Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Μακάριοι όσοι υψώσουν στον αντίχριστο


Μακάριοι όσοι υψώσουν στον αντίχριστο

    Είναι φανερό ότι θα συγκεντρώσει πάλι ο Θεός τους Ισραηλίτας εις την Ιερουσαλήμ και θα τους ξαναδώσει όσα είχαν πρώτα.

   


Και αυτό για να ανατρέψει την μέχρι τότε πρόφασή τους, ότι η απώλειά τους οφείλεται στον διασκορπισμό.

Θα μπορούσαν δηλαδή κατά την ημέρα της Κρίσεως να απολογηθούν ως εξής στον Χριστό :

«Αν μας συγκέντρωνες στην Ιερουσαλήμ και μας ξαναέδινες όσα είχαμε, τότε θα πιστεύαμε σ΄εσένα, αφού δεν θα υπήρχε πια λόγος να φθονούμε τα έθνη, που προτιμήθηκαν τόσο εις βάρος μας».

Έτσι λοιπόν θα συναχθούν όλοι μαζί και θ΄αποκτήσουν όσα στερήθηκαν, αλλά θα παραμείνουν στην ίδια απιστία.

Και τότε πώς θα σωθούν, όταν μάλιστα την ίδια εποχή θα έρθει ανάμεσά τους ο αντίχριστος και θα πιστέψουν όλοι τους σ΄αυτόν, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου;

Ο Θεός δεν ψεύδεται. “εγώ ειμί η αλήθεια” διακηρύσσει με τον μονογενή του Υιό.

Με την αποκατάστασή τους λοιπόν θα στερηθούν αυτομάτως απ΄αυτήν τη δικαιολογία.

Εκείνος ο πλανεμένος και μάταιος, ο αντίχριστος, θα ταλαιπωρήσει υπερβολικά τους χριστιανούς στην εποχή του μέχρι την τελευταία τους αναπνοή με θλίψεις και φοβερές τιμωρίες.

Όποιος δεν πλανηθεί και δεν πιστέψει σ΄αυτόν, θ΄αναδειχθεί εκλεκτός και άξιος φίλος του Χριστού. Όλοι βεβαίως οι άγιοι είναι μακάριοι.

Τρισμακάριοι όμως θα είναι όσοι μαρτυρήσουν την εποχή του αντιχρίστου. Θα τους περιμένει παντοτινά υπερβολική δόξα και αγαλλίαση.

Θα ακολουθήσει τότε φοβερός πόλεμος μεταξύ του αντιχρίστου και του Δεσπότου Χριστού.

Μόλις δηλαδή ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του θα κάνει μανιασμένος αντίπραξη στον ουρανό:

θα ρίξει αστραπές και βροντές και θα κάνει τέτοιους κτύπους, ώστε απ΄τον ήχο της βοής να δονήται το σύμπαν και να αντηχεί φοβερά.

Ποιος τότε δεν θα φοβηθή και δεν θα φρίξει;

Μακάριοι θα είναι όπως είπα προηγουμένως, εκείνοι, των οποίων δεν θα κλονισθή η πίστις εις τον Χριστόν, τον αληθινό Θεό μας, που σαρκώθηκε και εγεννήθηκε από την αγία παρθένο Μαρία.

Μακάριοι επίσης εκείνοι που θα πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού και θα ελέγξουν με θάρρος τον δράκοντα και την πλάνη του.

Μακάριοι όσοι θα υψώσουν το ανάστημά τους εναντίον του και θα ελέγξουν με γενναιότητα τα ατοπήματά του.

Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός

Μακρυά από τους συμβουλάτορες της θεωρίας


Η δύναμη αυτών που θέλουν ν᾿αποκτήσουν τις αρετές, εδώ φαίνεται

    Μη ζητήσεις να πάρεις συμβουλή από κάποιον που δεν ακολουθεί τον δικό σου τρόπο ζωής, έστω κι αν είναι πολύ σοφός.

     
Είναι προτιμότερο ν’ αναθέσεις τα προβλήματά σου σ’ έναν απλοϊκό άνθρωπο με πείρα από τα πράγματα, παρά σ’ έναν φιλόσοφο, που μιλάει με λογική στηριγμένη στη θεωρητική εξέταση των πραγμάτων, χωρίς όμως να έχει και τη σχετική πείρα. και η πείρα είναι όχι το να μπει κανείς στα πράγματα και να ερευνήσει μερικές μονόπλευρες τους, χωρίς να έχει ακόμη αποκτήσει ο ίδιος τη γνώση από την εργασία, αλλά το να αισθανθεί έμπρακτα την ωφέλεια η τη ζημιά των πραγμάτων αυτών, έχοντας τα δοκιμάσει για πολύ καιρό γιατί πολλές φορές ένα πράγμα φαίνεται επιζήμιο, ενώ κρύβει μέσα του μεγάλη ωφέλεια. Άλλοτε πάλι, αντίθετα, φαίνεται απόλυτα ωφέλιμο, ενώ εσωτερικά είναι όλο βλάβη.

Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι ζημιώθηκαν όχι λίγο από πράγματα φαινομενικά κερδοφόρα.

Να χρησιμοποιείς λοιπόν ως σύμβουλό σου εκείνον, που από πείρα γνωρίζει καλά τη φύση και τη δύναμη των διαφόρων πραγμάτων, και ‘που μπορεί να τα διακρίνει αλάθητα.

Όποιος έκανε σωστή χρήση της ελευθερίας πρώτα στον εαυτό του, είναι μετά άξιος εμπιστοσύνης για να την παραδώσει και στους άλλους με επιστημοσύνη.

Του αββά ‘Ισαάκ

“Μικρός Ευεργετινός” σελ. 70 Έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου

Ο Γέροντας Νείλος ο Αγιοφαραγγίτης και η τελευταία του μάχη με τον διάβολο


Γέροντας Νείλος ο Αγιοφαραγγίτης

Του Αρχιμ. Αντωνίου Φραγκάκη, Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Γορτύνης και Αρκαδίας

 

Ήταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016.
Φευγαλέα λόγω της εργασιακής πληρότητας που επέβαλλαν οι ρυθμοί των Άγιων ημερών, επισκεφθήκαμε στο κρεβάτι του πόνου τον παλαίμαχο αγωνιστή της ερήμου Γέροντα Νείλο (Θεόδωρο) τον Αγιοφαραγγίτη.

Τον βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδόν ξέπνοο, εξουθενωμένο από την βαριά και επίπονη νόσο που ταλαιπώρησε το αραχνώδες χοϊκό του περίβλημα αλλά ωρίμασε απόλυτα την γενναία του και εν-Χριστωμένη ψυχή.

Παρά την σωματική ταλαιπωρία ήταν θαλερότατος ψυχικά, σε μάχιμη ετοιμότητα και με την συνήθη υψιπετούσα καρδιά και πνευματική
ακμαιότητα. H άνεση που μας χορηγούσε ο στενότατος πνευματικός σύνδεσμος που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά μας τώρα και αρκετά χρόνια, έδινε για μια άλλη φορά την δυνατότητα να ρουφήξουμε κάτι από το νέκταρ της ερήμου, τώρα που κατασταλαγμένο και συνολικό ξεχυνόταν από τον κρατήρα της άσκησης και του πόνου, στην περίλαμπρη δεξαμενή της αιωνιότητας.

Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι ο Γέροντας ολοπόρφυρος στο πρόσωπο και με κάποια εναγώνια επιμονή, έφτυνε μέσα από την μάσκα του οξυγόνου και κάτι ψιθύριζε. H μεταξύ μας αγάπη μου έδωσε την άνεση του ερωτήματος:

– Γέροντα, γιατί προσπαθείς να φτύνεις συνέχεια μέσα από την μάσκα του οξυγόνου;

Γέροντας: – Φτύνω τον αόρατο.. νά ‘ξερες τί μου κάνει; Έχω να κοιμηθώ πέντε μερόνυχτα…

– Τί σου κάνει Γέροντα;

Γέροντας: Είναι συνεχώς απέναντί μου. Με βρίζει και με απειλεί… Η μορφή του είναι τόσο απαίσια που αν δεν ενδυναμώσει ο Θεός, δεν αντέχει ο άνθρωπος την αγριότητα της παρουσίας του…

–        Πώς είναι Γέροντα;

– Σαν χοίρος με χονδρές – αδρές τρίχες (έτσι τον έβλεπε κι ο Γέροντας
Αναστάσιος). Βρωμάει απαίσια… Αλλάζει όψεις… Δεν μπορείς να τον
περιγράψεις… Βγάζει τη γλώσσα του, που είναι τεράστια… από το στόμα του εξέρχονται κοκκινωπές φωτιές…

– Σου μιλάει Γέροντα;

Γέροντας: Αν μου μιλάει; Προσπαθεί να με αποθαρρύνει… Και τι δεν μου λέει… Εγώ -λέει- σού ‘φαγα την σάρκα… εγώ σου λάβωσα τα πνευμόνια… Εγώ έβαλα και σε καταδίωκαν μία ζωή. Εγώ σού έκανα το
τάδε και το τάδε.. Εγώ σ’ έφερε σε αυτή την κατάσταση. Όποιους βάλω στα δίχτυα μου, τους περιποιούμαι καλά… Δικός μου είσαι ρε… Δικός μου… Ακούς;

– Εσύ πώς αντιδράς Γέροντα;

