Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Τρείς αληθινές ιστορίες Ορθοδόξων Χριστιανών πού συνεχώς προσηύχοντο κι αγρυπνούσαν



Κυριακή προ Χριστουγέννων 1996




Σήμερα χριστιανοί μου θα κάνουμε ένα διαφορετικό κήρυγμα από όσα μέχρι τώρα συνηθίζουμε να λέμε. Θα πούμε τρείς μικρές ιστορίες, από τις οποίες θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις μεγάλες γιορτές που έρχονται μεθαύριο. Βέβαια τις δύο τις είπα και σε μία βραδινή Λειτουργία, θα τις επαναλάβουμε με τις σωστές της λεπτομέρειες.

Μια κυρία μου διηγείτο, όταν ήτο επτά χρονών περίπου, συνέβη κάτι το συνταρακτικό την παραμονή των Χριστουγέννων.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, - δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
- Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία».
Και η κυρία αναλύθηκε σε λυγμούς.

Και τώρα να σας ρωτήσω χριστιανοί μου.
Ποιος άραγε από μας τους σημερινούς χριστιανούς, περιμένει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το βράδυ με προσευχή;
Πόσοι και πόσοι από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες, σηκώνονται για να προσευχηθούν κατά την διάρκειαν της νύχτας; Να ανάψουν το καντήλι και να θυμιατίσουν;
Πόσοι γονείς και πόσοι πατέρες και μητέρες αγρυπνούν την νύχτα για να κάνουν μετάνοιες, σταυρωτά κομποσχοίνια, να κλάψουν, να συντριβούν και να προσευχηθούν πολύ;
Αλήθεια, πόσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν άλλοι παιδιά, και άλλοι παιδιά και εγγόνια, πονάνε, κλαίνε και αγρυπνούν, έστω για μια ώρα, για το ηθικό κατρακύλισμα των παιδιών μας, για την διαφθορά και τις εκτρώσεις, για την αναρχία και τα ναρκωτικά, για τα εύκολα διαζύγια, και τα νόθα παιδιά, για τις αιρέσεις και τα σκάνδαλα, που κλονίζουν κάθε τόσο χιλιάδες αδύνατες ψυχούλες;
Πόσοι αλήθεια χριστιανοί αγρυπνούν σήμερα;
Όχι αδελφοί μου. Δυστυχώς σήμερα οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν προσεύχονται. Και όμως περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χαζεύουν και αποβλακώνονται και διαστρέφονται μπροστά σ’ αυτό το διαβολοκούτι. Έτσι όχι μόνον δεν προσεύχονται και δεν αγρυπνούν οι Νεοέλληνες σήμερα Ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ούτε και εγκρατεύονται. Δεν νηστεύουν! Και αν δεν μπορούν λόγω υγείας, δεν νηστεύουν τουλάχιστον στις αισθήσεις τους. Δε νηστεύουν με τη γλώσσα τους. Δε θυμιατίζουν το σπίτι πρωί και βράδυ, δεν μελετάνε Αγία Γραφή, δεν κάνουν προσευχή στο τραπέζι, δεν εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή τουλάχιστον ένας από κάθε οικογένεια. Δεν εξομολογούνται. Δε συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Δεν σέβονται τις παραδόσεις. Δεν τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές και δεν πολεμούν τα πάθη και τόσα άλλα.
Και επειδή ακριβώς δεν σηκώνουμε τα χέρια μας κάθε βράδυ στο Χριστό με καθαρή καρδιά, γι’ αυτό και βλέπουμε τόσα ερείπια και τόσα ηθικά ναυάγια να συσσωρεύονται γύρω μας.
Πάμε δυστυχώς κάθε μέρα απ’ το κακό στο χειρότερο…
Ο Θεός να μας λυπηθεί.

