Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Καισάριος Δαπόντε μοναχός Ξηροποταμινός (1713 - 1784)


ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΥΣ
ΛΟΓΙΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥ 18ου αιώνα
Του Φλορίν Μαρινέσκου
Κέντρο νεοελληνικών ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Από τους σημαντικούς λογίους του ΙΗ' αιώνα, ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος, γεννήθηκε στη Σκόπελο το 1713. Η οικογένειά του ήταν ιταλικής καταγωγής - Da Ρonte. Ήταν γιος του Στεφάνου και της Μαγδαληνής. Ο πατέρας του διετέλεσε πρόξενος της Αγγλίας, με νομικές αρμοδιότητες στη Σκόπελο, στη Σκιάθο και στην Κιλιοδρομία.
Οι Δαπόντε είχαν συνολικά 12 αγόρια και τρεις κόρες, στους οποίους εξασφάλισαν μία σοβαρή εκπαίδευση. Ο Κωνσταντίνος παρακολουθούσε τα μαθήματα του νεοϊδρυθέντος τοπικού σχολείου μέχρι την ηλικία των 17 χρονών. Στη συνέχεια, στις 30 Ιανουαρίου 1731, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο δραγουμάνος του στόλου Κωνσταντίνος Βεντούρας τον βοήθησε ουσιαστικά. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους έφτασε στο Βουκουρέστι, όπου γράφτηκε αμέσως στη γνωστή Ηγεμονική Ακαδημία. Τρεις μήνες αργότερα γνώρισε τον ηγεμόνα Κωνσταντίνο Μαυροκορδάτο, τον οποίο δεν άργησε να υπηρετεί-τόσο στη Βλαχία όσο και στην Μολδαβία όπου μεταπηδούσε διαδοχικά. Γενικά οι σχέσεις του με τον Φαναριώτη βοεβόδα υπήρξαν αρμονικές. Το 1743, ύστερα από την άρνηση του τελευταίου όμως να τον προβιβάσει, ο Σκοπελίτης λόγιος αποφάσισε να επιστρέψει στο νησί του. Πριν φύγει μετέβη στο Ιάσιο, όπου υπέβαλε τα σέβη του στον υποψήφιο ηγεμόνα Ιωάννη Μαυροκορδάτο, αδελφό του Κωνσταντίνου. Ο Ιωάννης ανέβηκε τελικά στο θρόνο της Μολδαβίας και πρότεινε αμέσως στον Δαπόντε το αξίωμα του γραμματέα, καθώς και εκείνο του καμινάρη, που ήταν επιφορτισμένος με την είσπραξη των φόρων επί των οινοπωλείων.
Όλο αυτό το διάστημα που υπηρέτησε τους ηγεμόνες Κωνσταντίνο και Ιωάννη Μαυροκορδάτο -ως το 1746- ο Δαπόντε χαρακτηρίστηκε από τη φιλαργυρία του, εξυπηρετώντας -με το αζημίωτο- διαφόρους τοπικούς παράγοντες. Ο ίδιος περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες και με κάθε ειλικρίνεια τις δραστηριότητες του αυτές και, μερικές φορές και τα ποσά που εισέπραττε στο γνωστό του έργο Κήπος Χαρίτων.
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Ύστερα από συνεχείς πολιτικές αντιπαραθέσεις με τον μεγάλο ποστέλνικο Αντωνάκη Ραμαδάνη και τη φυγή του στην Κριμαία, ο Κωνσταντίνος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον Χάνο Σελίμ Γκιράι. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι αντέδρασαν με αποτέλεσμα να φυλακιστεί για 20 μήνες (27 Μαρτίου 1747-27Νοεμβρίου 1748) στην Πόλη, όπου υπέφερε φριχτά, σωματικά και κυρίως ψυχολογικά, μία που θεωρούσε τη φυλάκισή του φυσικό επακόλουθο των αμαρτιών του. Σ' αυτό το διάστημα -τον Αύγουστο πέθανε η μητέρα του, η οποία είχε ξεκινήσει για τις φυλακές, αν και ο γιος της, γεμάτος τύψεις για την οδύνη που της προκάλεσε, απέφυγε να την δει.
