Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Ζωσιμάς μοναχός Εσφιγμενίτης (1835 - 1902)


Ο κατά κόσμον Ζήσης Καμπυλάκης γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Λαυρέντιος του Πηλίου το 1835. Οι φτωχοί γονείς του ονομάζο­νταν Ιωάννης κι Ευπραξία. Μεγάλωσε πλησίον του παπά τού χωριού του Κωνσταντή Ζώη, από τον οποίο κι έμαθε ανάγνωση και γραφή, όπως γράφει ο ίδιος: «Τα πρώτα γράμματα του αλφαβήτου έμαθον κεχαραγμένα υπό του Ιερέως της ενορίας ημών επί της ξυλίνης και τετρα­γώνου πινακίδος, ην έφερον εξηρτημένην από του ώμου. Την θύραν του δημοτικού και ελληνικού σχολείου της πατρίδος μου δεν είδον, ούτε την κλίμακα αυτών ανήλθον». Μόλις 16 ετών εισήλθε στη βιοπάλη. Μετά τον θάνατο και του πατέρα του εργάσθηκε ως αμπελοφύλακας επί τετραετία. Εκεί στους αγρούς διαβάζοντας την Αμαρτωλών Σωτηρία και τον Θηκαρά ήλθε σε κατάνυξη και μετάνοια και θέλησε να μεταβεί στο Άγιον Όρος.
Το 1853 εισήλθε στην ιερά μονή Εσφιγμένου. Το 1860 εκάρη μοναχός. Αυτοβιογραφούμενος σημειώνει:
«Μεταβάς εις Άγιον Όρος και κατοικήσας εν τη του Εσφιγμένου Μονή, ησθάνθην την ηδύτητα των γραμ­μάτων, ετρώθην την καρδίαν υπό του έρωτος της παιδείας». Σπούδασε επί τριετία στην Αθωνιάδα Σχολή. Μελετούσε αδιάκοπα, καταρτιζόταν και προσευχόταν. Παρέμεινε στη μονή επί 13 έτη. Αναχώρησε το 1871 κι εγκαταστάθηκε στον Βόλο.
Ήθελε με κάθε τρόπο ν’ ανεβάσει το πνευματικό επίπεδο των συμ­πατριωτών του. Φορώντας πάντοτε το τίμιο μοναχικό ράσο και υπογράφοντας έως του θανάτου του ως μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, άνοι­ξε βιβλιοπωλείο, δημιούργησε βιβλιοθήκη κι έκανε εκδόσεις αρκετών διδακτικών βιβλίων. Εκδίδει μάλιστα ημερολόγιο και περιοδικό. Το όλο έργο του για την εποχή εκείνη είναι πανθομολογούμενα μεγάλο άθλημα. Για την τόλμη, το θάρρος και τον έλεγχό του φθάνει και να διωχθεί. Οι δεινοί συκοφάντες του καταντροπιάζονται και η φήμη του αποκαθίσταται.
Στο όλο έργο του οι ερευνητές βρίσκουν πολλά στοιχεία για την αγιο­λογία, την εκκλησιαστική ιστορία, τη ναοδομία, τη μοναστηριολογία και τα θρησκευτικά έθιμα κυρίως της Θεσσαλίας. Έγραφε έως το τέλος του, μελετούσε, κυκλοφορούσε βιβλία και προσευχόταν ο σεμνός και ταπεινός αυτός μοναχός. Στις 28.3.1902 υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου του: «Εκκλησιαστική Ιστορία Θεοδωρήτου επισκόπου Κύρου, εκδίδοται εκ της β’ εκδόσεως του Migne επιμελεία και δαπάνη Ζωσιμά Εσφιγμένου, εν Αθήναις 1902». Στο βιβλίο του αυτό δημοσιεύει και τη φωτογραφία του με τη σημείωση:
