούς πόνους. Έκανε όμως μεγάλη υπομο­νή. Και την άλλη ήμερα το πρωΐ, ξημερώνοντας η 5η Δεκεμ­βρίου 1985, εορτή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, παρέδωσε την αγία του ψυχή εις χείρας Θεού, τον οποίον επόθησε και ηγάπησεν εκ νεότητος.
Πρόθεσις και σκοπός των όσων ανωτέρω ανεφέρθησαν δεν ήτο άλλος, παρά να διατηρήσωμεν έστω και δι' αυτών των ολί­γων στοιχείων το μνημόσυνον του μακαρίτου ιερομόναχου Ματθαίου Καρακαλληνού, ο οποίος εστάθη δι' ημάς τους νεωτέρους μορφή άκρας ταπεινώσεως, υπόδειγμα λειτουργού, πα­ράδειγμα κοινοβιάτου μοναχού, ασκητού προσευχομένου, φιλαγίου και φιλόθεου. Είθε ο βίος του να γίνη παράδειγμα και πηγή εμπνεύσεως δι΄ όλους τους νεωτέρους αδελφούς του Αγιωνύμου Όρους. Ας είναι το μνημόσυνόν του αιώνιον. Μορφαί ως του παπά Ματθαίου θα παραμένουν μεταξύ των αλησμό­νητων αγιορείτικων μορφών.
 (παπά Ματθαίος Καρακαλληνός (1905 - 1985), Ι.Π.Κ., Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 11ο , σελ. 78-84, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος, 1986)