Απελευθερώθηκε στα τέλη Νοεμβρίου 1748, αφού πλήρωσε 55 πουγκιά και αποσύρθηκε για ανάρρωση στη Μονή της Αγίας Τριάδος στη Χάλκη. Εκεί ήλθε σε επαφή με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής: Ιωάννικο Καρατζά, μέλλοντα Οικουμενικό Πατριάρχη, Παΐσιο πρώην Πατριάρχη, Σύλβεστρο Πατριάρχη Αντιοχείας. Ο τελευταίος του συνέστησε μία κοπέλα ονόματι Μαριόρα, κόρη του Κωνσταντινουπολίτη Ιωάννη και της Φεβρωνίας, την οποία παντρεύτηκε στις 21 Νοεμβρίου 1749.
ΜΟΝΑΧΟΣ
Στις 24 Αυγούστου 1751 γεννήθηκε η κόρη τους Μαγδαληνή η οποία πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου λίγο πριν από την μητέρα της. Ύστερα από αυτά τα πλήγματα ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Στις 10 Αυγούστου 1753 αποσύρθηκε στο Πιπέρι, όπου στις 26 Οκτωβρίου έγινε μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Καισάριος. Για τρία χρόνια ζει μια ήσυχη ζωή ως μοναχός, μέχρι το 1756, οπότε έπειτα από σύγκρουση με τον ηγούμενο της μονής, φτάνει στη Σκόπελο με άκρα μυστικότητα και αποσύρεται αμέσως στην οικογενειακή του μονή της Ευαγγελίστριας.
Την 1η Μαΐου 1757 φεύγει για προσκύνημα για πρώτη φορά στο Άγιον Όρος συγκεκριμένα στη μονή Ξηροπόταμου, όπου ο σκευοφύλαξ μοναχός Άνθιμος ήταν συντοπίτης του. Εκείνη την εποχή οι πατέρες της μονής αναζητούσαν ένα μοναχό λόγιο, με κύρος και διασυνδέσεις, ο οποίος θα αναλάμβανε μια αποστολή, με το Τίμιο Ξύλο -κυρίως στις ρουμανικές χώρες- απ' όπου θα επιχειρούσε να εξασφαλίσει οικονομική ενίσχυση για την ευρισκόμενη σε παρακμή μονή, κυρίως για την ανοικοδόμηση του Καθολικού της.
ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΜΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Η αποστολή (τριμελής) ξεκίνησε στις 22 Μαΐου 1757 και επέστρεψε στη μονή στις 11 Σεπτεμβρίου 1765. Περιέλαβε εκτός από τις Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη (προκαθορισμένους στόχους της περιοδείας) καθώς και τη Χίο, τη Σάμο, τα Ψαρά, την Εύβοια, και τη Σκόπελο, στις τελευταίες περιοχές πήγε ύστερα από παράκληση των κατοίκων τους.
Συνολικά η θητεία αυτή θεωρείται πετυχημένη, αφού απέφερε στη μονή μετά οκτώ χρόνια, τρεις μήνες και είκοσι μέρες πολλά χρήματα, άμφια, ιερά υφάσματα, ιερά βιβλία, ιερά σκεύη, φορητές εικόνες και διάφορα υλικά για το ναό.
Μετά την άφιξή του στη μονή, την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 1765, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές, ο Καισάριος άρχισε να ασχολείται με την επίβλεψη της επισκευής του Καθολικού. Το 1771, ύστερα από μία παρεξήγηση, προφανώς με τους ξηροποταμινούς πατέρες, πήγε στην μονή Κουτλουμουσίου. Το 1778 αναχώρησε για την μονή Ευαγγελιστρίας της Σκοπέλου, την οποία είχε κτίσει ο παππούς του Ιωάννης Γραμματικός, ενώ ο πατέρας του Στέφανος είχε οικοδομήσει το Καθολικό. Το 1784 ο Καισάριος αφιέρωσε τη μονή αυτή στην Ξηροποτάμου και, πριν λάβει την επικυρωτική απάντηση των αγιορειτών, επέστρεψε εκεί όπου και πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1784.
Ο Δαπόντε υπήρξε ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς του αιώνα του. Από τα 26 έργα του τα 18 έχουν τυπωθεί, ενώ τα'; άλλα διασώθηκαν σε χειρόγραφη μορφή στην Ξηροποτάμου, σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Ρουμανίας, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού.
Συνέταξε κυρίως θρησκευτικά έργα - αλφάβητα, ειρμούς, θεοτόκια, μακαρισμούς, μεγαλυνάρια, εκκλησιαστικούς κανόνες κ.λπ., αλλά και πονήματα ιστορικού περιεχομένου, που διατηρούν την αξία τους και σήμερα.