Η δεύτερη ιστορία από την ίδια κυρία.
Η γιαγιά και ο παππούς όπως και οι γονείς των ήσαν πολύ ελεήμονες. Ελεούσαν τους πάντες, όσους ζητούσαν βοήθεια, στα μαύρα εκείνα χρόνια της Κατοχής. Ήσαν φτωχοί. Αλλά ελεούσαν όμως, όπως και όσο μπορούσαν.
Κάποτε πέρασαν από την γειτονιά τους δυο τρείς ρακένδυτοι ζητιάνοι. Φαινόντουσαν όμως πολύ καθαρά ότι ήσαν και άρρωστοι. Τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό τους, ήταν γεμάτο πληγές και πύον. Ήσαν μάλλον λεπροί. Γι’ αυτό και όλοι τους έκλειναν τις πόρτες. Όπως και στη γειτονιά τους.
Εκείνη την ώρα έφτανε ο παππούς που ήταν κάπου έξω, και είδε και είχε ακούσει τι είχε γίνει. Τους φώναξε, τους έβαλε στην αυλή γιατί ήταν καλοκαίρι, και με τη βοήθεια της γυναίκας του, της γιαγιάς, έπλεναν τις πληγές και το πύον, κατόπιν τους τάισαν, με ψωμί και ελιές και τους έδωσαν και το λίγο τυράκι που είχε απομείνει. Φεύγοντας τους έδωσαν και ένα μπουκάλι λάδι, το τελευταίο που υπήρχε απομείνει στο φτωχό ράφι της κουζίνας.
Τα παιδιά του βέβαια μουρμούριζαν όλα. Τα παντρεμένα παιδιά εννοώ.
- Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα ταΐσουμε τα μωρά μας; Τι θα δώσουμε στα παιδιά μας;
Και η απάντησις του παππού.
- Έχει ο Θεός!... Έχει ο Θεός.
«Έχει ο Θεός». Το πίστευε αυτό. Εμείς το λέμε αλλά δεν το πιστεύουμε.
Και ξεπροβόδησε τους τρείς αυτούς λεπρούς.
Οι γείτονες βγήκαν στις πόρτες, και άρχισαν να τον κακίζουν και να τον κατηγορούν. Όχι μόνον για την αδιακρισία του, όπως έλεγαν, αλλά γιατί μπορούσε και αυτός να κολλήσει αρρώστιες …
- Και μας θα μας κολλήσεις, του έλεγαν συνεχώς. Φτάνει που θα αφήσεις και τα παιδιά σου νηστικά.
Μπροστά σ’ αυτή τη διαγωγή, και του παππού βέβαια, και της γιαγιάς, όλοι είχαν μείνει, όλοι, με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς δεν είπε τίποτα. Έκανε το σταυρό του και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Και σε λίγο βγήκε τρέχοντας! Τρέχοντας και φωνάζοντας:
- Τρέξτε παιδιά μου, τρέξτε γείτονες! Όλα τα ράφια είναι γεμάτα και από ψωμιά!, και από τυρί!, και λάδια! … Ο Θεός έκανε το θαύμα Του. Ο Θεός ελεεί τους πιστούς του δούλους Του. Ελάτε να πάρετε όλοι σας.

Ναι χριστιανοί μου. Ο Θεός, έκαμε το θαύμα του, όπως το κάνει και κάθε μέρα σε όλους εκείνους που ελεούν με όλη τους την καρδιά. «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Και άλλωστε βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος ότι μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται.
Και τώρα σας ρωτώ χριστιανοί μου:
Είμαστε εμείς ελεήμονες; Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς δεν είναι. Ελεήμονες σαν τον παππού και σαν τη γιαγιά, με αυτόν τον τρόπο εννοώ ελεήμονες. Δυστυχώς εμείς είμαστε οι κασιάρηδες. Άκαρδοι, άσπλαχνοι και τσιγκούνηδες. Και δεν ήσαν μόνο τα γερόντια αυτά, άνθρωποι της προσευχής, της αγρυπνίας και της ελεημοσύνης, αλλά ήσαν και σωστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διότι τηρούσαν τις αργίες και τις νηστείες, έστω και στα γερατιά τους. Εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν των θείων μυστηρίων τακτικά. Έκαμαν πνευματικό αγώνα τη νύχτα και είχαν φόβον Θεού και πολλή αγάπη.

Τρίτη ιστορία από την ίδια κυρία.
Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
- Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
- Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
- Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
- Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
- Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
- Ποιος ξένος;
- Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
- Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
- Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
- Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
- Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.
Αυτή ήταν η Τρίτη ιστορία.
Ιστορίες γεμάτο πίστη! Και αγάπη, και προσφορά και θυσία αλλά και σκέπη αγία του Αγίου μας Θεού.

