Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Τι είναι η θεία Πρόνοια και πώς «εκδηλώνεται» στη ζωή μας..


 Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Στη θεία πανυπερτελειότητα όλα είναι γνωστά και πριν ακόμα γίνουν, αλλά και μέχρι το ατελεύτητο τέλος τους. Σε μας φαίνονται άγνωστα και τρεπτά και ακατάληπτα, εξαιτίας των ποικίλων μεταβολών, που προκάλεσε η πτώση του ανθρώπου, μαζί με την απρόσεχτη και ένοχη διαγωγή του. Αν και τα πάντα υπάγονται στη θεία πρόνοια και κηδεμονία, μεταβάλλονται ανάλογα με την πε ρί σταση, το χρόνο, τον τόπο, τα πρόσωπα και την πο λύπλευρη σατανική πανουργία. Κανένας παρά γο ντας δεν μπορεί να παρεμποδίσει ή να ακυρώσει την περιεκτική πρόνοια του Θεού για την κτίση του. Μέ τις δικές μας λανθασμένες ενέργειες μεταβάλ λο νται ανάλογα μόνο οι τρόποι της λειτουργίας των στοιχείων.
Τό θείο θέλημα ή η θεία βουλή, αν το αναφέρουμε κλιμακωτά, εμφανίζεται σε τέσσερις μορφές. Πρώτο είναι η θεία ευδοκία, «τό κατ  ευδοκίαν» θέ λημα, αυτό δηλαδή που ο Θεός κατ  εξοχήν θέ λει. Δεύτερο είναι η οικονομία, «τό κατ  οικονομί αν» θέλημα, κατά το οποίο πατρικά υποχωρεί ο Θε ός, για την αδυναμία μας. ∆ρίτο είναι η παραχώρηση, «τό κατά παραχώρησιν» θέλημα, κατά το οποίο επεμβαίνει ο Θεός και παιδεύει και τέταρτο και πολύκλαυστο είναι η εγκατάλειψη, «τό κατ  ε γκα τάλειψιν» θέλημα, όταν ο άνθρωπος ζεί με αμε τά βλητη σκληρότητα και αναισθησία και προκαλεί την εγκατάλειψή του από το Θεό.
Μέσω του θεοπρεπούς θείου θελήματος εφαρμόζεται και επικρατεί η πανσωστική θεία πρόνοια, αν και η δική μας πτώση διέστρεψε τους λίαν καλούς όρους και τρόπους της ισορροπίας. «∆ίς σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψαλμ. 106,43).
O Θεός, επειδή προγνώριζε τα πάντα, μπορού σε να εμποδίσει την περιπέτεια, που συνέβη στον άν­θρωπο, αλλά αυτό θα ήταν κατάργηση της προ σω πικής ελευθερίας του.  επειδή ακριβώς τη σεβόταν, άφησε την εκλογή και την προτίμηση στον ί δι ο. είναι, λοιπόν, υπεύθυνος ο άνθρωπος για την πο λυ­κύμαντη και κοπιαστική ζωή, είτε εξαιτίας του σκο τισμού της διάνοιάς του, είτε εξαιτίας της εμπαθούς του διαστροφής και του παραμερισμού της λο γι κής του διακρίσεως.
Σ  αυτήν την πολυστένακτη κατάντια, που έ φθα σε ο άνθρωπος, αφού φυσικά χωρίστηκε από το Θεό, δεν απουσιάζει και η παγκάκιστη επιβουλή και επίδραση του σατανά, ο οποίος έχει εξουσία στην κοιλάδα του κλαυθμώνος αυτής της παροικίας μας, δικαίωμα που του παραχωρήσαμε εμείς όταν αποδράσαμε από τον Παράδεισο και τον ακολουθήσαμε. Σαν «θεός του αιώνος τούτου» (µ΄ Κορ. 4,4), σύμ φωνα με τον Παύλο, ο βύθιος δράκοντας ουδέποτε παύει να επιβουλεύεται και να αποπλανά τον άνθρωπο με ακατονόμαστες προφάσεις. ειδικά στους καιρούς μας, που το κακό παράδειγμα έγινε νό μος και μεταδίδεται ακαριαία με τα μέσα που υ πάρχουν, χρειάζεται περισσότερη προσοχή και προ σευ χή.
Αρα θεία πρόνοια είναι η πανσωστική και συνε κτι κή διοίκηση και κηδεμονία του Θεού προς τα κτί σματά του, αισθητά και νοητά, παρόντα και μέλ λοντα, στο παρόν και την αιωνιότητα.
Μέσα στη θεία πρόνοια εντάσσεται και η εφαρ μο γή της θείας δικαιοσύνης, που επεμβαίνει, όταν το πα­ράλογο κυριαρχεί στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι η θεί α δικαιοσύνη, σαν απόλυτη, το ανακόπτει για το γε­νικότερο συμφέρον του ανθρώπινου προορισμού. Κά θε τι που υπάρχει, είναι από την αρχή της δη μι­ουρ γίας του προορισμένο για κάποιο σκοπό. Αυ τό το θείο σχέδιο δεν μπορεί να μεταβληθεί, για τί ο Θεός «τά πάντα εν σοφία εποίησεν».
Αν όμως η ανθρώπινη αφέλεια και η δαιμονική κακουργία προκαλέσουν την παραβίαση του αρχικού σκοπού, τότε η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, εξαιτίας της μεταμέλειας του ανθρώπου, μεταβάλλεται ανάλογα με το βαθμό της μετάνοιας και της διορθώσεως του σφάλματος και τη θέση της θείας ευδοκίας παίρνει η θεία οικονομία.
O Θεός, «θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (µ΄ ∆ίτ. 2,4), προορίζει τα πάντα σύμφωνα με το κατ  ευδοκία θέλημά του, που δεν είναι άλλο παρά ο δρόμος της απόλυτης και αλάνθαστης επιτυχίας και μπορεί να μας χαρίσει «υπερεκπερισσού ών αιτούμεθα ή νοούμεν» ( εφ. 3,20). Oταν ο άνθρωπος πλανηθεί ή αμελήσει το καθήκον του, αντί ο Θεός να αλλάξει την απόφασή του, για το έλεος που του χάρισε, και να τον απορρίψει ως φταίχτη, επεμβαίνει με παιδευτικό τρόπο, για να τον οδηγήσει στη διόρθωση· αυτό αποτελεί κατά τους Πατέρες μας τις λεγόμενες «παιδευτικές ή συμβατικές επιφορές». Χωρίς να αλλάζει ο Θεός την πατρική του ιδιότητα, ανέχεται τον παραβάτη, αλλά τον πιέζει σε διόρθωση. ∆ότε εφαρμόζεται το «όν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν όν παραδέχεται.» (Παρ. 3,12).  H φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία ιατρεύει την αρ ρώστια της προδοσίας με αρμόδιους πειρασμούς, α ντί να απορρίψει τον παραβάτη. ∆ά πιο πολλά α πό τα αβυσσαλέα κρίματα του Θεού, μέσω των ο ποί ων διοικείται η παρούσα ζωή ανήκουν, σ  αυτό το είδος των συμβάσεων. «Μακάριος άνθρωπος όν αν παι δεύσης, Κύριε, και εκ του νόμου σου διδάξης αυ τόν» (Ψαλμ. 93,12). Καί πάλι: «πρό του με τα πει νωθήναι εγώ επλημμέλησα» (Ψαλμ. 118,67) και «παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος και τώ θανά τω ου παρέδωκέ με» (Ψαλμ. 117,18).
H μετά την πτώση ανθρώπινη τρεπτότητα και η διάνοια, που είναι «εγκειμένη επί τα πονηρά εκ νε­ότητος ημών» (Γέν. 8,21), είναι οι κύριες αιτίες της ακαταστασίας, που υπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι επειδή δεν πειθόμαστε να παραμένουμε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, παραβιάζουμε τα σχέδια της θείας πρόνοιας και αναγκάζουμε το Θεό να επιφέρει τις συμβατικές επιφορές, που είναι επώδυνες, για να συγκρατήσει την ισορροπία. Αυτό αποτελεί το σταυρό που πρέπει όλοι να βαστάσουμε.