Στον Σκοπελίτη λόγιο ταιριάζουν απόλυτα, πιστεύουμε, δύο δικοί του στίχοι :
«Όσα δεν είδα κοσμικός, καλόγηρος τα είδα
κι εχάρηκα κι εχόρτασα πάσαν μου παρ' ελπίδα».
ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
Ο Καισάριος Δαπόντες υπήρξε ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς του αιώνα του (18ος αιώνας). Συνέταξε κυρίως θρησκευτικά έργα (αλφάβητα, ειρμούς, θεοτόκια, μακαρισμούς, μεγαλυνάρια, εκκλησιαστικούς κανόνες κ.λπ.), αλλά και πονήματα ιστορικού περιεχομένου, που διατηρούν την αξία τους και σήμερα. Από τα 26 έργα του τα 18 έχουν τυπωθεί, ενώ τα άλλα διασώθηκαν σε χειρόγραφη μορφή στη Μονή Ξηροποτάμου, σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Ρουμανίας, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού.
Μερικά από τα έργα του
Καθρέπτης γυναικών, 1766
Κήπος Χαρίτων, 1768
Χρηστοήθεια, 1770
Γεωγραφική Ιστορία, 1781
Περί ματαιότητος κόσμου και αθλιότητος του ανθρώπου
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΟΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
Ο Καισάριος Δαπόντες επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Άγιο Όρος και συγκεκριμένα τη μονή Ξηροποτάμου το έτος 1757. Την εποχή εκείνη η μονή, από πολλές και διάφορες αιτίες (προηγούμενες επιδρομές Τούρκων, μεγάλες πυρκαγιές, αδιάκοπους σχεδόν δικαστικούς αγώνες που είχαν σχέση κυρίως με οριακές διαφορές με τις γειτονικές της μονές) βρισκόταν σε παρακμή.
Πολυμαθής λόγιος με επιβλητική προσωπικότητα, ο Δαπόντες, επιλέγεται μαζί με άλλους δύο μοναχούς να περιοδεύσει στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με το Τίμιο Ξύλο (το μεγαλύτερο στον κόσμο τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, στο οποίο φαίνεται μια από τις τρύπες, όπου είχαν μπήξει τα καρφιά κατά τη Σταύρωση) και τεμάχια από τα λείψανα των 40 Μαρτύρων, με σκοπό τη συγκέντρωση χρηματικού ποσού για την ενίσχυση της μονής.
Η περιοδεία διήρκεσε οκτώ χρόνια (1757 - 1765) και απέφερε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό.
Επισκευή και Ανοικοδόμηση του Καθολικού της Μονής Ξηροποτάμου
Μετά την οκτάχρονη περιοδεία του, ο Καισάριος Δαπόντες, επιστρέφει στη μονή το 1765 και αναλαμβάνει να ανακαινίσει το μεγαλύτερο μέρος της, κτίζει τα προπύλαια και ασχολείται με την επίβλεψη της επισκευής και ανοικοδόμησης του Καθολικού.
Το Καθολικό της μονής, τιμώμενο στη μνήμη των αγίων 40 Μαρτύρων, βρίσκεται στο κέντρο της λιθόστρωτης αυλής και είναι στραμμένο περισσότερο προς βορρά ακολουθώντας την ανάλογη διαμόρφωση του εδάφους. Κτισμένο με τον ίδιο τρόπο, όπως τα άλλα καθολικά, είναι πολύ ευρύχωρο, εκτός από το σχετικά στενό Ιερό Βήμα. Η κεραμοπλαστική του διακόσμηση ομορφαίνει περισσότερο την προσεγμένη τοιχοποιία του, ενώ σε μια γωνία του εξωνάρθηκα βρίσκεται εντοιχισμένη μια ανάγλυφη πλάκα από τη μεσοβυζαντινή εποχή με την ολόσωμη παράσταση του αγίου Δημητρίου.
Η Φιάλη του Αγιασμού
Έξω από το καθολικό, στη λιθόστρωτη αυλή, υπάρχει η φιάλη του αγιασμού από ερυθρό μάρμαρο, που έφερε και εγκατέστησε εδώ, σύμφωνα με μια επιγραφή της, ο Καισάριος Δαπόντες.
http://www.skopelos.net

Νικόλαος ιερομόναχος Ξηροποταμηνός (1895 - 1970)

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Νικόλαος ιερομόναχος Ξηροποταμηνός (1895 - 1970)

Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Κ. Καραλής γεννήθηκε στο χωριό Μοναστηράκι της Αιτωλοακαρνανίας το 1895. Προσήλθε στην ιερά μονή Αγίου Παύλου το 1925. Στις 16.12.1927 εκάρη μοναχός μετονομασθείς Νικόλαος. Στις 23.12.1927 χειροτονήθηκε διάκονος. Στην πανήγυρη του κτήτορος οσίου Παύλου του Ξηροποταμηνού, 28.7.1932, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. 