– Γέροντας: Απαντώ με το Χρυσοστομικό λόγιο: «Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες». Και τον φτύνω συνέχεια…
Αυτός μου λέει: «Το περιποιήθηκα καλά και το Χρυσοστομάκι σας, που μου πήγαινε κόντρα και τά ‘γραψε αυτά (εννοούσε τον Άγιο Ιωάννη τον
Χρυσόστομο). Τον συγύρισα χειρότερα από σένα. Έβαλα τους δικούς μου και τον διέλυσαν στην εξορία… Αφεντάδες και Δεσποτάδες… Ακούς ρε; Εγώ σας κατευθύνω και τώρα… Θα τ’ αλλάξω όλα στα μπλα μπλα σας (στην διδασκαλία σας)… Όποιος μου πάει κόντρα τον περιποιούμαι καλά… Έλα τώρα να σε… δροσίσω…». Βγάζει την απαίσια γλώσσα
του, την τεντώνει αν και βρίσκεται σε απόσταση κάποια μέτρα μακριά, την κάνει σαν προβοσκίδα ελέφαντα, με ακουμπά σε διάφορα σημεία του προσώπου μου και με καίει αφόρητα… Και συνεχίζει σαρκαστικά: «Αυτό το δώρο από την γλώσσα μου επειδή εσύ με έψηνες με την δική του την γλώσσα… Μπορείς να μου πεις γιατί δίδασκες; Αφού ερχόμουνα και σού ‘λεγα ότι δεν ήταν δουλειά σου να
διδάσκεις και να δίνεις κατευθύνσεις στον κόσμο. Να διδάσκουν οι θεολόγοι, οι δεσποτάδες, μάλιστα… Αλλά όχι κι εσύ να με βαράς… Το ξύλο το απελέκητο!».
Άλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει και σφίγγει το σώμα μου και αντιμετωπίζω αφόρητο μαρτύριο. Επιμένω στο «Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες» και στο φτύσιμο… Τα είχα αυτά και στην έρημο αλλά και πιο αραιά και νικηφόρα… Ξεκίνησαν εντατικότερα τις τελευταίες ημέρες… Επιμένει και δεν φεύγει…

– Ξέρετε, του είπα,  ο Γέροντας Εφραίμ ο Αριζονίτης γράφει, ότι το υφίστανται αυτό προ του τέλους οι μεγάλοι αθλητές για να αποκομίσουν και μαρτυρικό στεφάνι.
Γράφει συγκεκριμένα για την Οσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ότι έβλεπε ο Γέροντας τον Άγγελό της, λίγες ημέρες προ της μακαρίας τελευτής της να αποσύρεται διακριτικά και να παρακολουθεί τον αγώνα της, χωρίς να επεμβαίνει. Την άφηνε μόνη της να παλεύει για να αυξηθεί ο μισθός του αγώνα και της υπομονής. Εκείνη αντιστέκονταν  αδιάλειπτα με δύο λέξεις: «Ιησού – Παναγία μου». Τον έβλεπε και κρατούσε στιλέτο και την σημάδευε με άγριες διαθέσεις… Τώρα και εσείς ευρίσκεσθε στην πύλη… Γι’ αυτό συμβαίνουν αυτά… Μήπως και ο Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης δεν γράφει στην Κλίμακα ότι οι τελευταίοι πειρασμοί των μεγάλων αγωνιστών είναι της απιστίας και της απελπισίας; Μήπως ο σύγχρονος αναγεννητής του Αγιωνύμου Άθωνος Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής δεν απεκάλυψε στα πνευματικά του παιδιά ότι δέχθηκε τέτοια επίθεση από τον πονηρό στις οριακές ημέρες προ του τέλους, που πάσχιζε με λυσσώδη μανία να του κηρύξει φανταστικές και άκυρες όλες του τις αγιοπνευματικές εμπειρίες;

Μήπως και ο Όσιος Φιλόθεος ο Ζερβάκος όταν πήγε να πληροφορήσει τον επιστήθιο φίλο του, Όσιο Αθανάσιο τον Χαμακιώτη για το επερχόμενο τέλος του δεύτερου, δεν του επέστησε την προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, αδελφέ, μη σε πειράξει την τελευταία στιγμή ο παγκάκιστος;». Κάτι που βεβαίως έγινε, αλλά ο Γέροντας Αθανάσιος με τα σημερινά ζωομύριστα και μυρίπνοα οστά, εξήλθε τροπαιούχος και από αυτή την τελευταία πνευματική γυμνασία που του παραχώρησε ο αγωνοθέτης Θεός…

Μήπως και ο εμπνευστής και ομόψυχος αδελφός σας, ο Μέγας Αναστάσιος ο Κουδουμιανός, μικρό προ της θριαμβευτικής μεταχωρήσεώς του στην αιωνιότητα, δεν μας φανέρωσε, ότι είχε φοβερή συμπλοκή με τους δαίμονες, κάτι όχι ασυνηθιστο για τον εμπειροπόλεμο πυγμάχο της ασκητικής κονίστρας; Τον έσυραν στο έδαφος, του κατάφεραν δύο περίεργα εγκαύματα στην πλάτη, τα οποία, βέβαια, μετά από παρέλευση ολίγιστου χρόνου, θαυματουργικώς εξαλείφθησαν.

Και ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, από τους σπάνιους σε χριστοκεντρικότητα και απόθεμα αγιότητος Ιεράρχες, την ημέρα που
εκοιμήθη αιφνιδίως, δέχθηκε επίθεση από σμήνος δαιμόνων… Κατάπληκτος και αναμαλλιασμένος βγήκε στον εξώστη του μοναχικού του ενδιαιτήματος και φώναζε: «Γιατί αφήσατε τους μαύρους να περάσουν, τους μασσώνους που ανέβηκαν επάνω; Μου έκαναν άγρια επίθεση… Τους αντιμετώπισα αλλά ζορίστηκα…». Αυτό έγινε εκείνη την ημέρα δύο φορές.
Έχουμε και πολλά άλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…

Ο Γέροντας με πρόδηλη απορία αποτυπωμένη στην έκφραση του προσώπου του, μου απάντησε:

– «Μα εγώ δεν ανήκω στους μεγάλους αθλητές. Υπήρξα ισόβιος ζητιάνος του ελέους τους Θεού στην έρημο διά της μετανοίας… Είμαι ρεμάλι… Μεγάλος αμαρτωλός. Ζητούσα συνεχώς έλεος… Δεν είναι αυτά για ‘μένα. Δεν ανήκω σε αυτούς…».

– Αυτά, απάντησα, Γέροντα, ο Θεός τα ξέρει…

Με ιλαρό πρόσωπο έγνεψε ότι συμφωνεί και έκλεισε τα ολόλαμπρα μάτια του από εξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
Άλλωστε ασθμένων και με πολύ κόπο, σχεδόν ψιθυριστά, μέχρι εκείνη την ώρα ανταποκρινόταν στον διάλογο. Απόρησα πού βρήκε την δύναμη να μετάσχει τόσο ευκρινώς στη διαγενόμενη συζήτηση.
Ήταν προφανώς ενδυνάμωση Θεού, προκειμένου να αφήσει σαν παρακαταθήκη και την τελευταία του αυτή συγκλονιστική εμπειρία, στην βιωματική φιλοκαλία της Εκκλησίας.

Αυτή η διήγηση ήταν και ο τελευταίος μας διάλογος επί γης…

Ο Γέροντας από την Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ είχε πλέον ηρεμήσει απόλυτα και περίμενε με γαλήνη το επικείμενο τέλος.
Είχε λήξει η τελευταία φοβερή μάχη με τον δαίμονα. Νικητής ο παλαίμαχος αθλητής της ερήμου έβλεπε τους παλαιούς Αγιοφαραγγίτες Πατέρες να τον περιστοιχίζουν και τις επουράνιες αγγελικές ταξιαρχίες να υπερίπτανται εμφανώς, να επιστατούν γύρω από την κλίνη του, να λαμβάνουν πρωτοβουλίες και να ετοιμάζουν την έξοδό του.
Εκστατικός έμενε να κοιτάζει και δόξαζε τον Θεό! Έκανε με απροκάλυπτη δυσκολία άπειρες φορές τον σταυρό του.
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Όλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Επίκειται η ώρα. Να ειδοποιηθεί ο Αντώνης για την άμεση μεταφορά μου με το ασθενοφόρο στο Κεφάλι (Ερημιτήριο όπου ζούσε στα νοτιοδυτικά Αστερούσια). Θέλω να παραδώσω την ψυχή μου εκεί… Οπωσδήποτε πρέπει να βρεθώ στο Ασκητήριό μου από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έως το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής». Λίγο αργότερα είπε ξέπνοα αλλά καθαρά: «Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»

Όταν πριν λίγες ημέρες τον είχε επισκεφθεί ζωντανά στο σπίτι που ενοσηλεύετο στις Μοίρες, η κοιμηθείσα κόρη του Σταυρούλα, την ρώτησε ο Γέροντας: «Πώς είναι παιδί μου ο Παράδεισος», και εκείνη απάντησε: «Όπως μου τον περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Εξήγησέ μου περισσότερο», επέμεινε εκείνος και αυτή συμπλήρωσε:
«Δεν μου έλεγες, όταν σε ρωτούσα εγώ πριν φύγω, ότι εκεί “ουκ έτσι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος; Τελικά αυτό είναι πατέρα».