Πηγή: Συζητήσεις στον Άθωνα

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΑΓΑΠΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ


 

Γέροντα, πώς θα δείξω αγάπη;

- Να δείξω αγάπη; δεν το καταλαβαίνω. Αυτό είναι κάτι ψεύτικο, υποκριτικό. Να υπάρχει η αγάπη μέσα μας και να μας προδώσει, ναι. 

Η αληθινή αγάπη πληροφορεί τον άλλον χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Αγάπη είναι να ακούσεις με πόνο την στενοχώρια του άλλου. Αγάπη είναι κι ένα βλέμμα πονεμένο κι ένας λόγος που θα πεις με πόνο στον άλλον, όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία.

Αγάπη είναι να συμμεριστείς την λύπη του, να τον αναπαύσεις στην δυσκολία του. Αγάπη είναι να σηκώσεις έναν βαρύ λόγο που θα σου πει. Όλα αυτά βοηθούν περισσότερο από τα πολλά λόγια και τις εξωτερικές εκδηλώσεις.

Όταν πονάς εσωτερικά για τον άλλον, ο Θεός τον πληροφορεί για την αγάπη σου και την καταλαβαίνει χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Όπως και όταν δεν εκδηλώνεται η κακία μας, αλλά είναι εσωτερική, πάλι ο άλλος την καταλαβαίνει. Βλέπεις, και ο διάβολος, όταν παρουσιάζεται ως «άγγελος φωτός», φέρνει ταραχή, ενώ ο Άγγελος ο πραγματικός φέρνει μια απαλή ανέκφραστη αγαλλίαση.

- Τι είναι αυτό, Γέροντα, που με εμποδίζει να πληροφορούμαι την αγάπη των άλλων;

- Μήπως δεν έχεις καλλιεργήσει την αγάπη; Όποιος αγαπάει, πληροφορείται για την αγάπη του άλλου, αλλά και πληροφορεί τον άλλον για την αγάπη του.