Στις 14.2.1935 αναχώρησε για τη μονή Ξηροποτάμου. Στις 24.3.1951 προήχθη σε προϊστάμενο.
Τη δεκαετία που έζησε στη μονή του Αγίου Παύλου και την τριακονταπενταετία που έμεινε στη μονή Ξηροποτάμου έδειξε βίο άψογο, ανεπίληπτο, ακέραιο, ιεροπρεπή και ευκατάνυκτο. Διακρινόταν πολύ για το φιλακόλουθό του. Είχε μία πηγαία, γνήσια, αφτιασίδωτη, αρυτίδωτη ευλάβεια, που τον κοσμούσε και τον διέκρινε παντού και πάντοτε.
Απήλθε προς Κύριον τον Θεό του και Θεό μας στις 5.12.1970, πα­ραμονή της εορτής του αγίου Νικολάου του θαυματουργού, κατά την οποία εόρταζε ο φιλόθεος και φιλάγιος ιερομόναχος.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, α.α. 196.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.835 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Βασίλειος ιερομόναχος Ξηροποταμηνός (1875 - 1961)


Γεννήθηκε στο χωριό Βουλισμένη Λασιθίου Κρήτης το 1875, ο κατά κόσμον Μιχαήλ Βλασσάκης. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του. Οι φτωχοί γονείς του, Παντελεήμων και Καλλιόπη, για να μη ξοδεύουν λάδι για το λυχνάρι, δεν το άναβαν το βράδυ. Ο μικρός Μιχαήλ, που αγαπούσε τη μελέτη και την πρόοδο, μάζευε την ημέρα ξύλα, τη νύχτα τα έκαιγε κι έτσι διάβαζε. Για ένα διάστημα εργάσθηκε ως γραμματεύς δικηγορικού γραφείου.
Στη μονή Ξηροποτάμου προσήλθε το 1893. Το 1896 εκάρη μοναχός από τον Γέροντά του Ευγένιο (†1924). Διάκονος χειροτονήθηκε το 1896 και πρεσβύτερος το 1901. Το 1908 προήχθη σε προϊστάμενο. 
Είχε μεγάλο σεβασμό και υπακοή στον Γέροντά του, ο οποίος του ενέπνευσε την αγάπη προς τη θεία λατρεία και τη μονή, την οποία άγάπη κι εκείνος είχε πάντοτε πλούσια.
Ο Γέροντας Βασίλειος διακόνησε ευδοκίμως την αγαπητή μονή του ως διάκονος, εφημέριος, προϊστάμενος, επίτροπος, αντιπρόσωπος στην Ιερά Κοινότητα, γραμματεύς, τυπικάρης, καλλιγράφος, συγγραφεύς και βιβλιοθηκάριος. Το 1917 εξορίσθηκε από τους Γάλλους από το Άγιον Όρος στη Μυτιλήνη μαζί με άλλους 45 επιφανείς Αγιορείτες πατέρες. Την πικρή αυτή περιπέτειά τους κατέγραψε και περιέγραψε με κάθε ειλικρίνεια σε σχετικό βιβλίο του, που το αφιέρωσε στον Γέροντά του Ευγένιο (6722 - Απομνημονεύματα της εν Μυτιλήνη εξορίας των αγιορειτών πατέρων συμβάσης κατά το έτος 1917).
Είχε αλληλογραφία με διάφορους αρχιερείς και ιερείς ως τον Πέτρας Διονύσιο († 1953), τον αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο († 1978) και άλλους.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μοναχικής του βιοτής ήταν «η απόλυτη προσήλωσή του στο τυπικό της μοναχικής ζωής, η αυστηρή και ακριβής τήρηση των ασκητικών κανόνων, η ευπρέπεια, η διάκριση και η ακαταπόνητη πνευματική προσπάθεια. Ήταν ένας μοναχός επιβλητικός, ψηλός, σοβαρός, μελαχρινός, γεροδεμένος, ο οποίος ζούσε και βίωνε την κάθε στιγμή τη σωτήρια σχέση του με τον Θεό. Είχε και το τάλαντο της αφηγήσεως διαφόρων ψυχωφελών ιστοριών από το Γεροντικό και από τη ζωή παλαιοτέρων πατέρων του Άθωνα, αλλά και πολλών ιστοριών από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την ηρωϊκή μεγαλόνησο, πάντα διδακτικών και πνευματικά ωφέλιμων».