Χριστιανοί μου, ο Θεός τα πιστά Του παιδιά δεν τα εγκαταλείπει. Τα βοηθάει ποικιλοτρόπως. Τα βοηθάει κάθε μέρα με θαύματα ανεξήγητα. Άλλη φορά φανερά και άλλη φορά κρυφά. Διότι Αυτός είναι η σκέπη μας, η βοήθειά μας, το καταφύγιό μας. Αυτός είναι το φώς, είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι η Ανάστασις. Αυτός είναι ο Άρτος της Ζωής ο εκ του Ουρανού καταβάς. Αυτός είναι το Ύδωρ το ζον, που ξεδιψάει τη διψασμένη ψυχή μας. Αυτός είναι ο Πλάστης και Δημιουργός μας. Αυτός είναι ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, ο Σωτήρας του καθενός από μας χωριστά, ο οποίος εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη για την ημών σωτηρία. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι λοιπόν που μας τρέφει με το Σώμα Του και το Αίμα Του. Αυτός που συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε αλλά και μετανοούμε, που μας ελεεί, που μας αγαπά μέχρι Σταυρού.
Και που θα Τον βρούμε αυτόν τον Χριστόν; Που θα Τον βρούμε; Μα στην Εκκλησία! Στην Ορθόδοξη πίστη, στον εκκλησιασμό και στην Θεία Κοινωνία, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Στην Ιερά Εξομολόγηση και στα υπόλοιπα των Αγίων Μυστηρίων. Στην προσευχή, στις Ευαγγελικές εντολές, στην ελεημοσύνη, στην αγάπη προς τους εχθρούς, στην ήσυχη συνείδηση, στην ήρεμη καρδιά… Ναι, τον Χριστό θα Τον βρούμε μέσα στις καρδιές μας, διότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Χριστιανοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Να ψάξουμε όλοι μας να βρούμε τον Χριστόν, γιατί χωρίς Χριστόν, Χριστούγεννα και Πάσχα και κάθε άλλη γιορτή ΔΕΝ μπορούμε να γιορτάσουμε. Όχι λοιπόν στα μοντέρνα Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν!
Αλλά ναι, στα Ορθόδοξα Χριστούγεννα, με καθαρές καρδιές, με δάκρυα χαράς και μετανοίας, με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία, με προσευχή στα χείλη, με Δοξολογία στην καρδιά,
-
Αμήν!