Τώρα ο Γέροντας προγευόμενος τα έπαθλα του αγωνοθέτη Θεού, τελείωνε τους επίπονους ισόβιους άθλους επαναλαμβάνοντας τούτα τα λόγια και ένα λεπτό αδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε την μυστηριώδη έκσταση του θανάτου. Βαριανάσαινε και ατάραχος περίμενε. Το ουράνιο ταξίδι είχε πλέον άμεσα δρομολογηθεί.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πριν τα μεσάνυχτα 28-4-2016. Η ένδοξη κοίμησή του υπήρξε «μυστήριο κραυγής όπερ εν ησυχία Θεού διεπράχθη» (Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος) όπως άλλωστε και όλη η
θαυμαστή και πνευματέμφορος βιοτή του.
Μόλις ακούμπησε το κατάστικτο και οσίαθλο σώμα στην ασκητική του κλίνη, αμέσως φτερούγισε η ολόφωτη και θεοτερπής ψυχή του στα άφθαρτα σκηνώματα της δόξης του Χριστού, τον οποίον με μανικό έρωτα αγάπησε και με αδιάλειπτη ησυχαστική στοχοθεσία,
χαρισματικώς προσαπόκτησε.

Ήταν η πανίερη και φοβερή βραδιά που εμυσταγωγείτο το Θείο Πάθος στις καρδιές των πιστών. Και η εσταυρωμένη επίγεια διαδρομή του μαρτυρικού Γέροντος, έπρεπε να βρει εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές την νοηματοδότηση και καταξίωσή της, από Εκείνον που καλεί τους φίλους Του ενεργά στο Σταυρό, προκειμένου να τους αναγνωρίσει δικούς Του και να τους εντάξει πανηγυρικά και στους άληκτους αναβαθμούς της Αναστάσεως..

Aιωνία η μνήμη του. Να έχουμε την ευχή του.

Πηγή: Εφημερίδα Αντίλαλος της Μεσαράς – e-mesara.gr

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ευγένιος μοναχός Προδρομίτης (1880 - 1954)


Γεννήθηκε στην κοινότητα Σεγκάρτσεα-Ντολζ της Ρουμανίας το 1880. Οι γονείς του, Δημήτριος και Μαρία, τον μεγάλωσαν με τον φόβο του Θεού. Το 1903 ήλθε στο πανσέβαστο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Από τους 150 μο­ναχούς της σκήτης ήταν ο πιο αγωνιστής και υπάκουος μοναχός. Μετά μία περίπου δεκαετία στάλθηκε στη σκήτη Νταρβάρι του Βουκουρεστίου από τον Δικαίο Αντίπα. Το 1917 στάλθηκε στο μετόχι της αθωνικής σκήτης στην κοινότητα Τσιφέστι της επαρχίας Βράντσεα. Εκεί έμεινε περί τις τέσσερις δεκαετίες και συγκέντρωσε πλησίον του δώδεκα μο­ναχούς, καθοδηγώντας τους με σύνεση και σοφία.
Κατά την εκεί παραμονή του ενέσκυψε μεγάλη πείνα. Ο π. Ευγένιος δεν δίστασε καθόλου ν’ ανοίξει τις αποθήκες του μετοχίου και να τις αδειάσει για τους πεινασμένους. Έσωσε από βέβαιο θάνατο περί τους εκατό ανθρώπους. Ο σοφός και πράος αυτός Γέροντας δίδασκε κυρίως με το ζωντανό παράδειγμά του. Πολλοί νέοι άφηναν την άσωτη ζωή και με τις συμβουλές του γίνονταν καλοί μοναχοί. Οι μοναχοί του διακρίνονταν για την υπακοή τους, τη σεμνότητά τους και τη φρονιμάδα τους. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε δίχως την ευλογία του Γέροντος. Την υπακοή την ενέπνεε και δεν την επέβαλλε. Τους έριχνε όλους στο άγιο φιλότιμο.
Όταν κάποτε τα πρόβατα ενός χωρικού μπήκαν στο αμπέλι της μονής, οι μαθητές του ζήτησαν ευλογία να τα διώξουν και να επιτιμήσουν τον χωρικό. Ο Γέροντας τους είπε: «Δεν είναι καλό, αδελφοί. Γιατί να λυπήσουμε και να σκανδαλίσουμε τον αδελφό; Αυτός δεν βλέπει ότι τα πρόβατά του είναι στο αμπέλι; Αφήστε τον να τα βγάλει αν θέλει αυτός, για να μην του το πούμε εμείς και τον στενοχωρήσουμε».
Όταν κάποιος τον συκοφάντησε, υπέμεινε αδιαμαρτύρητα. Είπε μά­λιστα στους μαθητές του: «Πρέπει να υπομένουμε, διότι είμεθα μοναχοί. Κανείς μέχρι τώρα δεν μου μίλησε τόσο ωραία όσο αυτός ο αδελφός σήμερα. Τα εγκωμιαστικά λόγια για τον μοναχό χαροποιούν τους δαίμονες, ενώ οι ονειδισμοί και οι κακολογίες χαροποιούν τους αγγέλους». Η φιλοθεΐα, η φιλαδελφία και η φιλανθρωπία του ήταν απερίγραπτες. Η απλότητα και η αγαθότητά του παροιμιώδεις. Ζούσε για τους άλλους. Επί σαράντα χρόνια διακονούσε πρόσχαρα. Χαιρόταν πιο πολύ να δίνει παρά να παίρνει.
Ο ύπνος του ήταν ελάχιστος. Προσευχόταν όρθιος με υψωμένα χέρια επί δύο-τρεις ώρες. Έκανε περίπου χίλιες εδαφιαίες μετάνοιες κάθε βράδυ. Έλεγε ακατάπαυστα την ευχή του Ιησού. Διάβαζε με δάκρυα το Ψαλτήρι. Προσευχόταν θερμά για όλον τον κόσμο. Φορούσε πενιχρά ρούχα, είχε λιτό κελλί μικρό και απόφευγε τους ιατρούς, λέγοντας: «Αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πότε μου χρειάζεται η υγεία και πότε μου χρειάζεται η ασθένεια». Από τότε που βγήκε από το Άγιον Όρος δεν έφαγε ποτέ κρέας. Το φαγητό του ήταν πολύ λίγο. Ήταν αδύνατος και καχεκτικός. Δεν ήθελε ποτέ να σκανδαλίσει κανένα. Σκορπούσε παντού και πάντοτε ειρήνη και χαρά. Ωφελούσε πιο πολύ με το παράδειγμά του. Ήξερε μόνο να συγχωρεί και ν’ αγαπά.
Ανεπαύθη δοξάζοντας τον Πλουσιόδωρο, Μεγαλόδωρο και Παντεπόπτη Θεό στις 14.11.1954 στο κελλί του. Ετάφη στο κοιμητήρι της κοντινής σκήτης Μπράζι του νομού Μπράντσεα, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών. Πολλοί λυπήθηκαν πολύ για τη στέρησή του.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιωαννικίου Μπαλάν ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 398-400.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ. 519-521, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

 http://www.pemptousia.gr

Χριστόφορος ιερομόναχος Προδρομίτης (1822 - 1916)


Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1822, ο κατά κόσμον Χριστόδουλος Δημητριάδης. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Από παιδί ποθώντας τη μοναχική αφιέρωση πήγε στη γειτονική μονή του Τιμίου Προδρόμου. Μετά από την κανονισμένη δοκιμή εκάρη μοναχός. Συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στις Σέρρες. Κατόπιν αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και τη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Μιλούσε άπταιστα λατινικά και γαλλικά. Δίδαξε στις Σέρρες, την Αλιστράτη και το Μελένικο, καθώς επίσης επί διετία στη σχολή της μονής Ιβήρων.
Το 1879 διορίσθηκε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή, όπου δίδαξε επί οκταετία «μετ’ απαραμίλλου ζήλου και λίαν ευδοκίμως, τον βαθύτατον σεβασμόν και την απεριόριστον εκτίμησιν και αΐδιον ευγνωμοσύνην αποκομίσας ού μόνον των μαθητών αυτού αλλά και συμπάσης της αγιορειτικής αδελφότητος», κατά τον Ιερομόναχο Χριστόφορο Δοχειαρίτη. Κατά την παραμονή του στο ‘Άγιον Όρος παρέμεινε στο Χιλανδαρινό Κελλί «Άγιος Νικόλαος» και το Κουτλουμουσιανό «Τίμιος Πρόδρομος», πάνω από τις Καρυές.
Διετέλεσε ηγούμενος της μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών (1892- 1904) και πολλά έπαθε από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Έγραψε ορισμένα διδακτικά έργα. Μερικά από αυτά τυπώθηκαν, όπως το Προσκυνητάριον της μονής του, στη Λειψία το 1904. Έργα του έκλεψαν οι Βούλγαροι. Στη μονή είχε θείο ηγούμενο, τον Άνθιμο, που τελείωσε τον βίο του στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Τη μονή του αγάπησε υπερβολικά κι εργάσθηκε άοκνα για την πρόοδό της. Ήταν και καλός ιεροκήρυκας. Του πρότειναν την επισκοποίησή του, αλλά αρνήθηκε. Αγαπούσε τη μελέτη, τη συγγραφή, την αλληλογραφία και την προσευχή. Κατά τον πνευματικό του υιό ιερομόναχο Γαβριήλ Προδρομίτη:
«Απέθανεν από γεροντικήν εξάντλησιν την 14ην Αύγουστου του έτους 1916 εις ηλικίαν 94 ετών. Εκηδεύθη δε την επομένην και ετάφη εις το νεκροταφείον των πατέρων της Μονής. Ηυτύχησε περί τας δυσμάς του βίου του να ιδή και ημέρας εθνικής χαράς και δόξης, και την πατρίδα του περιελθούσαν εις τας αγκάλας της μητρός Ελλάδος, αντικρύσας μετά δακρύων τον Ελληνικόν στρατόν και συνεστιασθείς εν τη Μονή μετ’ ανωτέρων Ελλήνων αξιωματικών».
Εκοιμήθη στην εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας, την οποία αγάπησε περισσότερο στο Περιβόλι της στον Άθωνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Χριστοφόρου Κτένα αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες από του 1845-1916. Αθήναι 1930, σσ. 55-59. Μανουήλ Γεδεών, Αποσημειώματα χρονογράφου 1780-1800-1869-1913. Αθήναι 1932, σσ. 105-106. Μαξίμου Σερρών μητροπ.. Το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες, Σέρρες 1988, σσ. 82-83.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1956-1983, σελ. 129-130, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Νεκτάριος μοναχός Προδρομίτης (1808 - 1903)