Είχε μία ευαίσθητη και καθαρή καρδιά. Τούτο φαινόταν στην ευγένεια των τρόπων του και στις ωραιότατες καλλιγραφίες του, αλλά και στη μεγάλη του καθαριότητα και τάξη στην εκκλησία, στα γραφεία, στο κελλί του, στα διακονήματα, στα βιβλία και στα γράμματά του. Μνημόνευε μετά δακρύων συνεχώς την Παναγία κι έλεγε πως ο μόνος έπαινος ανήκει σε Αυτή, που είναι η σκέπη του Αγίου Όρους. Είχε συνεχή τη μνήμη του θανάτου.
Μετέστη προς Κύριον τον μήνα της Παναγίας. Ύπνωσε τον μακάριο ύπνο των δικαίων στις 9.8.1961. Ήταν 86 ετών. Τα 68 έτη τα διήλθε μέσα στο τίμιο ράσο. Διέγραψε και αυτός «μια μεστή πορεία πνευματικών καρπών πάνω στη γη».
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, α.ά. 34. Αντωνίου Στιβακτάκη. Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί. Ιεράπετρα 2007, σσ. 79-81.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 647-648, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
φωτογραφίες: http://athosprosopography.blogspot.gr

Ακάκιος ιερομόναχος Ξηροποταμηνός (1834 - 1922)


Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μάδης γεννήθηκε στο χωριό Γεράκι της Λακωνίας το 1834. Μεγάλωσε ασχολούμενος με τα πατρικά του κτήματα. 
Στη μονή Ξηροποτάμου εισήλθε το 1865. Μοναχός εκάρη το 1866 μετονομασθείς Ακάκιος. Το 1869 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1872 πρεσβύτερος. Το 1876 προήχθη σε Προϊστάμενο της μονής του. 
Αγαπούσε ιδιαίτερα την εκκλησία και τις ιερές ακολουθίες. Είχε ευλάβεια, προσοχή και κατάνυξη. Διετέλεσε επί έτη και καλός τυπικάρης. 
Το μοναχολόγιο της μονής λακωνικά αναφέρει περί αυτού: «Ήτο πολύ φιλακόλουθος, ιστάμενος μετ’ ευλαβείας και προσοχής εν τη εκκλησία, χρηματίσας και τυπικάρης».
Ανεπαύθη εν Κυρίω ειρηνικά στις 15.12.1922, ημέρα μνήμης του άγι­ου ιερομάρτυρος Ελευθερίου.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, α.α. 1.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.169 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Συμεών μοναχός Ξενοφωντινός (1893 - 1983)


Ο κατά κόσμον Σπυρίδων Γερασίμου Πυλαρινός γεννήθηκε στο χωριό Ιλάριον της Κεφαλλονιάς. Τελείωσε το Γυμνάσιο στη Θεσ­σαλονίκη. Εργάσθηκε καπετάνιος στα πλοία, μηχανοδηγός στα τρένα, γνώριζε αγγλικά και με τον κόπο του απόκτησε μεγάλη περιουσία. Ήλθε και σε γάμου κοινωνία. Από τον γάμο του απόκτησε έναν υιό που έγινε αξιωματικός και φονεύθηκε κατά την οπισθοχώρηση του αλβανικού μετώπου. Μετά τον θάνατο και της συζύγου του μοίρασε την περιουσία που είχε στη Θεσσαλονίκη σε συγγενείς κι έφυγε για το Πε­ριβόλι της Παναγίας μας το 1958.
Ερχόμενος στο Άγιον Όρος στην αρχή εργάσθηκε ως μισθωτός κη­πουρός στη μονή του Αγίου Παύλου και κατόπιν στη μονή Ξενοφώντος. Όταν αποφάσισε να μονάσει, παρέδωσε στον ηγούμενο Ευδόκιμο ένα ποσό λιρών, που είχε φέρει από τον κόσμο. Εκάρη μεγαλόσχημος μο­ναχός το 1958 κι έλαβε το όνομα Συμεών προς τιμήν του Αγίου Συμεών του Στυλίτου. Υπήρξε αγωνιστής και βιαστής μοναχός. 
Είχε κάποτε 14 έτη να εξέλθει της πύλης της μονής. Διακόνησε ως αρχοντάρης, μάγει­ρος και κολλυβάς.