«Προς τους ζητήσαντας προ χρόνου την φωτογραφίαν μου είπον, φίλοι, δεν εφωτογραφήθην, διότι ενόμιζον ότι φωτογραφούνται οι έχοντες προτερήματα και αξιώματα πολιτικά ή εκκλησιαστικά, ίνα, πέμποντες τας φωτογραφίας των προς τους ευνοουμένους, υπομιμνήσκωσιν αυτούς την εν τη κοινωνία επισημότητα και τα κατορθώματα αυτών. Εις άλλους δε πάλιν τους μη ιδόντας το πρόσωπον αυτών και ζητούντας φωτογραφίαν στέλλουσι τοιαύτας όπως διά ταύτης μάθωσι τας διαθέσεις της ψυχής αυτών, καίτοι τούτο είναι δύσκολον, διότι διά των χαρακτηριστικών του προσώπου δεν είναι δυνατόν ν’ ανεύρη τις ακριβώς τας διαθέσεις της ψυχής, αν και αι διαθέσεις αυτής εμφαίνονται κατά το μάλλον και ήττον εν τοις χαρακτηριστικοίς του προσώπου, τας οποίας άλλως ο μη έχων γνώσεις φυσιογνωμικάς, ή ολίγας μόνον έχων, δεν δύναται να εννοήση τίποτε· τούτο μαρτυρεί και ο γράψας ολόκληρον φυσιογνωμικόν βιβλίον, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, όστις λέ­γει “οι μεν ουν κατά τα ήθη μόνον φυσιογνωμούντες αμαρτάνουσιν αν, πρώτοι μεν, πρώτον, ότι ένιοι ουχ αυτοί όντες, τα επί των προσώπων ήθη τα αυτά έχουσιν, οίον ό,τε ανδρείος και ο αναιδής, ταύτα έχουσι, τας διανοίας πολύ κεχρισμένοι. Δεύτερον δε, ότι κατά χρόνους τινάς τα ήθη ου τα αυτά, αλλ’ ετέρων έχουσι δυσανίοις τε γαρ ούσιν, ενί­οτε συνέβη την ημέραν ηδέως διαγαγείν, και το ήθος λαβείν το του εύθυμου και τουναντίον εύθυμον λυπηθήναι, ώστε το ήθος το επί του προσώπου μεταβαλείν. Έτι προς τούτοις περί ολίγων αν τις τοις επιφαινομένοις τεκμαίροιτο”. Αν δε και ηδυνάμην να δώσω υμίν ενταύθα την φωτογραφίαν μου διά της γραφίδος μου και ουχί διά του φωτός, θα προτιμήσω όμως ίνα ευχαριστήσω υμάς, θα φωτογραφήσω εμαυτόν, πρώτον διά της γραφίδος μου και έπειτα διά της φωτοτυπίας, εξ ων θα κατανοήσετε κάλλιον τας ψυχικάς μου διαθέσεις· έχω σώμα μέτριον ή μάλλον φαρδύ πλατύ, πρόσωπον ωοειδές, μέτωπον πλατύ, οφρύας αραιάς, οφθαλμούς καστανούς, στόμα ανάλογον, τρίχας λευκάς και πάνυ κοντάς, πώγωνα λίαν λευκόν και μέτριον, ένδυμα μέλαν, κάλυμμα της κεφαλής μου ατημελές και το 67ον  έτος εις την ράχιν μου».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11.11.1902.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Θεοδώρητου Κύρου επισκόπου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1902. Συρεγγέλα Ιωάννου πρωτοπρ., Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1835-1902), ο αυτοδημιούργητος, ο ελευθερόφρων, ο Διαφωτιστής, στον τόμο Ανάληψις, Βόλος 2000, σσ. 187-191.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ. 49-52, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Γεράσιμος Σμυρνάκης ιερομόναχος Εσφιγμενίτης


Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης (κατά κόσμον Γεώργιος Σμυρνάκης) εκ Πελοποννήσου αξιωματικός του Ελληνικού στρατού προσήλθε εις το Άγιον Όρος εις την Ι.Μ. Εσφιγμένου ένθα μετά τινα δοκιμασίαν εκάρη μοναχός μετονομασθείς Γεράσιμος. Μετά τινα δε έτη διωρίσθη αντιπρόσωπος της Ιεράς Μονής παρά τη Ιερά Κοινότητι εις εποχήν πολύ κεκινημένην.
Κατά το έτος 1905-1908 ανηγορεύθη ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου. Δια το αλλοπρόσαλλον όμως του χαρακτήρος του, εξεβλήθη της Ηγουμενείας και μετέβη εις Αμερικήν, οπόθεν επιστρέψας ενεγράφη εις την Μονήν της Πάτμου όπου και απεβίωσε.
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1938, αρ. φύλ. 7
.