Ο χλιαρός. Η χλιαρότης καί οί τρείς τρόποι αποκαταστάσεως





Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Αποκάλυψις Γ 15

Έτσι εισερχόμεθα χριστιανοί μου, σιγά σιγά, συν Θεώ, στην 7η επιστολή προς τον επίσκοπο Λαοδικείας, μέσα στην Αποκάλυψη.
Η Λαοδικεία ήτο Ελληνική πόλις. Κτίστηκε από τον Αντίοχο τον 2ο, στην εύφορη κοιλάδα του Λύκου κοντά στην Έφεσο. Οι κάτοικοί της ήταν εύποροι και πλούσιοι. Ήταν κέντρο εμπορικό, επιστημονικό, ιατρικό.
Εν τούτοις όμως, παρόλα τα πλούτη και την πρόοδο που είχαν υστερούσαν φοβερά σε θρησκευτική ζωή. Η Εκκλησία της Λαοδικείας είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο δια μέσου του Επαφρά, όπως μας πληροφορεί ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς Επιστολή του, και πρώτος επίσκοπος ήταν ο Άρχιππος.
Στα χρόνια της Αποκαλύψεως ευρίσκετο σε τελματώδη κατάσταση, χωρίς κανένα ίχνος πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος την αναφέρει τελευταία, αφού και τελευταία ήτο στην αρετή.
Τάδε λέγει ο Αμήν, Γ-14, έτσι αρχίζει η επιστολή.
Ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «Αμήν». Αυτό το «Αμήν» σημαίνει ο ακριβής, ο τέλειος, ο παναληθής Θεός, ο υπερτέλειος. Η δε τελειότης του είναι αιώνιος και άπειρος. Άλλωστε τα πάντα εν σοφία εποίησεν. Είναι επίσης ο μάρτυς, ο πιστός και αληθινός. Πιστός και αληθινός, τα αναλύσαμε. Δηλαδή ο μόνος αξιόπιστος και αληθής, ο μόνος βέβαιος, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.
Επίσης ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «αρχή της Κτίσεως του Θεού». Όχι το πρώτο κτίσμα, όπως μας λένε οι αιρετικοί και οι χιλιασταί, αλλά η δημιουργική αιτία των πάντων. Δηλαδή η αρχή της δημιουργικής ενεργείας του Θεού. Ως Λόγος του Θεού και Κύριος εδημιούργησε ολόκληρη την Κτίση, ορατή και αόρατη. Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, βεβαιώνει η Αγία Γραφή, για να συμπληρώσει οριστικά και αμετάκλητα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο πρώτο του κεφάλαιο στίχος 3, «πάντα δι αυτού εγένετο», τα πάντα, όλα. Και η τελευταία πέτρα, και ο τελευταίος θάμνος, και το τελευταίο κύτταρο, και το τελευταίο ηλεκτρόνιο και νετρόνιο. Πάντα. Τα πάντα δι αυτού εγένετο. Όλα έγιναν δια του λόγου του Θεού, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν». Και χωρίς τον Λόγον Θεού δεν έγινε τίποτε από ό,τι έγινε στον κόσμον, άρα είναι ο δημιουργός των πάντων. Δεν είναι το αντικείμενον που δημιουργείται όπως μας είπε ο Άρειος και διεδόθη μέχρι των ημερών μας δια μέσου των αιρετικών, αλλά το υποκείμενον που δημιουργεί. Είναι η Αρχή αυτό που δημιουργεί. Είναι η αρχή του Σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου. Και πώς είναι δυνατόν να είναι κτίσμα ο Χριστός, αφού τον προσκυνούν και οι άγγελοι, «και προσκυνησάτωσαν αυτώ, πάντες οι άγγελοι αυτού, βεβαιώνει αλλού η Αγία Γραφή».
Και ένα τελευταίο από την προς Κολασσαείς Επιστολή του θείου Παύλου, Α 16, για να κλείσουμε ετούτο το κομματάκι. «Εν αυτώ τω Χριστώ», γράφει ο Απόστολος Παύλος, «εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γής. Τα ορατά και τα αόρατα, είτε Θρόνοι, είτε Κυριότητες, είτε Αρχαί είτε Εξουσίαι». Όλες αυτές είναι αγγελικές τάξεις. «Τα πάντα δι αυτώ, και εις αυτόν έκτισται». Όλα έγιναν δηλαδή απ’ αυτόν τον Χριστόν, και για λογαριασμόν Του, για τον εαυτόν Του.