Μία περίοδο του είχε παρουσιασθεί κήλη, που τον καταταλαιπωρούσε και από τους πολλούς πόνους διπλωνόταν στα δύο. Βρισκόταν στο ψαρόσπιτο, ένα οίκημα στην είσοδο της μονής, και παρακαλούσε την Πα­ναγία να τον βοηθήσει. Του παρουσιάσθηκε η Παναγία μέσα σε νεφέλη να κατεβαίνει. «Όπως είναι», έλεγε, «σε μία εικόνα στο Βατοπέδι». Τον ευλόγησε και τον θεράπευσε. Μέσα στην απλότητα και τη χαρά του φώναζε: «Μη φεύγεις, μη φεύγεις, Παναγία μου». Όλος ο χώρος ευωδίασε. Η Παναγία πάλι ανέβηκε και χάθηκε μέσα σε φως δυνατό και διαφορετικό. Μετά την αναχώρηση έμεινε η λεπτή εκείνη ευωδία.
Πάλι είδε την Παναγία να έρχεται με καΐκι στην παραλία. Να της συμπαρίστανται οι άγιοι Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, ο προστάτης της μονής και Δημήτριος ο Μυροβλύτης, και να δορυφορείται από πλήθος αγγέλων. Εισήλθε στο Καθολικό της μονής, το παλαιό και το νέο, στην τράπεζα και το μαγειρείο. Όλος ο τόπος έλαμπε. Την παρακαλούσε ο αγαθός Συμεών να μείνει. Εκείνη του έλεγε: «Έχω να πάω σε πολλά μέρη …». Άλλη μία φορά είδε σε όραμα την Παναγία, μαζί με τις αγίες Μαρίνα, Ευφημία και Αικατερίνη, ενώ ήταν στους κήπους και είχε ξαπλώσει στη γη από τους πολλούς πόνους.
Του άρεσε να διηγείται στους νεότερους μοναχούς τα της ζωής του. Τέσσερις φορές τον κάλεσαν στον στρατό. Στην πολύκλαυστη μικρασι­ατική καταστροφή ήταν στη Σμύρνη. Με δάκρυα στα μάτια έλεγε πως δυστυχώς υπήρχε και ξεπεσμός στην πόλη. Οι στρατιώτες μας έκαναν και λάθη. «Γι’ αυτό επέτρεψε ο Θεός να τα χάσουμε όλα», έλεγε. Κλαίγοντας διηγείτο πως οι Άγγλοι στο λιμάνι της Σμύρνης υπερφόρτωναν σε βάρκες τους Έλληνες και βυθίζονταν. Όσοι προλάβαιναν να σωθούν και γνώριζαν κολύμβηση πήγαιναν στα καράβια ν’ ανέβουν και τους έκοβαν τα χέρια … Μία φορά, που τον κάλεσαν στον στρατό, θυμάται, είχε αναπαυθεί ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και όλοι μιλούσαν για τη μεγάλη του αγιότητα.
Ήταν λίαν φιλακόλουθος. Πάντοτε ήταν πρώτος στο Καθολι­κό. Σηκωνόταν αρκετή ώρα πριν την αρχή του Μεσονυκτικού, για να ετοιμασθεί και να προσευχηθεί. Μία φορά, πηγαίνοντας για την ορθρινή ακολουθία, είδε τον διάδρομο της κόρδας που κατοικούσε κατάφωτο. Άγγελοι φεγγοβολούσαν τον τόπο κι έψαλλαν εξαίσια.
Μία ήμερα δεν πρόλαβε την τράπεζα. Με παράπονο απευθύνθηκε στην αγία Ευφημία, που ήταν το παρεκκλήσι της εκεί στο αρχονταρίκι: «Εργάζομαι από το πρωί ως το βράδυ και δεν έχω ούτε λίγο ψωμί να φάω». Ξαφνικά βρέθηκαν στα χέρια του δύο ζεστά πρόσφορα. «Γλυκύ­τερα και ωραιότερα», έλεγε, «δεν έφαγα ποτέ στη ζωή μου».