Καταλαβαίνει ο άλλος αν υποκρίνεσαι ή αν τον αγαπάς πραγματικά, γιατί πάει σαν τηλεγράφημα η αγάπη. Αν κάνουμε λ.χ. μια επίσκεψη σ' ένα ορφανοτροφείο , τα παιδιά αμέσως θα καταλάβουν με τι διάθεση πήγαμε. Είχαν έρθει μια φορά στο Καλύβι να ζητήσουν τη γνώμη μου κάποιοι που ήθελαν να κάνουν ένα ίδρυμα για εγκαταλελειμμένα παιδιά. «Το κυριότερο από όλα, τους είπα, είναι να πονέσετε τα παιδιά αυτά σαν παιδιά σας και ακόμη περισσότερο.

Αυτό είναι που θα πληροφορήσει τα παιδιά για την αγάπη σας. Αν δεν τα πονάτε, μην ξεκινάτε να κάνετε τίποτε». Τότε ένας γιατρός , πολύ ευλαβής, είπε: «Έχεις δίκαιο, Πάτερ. Κάποτε μια συντροφιά είχαμε επισκεφθεί για πρώτη φορά ένα ορφανοτροφείο και τα παιδιά κατάλαβαν την διάθεση του καθενός. "Ο κύριος τάδε, είπαν, είναι περαστικός ο κύριος τάδε ήρθε να περάσει την ώρα του μαζί μας ο κύριος τάδε μας αγαπάει πραγματικά"». Βλέπετε πώς πληροφορεί η αγάπη;

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»

2014. Συντάκτης:
  Κι ένας άλλος αββάς μαρτυρούσε εκείνες τις μέρες του Χριστού τα Πάθη και την Ανάσταση: ο πατήρ Αθανάσιος Χαμακιώτης στον ναό της Παναγίας Νεραντζιώτισσας στο Μαρούσι της Αττικής. Κράτησε την ευσέβεια των Αθηναίων, και μάλιστα των υψηλών τάξεων, μισό αιώνα. Ήταν γερή κουτσούρα ο παπα- Θανάσης, που την περιέλουζαν τα νάματα της Χάριτος και βλάσταινε συνεχώς αγιοπατερική θεολογία.
Αυτοί οι πατέρες δεν έκαναν ούτε τους προορατικούς ούτε τους θαυματουργούς. Είχαν κατέβη στον στίβο και πάλευαν μαζί με τον κόσμο και έστηναν τρόπαιο νίκης κατά της κακουργίας των δαιμόνων.
 Έμειναν στην παράδοση των παλαιών παπάδων, ακούρευτοι, αναρωμάτιστοι, ταπεινοφορούντες, πενιχρά διαβιούντες.Στο έργο της Εκκλησίας δεν τους ξέφυγε κανένα «νομίζω, έχω την γνώμη, εγώ αυτό έτσι θα το ‘κανα». Έτσι , ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά. Ούτε έκοβαν ούτε έρραβαν∙ συνέχισαν όπως παρέλαβαν .
Τον παπα- Θανάση τον γνώρισα στο μονύδριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μπάλα Αττικής. Μου λέγει:
- Κάθισε κοντά μου, να σου εξομολογηθώ την αμαρτία μου και το παράπονό μου. Η αμαρτία μου είναι πως, χωρίς να εξασκήσω ποτέ στην ζωή μου την υπακοή , την ζητώ από τους άλλους. Έτσι, όταν προστάζω την μοναχή υπακοή, εγώ ντρέπομαι, γιατί δεν γνωρίζω τον αγώνα της∙ δαγκώνεται η καρδιά μου. Τώρα που διαβάζω τα ασκητικά βιβλία της Εκκλησίας και εννοώ τον μισθό της υπακοής, καταλαβαίνω τί στερήθηκα και θλίβομαι βαθύτατα. Τώρα στα γεράματά μου σαν μικρό παιδί άρχισα να ξυπνώ και βλέπω τί έχασα στις απαρχές του μοναχικού μου βίου. Γι’ αυτό λέγω συνεχώς στον εαυτό μου: «Παλιοκαλόγερε παπα-Θανάση, μη μιλάς». Εκείνο που αληθινά με ταλάνισε είναι το πατερικό σχόλιο στην προς Φιλιππησίους επιστολή: ο Χριστός δεν μας έσωσε γιατί δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, αλλά γιατί έκαμε υπακοή μέχρι θανάτου. Πού αυτό το μεγαλείο σ’ εμένα; Πού η γεύση της εκκοπής του θελήματος;
Αναπαύεται δίπλα στο Καθολικό της Μονής που ίδρυσε. Και αυτοί που τον γνώρισαν και αυτοί που τον άκουσαν προσκυνούν τον τάφο του και τιμούν την μνήμη του. Έχει γραφή τόμος στο όνομά του…
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»
πηγή
 http://proskynitis.blogspot.gr/2014/09/blog-post_27.html

Tι έλεγε ο Γέροντας Παίσιος για την αδικία στον εαυτό του...