Γεννήθηκε στην πόλη Χούση της Ρουμανίας το 1808 από ευσεβέστατους γονείς. Από μικρός ανεδείχθη σε άριστο πρωτοψάλτη με τη βαθιά του γνώση και τη γλυκύτατη φωνή του. Νέος, φερμένος από τον αδελφό του μοναχό Αθανάσιο, φόρεσε τα μοναχικά ράσα στη μονή Τσιολάνου Μπουζάου. Κατόπιν μαζί τα δύο αδέλφια, πήγαν για προσκύνημα στο Άγιον Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Τελικά ο Νεκτάριος εκάρη μοναχός στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας.
Το 1845 τα δύο αδέλφια κατοίκησαν σ’ ένα Κελλί της περιοχής της Βίγλας της Μεγίστης Λαύρας, όπου έμειναν επί δεκαέξι έτη. Η υπέρμετρη άσκηση του Νεκταρίου ήταν θαυμαστή. Όλη την εβδομάδα την περνούσε δίχως να εξέρχεται διόλου του Κελλίου του, παρά μόνο τις Κυριακές κι εορτές, που πήγαινε με τον αδελφό του στη σκήτη του Προδρόμου, για να ψάλλει ως ένας ενσώματος άγγελος. Όλη τη Σαρακοστή ήταν έγκλειστος και τρεφόταν με μουσκεμένα κουκιά. Είχε το χάρισμα των δακρύων και την ευχή του Ιησού αέναη.
Διακρίθηκε και τελειοποιήθηκε στην ψαλτική τέχνη. Οι Αγιορείτες τον ονόμαζαν «νέο Κουκουζέλη», «το αηδόνι του Αγίου Όρους». Οι Ρουμάνοι τον έλεγαν «το αηδόνι της Μολδαβίας». Όλοι τον θαύμαζαν για την υπέροχη ψαλμωδία του. Κατένυσσε τους πάντες. Ο ίδιος ήταν πάντοτε ταπεινός. Έρχονταν από μακριά για να τον ακούσουν να ψάλλει. Έψαλλε πράγματι τόσο ωραία όσο κανείς άλλος. Μετέφρασε πολλά μουσικά μέλη από τα ελληνικά στα ρουμανικά.
Από το 1862 εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Επί σαράντα χρόνια έκανε υπακοή και ήταν πρόθυμος διακονητής. Ήταν επίσης καλός ξυλόγλυπτης, έπλεκε δίχτυα και ύφαινε κάλτσες. Ήταν πάντοτε σοβαρός, ευλαβής και ευκατάνυκτος. Δεν γελούσε και δεν αστειευόταν ποτέ. Τα δάκρυά του ήταν πολλά και θερμά και στο ναό και στο κελλί του. Είχε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία. Οι ωραιότερες συνθέσεις και ψαλμωδίες του ήταν των υπέροχων «Άξιόν Έστι». Την Παναγία θεωρούσε βοηθό στην εκμάθηση της ψαλτικής και της νοεράς προσευχής. Η Παναγία τον έσωσε από μύριους πειρασμούς φθονερών ανθρώπων.
Ήταν φιλακόλουθος, πράος, σιωπηλός και αγαθός. Τίποτε το γήινο δεν τον ενδιέφερε. Τον νου του είχε πάντοτε ψηλά, στα ουράνια σκηνώματα. Δίδασκε με την παρουσία του και το παράδειγμά του. Οι δαίμονες τον μισούσαν και τον πολεμούσαν. Η Παναγία η Προδρομίτισσα, η μεγάλη αγάπη του υμνητή της Νεκταρίου, τους απομάκρυνε. Το καλοκαίρι του 1903 ο μέγας πρωτοψάλτης Νεκτάριος αναχώρησε για τον ουρανό, ύστερα από κτύπημα στο δάσος.
Ο Α. Μωραϊτίδης γράφει περί αυτού ότι πηγαίνουν οι προσκυνητές στη σκήτη «ν’ ακούσουν την αηδόφωνον μελωδίαν του περίφημου Βλάχου, του Νεκταρίου, του πρώτου μουσικοδιδάσκαλου του Αγίου Όρους, όστις όμως γηράσας και τυφλωθείς, έπαυσε προ χρόνων να ψάλλη, προ τεσσάρων δε μηνών εκοιμήθη εν Κυρίω, αφ’ ου επί πεντηκονταετίαν όλην διέδωσε την βυζαντινήν μούσαν εις τας μονάς και ιδίως εις την Λαύραν, την ημίσειαν ώραν απέχουσαν, όπου όλοι σχεδόν οι μοναχοί, από του Προηγουμένου κ. Κοσμά του Γέροντος μέχρι και των νεωτέρων υποτακτικών, γνωρίζουσι την εκκλησιαστικήν μουσικήν, υπό τον Βλάχον μαθητευθέντες».
Από τα 95 έτη της ζωής του τα 75 τα διήλθε μέσα στο τίμιο του μονάχου ράσο. Τα οστά του αναπαύονται στο οστεοφυλάκιο της σκήτης του Προδρόμου, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών. Η ψυχή του ψάλλει ενώπιον του θρόνου του Παντάνακτος και πολυΰμνητου Θεού και της Παντάνασσας Θεοτόκου.
Βιβλιογραφία:
Α. Μωραϊτίδου, Με του βορηά τα κύματα, Αθήναι 1927, σ. 69. Ιωαννικίου Μπαλάν Ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 309-315. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 191, 443.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ – 1900-1955, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011
Δείτε και:

 για τη συμμετοχή του στα διοικητικά της Ιεράς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου δείτε, εν ολίγοις, εδώ.

Βασσιανός μοναχός Προδρομίτης (1888 - 1972)


Γεννήθηκε στην κοινότητα Μπάχνα του νομού Ρόμαν της Ρουμα­νίας το 1888, ο κατά κόσμον Γεώργιος Οπρισάν. Το 1910 ήλθε στο Άγιον Όρος κρυφά, γιατί ο πατέρας του ήθελε να τον νυμφεύσει. Εισήλθε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου όπου εκάρη μοναχός. Εκεί διακόνησε στο ναό, το μαγειρείο, τον κήπο και το νοσοκομείο. Μετά από λίγα χρόνια πήγε στη σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου, όπου ασκήτευαν πολλοί συμπατριώτες του.
Υποτάχθηκε σ’ έναν από αυτούς που ζούσε ησυχαστικά. Ήταν ο Ρουμάνος Γέροντας Βαρλαάμ, που ζούσε με μεγάλη άσκηση, συνεχή προσευχή και θεία οράματα. Διηγείται ο ίδιος αργότερα:
«Ήταν πολλοί τότε οι όσιοι μοναχοί στον Άθωνα, αλλά έφευγαν τους ανθρώπους και ζούσαν τελείως άγνωστοι από τον κόσμο μέσα σε σπηλιές, ασκητήρια, και εκεί απέθαιναν. Έεε τί ήταν τότε το Άγιον Όρος! Αληθινός κήπος του παραδείσου. Σε κάθε βήμα, όπου και να επήγαινες, θα συναντούσες ένα μοναχό, έναν ερημίτη να προσεύχεται, ένα μεγαλόσχημο να κάνη μετάνοιες …».
Το 1924, λόγω των ημερολογιακών διχασμών, αναχώρησε για το αγιορείτικο μετόχι της σκήτης Νταρβάρι του Βουκουρεστίου, όπου έμεινε εκεί επί μία εικοσαετία. Ήθελε να επιστρέψει στο Περιβόλι της Πανα­γίας, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Πάντοτε πάντως το νοσταλγούσε. Την τελευταία τριακονταετία της ζωής του έζησε στη μονή Τσερνίκα εργαζόμενος ακατάπαυστα την παθοκτονία και αρετοσυγκομιδή και φθάνοντας σε υψηλά μέτρα ταπεινώσεως.
Έλεγε ο μακάριος Γέροντας: «Το Ψαλτήρι είναι το προσευχητάριο του μοναχού. Καθημερινά πρέπει να το διαβάζουμε … Οι ασθένειες κάνουν πολύ καλό για τους μοναχούς. Ιδιαίτερα στα γεράματα, διότι μας προκαλούν την μνήμη του θανάτου, μας ταπεινώνουν και μας προ­ετοιμάζουν για το μεγάλο ταξίδι. Η ασθένεια είναι ένα μεγάλο δώρο για τους γέροντες, διότι τους προειδοποιεί για την ώρα του θανάτου… Το ακριβώτερο δώρο στον άνθρωπο είναι η σωτηρία του. Γι’ αυτό εδώ στην γη πρέπει να κοπιάσουμε για την σωτηρία μας, διαφορετικά ματαίως γεννηθήκαμε. Την σωτηρία μας να κερδίσουμε, διότι εάν την χάσουμε, χάσαμε το παν … Το ωφελιμότερο έργο για τον μοναχό είναι η προσευχή. Οι κοσμικοί αποκτούν παιδιά και έχουν πολλές φροντίδες. Αυτοί σώζονται με τις θλίψεις και δοκιμασίες της ζωής, εάν τις υπομείνουν. Ενώ οι μοναχοί με την προσευχή. Αυτή είναι η αποστολή μας: να δοξάζουμε πάντοτε τον Θεό. Είναι μία μικρή προσευχή, αλλά έχει πολ­λή δύναμη γι’ αυτούς που την λέγουν συχνά. Δηλαδή το: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό”»…
Ανεπαύθη, εκηδεύθη και ετάφη στη μονή Τσερνίκα στις 21.11.1972, εορτή των Εισόδιων της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία από τον ιερό Άθωνα, το Περιβόλι της, υπεραγαπούσε.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιωαννικίου Μπαλλάν ιερομ., Πνευματικοί διάλογοι με Ρουμάνους πατέρες, Θεσσα­λονίκη 1986. σσ. 337-341.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 855-856 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Πετρώνιος ιερομόναχος Προδρομίτης (1914 - 2011)