Επιστρέφομε όμως στην Αποκάλυψη, όπου βλέπουμε να ακολουθούν κάποιες αυστηρές παρατηρήσεις προς τον επίσκοπο Λαοδικείας. Γνωρίζω τα έργα σου λέγει ο Κύριος, σε παρακολουθώ, και δεν είμαι καθόλου μα καθόλου ευχαριστημένος μαζί σου. Έχεις τα χάλια σου και δεν σε ήθελα όπως κατήντησες τώρα. Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Δεν είσαι λοιπόν, ούτε κρύος, ούτε ζεστός. Έπρεπε να ήσουν ή ψυχρός ή θερμός. Συ όμως είσαι χλιαρός. Και επειδή είσαι χλιαρός και αδιάφορος, με κατέλαβε τέτοια αηδία και αγανάκτηση μέσα μου για σένα, ώστε θα σε αποβάλλω, θα σε ξεράσω από μέσα μου. Δεν σε αντέχω πλέον. «Μέλλω εμέσαι» εκ του στόματός μου, είναι η φράση. Φοβερός αυτός ο λόγος του Κυρίου.
Και γίνεται ακόμα πιο φοβερότερος, όταν σκεφτεί κανείς ότι τον να απευθύνει αυτόν τον λόγον Εκείνος που είναι το Εσφαγμένον Αρνίον, ο Χριστός, αυτός που είναι όλος αγάπη, όλος σπλάχνα οικτιρμών, αυτός που έχυσε το Πανάγιόν Του Αίμα, πάνω στον Τίμιον Σταυρόν για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, και του καθενός από μας χωριστά. Κι όμως, αυτός ο Κύριος, ο όλος αγάπη, η Αυτοαγάπη και η Αυτοαλήθεια, ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο φιλάνθρωπος, λέγει προς τον χλιαρό. Σε αηδιάζω. Θα σε ξεράσω εκ του στόματός μου. Γιατί; Γιατί πέρα από το να είναι Πανάγαθος και Φιλεύσπλαχνος και όλος αγάπη, είναι και δίκαιος, Δίκαιος Κριτής.
Για να πει ένα τέτοιο φοβερό λόγο ο Κύριος, αυτό σημαίνει ότι η κατάστασις που επικρατούσε στην επισκοπική περιφέρεια της Λαοδικείας, ήταν τελείως απαράδεκτη. Αδιαφορία, ραθυμία, πνευματική στασιμότης, πτώσις των πάντων, πλήξις και ανία από παντού. Οι κίνδυνοι από όλες τις πλευρές μέσα και έξω. Κι όμως η ψυχή δεν κινείται, αδιαφορεί. Και το χειρότερο: Δεν βλέπει κινδύνους. Νομίζει ότι όλα πάνε πολύ πολύ καλά. Ο Θεός όμως δεν μας θέλει χλιαρούς και νερόβραστους. Προτιμά να είμαστε ψυχροί παρά χλιαροί και ράθυμοι. «Δεινών η ραθυμία», ψάλλει η Εκκλησία μας.
Ο ψυχρός και αμαρτωλός, που συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την βρωμερότητά του, και δεν θέλει να μπεί στην Εκκλησία, υπάρχει ελπίδα να μετανοήσει. Ο χλιαρός όμως και ράθυμος ίσως όχι. Γιατί; Διότι νομίζει τον εαυτόν του εντάξει. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Ότι πιστεύει ότι είναι εντάξει.
Πάει τρείς τέσσερεις φορές το χρόνο στην Εκκλησία. Νηστεύει κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Κοινωνάει κάθε τρία πέντε χρόνια, δεν ξέρω κάθε πόσο, και λέει ότι είναι εντάξει. Είναι όμως καλός άνθρωπος. Τη μπουκιά του θα τη βγάλει από το στόμα για να στη δώσει. Είναι και αλτρουιστής, είναι ανθρωπιστής. Αλλά άμα του πείς όμως να πάει πιο τακτικά στην Εκκλησία, τότε ή οι παπάδες του φταίνε ή οι ψάλτες ή οι επίτροποι. Άλλοτε πάλι του φταίει το λιβάνι, άλλοτε το κερί, άλλοτε ο δίσκος που περιφέρεται, οι πολυέλαιοι και τα καντήλια, προφάσεις εν αμαρτίαις. Όταν του λένε να ακούσει μια ομιλία και λίγον λόγον Θεού, είτε από την Εκκλησία, είτε από το ραδιόφωνο, απαντάει ότι αυτός τα ξέρει όλα. Όταν τον προτρέπουν πάλι να εξομολογηθεί, τι λέει; «Εγώ δεν έχω τίποτα». Είναι χριστιανός αλλά υποχωρεί. Εύκολα συμβιβάζεται και ευκολότερα ντρέπεται να ομολογήσει την πίστη του.
Αλήθεια! Πώς θα σωθεί αυτός ο άνθρωπος! Πώς θα σωθεί αφού νομίζει ότι είναι καλός άνθρωπος, και ότι αγαπάει όλον τον κόσμον. Έτσι βραβεύει ο ίδιος τον εαυτόν του. Και κάνοντας και καμιά ελεημοσύνη ή εξυπηρέτηση, αυτοκολακεύεται και ησυχάζει. Και αν τυχόν βλασφημήσει τα θεία και του κάνουν παρατήρηση, «Τώρα από συνήθεια το ’πα αυτό, από συνήθεια». Και αν πέσει σε καμιά φανερή αμαρτία, το μόνο που ξέρει να απαντήσει είναι «ε, αυτό είναι φυσικό, το κάνει όλος ο κόσμος, γιατί να μην το κάνω και γω». Δηλαδή μια κατάστασις καθόλου καθόλου ευχάριστη.