         

Στην πνευματική ζωή είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο, 
τότε νιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν τη χαρά! Να μάθετε να χαίρεστε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα Σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!
Ένα πρωί στο Καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στη πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιός είναι, γιατί δεν ήταν ακόμη η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα τη πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για τη ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. «Τί δουλειά κάνεις, παλληκάρι;», τον ρώτησα. «Τί δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στη φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρόνων». «Καλά, βρω παλληκάρι, τί έκανες, και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε τη καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου, άλλα και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτίρια, αίθουσες κ.λπ. ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά· δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη»· εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στη φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στη φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στη φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν, καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές». Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλό και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνεις. Άκου τί θα σου πω. Θα με ακούσεις;». «Θα σε ακούσω, πάτερ», μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτήν την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθείς με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημά σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτε να δώσει σε ένα φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί, εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στη καρδιά». Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει τη συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος.
Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα του από τις φυλακές του Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα έξης: «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις, που σου γράφω πάλι από τη φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή τη φορά υπηρετώ μια φυλάκιση την όποια είχα υπηρετήσει· κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι, επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά τη πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Διά Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από τη χαρά που ένιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!
- Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;Aπό την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε Συναξάρια ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στη φυλακή, τον είχαν μέσα στη πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθεί, άλλα πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μια φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δυό φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη! Τη χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν τη δική του χαρά.
Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθώ και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Γ΄», σ. 74-77-αποσπάσματα. Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

“Γιατί φεύγει ο νους μου στην προσευχή;”

 


Αγαπώ την προσευχή. Γνωρίζω ότι είναι μεγάλη δυνατότητα να μπορεί να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, να αναφέρει τα  προβλήματά του και να ζητεί βοήθεια· ότι είναι μέγιστη τιμή να μπορεί να συνομιλεί με τον άπειρο και παντοδύναμο Θεό ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος· ότι είναι πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα μας, που χαρίζει παρηγοριά, ελπίδα και ανάπαυση στην κουρασμένη ψυχή μας η προσευχή. Για όλους αυτούς τους λόγους μου αρέσει η προσευχή, θέλω να προσεύχομαι· και να προσεύχομαι σωστά, με καθαρή την ψυχή μου, με πίστη στην καρδιά, με συγκεντρωμένο το νου.
Δυστυχώς όμως τόσο συχνά διαπιστώνω ότι δεν τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου, έστω και για λίγη ώρα, στην προσευχή. Κάνω το σταυρό μου και ξεκινώ. Λέω λίγα λόγια και χαίρομαι γι’ αυτό. Άρχισε η συνομιλία μου με τον Θεό. Τι όμορφα που είναι! Πόση χαρά νιώθω, όταν σκέπτομαι ότι μ’ ακούει ο Θεός, ο πανάγαθος Πατέρας, που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και μόνο το καλό μου θέλει! Σύντομα όμως φεύγει ο νους! Μόλις το καταλάβω, τον συμμαζεύω στην προσευχή. Όμως ξανά σε  λίγο διαπιστώνω ότι βρίσκομαι αλλού και αρχίζω πάλι να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα  λόγια της προσευχής και να μιλήσω στον άγιο Θεό. Δεν περνά λίγη ώρα και κάτι απ’ όσα με απασχολούν έρχεται και πάλι να κερδίσει το νου. Το συνειδητοποιώ σύντομα και διερωτώμαι με λύπη: Τι προσευχή είναι αυτή;

Πνευματικές ανταύγειες από το Άγιον Όρος



Ψυχή - Νους - Νοερά προσευχή
Πνευματικές ανταύγειες από το Άγιον Όρος
Επίσκεψις νοερά, μυστική και ειλικρινής
εις τα βάθη της ψυχής κατευθυνομένη
και ελεγχομένη υπό του φωτός του νοός.
Η ψυχή είναι ζώσα ύπαρξις, απλή και ασώματος, αόρατος με τους σωματικούς οφθαλμούς κατά την φύσιν της, αθάνατος, λογική και πνευματική, άμορφος, που κατοικεί εις οργανικόν σώμα και παρέχει εις αυτό την ζωήν και την αύξησιν και την αίσθησιν. Η ψυχή έχει τον νουν, ο οποίος δεν είναι κάτι διαφορετικόν από τον εαυτόν της, αλλά ωσάν το καθαρώτερον στοιχείον της1. Όπως είναι ο οφθαλμός εις το σώμα, έτσι είναι και ο νους εις την ψυχήν. Είναι η ψυχή ελευθέρα, έχει θέλησιν και ενέργειαν, είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται κατά την θέλησίν της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει κατά φυσικήν τάξιν από την Χάριν του δημιουργού της, από την οποίαν έχει λάβη και την ύπαρξιν και την φυσικήν κατάστασιν2.

Ας κατέλθωμεν ψυχή μου εις τα βάθη σου, εις τον οίκον σου, δια να θεωρήσωμεν το κατάλυμά σου. να ίδωμεν πως έχει η κατάστασις αυτού. να επιβλέψωμεν εις την επιμέλειαν και την φροντίδα που επέδειξες δια να αρέσης εις τον Νυμφίον και Κύριόν σου.

Ας κατέλθωμεν και ας εισέλθωμεν δια του καθαρού νοός εις τα βάθη σου ψυχή μου, κατευθυνόμενοι και στηριζόμενοι δια της ευχής και ας γίνωμεν θεωροί των τραυμάτων και του σκότους που υπάρχει εκεί και ας θρηνήσωμεν δια την κατάστασίν σου.