Ετελέσθη εν τη Αγία και Μεγίστη Λαύρα του Όρους Αρχιερατικόν μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως των ψυχών Γερασίμου Σμυρνάκη και Παντελεήμονος Ιερομονάχων Λαυριωτών χοροστατούντος του Θ. Επισκόπου Μελητουπόλεως κ. Ιεροθέου μετά 15 Ιερέων και του Αρχ. Αχιλλείου Λαυριώτου, προϊστ. Της εν Πειραιεί Αγίας Σοφίας όστις ανεχώρησε ευλογία και αδεία της Ι.Μ.Μ. Λαύρας.
Ο αοίδιμος Γεράσιμος Σμυρνάκης προ 25 ετών διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου διαφωνήσας δε ανεχώρησε εκείθεν το 1908 δι΄ Αμερικήν εργασθείς ως εφημέριος και επιστρέψας εις δωδεκάνησα ειργάσθη ως εφημέριος και καθηγητής, απεβίωσε δε εβδομηκοντούτης εις την Ιεράν Μονήν Πάτμου απαρηγόρητος διότι δεν ηδυνήθη να επιστρέψη εις την Νέαν του μετάνοιαν την Ι.Μ.Μ. Λαύρας ης κατέλιπε άπασαν την χρηματικήν περιουσίαν του.
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1937, αρ. φύλ. 5



Αμβρόσιος ιερομόναχος Εσφιγμενίτης (1901 - 1987)


Γεννήθηκε στο χωριό Τεμελικόι της Αμάσειας του Πόντου το 1901, ο κατά κόσμον Αλέξανδρος Χαραλαμπίδης του Πέτρου. Από μικρός ποθούσε τη μοναχική αφιέρωση. Τελικά προσήλθε στο Άγιον Όρος το 1931. Κοινοβίασε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας. Εκάρη μοναχός τη Μεγάλη Πέμπτη του 1933 από τον ηγούμενο Καισάριο Βουρλιώτη (1895-1969), πρώην Διονυσιάτη. Χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος στην πανήγυρη της μονής της αγίας Μαγδαληνής της Μυροφόρου. Το 1940 αναχώρησε για τη σκήτη του Άγιου Βασιλείου.
Κατόπιν εξήλθε σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας ως σεμνός, ευλαβής και ιεροπρεπής Ιερομόναχος. Όμως τα βιώματα που είχε τα δυνατά από τις αγρυπνίες, τις μελέτες, τις δεήσεις και τους αγώνες στο Άγιον Όρος δεν τον κράτησαν στον κόσμο.
Επέστρεψε στο πάντερπνο Περιβόλι της Παναγίας. Στη σκήτη της Αγίας Άννης και τα Κατουνάκια άφησε ιδρώτες και δάκρυα. Αγιαννανίτες και Κατουνακιώτες παλαιοί μιλούν με σεβασμό για τους αγώνες του, την απλότητά του και την καλοκαγαθία του.
Την τελευταία δεκαετία της ζωής του διήλθε στην ιερά μονή Εσφιγμένου. Πάντοτε υπάκουος, πρόθυμος διακονητής και φιλακόλουθος. Τα γεράματα τον άφησαν στο κρεβάτι του πόνου. Όμως δεν παραπονέθηκε, δεν δυστρόπησε διόλου, αλλά υπέμενε με χαρά τον σταυρό του. Όταν τον ρωτούσαν τι κάνει, απαντούσε: «Όπως θέλει ο Θεός». Συνεχώς στα χείλη του είχε το «Δόξα σοι ο Θεός». Μέχρι της τελευταίας του ώρας προσευχόταν αδιάλειπτα.
Ανεπαύθη εν Κυρίω ήσυχα και ήρεμα, αφού είχε μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων στις 15.5.1987, λίγο πριν την έναρξη της αγρυπνίας της πανηγύρεως της Αναλήψεως. Ο ηγούμενος της μονής Ευθύμιος († 1999) είπε πως πρόκειται για σπάνια περίπτωση να κοιμηθεί αδελφός της μόνης κατά την πανήγυρη, ίσως και μοναδική. Εκηδεύθη μετά το κτητορικό μνημόσυνο και ετάφη στο κοιμητήριο της μονής, ο ζήσας με διηνεκή φύσεως βία και αδιάλειπτη προσευχή.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ίεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας. Ανωνύμου, Κοιμηθέντες Αγιορείται, Άγιος Αγαθάγγελος, Εσφιγμενίτης 101/1987, σσ. 37-38.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1195-1196.