Ο π. Πετρώνιος γεννήθηκε το 1914 στην κοινότητα Φαρκάσα του νομού Νεάμτς. Ο πόθος του από νέος ακόμα να γίνει μοναχός οδήγησε τα βήματά του στη Μονή Νεαμτς όπου και έγινε μοναχός. Έπειτα πήγε στην Μονή Αντίμ του Βουκουρεστίου ενώ σπούδασε και στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου.
Το 1978 πήγε στο Άγιον Όρος. Ο π. Πετρώνιος πήγε εκεί με τη δεύτερη γενιά μοναχών, σταλμένοι από το Πατριαρχείο Ρουμανίας με σκοπό την πνευματική αναγέννηση της σκήτης του Τιμίου Προδρόμου.
Από το 1984 ήταν και πνευματικός αλλά και βιβλιοθηκάριος της Σκήτης.
Όταν ο Placide Desseille ζήτησε από τον π. Μακάριο τον Σιμωνοπετρίτη να τον πάει σε κάποιον γέροντα για να ακούσει κάποιον πνευματικό λόγο, εκείνος μαζί με τον ηγούμενο Ελισσαίο και άλλους μοναχούς της συνοδείας τους τον πήγαν στον πατέρα Πετρώνιο.
Όταν ζήτησαν από τον γέροντα Αντριάν Φαγκατσεάνου να πεί κάτι για τον γέροντα Πετρώνιο εκείνος είπε: «Τον Πετρώνιο τον Προδρομίτη; Ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός»!
Πατώντας το πόδι του στην αθωνική γη της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου ο Νικολάε Μπαλτσιούτ θα γράψει:«Ο πατέρας Πετρώνιος είναι τόσο αγαπητός που τον συμβουλεύονται και οι Έλληνες και οι Ρουμάνοι μοναχοί»
Ο π. Ιωαννίκιος από την Μονή Σίμωνος Πέτρα θα πει: «Ο π. Πετρώνιος ο Προδρομίτης συνταιριάζει τέλεια την αγάπη με την άσκηση και την πραότητα. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο γέροντας στεκόνταν όρθιος στις αγρυπνίες όλη νύχτα. Το να καθίσει για λίγο γονατιστός ήταν μια ευλογία»
Ψάχνοντας να βρω και κάτι άλλο να γράψω θυμήθηκα τι είχε γράψει πριν από 2 χρόνια στο ορθόδοξο περιοδικό Lumea Monahilor ο George Crasnean: «Έδειξα στην γυναίκα μου 3217 φωτογραφίες με αθωνίτες μοναχούς και την ρώτησα ποιός σου φαίνεται ''καλός άνθρωπος''. Απ' όλους διάλεξε τον π. Πετρώνιο ίσως επειδή τα μάτια του να ''πρόδωσαν'' την ξεχωριστή του ψυχή
Κανένας από όσους πέρασαν το κατώφλι της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου δεν μπορούν να ξεχάσουν το φως που εξέμπεμπε η μορφή του και τα πνευματικά λόγια που πρόσφερε καθισμένος σ' ένα παγκάκι κάτω από το φως της ανατολής ή του δειλινού.
«Μ' αρέσει να περπατάω, αυτή είναι η χαρά μου, επειδή πολλοί Άγιοι Πατέρες αγίασαν τις πέτρες τούτες με τον ιδρώτα τους» έλεγε ο γέροντας. Πατώντας στα χνάρια αυτών των πατέρων, αισθανόταν την χαρά της κοινωνίας και της αδιάλειπτης προσευχής
Ο Θεός να τον αναπαύει.

Γερόντιος μοναχός Προδρομίτης (1901 - 1984)


Ο κατά κόσμον Γεώργιος Μπάτσιου γεννήθηκε το έτος 1901 στο χωριό Μπάικα του νομού Φολτιτσέν της ορθόδοξης χώρας της Ρουμανίας. 
Νέος ήλθε στο Περιβόλι της Παναγίας, όπου μόναζαν πολ­λοί συμπατριώτες του. Εγκαταβίωσε στο Παντοκρατορινό Κελλί του Ευαγγελισμου της Θεοτόκου της Κάτω Καψάλας. Εκεί εκάρη μοναχός το 1927 και ονομάσθηκε Γεδεών. 
Το επόμενο έτος προσήλθε στη ρου­μανική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου έκάρη μεγαλόσχημος μο­ναχός και ονομάσθηκε Γερόντιος. 
Οι πατέρες της σκήτης διακρίνονταν για το ασκητικό τους φρόνημα, τα έργα της αρετής και της μετανοίας. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Δίκαιος Ματθαίος, που είχε έλθει στη σκήτη από νεαράς ηλικίας και αγωνίσθηκε σκληρά για την επιβίωση της σκήτης μέσα από πολλές αντίξοες συνθήκες.
Ο τυφλός Γέρον­τας Βαρθολομαίος, που έλεγε με κατάνυξη το Μεσονυκτικό και τον Εξάψαλμο καθημερινά από στήθους. 
Ο διάκονος Αρκάδιος, που είχε έλθει δωδεκάχρονος στη σκήτη. Είχε μεγάλη αγάπη για τις ακολουθίες. Πήγαινε με μεγάλη δυσκολία και με δύο μπαστούνια στην εκκλησία. Στην ευλάβειά του στην Παναγία και στην καρτερία στους σωματικούς του πόνους, ξεχώριζε απ’ όλους.
Ο Γέροντας Γερόντιος, παρά τα γεράματά του, αναφέρει ο π. Δαμα­σκηνός Γρηγοριάτης, έτρεχε παντού φιλότιμα και πρόθυμα να συνδρά­μει, παρότι από ένα κτύπημα είχε χωλωθεί. Ήταν κοντός και κυρτωμέ­νος. Ο Δίκαιος Πετρώνιος τον χαρακτηρίζει υπάκουο, ταπεινό, αγωνιστή. Είχε περίπου πέντε δεκαετίες στη σκήτη. Τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν είχε βγει καθόλου από αυτή. Είχε περάσει με ζήλο από διάφορα διακονήματα της κοινοβιακής σκήτης: βουρδουνάρης, μάγειρος, φούρ­ναρης, κηπουρός και άλλα. Όταν τέλειωνε το διακόνημά του, έτρεχε να βοηθήσει τους πατέρες και σε άλλα διακονήματα. Στο κελλί του διάβα­ζε το Ψαλτήρι, το οποίο είχε πάντοτε ανοιχτό στό αναλόγιό του. Ήταν ακτήμων, απλός και χαριτωμένος. Αν κάποιος του πρόσφερε χρήματα, τα έδινε αμέσως στον Δικαίο, λέγοντας: «Πάρτα, γιατί δεν θέλω να μ’ εύρει η νύχτα με χρήματα στα χέρια μου».
Η τελευταία ημέρα της ζωής του ήταν εντυπωσιακή. Το πρωί, μετά την ακολουθία, είχε πάει να βοηθήσει στο μαγειρείο, για την προετοι­μασία του φαγητού. Κατόπιν πήγε να βοηθήσει νεότερους μοναχούς, που φόρτωναν άμμο ένα φορτηγό, για την επισκευή των κτιρίων. Όταν του είπαν να μην κουράζεται, γιατί είναι ηλικιωμένος, απάντησε: «Εγώ μετά θα πάω να ξεκουραστώ, ενώ οι πατέρες θα εργάζονται μέχρι το βράδυ…». Την ίδια ημέρα στη σκήτη θα έφτιαχναν ψωμί. Πήγε στον φούρνο να βοηθήσει στο κοσκίνισμα του αλεύρου. Ο φούρναρης του είπε να πάει και αργότερα, να βοηθήσει στη ζύμη. Όταν πήγε στο κελλί του να τον ειδοποιήσει για να έλθει, ενώ χτύπησε την πόρτα δεν απάντησε. Άνοιξε τη θύρα του κελλιού του και τον βρήκε ξαπλωμένο με το Ψαλτήρι. Νόμιζε πως αποκοιμήθηκε από την κόπωση και τον ξαναφώναξε. Ο Γέροντας Γερόντιος δεν υπάκουσε, για πρώτη και τελευ­ταία φορά. Υπάκουσε στο ουράνιο κάλεσμα, ν’ αφήσει τα επίγεια για τα επουράνια. Αναχώρησε, για να λάβει τον μισθό των καμάτων του. Έφυγε σαν πουλάκι, δίχως καμιά προειδοποίηση, για να υπάγει στη χαρά του Κυρίου του, τον οποίο διακόνησε σε όλη του τη ζωή φιλότιμα, αντικρίζοντάς τον στα πρόσωπα των αγαπητών αδελφών του.
Ο αξιομακάριστος Γέροντας Γερόντιος Προδρομίτης αναπαύθηκε εν Κυρίω στις 5.6.1984.
Πήγες – Βιβλιογραφία         
Μοναχολόγιο Ιεράς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Μ. Λαύρας. Διήγηση μοναχού Δα­μασκηνού Γρηγοριάτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1103-1104