Ο Νυμφίος Σου κρούει την θύραν και θέλει να εισέλθη εντός σου, δια να μείνη μόνος εκεί, δια να ανακλιθή εκεί. δια να δειπνήση μαζί σου. δια να ενωθή πλήρως μαζί σου και να σου χαρίση δια της ενώσεως αυτής την αιώνιαν μακαριότητα και αγάπην. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω...» (Αποκ. γ' 20).

Αλλά πώς θέλει να εισέλθει; Θέλει να είναι εκεί αυτός μόνος. Να μη μολύνη άλλος τον τόπον σου. Εάν δεν εύρη έτσι την ψυχήν σου, ο Άγιος Κύριος ο δορυφορούμενος και ανυμνούμενος υπό των Χερουβείμ, δεν εισέρχεται.

Μπορείς να ειπής μαζί με τον προφήτην Δαβίδ: «Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον και, πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλ. 102, 1). Ανταποκρίνεσαι εις την αγάπην του Κυρίου, όπως ο ίδιος παραγγέλει: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. κβ' 37). Αγαπάς και αναζητείς τον Νυμφίον σου Χριστόν όπως η ασματίζουσα Νύμφη, η οποία διακαώς επιποθεί αυτόν και λέγει: «εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως ου εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον μητρός μου και εις ταμείον συλλαβούσης με» ('Ασμα γ' 4) 3.

Ψάλλε τον αναβαθμόν και σκίρτα από χαρά: «Η καρδία μου προς σε Λόγε υψωθήτω. και ουδέν θέλξει με των του κόσμου τερπνών, προς χαμαιζηλίαν» (αντίφωνον γ' του δ' ήχου). Ω ενυπόστατε Λόγε και Υιέ του Θεού, εις εσένα ας υψωθή η καρδία μου. Τούτο θα γίνη όταν μελετάς το άπειρον ύψος της μεγαλειότητος του Θεού, το ακατάληπτον της σοφίας του, το μέγεθος της δυνάμεώς του, το απεριόριστον της αγαθότητός του, την υπέρ νουν ωραιότητά του και το γλυκύτατον και υπερούσιον φως του. Εάν τούτο πράξης δεν θα γλυκαίνεται η επιθυμία σου εις τα τερπνά του κόσμου τούτου, ούτε θα αγαπάς την ματαιότητα, αλλά θα ανάψης από τον πόθον και την αγάπην του θεού. Ποίος το βεβαιοί αυτό; Ο Μέγας Βασίλειος. «Μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες» (Ερμηνεία εις τον μδ' Ψαλμόν).

Συνέντευξη στη Στέλλα Μεϊμάρη

     
1Συνέντευξη στη Στέλλα Μεϊμάρη

Λίγες μόλις ημέρες πριν τη Γέννηση του Θεανθρώπου, ο Γέροντας Ιλαρίων από τη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους μιλάει αποκλειστικά στο «Αγιορείτικο Βήμα» για τη μοναχική ζωή στο «περιβόλι της Παναγιάς», τη φορολόγηση της Αθωνικής Πολιτείας, αλλά και την οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα, προτείνοντας τη μία και μοναδική λύση από το αδιέξοδο...







-Γέροντα, ποια ήταν η καθοριστική εκείνη στιγμή στη ζωή σας που αποφασίσατε ότι θέλετε να αφήσετε τα εγκόσμια και να ακολουθήσετε τη μοναχική ζωή στο Άγιον  Όρος;

Αν μπορεί κάποιος να ονομάσει καθοριστική στιγμή της ζωής του όταν αποφασίσει να ακολουθήσει κάποιο τρόπο ζωής, τότε αυτή η στιγμή είναι η ταύτιση του θελήματος του Θεού με το ίδιον του ανθρώπου. Και σίγουρα δεν είναι αδικία το να καλέσει ο Θεός τον κάθε άνθρωπο σε διαφορετικό τρόπο ζωής, γιατί «ου πάντες διδάσκαλοι, μη πάντες προφήτες, μη πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων…». Αλλά σε όλους πνέει το ίδιο Άγιο πνεύμα. Επομένως, κάθε άνθρωπος καλείται να ζήσει τον Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Και αυτό μπορεί να το κατορθώσει μόνο τηρώντας τις εντολές Του, δηλαδή μιμούμενος την ανθρώπινη ζωή του Χριστού.