http://www.pemptousia.gr

Μιχαήλ μοναχός Δοχειαρίτης (1908 - 1983)


Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Ιωάννου Παπαγιάνναρος γεννήθηκε στον Παγώνδα Σάμου το 1908. Σε ηλικία περίπου 25 ετών, από κάποια άγνωστη αιτία, μάλλον από ασβέστη, έμεινε τυφλός. Εκάρη μοναχός στη Σάμο από κάποιον Δοχειαρίτη Γέροντα Γαβριήλ στη μονή του Τιμίου Σταυρού το 1936. Τον διακονούσαν δυο ηλικιωμένες καλές μοναχές.
Ευδόκησε ο Πανάγαθος Θεός προς τα τέλη της ζωής του, το 1980, να εγκαταβιώσει στη μονή του Γέροντός του, αφού επί τριετία μόνασε στη μονή Προυσού. Η Παναγία τον πληροφόρησε εκεί ότι σ’ ένα χρόνο θα πάει και τους άλλους αδελφούς στο Περιβόλι της. Υπέμεινε με μεγάλη καρτερία και συνεχή ευχαριστία προς τον Θεό τη δοκιμασία του. Αγαπούσε πολύ τις Ιερές ακολουθίες και πολλές φορές την ημέρα επαναλάμβανε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, την οποία υπερευλαβείτο. Κάποτε τον ρώτησαν: «Θες να δεις το φως σου»; Απάντησε, «Όχι. Θα ήθελα να δω το φως στην άλλη ζωή». ’Έκανε καθημερινώς τριακόσιες μετάνοιες. Ήταν συνεχώς με το κομποσχοίνι να κυλάει στο χέρι του. Ήταν ένας άγιος άνθρωπος.
Πριν την κοίμησή του έπεσε σε πολύωρο κώμα. Οι μοναχοί σκέπτονταν πως θα ήταν αρκετά δύσκολο να παραμείνει για καιρό έτσι. Κάποια στιγμή συνήλθε και είπε πως του παρουσιάσθηκε ο Γέροντας ’Ιωσήφ ο Δοχειαρίτης († 1981) και του είπε πως σύντομα θα τον πάρει μαζί του, κι έπεσε πάλι σε κώμα. Ένας μοναχός έκανε κομποσχοίνι στον Αρχάγγελο Μιχαήλ να πάρει την ψυχή του π. Μιχαήλ, για να μην ταλαιπωρείται πολύ. Αισθάνθηκε μία βουή και τότε η ψυχή του αόμματου μοναχού εξήλθε του σώματός του. Κάποια στιγμή πριν είχε ανανήψει και είπε: «Εγώ επί το αυτό εκοιμήθην και ύπνωσα». Αμέσως μετά παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Πλάστη του, επαληθεύοντας τον λόγο πως ο θάνατος των δικαίων είναι ύπνος γαληνός. Ήταν στις 19.6.1983.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Πληροφορίες Γέροντος Θεοκτίστου Δοχειαρίτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 1055-1056, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιώβ μοναχός Δοχειαρίτης (1919 - 1989)


Κατά κόσμον ονομαζόταν Σωκράτης Χρυσάνθου Κουρτελίδης. Γεννήθηκε στο Πολύστυπο της Κύπρου το έτος 1919. Στη μονή Δοχειαρίου προσήλθε αρκετά μεγάλος, το 1984. Εκάρη μοναχός το 1986. Στη μονή του Αγίου Ηρακλειδίου Κύπρου άφησε τη «γραίαν» του σύζυγον, η οποία έγινε καλή μοναχή με το όνομα Προκοπία και διήγε ωραίο, ασκητικό βίο. Τον προέτρεψε με θέρμη να μονάσει. Είχε έξι τέκνα, εγγόνια και δισέγγονα. Από μικρός εργάσθηκε στη βιοπάλη και αποκατέστησε καλά την οικογένειά του. Είχε έλθει προσκυνητής στο Άγιον Όρος και ασθένησε. Παρακάλεσε την Παναγία να τον κάνει καλά και να της αφιερωθεί. Έτσι κι έγινε.