Ήταν πάντοτε αυστηρός στον εαυτό του. Συγκαταβατικός όμως προς τους άλλους. Μυστικός εργάτης των αρετών. Για να βγάλεις λόγο από το στόμα του, έπρεπε να κοπιάσεις. Είχε πάρα πολλές θείες εμπειρίες. Από ορισμένα περιστατικά φαίνεται ότι εκοσμείτο από το διορατικό χάρισμα. Όταν τον ρωτούσαν: «Πού το ξέρεις, Γέροντα;». Απαντούσε: «Μου το λέγει μια κρυφή ελπίδα στην καρδιά». Τους λαϊκούς που ζητούσαν τις συμβουλές του, τους έστελνε στους εξομολόγους. Απέφευγε συστηματικά τον ανθρώπινο έπαινο και την προβολή. Ένας αδελφός που τον πλησίασε σε ώρα ακολουθίας αισθάνθηκε άρρητη ευωδία. Στα τέλη του, σχεδόν έχασε το φως του, έβλεπε μόνο σκιές, αλλά συνέχιζε να πηγαίνει σιγά-σιγά στην εκκλησία, αρνούμενος να κρατήσει μπα­στούνι. Δεν επιτρέπεται άλλος με μπαστούνι, εκτός από τον ηγούμενο», έλεγε. Συνεχώς κρατούσε το κομποσχοίνι του λέγοντας τη γλυκιά ευχή τού Ιησού. Στη δύση του βίου του άκουγε ουράνιες ψαλμωδίες. Κατά μαρτυρία πολλών πατέρων στις αγρυπνίες το πρόσωπό του έλαμπε.
Ευλαβέστατος πάντοτε ο ευλογημένος. Γέρος και άρρωστος έτρεχε με λαχτάρα παιδιού στο Καθολικό. Όταν είχε μεγάλη αδυναμία, διά­βαζε στο κελλί του κι έκανε κομποσχοίνι. Έκανε και μετάνοιες όσο μπορούσε. Στην αδυναμία του να κάνει εδαφιαίες μετάνοιες, έκανε ως εκεί που έφθανε. Έβαζε μετάνοια και στους διακονητές που τον βοηθούσαν· στον γηροκόμο του παπα-Πρόδρομο, που τον φρόντιζε όσο πιο καλά μπορούσε. Τους ευχαριστούσε όλους με χαρά ψυχής μεγάλη. Είχε ένα αθώο βλέμμα σαν μικρό παιδί. Το πρόσωπό του έλαμπε από αγαλλίαση, όταν μεταλάμβανε των αχράντων Μυστηρίων. Κάποτε τον είδαν στη Λιτή του Καθολικού να υψώνει τα χέρια του ψηλά. Όταν του είπαν: «Τί κάνεις εκεί Γερο-Συμεών»; Απάντησε: «Καμιά φορά ξεχνάω και προσεύχομαι». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 12.11.1983. Στην ανακομιδή των λειψάνων του τα οστά του ήταν κατακίτρινα.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξενοφώντος. Πληροφορίες παλαιών Ξενοφωντινών πατέ­ρων.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 1079-1082 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Γεράσιμος ιερομόναχος Ξενοφωντινός (1910 - 1996)


Κατά κόσμον ονομαζόταν Γεώργιος Θεοδωράκης του Νικολάου. Γεννήθηκε στο χωριό Σελλιά Αγίου Βασιλείου Ρέθυμνου Κρή­της το 1910. Ήταν το μεγαλύτερο από τα εννέα παιδιά των ευσεβών γονέων του. Από μικρός ήταν φίλεργος και φιλομαθής. Εικοσάχρονος εισήλθε να μονάσει στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πρέβελη. Συνέχισε και στη μονή την εργατικότητά του, τη μελέτη και την προσ­ευχή. Έτσι χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς.
Κατά τον πόλεμο του 1940-41 πήγε εθελοντής στο μέτωπο. Κατά την επιστροφή στη μονή του συνέχισε την προσφορά του, φυγαδεύοντας Άγγλους, Νεοζηλανδούς και Έλληνες στη Μέση Ανατολή. Για τη δράση του αυτή βραβεύτηκε από την ελληνική πολιτεία.
Το 1963 μετέβη ως προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Κατόπιν θέλησε να έλθει στο Άγιον Όρος.
Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης όμως, όταν το πληροφορήθηκε τον έστειλε στον μητροπολίτη Βεροίας, που ήθελε έναν καλό ιερομόναχο για την ιερά μονή Παναγίας Σουμελά. Έτσι έμεινε στη μονή του Βερμίου από το 1963 έως το 1968. Στη συνέχεια θέλησε πάλι ν’ αναχωρήσει για το Άγιον Όρος, ο μητροπολίτης όμως τον χρεια­ζόταν κοντά του. Του επέτρεψε μόνο ένα προσκύνημα στο Άγιον Όρος, το οποίο τον καταγοήτευσε και τον συγκίνησε. Έμεινε σε ενορία της Βεροίας έως το 1976. Πολλοί πιστοί διήλθαν από το άγιο πετραχήλι του και βοηθήθηκαν σημαντικά.