-Θεωρείτε ότι μέσα από την αναχώρηση βρίσκει κανείς καλύτερα το Θεό;

Η μοναχική ζωή είναι ζωή τελειότητας, ζωή προσευχής και θυσίας για τον συνάνθρωπο, για τον πλησίον. Ο άνθρωπος με την προσευχή συναντά ολοένα και περισσότερο το Θεό. Ο τελειότερος τρόπος ζωής  είναι να δείχνουμε «ειρήνη σε όλους τους κακοπροαίρετους». Θα πρέπει να λέμε στην προσευχή μας: «Στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Σου, Κύριε, μην υπολογίσεις τα μαρτύρια που τραβήξαμε και ας μην καταγραφούν σαν απαίτηση αποζημιώσεως στο κατηγορητήριο εναντίον των βασανιστών μας. Αντίθετα, υπολόγισε τα όλα αυτά υπέρ συγχωρήσεως των αμαρτιών των εχθρών μας. Και δώσε να μείνουμε στη μνήμη τους όχι ως εφιάλτες ή θύματα, αλλά ως εκείνοι που τους βοήθησαν να ξεπεράσουν τα κρίματα τους». Αυτό τον τρόπο ζωής μας τον υπέδειξε ο ίδιος ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο, «ιδού αναβαίνουμε εις Ιεροσόλυμα», μέχρι και της σταυρικής θυσίας Του πάνω στο σταυρό... «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Επομένως, αυτή είναι η μόνη οδός που πρέπει να ακολουθήσουμε, ο τρόπος που πρέπει να ζούμε, να σκεφτόμαστε. Άρα, η αναχώρηση δεν σημαίνει απομόνωση, αλλά τον τελειότερο τρόπο ζωής που μας δόθηκε η εντολή να ζήσουμε.

-Πως είναι η ζωή ενός μοναχού στο «περιβόλι της Παναγιάς»;

Η ζωή του μοναχού είναι ένα τρίγωνο, δηλαδή διακονία – εκκλησία - τράπεζα. Όταν λέμε διακονήματα εννοούμε τις διάφορες εργασίες που ασχολείται κάθε μοναχός, άλλος αγιογραφεί, άλλος κάνει θυμίαμα, άλλος εργόχειρο κτλ. Στο τέλος της ημέρας, κάθε μοναχός αποσύρεται στο κελί του, ξεκουράζεται, διαβάζει, κάνει τον «μοναχικό του κανόνα» και προσεύχεται για όλο τον κόσμο. Υπάρχει ο κοινοβιακός τρόπος ζωής, δηλαδή η μοναχική ζωή σε μοναστήρια, ο σκητιωτικός στις σκήτες και τέλος, ο κελιωτικός ή αναχωρητικός, στον οποίο οι μοναχοί ζουν πιο απομονωμένα. Η σκήτη η δικιά μας, η «Νέα Σκήτη» έχει ιδρυθεί περίπου το 1743 και ανήκει στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου. Καλείται «ιδιόρρυθμη» και αποτελείται από 30 καλύβες, όπου κάθε μία έχει το δικό της Ναό.  Βεβαίως, υπάρχει και το λεγόμενο «Κυριακό», όπου μαζευόμαστε τις Κυριακές, εορτές και αγρυπνίες, καθώς και ο ξενώνας για τους επισκέπτες. Κάθε καλύβη αναλαμβάνει με τη σειρά της ανά έτος τη διακονία στο «Κυριακό» και ο εκάστοτε υπεύθυνος του ονομάζεται «Δικαίος». Εδώ μόνασαν άγιοι άνθρωποι, όπως ο Άγιος Παχώμιος ο νεομάρτυρας, ο Άγιος Ευθύμιος, ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Άγιος Ιλαρίων ο Ίβηρ και πολλοί άλλοι.

-Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια υπερπροβολή προφητειών γνωστών Άγιων Γερόντων του Αγίου Όρους. Ποια είναι η άποψη σας;

Υπάρχει όντως μια σύγχρονη τάση αγιοποίησης Γερόντων, προορατικών-διορατικών χαρισμάτων και εν γένει προφητειών. Για μένα όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία. «Εάν έχω γνώση και ερμηνεύω όλα τα μυστήρια, να προφητεύω, να γιατρεύω, εάν ακόμα δώσω το σώμα μου να καυστεί, αλλά δεν έχω αγάπη, τίποτα δεν ωφελούμαι», λέει ο Απόστολος Παύλος. Τους προορατικούς και διορατικούς Γέροντες δεν πρέπει να τους πλησιάζουμε με σκοπό το χάρισμα τους, δηλαδή να μας προβλέψουν ή να διαβλέψουν το μέλλον, αλλά λόγω της επιθυμίας μας να  τους μοιάσουμε, να αγγίξει η αγάπη τους την καρδιά μας και με τη χάρη που έχουν να μας βοηθήσουν να «ζήσουμε τον Θεό». Προσωπικά, πέρα από τους γνωστούς ενάρετους Γέροντες που όλοι γνωρίζετε και δεν θέλω να ονομάσω, γιατί νομίζω ότι έτσι εκμεταλλεύομαι την γνωριμία μου μαζί τους, γνώρισα και πολλούς «άγνωστους» Γέροντες που κανείς δεν τους υπολογίζει, αλλά μίλησαν στην ψυχή μου, είδα το Πνεύμα το Άγιον να αναπαύεται στην καρδιά τους, είδα την αγάπη την τέλεια να είναι ενσαρκωμένη πάνω τους.