Ιγνάτιος ιερομόναχος Προβατιανός (1871 - 1959)


Ο κατά κόσμον Ιωάννης Γραμματάς του Χριστοφόρου και της Βασιλείας καταγόταν από τη Μυτιλήνη, στην οποία γεννήθηκε το 1871. Προσήλθε στο ιερό Κελλί Κοιμήσεως Θεοτόκου – Κρανιάς της σκήτης Γλωσσίας – Προβάτας, το 1891, στο οποίο, λέγεται, μόνασε και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα. Εκάρη μοναχός το 1893. Το 1894 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1898 πρεσβύτερος.
Κατά τον υποτακτικό του ιερομόναχο Καλλίνικο, «υπήρξεν ευπροσήγορος και παρηγορητικός εις πάντας. Ήτο εφοδιασμένος από όλας τας αρετάς, και την φιλαδελφίαν και αγάπην προς πάντας, και αμνησικακίαν εις τους εχθρούς του, μάλλον δε και επροσηύχετο υπέρ αυτών, την δε ελεημοσύνην εις πάντα αιτούντα ευχαρίστως και ιλαρώς εξετέλει. Διετήρει αδιάσπαστον την νοεράν προσευχήν εν παντί καιρώ. Επροσηύχετο ημέρας και νυκτός υπέρ όλων των χριστιανών και των πνευματικών του τέκνων ως και των οικείων αυτών.
Υπήρξε πρότυπον τελείου και εναρέτου μοναχού. Είχε πλείστην την αγάπην και την ευλάβειαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις την προστάτιδα ήμών Θεομήτορα και σχεδόν εις όλους τους αγίους. Ηγωνίσθη επί 63τίαν κατά της αδικίας και υπέρ της δικαιοσύνης και αληθείας, ευδοκίμως προσφέρων ανεκτιμήτους υπηρεσίας υπέρ του ιερού ήμών Τόπου, αλλά και εθνικήν δράσιν υπέρ της φιλτάτης ήμών πατρίδος, προλαβών δε και αποσοβήσας διαφόρους εν τω αγιωνύμω Όρει εθνικούς κινδύνους». Ήταν πολύ σεβάσμιος Γέροντας. Ο λόγος του έλεγχε και μονές. Εργάσθηκε και υπέρ του Κελλιωτικού Ζητήματος.
Στο υπ’ αυτού συντεθέν βιβλίο περί της σκήτης του, ο φιλίστορας και φιλάγιος Γέροντας, γράφει με ωραία γλώσσα περί του «θεοδοξάστου και μακαρίου συλλόγου, των εν τη Ιερά Γλωσσία διαπρεψάντων και αγωνισαμένων Οσίων και θεοφόρων Πατέρων, ων οι αγώνες και τα θεοειδή εν τη κατά Χριστόν φιλοσοφία παλαίσματα, ως λαμπάδες φαειναί και πυρσοί ακοίμητοι, εκ του ιερού και Υψικαρήνου Άθωνος έλαμψαν και πάσαν την οικουμένην κατηύγασαν και έως της συντέλειας του αιώνος καταυγάσουσιν, οίτινες εισί: Θεόληπτος ο Φιλαδέλφειας, Νικηφόρος ο Νηπτικός ο εν τη Κρανία, Γρηγόριος ο Βυζάντιος ο περιβόητος εις την αρετήν και νήψιν, Νείλος ο εξ Ιταλίας και ο Σελιώτης Ηλίας, Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης ο εκ του Προβάτας Κελλίου “Καταφυγή” του Τιμίου Προδρόμου. Οικείοι δε και γνωστοί τούτων, αλλά και ομότροποι εν πάσιν, οι προς την Γλωσσίαν γειτνιάζοντες, η θαυμασία των πατέρων δυάς, Σάββας τε και Γερμανός, Γαβριήλ και Αθανάσιος οι προφητικού χαρίσματος αξιωθέντες. Θεοδόσιος ηγούμενος της ιεράς μονής Φιλοθέου ο έπειτα Τραπεζούντος μητροπολίτης. Κάλλιστος και Ισίδωρος οι πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως και μαθηταί Γρηγορίου Σιναΐτου εν τη σκήτη του Μαγουλά. Γρηγόριος Στραβολαγγαδίτης και Κλήμης ο εξ Αμαλφηνών, μαθητής Γρηγορίου του Σιναΐτου. Φιλόθεος ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο κατασβέσας και τον τελευταίον σπινθήρα της βαρλααμικής αιρέσεως, τον διά Προχόρου του Κυδώνη αναφθέντα. Αλλά πάντων τούτων προεξέχει και πάντας υπερλάμπει, η δόξα της αγιορειτικής αδελφότητος και το καλλώπισμα της μοναδικής πολιτείας, ο πλήρης ελλάμψεως του Αγίου Πνεύματος και κατάκαρπος των πνευματικών καρπών ο μέγας Γρηγόριος ο Παλαμάς…».
Οι αυτάδελφοι ιερομόναχοι Καλλίνικος και Γρηγόριος
Ο παπα-Καλλίνικος συνεχίζει τη νεκρολογία: «Τη 16η Αύγουστου, εν ήμερα Σαββάτω και ώρα 1 ½ πρωινή (αγιορειτιστί), εξεδήμησε προς Κύριον ο κατά πολύ σεβαστός και στοργικός μας Γέροντας και παρά πάσιν αγαπητός και αιδέσιμος πνευματικός πατήρ Ιγνάτιος ιερομόναχος εν ηλικία 88 ετών, καταγόμενος εκ της νύμφης του Αιγαίου, όστις και τον θάνατον προείπε προ 40 ημερών. Αφήκεν αγαθήν μνήμην σεμνού και ανιδιοτελούς πνευματικού πατρός. Ότε ετελείτο η θεία Λειτουργία υπέρ των κτητόρων του ιερού ημών Κελλίου εν τη δευτέρα ημέρα της πανηγύρεως (ενώ σεμνύνεται τούτο επί τη Κοιμήσει της Θεοτόκου), έπνεε τα λοίσθια και ο άγιος Γέρων ημών, αποπερατωθείσης ταύτης, αφήκεν και ούτος την τελευταίαν του πνοήν και απήλθεν δε εις τα επουράνια σκηνώματα». Ο μοναχός Λάζαρος από το Σαραντάριο όρος έγραφε: «’Όντως ήτο ευλαβής, φιλόχριστος και φιλάδελφος πατήρ, εστολισμένος με πάσας εν γένει τας αρετάς».
Εξέπνευσε, όταν οι ψάλτες έλεγαν το «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος», για να δοξάζει τ’ όνομα του Θεού αιώνια. Άφησε εκλεκτή συνοδεία τους κατά σάρκα αδελφούς ιερομονάχους· Γρηγόριο († 2007) και Καλλίνικο († 2009) με τον υποτακτικό τους Ιγνάτιο. Οι αυτάδελφοι μόνασαν στο Κελλί από το 1927 με τον πατέρα τους μοναχό Θεόδωρο († 1930), που τον έκειρε μοναχό ο παπα-Κοδράτος ο Καρακαλλινός († 1940).
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Ιγνατίου ιερομ., Η πάλαι ακμάσασα εν Αγιωνύμω Όρει του ’Άθω Ιερά Σκήτη Γλωσσίας. Αθήναι 1951, σσ. 18-19. Λαζάρου μοναχού, Ιγνάτιος Ιερομ. Παναγίας Κρανιάς-Προβάτας, Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 279-280/1959, σ. 408. Καλλινίκου ιερομ., ’Ιγνάτιος ιερομόναχος Προβάτας, Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 277-278/1959. σσ. 342-343.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 625-628, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Παντελεήμων ιερομόναχος Παχωμαίος (1910 - 1990)




Περιοδικό ΠΡΩΤΑΤΟΝ, τεύχος 32, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1991
Οι Παχωμαίοι μοναχοί: Ακάκιος (1921-), Παχώμιος (1893-1968)
και Παντελεήμων (1910-1989)
(Φωτογραφία: Δημήτρης Χαρισιάδης, Μάϊος 1947)
.
.