Όταν την καρδιά του έκαιγε ο θείος πόθος, η έλξη του Χριστού, τα εγκατέλειψε όλα και δίχως να υπολογίσει τη μεγάλη του ηλικία, εισήλθε στον μοναχικό στίβο με νεανική ζέση, φιλότιμο και προθυμία. Εργάσθηκε στους κήπους της μονής άοκνα και με ζήλο, με μόνιμη συντροφιά την «τσαπούαν», το τσαπί του. Όπως γράφει ο μοναχός Θεόκτιστος Δοχειαρίτης˙ «στο κελλί του οι παρακλήσεις και οι προσευχές δεν είχαν τελειωμό. Οι νυκτερινοί του θρήνοι ακούγονταν μακριά. Στην εκκλησία πάντα πρώτος και με ενεργή και εν εγρηγόρσει συμμετοχή». Στους δύο άγαμους υιούς του είπε, αν δεν νυμφευθούν σύντομα, να έλθουν να μονάσουν μαζί του. Καθάριζε το θέρος τις ελιές και συγκέντρωνε ξύλα για τη σόμπα του τον χειμώνα. Δεν ήθελε να κουράζει τους πατέρες και να τους υποχρεώνει να τον φροντίζουν.
Ο Πανοικτίρμων, Πολυεύσπλαχνος, Παντεπόπτης και Παντογνώστης Θεός ευδόκησε ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή στο ναό των Αρχαγγέλων. Εκοιμήθη όρθιος στο στασίδι του, κατά την απόλυση του Μεσονυκτικού στις 15.1.1989. Ανεπαύθη προσευχόμενος. Σταυροκοπούμενος κι επικαλούμενος όλους τους αγίους. Του ανοίχθηκε έτσι η ουράνια πύλη, για να ορθρίσει το πνεύμα του μετά των επουρανίων δυνάμεων και πάντων των αγίων τον αιώνιον και ασίγαστον ύμνον προς την Παναγία Τριάδα.
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Πληροφορίες Γέροντος Θεοκτίστου Δοχειαρίτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄ – 1984-2000, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Ιερόθεος μοναχός Δοχειαρίτης (1880 - 1976)


Ο κατά κόσμον Ιωάννης Κυριάκου Κοντόπουλος γεννήθηκε στις Σαράντα Εκκλησιές της Α. Θράκης το έτος 1880. Προσήλθε στην ωραία και ιερά μονή Δοχειαρίου το 1900. Μοναχός εκάρη το 1902. Το 1911 εξελέγη προϊστάμενος αυτής. Επί μία τριακονταετία και πλέον διακόνησε αόκνως στη γραμματεία της μονής. 
Το υπομονετικό κι επιμε­λημένο έργο του παραμένει μέχρι σήμερα αρκετά χρήσιμο. Εργάσθηκε για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Διετέλεσε αντιπρόσωπος με βαρύνουσα γνώμη και ήταν σεβαστός απ’ όλους. Ο λογιότατος Ιερόθεος διετέλεσε επίσης καλός ψάλτης και ασχολήθηκε με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων.
Έτρεφε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια προς την Παναγία τη Γοργοϋπήκοο, τη θαυματουργή προστάτισσα όλων των Δοχειαριτών πατέ­ρων. Κάποτε μάλιστα που από την υπερβολική κόπωση των γραφείων έπαθαν τα μάτια του, κατέφυγε με θερμή πίστη στην εικόνα της Πανα­γίας και θεραπεύθηκε θαυματουργικά.
Ήταν καλογερικός άνθρωπος. Δεν κατέλυε ποτέ κρέας, παρότι ήταν ιδιορρυθμίτης. Σε όλη του τη ζωή ήταν πάντοτε λιτός και απλός.
Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (†1983) στο ωραιότατο του Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους τον εκθειάζει ως προεξάρχοντα στα διοικητι­κά και πνευματικά έργα της μονής, συνετό, εξυπηρετήσαντα το Δοχειάρι και το Άγιον Όρος, αξιέπαινο ζηλωτή, και καταλήγει: «Ανέκαθεν η Μονή Δοχειαρίου εφίλει την παιδείαν και προσοικειούτο τους μορ­φωμένους, και η παράδοσις αύτη συνεχίζεται και υπό των σημερινών πατέρων, εκ του υστερήματος αυτών μορφωσάντων αρτίως πολλούς υποτακτικούς των».