-Η χώρα μας βιώνει μια πολύ δύσκολη κατάσταση με την οικονομική κρίση, τις τόσες αυτοκτονίες συμπολιτών μας, την απελπισία, την ανέχεια, την απογοήτευση από κάθε πολιτική εξουσία. Ποια πιστεύετε ότι είναι η μόνη λύση από το αδιέξοδο; Και τι θα συμβουλεύατε τους συνανθρώπους μας, ώστε να μην απελπίζονται;

Ζούμε πράγματι σε μια εποχή δύσκολη, σε καιρούς, θα έλεγε κανείς, αποκαλυπτικούς. Όμως, δεν είναι άγνωστα αυτά σε εμάς. Αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία, θα βρούμε ίσως και χειρότερες καταστάσεις. Θα μπορούσε κάποιος να πει ακόμα και ότι ζούμε στους καιρούς πριν έρθει ο Χριστός. «Και έτσι ο Θεός έστειλε τον Υιόν Του και λύτρωσε τον κόσμο, του έδωσε την ελπίδα, έδωσε νόημα στη ζωή του, του χάρισε την περίσσια ζωή». Επομένως η μόνη λύση στη σημερινή κατάσταση μας είναι να πιστέψει ο άνθρωπος ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, ο λυτρωτής και δημιουργός όλου του κόσμου, αυτός που φροντίζει για όλους και για όλα. Διότι εάν δεν πιστέψουμε αυτά, τότε «αποθανούμεν εν ταις αμαρτίαις μας».  Ο Κύριος μας το είπε ξεκάθαρα, «ζητείτε πρώτον τη Βασιλεία των Ουρανών» και τα υπόλοιπα θα τα φροντίσει Εκείνος. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη ζωή μας, τα προβλήματα μας, στα χέρια Του. Εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε ταπεινά, όπως η Χαναναία, ο τελώνης, ο ληστής, ο Πέτρος, είναι να πιστέψουμε και να πούμε «μνήσθητι μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία σου» και «ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε». Η πίστη μας είναι ζωντανή και ο Θεός μας είναι «Θεός ζώντων και όχι νεκρών». Εμείς δεν έχουμε πλάσει ένα Θεό, αλλά ο Θεός έπλασε εμάς. Ας πιστέψουμε και τότε όλα θα αλλάξουν. Ο Κύριος θα στείλει κάποιον να μας εξάγει από «λάκκου κατωτάτου» και τότε θα έρθει η χαρά της ανεσπέρου αναστάσεως στη ζωή μας, γιατί μετά το σταυρό πάντα έρχεται η Ανάσταση και «γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος».

-Μαθαίνουμε ότι έχουν αρχίσει οι πρώτες κατασχέσεις ακινήτων Μονών του Αγίου όρους που δεν μπορούν να πληρώσουν το «χαράτσι» που επιβάλλει η κυβέρνηση. Πιστεύετε ότι θα έπρεπε να εξαιρεθεί το Άγιο Όρος της φορολόγησης;

Το Άγιο Όρος ποτέ δεν αρνήθηκε να φορολογηθεί, αλλά δίκαια. Αυτό που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση είναι άδικη φορολόγηση. Το Άγιο Όρος, εκτός από έσοδα, έχει και πολλά έξοδα που δεν φαίνονται, καθώς λειτουργεί ως ένα «Ίδρυμα» που φιλοξενεί καθημερινά και έχει τη μέριμνα εκατοντάδων επισκεπτών. Το Άγιο Όρος, λοιπόν, δεν αρνείται να συνεισφέρει στο βαθμό που μπορεί, παρότι είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως και πολλά αντίστοιχα της κυβέρνησης που δεν φορολογούνται. Φυσικά εγώ δεν είμαι αρμόδιος αυτών των πραγμάτων, η διοίκηση του Αγίου Όρους τα γνωρίζει πολύ καλύτερα.

-Και ένα μήνυμα σας εν όψει των εορτών στους αναγνώστες μας;

Αυτές τις μέρες οι άνθρωποι πρέπει να ζήσουμε την αγάπη, την ειρήνη και την ομόνοια. Η μοναδική λύση τόσο για τα υλικά, όσο και για τα πνευματικά μας προβλήματα, είναι να είμαστε όλοι μονιασμένοι και όχι ο καθένας μας να κοιτάει μόνο τον εαυτό του και την «καρέκλα» του. Μόνο έτσι, και την κρίση θα ξεπεράσουμε, και την πατρίδα μας θα βοηθήσουμε, αλλά και θα γίνουμε πολύ καλύτεροι άνθρωποι, βιώνοντας το πραγματικό νόημα της γέννησης του Θεανθρώπου.

alt
alt
alt
alt
alt



Γέροντας Σωφρόνιος - Η Προσευχή του Ιησού (Μέθοδος)