Παχώμιος μοναχός Καρυώτης (1892 - 1968)


Ο κατά κόσμον Γεώργιος Π. Ντάβος γεννήθηκε το 1892 στο Ράφτη Γορτυνίας. Νέος ήλθε στο Άγιον Όρος και προσήλθε για να μονάσει στην Καλύβη του Αγίου Βασιλείου της Παντοκρατορικής Καψάλας. Στην Καλύβη αυτή είχε ζήσει και ταφεί ο όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης (†1548), ο όσιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία (†1579) και ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809). Γέροντας της Καλύβης ήταν ο ιερομόναχος Γρηγόριος από τη Λέσβο με συνοδεία τον κατά σάρκα αδελφό του Δαμιανό και τον απλούστατο Διονύσιο. Μετά την κοίμηση των Γερόντων πήγε στη Βατοπεδινή σκήτη του Αγίου Δημητρίου, στην υπακοή του Γέροντος Αντωνίου. Για ένα διάστημα έμεινε με τον παραδελφό του Διονύσιο στο Αγιοπαυλίτικο Κελλί των Καρύων του Αγίου Ανδρέου με Γέροντα τον Ονούφριο, που ήταν Κολλυβάς.
Τέλος εγκαταστάθηκε στο Γρηγοριάτικο Κελλί των Καρύων των Αγίων Αναργύρων και απόκτησε καλή συνοδεία. Μόναζε με τον κατά σάρκα αδελφό του Ιερομόναχο Παντελεήμονα (†1990), που διετέλεσε αρκετά έτη αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος, τον ιερομόναχο Ακάκιο τον Πνευματικό και τους εξαίρετους αγιογράφους και διακόνους Χρυσόστομο και Θεόφιλο, που δημιούργησαν τον γνωστό αγιογραφικό οίκο των Παχωμαίων. Στην αρχή εργόχειρο είχαν την κατασκευή μάλλι­νων, λευκών, υφαντών φανελλών, που τις προτιμούσαν για τον χειμώνα οι παλαιοί Αγιορείτες. Διετέλεσε και διαβαστής στο Πρωτάτο με τυπι­κάρη τον Γέροντα Δωρόθεο (†1966), τον φίλο του.
Ο Γέροντας Παχώμιος ήταν εγγράμματος, ευλαβέστατος και πιστός τηρητής της κολλυβαδικής παραδόσεως. Ευρισκόμενος στην Αθήνα, για κάποια διακονία του Κελλιού του, ασθένησε ξαφνικά, νοσηλεύθηκε και παρέδωσε το πνεύμα του στο νοσοκομείο. Η μεταφορά του σκηνώματός του στο Άγιον Όρος ήταν αδύνατη κι έτσι κηδεύθηκε στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου – Παπάγου κι ενταφιάσθηκε στο κοιμητήρι της μονής, δίπλα στον τάφο του φίλου του Αγιορείτου ιερομονάχου Δωροθέου, των οποίων τα Κελλιά τους στις Καρυές ήταν πολύ κοντά. 
Οι Παχωμαίοι μοναχοί: Ακάκιος (1921-2014), Παχώμιος (1893-1968) και Παντελεήμων (1910-1989)
(Φωτογραφία: Δημήτρης Χαρισιάδης, Μάϊος 1947)
Ο Γέροντας Παχώμιος ενταφιάσθηκε με τις φροντίδες του υποτακτικού του ιερομονάχου Ακακίου (†2014) και του συγγενούς του ιερομονάχου Παντελεήμονος (1990). Στον τάφο του έγραφε:
«Παχώμιος Μοναχός
Αγιορείτης
Γεώργιος Π. Ντάβος
Ράφτη Γορτυνίας 1892
Γέρων του εν Καρυαίς Αγιογραφικού
Οίκου Παχωμαίων, Κελλίον Άγιοι Ανάργυροι.
Όλος εκ νεότητος αφιερωθείς τω Θεώ
διά του Αγγελικού Σχήματος εν Αγίω Όρει Άθω
και ασκήσει και Ορθοδοξία δουλεύσας
εκοιμήθη 21 Ιανουαρίου 1968.
Εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες εφαρμόζοντες
το του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:
“Μνημονευτέον Θεώ μάλλον ή αναπνευστέον”
λέγετε εν εαυτοίς
“Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με
τον αμαρτωλόν” και ο Θεός έσται μεθ’ ημών. Αμήν.
Τω πανσεβάστω και αγαπητώ πατρί
τα πνευματικά του τέκνα και οι τιμώντες
την μνήμην του».

Κατά την εκταφή των οστών του, το 1993, οι παρευρισκόμενοι αισθάνθηκαν ευωδία στο κοιμητήριο, στο προαύλιο και στο ναό της μονής. Κατά το τρισάγιο μάλιστα εκινούντο μόνα ο πολυέλαιος και η κανδήλα του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, για να φανερώσουν την ευαρέσκεια των αγίων στον άνθρωπο του Θεού …
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσα­λονίκη 1989, σσ. 29-30. Δημητρίου Καββαδία ιερομ., Μοναζουσών Σύναξις, Αθήναι 2005, σσ. 131-133.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 799-801
http://www.pemptousia.gr

Γεώργιος μοναχός Παντοκρατορινός (1902 - 1982)


Γεννήθηκε στο Σουφλί του Έβρου το 1902 ο κατά κόσμον Δήμος Ι. Καζακίδης. Νέος ήλθε το 1925 να μονάσει στο Παντοκρατορινό Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου της Καψάλας, στην υπακοή του εναρέτου Γέροντος Ευλογίου του νηστευτού (†1948), που υπήρξε υποτακτικός του περιβόητου ασκητή του Άθωνος Χατζη-Γιώργη (†1886). Εκάρη μοναχός το 1928. Μετά την οσιακή κοίμηση του Γέροντος Ευλογίου, ο π. Γεώργιος υποτάχθηκε πρόθυμα στον Γέροντα Παχώμιο (†1974), ο οποίος και αυτός υπήρξε θερμός φίλος της αρετής, όπως και ο παραδελφός του Δανιήλ (†1930).
Ο Γέροντας Γεώργιος είχε μεγάλη ευλάβεια στον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο, του οποίου τ’ όνομα έφερε και διηγείτο με θέρμη, θαυμασμό και συγκίνηση τα θαύματα του προστάτη αγίου του Κελλιού τους, ο οποίος πολλές φορές φανέρωσε τη θαυματουργή του χάρη στους πιστούς δούλους του. 
Κάποτε ακινητοποίησε ληστές, που πήγαν να κλέψουν τους μοναχούς, και άλλοτε τους πήγε ψάρια στην πανήγυρή τους κατά θαυμαστό τρόπο…
Διακρινόταν για την υπακοή, την απλότητα, την ταπείνωση, τη σε¬μνότητα και το φιλακόλουθο. Ακόμη και ηλικιωμένος πήγαινε στις αγρυπνίες του Πρωτάτου και των Κελλιών. Επίσης χαρακτηρίζεται για την ελεήμονα καρδιά που έκρυβε. Τον γνωρίσαμε στις Καρυές και χαρήκαμε τη συναναστροφή μαζί του. Λιγομίλητος, καλοσυνάτος, δεν κατέκρινε κανέναν. Ευλογημένο γεροντάκι. Χαιρόταν να κάνει την πανήγυρη του αγίου του Κελλιού του. Όσοι περισσότεροι πήγαιναν, τόσο χαιρόταν. Τους έφτιαχνε και λουκουμάδες, για να τους ευχαριστήσει. Αγωνιζόταν να κρύβει την αρετή του.
Στην πανήγυρη του 1982 έδωσε όλο τον εαυτό του. Γνώριζε καλά ότι θα ήταν η τελευταία. Ο Γέροντάς του Παχώμιος πριν πολλά χρόνια του είχε πει: «Μόλις εσύ παιδί μου φθάσεις στα ογδόντα σου χρόνια, τότε θα κοιμηθείς. Ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα». Σε κάποιους μοναχούς που τον επισκέφθηκαν στα μέσα του 1982 έλεγε: «Φέτος φεύγω από τη ζωή αυτή, διότι έτσι μου είχε πει ο Γέροντάς μου πριν 40 χρόνια, ότι όταν φθάσεις στα ογδόντα σου, τότε θα κοιμηθείς». Έτσι κι έγινε. Γηροκομούμενος σε καλούς γειτόνους του και παρηγορούμενος από θεία οράματα ανεπαύθη εν Κυρίω ο μακάριος στις 11.10.1982 στο Κελλί του Αγίου Δημητρίου Τρυγωνάδων.
Στον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο κάποτε εκμυστηρεύθηκε εξομολογητικά, φοβούμενος μη πλανάται: «Μπαίνω για τον όρθρο πολύ νύχτα ακόμα, όπως συνηθίζουμε, προσκυνώ τις εικόνες και βλέπω ύστερα τα καντήλια, κι αν είναι κανένα σβησμένο το ανάβω. Με “τραβάει” ύστερα να δω πολύ προσεκτικά την εικόνα του Ιησού Χριστού μας. Αρχίζω ύστερα την ευχή. Στην αρχή την λέω καθαρά με το στόμα, την καταλαβαίνω όλη. Ύστερα τα χάνω. Ούτε εικόνα βλέπω, ούτε τα χείλη μου αισθάνομαι να λένε τίποτα. Μόνο που ειρηνεύουν όλα και μου φαίνεται σαν να λέγεται η ευχή μέσα μου· την ακούω και την καταλαβαίνω κατακάθαρα μέσα εδώ· και ευχαριστιέμαι, πολύ ευχαριστιέμαι. Όταν σταματάει, είναι ήδη χαραυγή και πολλές φορές ψηλωμένος ο ήλιος. Πάει λοιπόν η ακολουθία. Το ίδιο κι όταν μπαίνω για εσπερινό· με πιάνει η νύχτα και εσπερινό δεν κάνω. Το ίδιο παθαίνω και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας μας. Την αγαπώ πολύ. Μ’ αρέσει πολύ να την αντικρίζω, κι αρχίζω το “Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς”· κι απ’ εκεί τα ίδια. Έχω και το φόβο μη και πέση απ’ τα χέρια μου το καντηλοκέρι και κάψω την εκκλησιά του Άη Γιώργη μου και καγώ κι εγώ· γι’ αυτό το σβήνω και το αποθέτω παρ’ έκει, προτού αρχίσω την ευχή …».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Γέρων Γεώργιος από το Κελλί του Φανερωμένου (†1983), Πρωτάτον 2/1983, σσ. 26-27. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Γράμματα και άρματα στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 188-192. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 88-97.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 1037- 1039  , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
http://www.pemptousia.gr