Από το 1976 έως της κοιμήσεώς του παρέμεινε σ’ ένα παραλιακό Ξενοφωντινό Κελλί στην περιοχή Μπούραντα, όπου έκτισε ναό του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τον οποίο ιδιαίτερα ευλαβείτο, γιατί πολλές φορές τον είχε βοηθήσει στη ζωή του. Εκεί συνέχισε τις μελέτες και τις προσευχές του, λειτουργώντας καθημερινά, σκαλίζοντας τον κήπο της αυλής του και της καρδιάς του. Τη σύνταξή του διέθετε σε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες. Από τους πολλούς του κόπους και μόχθους της ζωής του ασθένησε. Την τελευταία διετία του διήλθε στη μονή Ξενοφώντος νοσηλευόμενος και γηροκομούμενος με αγάπη από τους πατέρες της μονής. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 8.11.1996, παραμονή της μνήμης του αγίου Νεκταρίου, τον οποίο υπεραγαπούσε, και στου οποίου το Κελλί διαβίωσε επί μία εικοσαετία περίπου.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 54-57. Του αυτού, Γεράσιμος ο Ξενοφωντινός, Άγκυρα Ελπίδος 48/2009, σσ. 34-36.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ’ – 1984-2000, σελ.1415-1417 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


Αναρτήθηκε από Keliotis Giannis στις 1:30 μ.μ.

Τιμόθεος μοναχός Ξενοφωντινός (1887 - 1973)


Τιμόθεος μοναχός Ξενοφωντινός (1887 - 1973)
Κατά κόσμον ονομαζόταν Γεώργιος Ονούφριος του Ονουφρίου και της Κυριακής. Γεννήθηκε στο Πάνορμο της Τήνου το 1887.
Στη μονή Ξενοφώντος προσήλθε το 1911. Μοναχός εκάρη το 1913.
Αναφέρουν γι’ αυτόν πως ήταν μεγάλος αγωνιστής του πνεύματος. Τα καλοκαίρια κοιμόταν έξω στα πεζούλια και στις πλάκες της αυλής. Ήταν άνθρωπος προσευχής. Αγαπούσε τις αναγνώσεις της τραπέζης του κοινοβίου. Ήταν φιλόπονος κι εργατικός.
Μέχρι τα γεράματά του έκτιζε πεζούλια. Ένα τελευταίο πεζούλι του ήταν στους κήπους, κοντά στην περιοχή Ξυνά Νερά. Κατά το σώμα ήταν κοντός και κυρτός.
Ο συμμοναστής του μοναχός Συμεών († 1983) αναφέρει γι’ αυτόν: «Ένα βράδυ άκουσα ψαλμωδίες στο κελλί του. Γινόταν η θεία Λειτουργία, διότι άκουσα τα σχετικά λόγια και ψαλσίματα. Φοβήθηκα και δεν επήγα να ιδώ τι γίνεται. Επήγα όμως το πρωί στον ηγούμενο και ανέφερα το γεγονός. Αυτός σκέφθηκε να δώση τη θεία Κοινωνία στον Γερο-Τιμόθεο, ο οποίος υπέφερε από μία χρόνια πάθηση και ήταν τον τελευταίον καιρό κατάκοιτος στο κρεβάτι. Επήγα, λοιπόν, εγώ να ειδοποιήσω τον ασθενή, ότι θα έλθη ο παπάς με τη θεία Κοινωνία, και να είναι έτοιμος να κοινωνήση. Εκείνος μου είπε: «Από θεία Κοινωνία είμαι εντάξει, μή κάνετε τίποτα, μόνο ευχηθήτε να γίνη το θέλημα του Θεού. Το βράδυ, άγγελοι ετέλεσαν την θεία Λειτουργία στο κελλί μου και ένας απ’ αυτούς μου έφερε με την λαβίδα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και κοινώνησα». Δεν επέρασε πολλή ώρα και ο αγγελομίμητος μοναχός Γερο-Τιμόθεος κατατάχθηκε στις ουράνιες στρατιές των αγγελικών δυνάμεων. Αιωνία του η μνήμη». Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 31.5.1973.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξενοφώντος. Διήγηση μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 867


Αναρτήθηκε από Keliotis Giannis στις 10:53 μ.μ.