Κάποτε σε μεγάλη ηλικία, πάνω από ενενήντα ετών, ο κοινός Πνευ­ματικός της μονής τού έβαλε επιτίμιο να μείνει μετανοών κάτω από τον κεντρικό πολυέλαιο του Καθολικού κατά την κοινή ακολουθία. Κι έβλεπες τον πολιό Γέροντα, τον επί πολλά έτη πρόεδρο της Συνάξεως να στέκεται ως αρχάριος μετανοών. Ετελειώθη πλήρης ημερών στις 15.12.1976, για ν’ αναπαυθεί αιώνια από τους πολλούς και μακρούς του κόπους και κατά Θεόν αγώνες.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953, σσ. 86-87. Πληροφορίες Γέροντος Θεοκτίστου Δοχειαρίτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983, σελ.909-911, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Ιωσήφ μοναχός Δοχειαρίτης (1920 - 1981)


Ο κατά κόσμον Χρηστός Κωνσταντίνου Σπάγγος γεννήθηκε στους Σπαθαραίους της Σάμου το έτος 1920. Είχε ένδεκα αδέλφια. Αποφοίτησε από την Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου. Όταν είπε ότι θα πάει να γίνει μοναχός, η μητέρα του του είπε ότι θα πάει ν’ αυτοκτονήσει. «Ο καθένας έχει την ψυχή του», είπε θαρραλέα, δίχως να καμφθεί. Φυσικά η μητέρα του δεν έπαθε τίποτε. Παρότι από διάφορες περιστάσεις ο πατέρας του και τ' αδέλφια του είχαν ξεκληριστεί, τα δάκρυα της μητέρας του δεν τον έκαναν να καθυστερήσει την αναχώρησή του.
Εκάρη μοναχός στην ιερά νήσο Πάτμο, στη μεγάλη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου με το όνομα Άνθιμος το 1975. Εκάρη κατόπιν μεγαλόσχημος με το όνομα Ιωσήφ υπό του οσίου Γέροντος Αμφιλοχίου Μακρή († 1970). 
Επί σειράν ετών άσκησε τον ερημητικό βίο στο αναχωρητήριο του Κουβαριού της Πάτμου. Ακολούθησε τον Γέροντα Γρηγόριο Δοχειαρίτη στη μονή Μυρτιάς το 1972, στη μονή Προυσού το 1973 και στις 20.5.1980 στη μονή Δοχειαρίου.
   Κατά τον π. Θεόκτιστο Δοχειαρίτη, «υπήρξε εις το έ’πακρον έλεήμων. Ειχε μεγάλη ακρίβεια στην έπιτέλεση των μοναχικών του καθηκόντων και ήτο φιλακόλουθος ως ουδείς άλλος». Συνεχίζοντας τα του π. Θεοκτίστου, ο γείτονάς μας π. Παλλάδιος λέγει: «Ποτέ δεν άφησε τον κανόνα του, ακόμη και όταν ήταν ασθενής. Είχε πολύ πόθο να έρθει στο Άγιον Όρος. Διακονούσε τον π. Μιχαήλ († 1983) με περισσή αγάπη. Ήταν πολύ απλός. Άνθρωπος μεγάλης αγάπης, ιδιαίτερα προς τους νέους μοναχούς. Ειρήνευε τους λογισμούς μας».
Παρακαλούσε πάντοτε τον Θεό να μην προξενήσει βάρος στην αδελφότητα. Δεν ήθελε στα τέλη του να επιβαρύνει κανένα. Στην αγρυπνία της Πεντηκοστής του 1981, για πρώτη φορά καθόταν στο στασίδι του, γιατί δεν αισθανόταν καλά. Πάντα στις μακρές ακολουθίες στεκόταν όρθιος κι έψαλλε ωραία. Δεν ήθελε να πάει στους ιατρούς. Έκανε υπακοή στον ηγούμενο και πήγε στο νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη. Δεν έμεινε όμως εκεί ούτε μία ημέρα. Ανεπαύθη ήσυχα στις 4.6.1981, Τετάρτη ημέρα μετά την Πεντηκοστή. Απήλθε προς Κύριον συναποκομίζων κόπους και ιδρώτες, που από χρόνια θησαύριζε για την ουράνια αποθήκη, χωρίς να ενοχλήσει κανένα, ο «ακριβής και ελεήμων». Τις πληροφορίες μας έδωσαν ο Γέροντας Θεόκτιστος Δοχειαρίτης, ο ιερομόναχος Αντίπας και ο μοναχός Παλλάδιος, που έζησαν επί έτη μαζί του.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 1011-1012