Ενθυμήσεις από τον Γερο Γεώργη του Φανερωμένου
Ὁ Γερο Γεώργης ἐρχόταν συχνὰ στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ διανυκτερεύση καὶ νὰ λειτουργηθῆ, καὶ εἴχαμε εὐκαιρία νὰ γνωρίσουμε τὴν σοφία, τὴν ἁπλότητα, τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν μεγάλη ἀγάπη ποὺ τὸν χαρακτήριζαν -γνωρίσματα τοῦ ἀληθινὰ πνευματικοῦ ἀνθρώπου.
Ἦταν τὸ ἔτος 1979, δύο χρόνια ἀφότου ἀνέλαβα καθήκοντα ἡγουμένου σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον πολυπαθῆ μοναστήρια τοῦ Ἄθωνα, ὅταν ὁ Γερο-Γεώργης μᾶς ἐπισκέφθηκε τὴν παραμονὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Κεκοπιακώς, περίλυπος καὶ ἀπαρηγόρητος μοῦ ἀνακοίνωσε τὴν αἰτία τῆς στενοχωρίας του. Ὁ καιρὸς ἐμπόδισε τὸ καράβι νὰ φέρη ψάρια γιὰ τὴν πανήγυρι καὶ ἔτσι δὲν θὰ εἶχε νὰ φιλέψη τοὺς πανηγυριστὲς τοῦ Κελλιοῦ καὶ νὰ τιμήση τὸν Ἅγιο.
Τότε, τοῦ προσφέραμε ὅσα ψάρια ἔτυχε νὰ ἔχουμε γιὰ τὴν ἑορταστικὴ τράπεζα τῆς μονῆς. Καὶ ἐκεῖνος τὰ δέχθηκε, γονάτισε μπροστὰ στὴν πύλη τῆς μονῆς, εὐχαρίστησε καὶ εὐχήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναχώρησή του, καὶ ἐνῶ δὲν εἶχε διασχίσει τὰ ὅρια τῆς μονῆς, κατέφθασε ὁ μ. Γ. καὶ ἔφερε ψάρια, ποὺ εἶχε μόλις πιάσει ἀπὸ τὴν Καληάγρα, γιὰ νὰ τὰ προσφέρη εὐλογία —ἀκριβῶς τόσες μερίδες, ὅσες εἴχαμε δώσει στὸν Γερο-Γεώργη. Ὅταν τὶς ἑπόμενες μέρες ὁ γέροντας ἦρθε πάλι νὰ εὐχαριστήση, ἄναψε κερὶ στὴν Μεταμόρφωση καὶ εὐχήθηκε νὰ μὴ λείψη τίποτε ἀπὸ τὸ Κοινόβιο.
Ἄλλοτε, εἶχε στείλει ὁ ἴδιος ἕναν ἄγνωστο φτωχό, γιὰ νὰ πάρη ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὴν μονή. Τότε, ποὺ τὸ μοναστήρι περνοῦσε τὴν πιὸ δύσκολη ἴσως περίοδο τῆς ζωῆς του μετὰ ἀπὸ μεγάλο διάστημα λειψανδρίας καὶ λεηλασίας, ἔτυχε νὰ βρίσκωνται ὄχι πάνω ἀπὸ ἑκατὸ δραχμὲς στὸ ταμεῖο. Ὁ ἐπίτροπος τῆς μονῆς διαμαρτυρήθηκε, ἀλλὰ τελικῶς τὰ χρήματα δόθηκαν μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη θὰ ἑλκύση τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ φτωχὸς ἀναχώρησε, ἕνας ἄγνωστος προσκυνητὴς μὲ ζήτησε στὸ προρταρίκι καὶ παρέδωσε βιαστικὸς ἕνα φάκελο. Περιεῖχε χίλιες ἑκατὸ δραχμές! Ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὸ ποσό, ἀφαίρεσα τὶς ἑκατὸ δραχμὲς καὶ ἔστειλα ἕναν ἀδελφὸ νὰ τρέξη πίσω ἀπὸ τὸν φτωχὸ γιὰ νὰ τοῦ προσφέρη καὶ τοῦτο τὸ περίσσευμα. Συνειδηποποιήσαμε τότε πόσο ταχεῖα εἶναι ἡ ἀνταπόδοση τῆς Παναγίας. Ἀλλά, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Γερο- Γεώργης ἔφθασε τὸ Σάββατο γιὰ νὰ λειτουργηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει πληροφορηθῆ ἀπὸ κάποιον γιὰ τὰ γενόμενα, μὲ πλησίασε ὅλο χαρὰ καὶ μοῦ εἶπε: «Εἶδες, ὅταν δίνη τὸ ἕνα χέρι, ἡ Παναγία προσφέρει πενταπλάσια στὸ ἄλλο.»
Ἡ τελευταία φράση ποὺ μοῦ εἶπε κατὰ τὴν τελευταία ἐπίσκεψή του στὸ μοναστήρι ἦταν «Καλὴ ἀντάμωση. Τώρα δὲν θὰ ξαναϊδωθοῦμε.»
Καλὴ ἀντάμωση στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Μὲ τὴν εὐχή του.
Ἀρχιμανδρίτης Χριστόδουλος
Καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου

http://koutloumous.com

Πατέρες, περπατάω τα ογδόντα μου, δεν θα ξαναγιορτάσω στη γη τον άηΓιώργη μου και θέλω να τον ευαρεστήσω φέτος περισσότερο…
[…]Θα μας μείνη όμως αλησμόνητη η περίπτωσις της κατ’ έτος χαράς και λάμψεως του πολύ εναρέτου πατρός Γεωργίου (Καζάκος Δήμος εκ Σουφλίου Θράκης, γεν. 1902, προς. 1925, κουρ. 1928, κοιμ 1982), Γέροντος του κελλίου του Αγίου Γεωργίου του «Φανερωμένου», στα βορειοδυτικά των Καρυών, που, στην πανήγυρι του έτους 1982, μπαινόβγενε στην εκκλησία του φτωχού κελλιού του και παρακαλούσε τους ψάλτες «να ψάλουν πιο καλά»∙ και έκανε και ξόδεψε τα πάντα του για εκείνη την τράπεζα, για να ευχαριστηθούν οι αδελφοί περισσότερο από κάθε άλλη φορά, γιατί ο αυστηρότατος νηστευτής και προορατικός Γέροντάς του του είχε προείπει, τότε που ήταν καλογέρι ακόμα:
«Θα πεθάνης όταν γίνης ογδόντα χρονών». Μας πληροφόρησαν ότι επρόκειτο περί αγίου ανδρός. Απεφάσιζε και διήνυε (Ευλόγιος το όνομά του, εκοιμήθη δε το 1948) δεκαετίες ολόκληρες αυστηράς νηστείας, απέχων, ο αείμνηστος, από κατάλυσι και αυτού του λαδιού ακόμη.
- Πατέρες, περπατάω τα ογδόντα μου, δεν θα ξαναγιορτάσω στη γη τον άηΓιώργη μου και θέλω να τον ευαρεστήσω φέτος περισσότερο απ’ όλες τις άλλες φορές∙ γι αυτό, σας παρακαλώ, ψάλτε και ευχαριστηθήτεκαι σεις μαζί μου∙ συγχωρέστεμε και Θεός σχωρέσ’ σας…
Πράγματι, το ίδιο έτος 1982, ημέρα Κυριακή και ώρα 11η προμεσιμβρινή, ο ευλαβέστατος και πολύ ενάρετος «ΓεροΓιώργης» παρέδωκε το πνεύμα του στον Σωτήρα Κύριο, έξι μήνες, δηλαδή, μετά απ’ εκείνη την πανήγυρι του αγίου Γεωργίου και την πανηγυρική τράπεζα, που είχε παραθέσει προς ευχαρίστησι των συμπανηγυριστών πατέρων.
Όσοι παραβρέθηκαν στην κηδεία του -και είχαν σπεύσει πάρα πολλοί, γιατί ήταν πασίγνωστος και πολύ αγαπητός-, όλοι συγκινημένοι σχολίαζαν τόσο το προορατικό χάρισμα του Γέροντός του όσο και την πεποίθησι, την προσδοκία και την διαβεβαίωσι του ιδίου, του χαριτωμένου μας Γέροντος Γεωργίου, του οποίου η απλότης, η ταπείνωσις και οι κατ’ εξοχήν μοναχικές αρετές ήταν γνωστές και ομολογούμενε απ’ όλους, και ο οποίος το να πεθάνη όταν θα γινόταν 80 ετών, όπως προείπε ο Γέροντά του στα χρόνια της νεότητός του, το εξελάμβανε σαν θέσφατο και δεδομένο και περίπου σαν θέμα… υπακοής.[…]
Από το βιβλίο
του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου
σελ. 188-189