Zoom in (real dimensions: 558 x 833)Εικόνα

Εδώ και πολλά χρόνια συνεχώς οι μοναχοί επαναλαμβάνουν την ευχή με τα χείλη τους, χωρίς να χρησιμοποιούν τεχνητά μέσα στη σύνδεση νου και καρδιάς. Η προσοχή τους
είναι συγκεντρωμένη στην αρμονική σχέση της ζωής τους με τις εντολές του Χριστού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ο νους ενώνεται με την καρδιά με τη θεία ενέργεια, όταν
ο μοναχός συνεχίζει το ασκητικό κατόρθωμα της υπακοής και της εγκράτειας, και ακόμα όταν ο νους, η καρδιά και κυρίως το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν σε
ικανοποιητικό βαθμό από την κυριαρχία της αμαρτίας πάνω τους, όταν το σώμα γίνει άξιο να είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος». Όμως και οι παλαιοί και οι νέοι διδάσκαλοι
επιτρέπουν πότε-πότε την προσφυγή σε τεχνική μέθοδο, για να κατεβάσουν το νου μέσα στην καρδιά. Για να το κατορθώσει αυτό ο μοναχός, αφού καθίσει κατάλληλα,
απαγγέλλει την ευχή με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος του, εισπνέει στις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ (Υιέ του Θεού)» και εκπνέει στις λέξεις «ελέησόν με (τον αμαρτωλόν)».
Κατά την αναπνοή η προσοχή αρχικά ακολουθεί την κίνηση του αναπνεόμενου αέρα μέχρι το επάνω μέρος του στήθους.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η συγκέντρωση κατορθώνεται σύντομα, χωρίς περιπλανήσεις, και ο νους βρίσκεται κοντά στη καρδιά ή ακόμα εισέρχεται σ’ αυτήν. Αυτή η μέθοδος
σιγά-σιγά κάνει το νου ικανό να δει όχι την φυσική καρδιά αλλά τι συμβαίνει σ’ αυτήν, δηλαδή τα συναισθήματα που γεννιούνται και τις πνευματικές παραστάσεις που πλησιάζουν
απ’ έξω. Με αυτή την πείρα ο μοναχός αποκτά την ικανότητα να αισθάνεται την καρδιά του και να συνεχίζει να κρατά την προσοχή του συγκεντρωμένη στην καρδιά χωρίς στη
συνέχεια να καταφύγει σε οποιαδήποτε ψυχοσωματική τεχνική.

Αυτή η πορεία μπορεί να βοηθήσει τον αρχάριο ν’ αντιληφθεί που πρέπει να βρίσκεται ο τόπος, όπου πρέπει να είναι συγκεντρωμένη η προσοχή του κατά την διάρκεια της
προσευχής και κατά κανόνα ολόκληρο τον υπόλοιπο καιρό. Όμως η αληθινή προσευχή δεν κατορθώνεται έτσι. Η αληθινή προσευχή έρχεται αποκλειστικά με την πίστη και την
μετάνοια, οι οποίες δεχόμαστε ότι είναι η μοναδική και πραγματική βάση της. Η πείρα έχει αποδείξει ότι ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής βρίσκεται στο γεγονός ότι αρκετοί αποδίδουν
μεγάλη σπουδαιότητα στη μέθοδο καθ’ αυτή. Για ν’ αποφύγει μια τέτοια παραμόρφωση ο αρχάριος πρέπει να ακολουθήσει άλλη άσκηση, η οποία αν και είναι σημαντικά
βραδύτερη, είναι ασύγκριτα καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη, την προσήλωση της προσοχής στο όνομα του Χριστού και στις λέξεις της ευχής. Όταν η συντριβή για την αμαρτία
φτάνει σ’ ένα συγκεκριμένο βαθμό, ο νους φυσικά τείνει να ενωθεί με την καρδιά.

Τέταρτον, η προσευχή γίνεται αυθόρμητη. Αυτό συμβαίνει όταν η ευχή σταθεροποιείται στην καρδιά και χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια της θελήσεως συνεχίζει εκεί όπου και
ο νους βρίσκεται συγκεντρωμένος. Τελικά η προσευχή, γεμάτη ευλογία, αρχίζει να ενεργεί σαν απαλή φλόγα μέσα μας, σαν να εμπνέεται από ψηλά, ευχαριστώντας την καρδιά
με ένα αίσθημα θείας αγάπης, και ευφραίνοντας τον νου σε πνευματική θεωρία. Τούτο το τελευταίο στάδιο μερικές φορές συνοδεύεται από μια όραση Φωτός.

Το όνομα δεν πρέπει να αποσπάται από το πρόσωπο του Θεού, εκτός αν η ευχή καταντήσει μια τεχνική άσκηση και πολύ αντίθετη με την εντολή: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου
του Θεού σου επί ματαίω».

Όταν η προσευχή του νου είναι προσηλωμένη στην καρδιά, είναι δυνατόν να ελέγχουμε τι συμβαίνει στην καρδιά και ο αγώνας ενάντια στα πάθη παίρνει ένα λογικό χαρακτήρα.
Ο εχθρός γίνεται αντιληπτός και μπορεί να διωχθεί με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού. Με αυτό το ασκητικό κατόρθωμα η καρδιά γίνεται πολύ ευαίσθητη, τόσο οξυδερκής,
ώστε μερικές φορές όταν προσεύχεται για κάποιον η καρδιά μπορεί να πει σχεδόν αμέσως την κατάσταση του προσώπου για το οποίο προσευχόμαστε. Έτσι πραγματοποιείται
η μετάβαση από την νοερή προσευχή στην προσευχή του νου και της καρδιάς, πράγμα που μπορεί να ακολουθηθεί από τη δωρεά της προσευχής που πηγάζει από την ίδια.