Δυστυχώς δεν καταλαβαίνει ο κακομοίρης, όπως γράφει στη συνέχεια και η Αποκάλυψη ότι είναι, ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός, και πτωχός, και τυφλός και γυμνός.
Δυστυχώς και πάλι δυστυχώς ο εγωισμός και η υπερηφάνεια, μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δεν έχουμε αδυναμίες και πάθη και κακίες. Ότι είμεθα πλούσιοι σε αρετές και σε καλοσύνες. Ότι όλα πάνε καλά, μη έχοντες την ανάγκην κανενός. Ο εγωισμός δεν μας αφήνει να δούμε τις ελλείψεις μας, την πνευματική μας φτώχεια και την ψυχική μας αθλιότητα, τη γύμνια μας. Έτσι δεν έχουμε όρεξη για πνευματικούς αγώνες, δεν έχουμε όρεξη για νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοια, Θεία Λατρεία, εγκράτεια και τόσα άλλα. Καμιά βία δεν καταβάλουμε για να διορθωθούμε και να προοδεύσουμε στην αρετή. Ικανοποιούμεθα πάντοτε στο λίγο. Λίγη προσευχή, λίγη μελέτη, λίγος εκκλησιασμός, σε λίγες καλές πράξεις, και λίγη νηστειούλα και λίγη συγχωρητικότητα, και λίγη ελεημοσύνη και λίγα και λίγα και τίποτα περισσότερο. Μόνο λίγα. Έτσι με τα λίγα λίγα δεν βλέπουμε πόσο πτωχοί είμεθα και κούφιοι και στο ήθος και στην πίστη και στα έργα της αρετής που ζητάει ο Θεός. Το ότι δεν είμαστε τίποτα το αποδείξαμε και χθές το πρωί, ορισμένοι που λέγονται χριστιανοί.
Δυστυχώς όπως και τότε, έτσι και στις ημέρες μας, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χλιαροί και νερόβραστοι χριστιανοί. Οι χθεσινοί ήσαν φανατικοί – αυτό είναι άλλο άκρο. Και μάλιστα ασυγκρίτως περισσότεροι στις ημέρες μας κυκλοφορούν ήδη πλήθη ανθρώπων από την Λαοδικεία. Και πιστεύω πως ξεπέσαμε σ’ αυτή τη θανατηφόρα νάρκη, από τη νοοτροπία της Δύσεως, Ευρώπης και Αμερικής.
Η πληθώρα των καταναλωτικών αγαθών, ο νέος ασύδοτος τρόπος ζωής, εδημιούργησαν τον χριστιανισμό των εκπτώσεων. Ο τρόπος αυτός που δεν είναι ούτε Ευαγγελικός, ούτε πατερικός, ούτε και Ορθόδοξος, είναι αυτός που συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Με το ένα πόδι στο Χριστό και με το άλλο στο χρυσό. Με το ένα μάτι στον ουρανό και το άλλο στην λάσπη της αμαρτίας. Με το ένα χέρι κλέβουν και αδικούν και με το άλλο κάνουν φανερή φιλανθρωπία προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Το πρωί στην Εκκλησία αλλά το βράδυ με πολλή άνεση στις αμαρτωλές σκηνές της τηλεοράσεως. Το πρωί στην Εκκλησία και το βράδυ στο χαρτάκι και στο φλιτζανάκι και τα λοιπά και τα λοιπά. Συνδυάζουν εύκολα κοσμική και θρησκευτική ζωή. Και λίγη λατρεία στο Θεό και αρκετή λατρεία στα κέντρα διασκεδάσεως. Η εκκλησία εκκλησία σου λένε, αλλά και το συμφέρον συμφέρον και η μόδα η μόδα και η διασκέδασις διασκέδασις.
Οι χριστιανοί των ημερών μας είναι έτοιμοι για κάθε συμβιβασμό αρκεί να μην χάσουν τις ανέσεις τους. Αν τους μιλήσουν για τα Πανάγια Μυστήρια δυσανασχετούν. Αν τους προτρέψουν για έργα αρετών, κατσουφιάζουν. Κι αν τους υποδείξουν τα πάθη τους για να τα κόψουν και ή να τα διορθώσουν, αντιδρούν. Θέλουν και ζητάνε την Εκκλησία του Χριστού με το αζημίωτο. Να μην κοστίζει πολύ, να μη ζητά θυσίες, να μην προβάλλει συνεχώς ου και όχι. Μια Εκκλησία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της εποχής μας. Θέλουν μια Ορθοδοξία και έναν Χριστιανισμό ευκαιρίας. Μια Ορθοδοξία εποχιακή.
Τέτοιοι είναι οι χλιαροί χριστιανοί της ολίγης πίστεως και της μπαλωμένης ηθικής, άνθρωποι του συμφέροντος, των ανέσεων και των υποχωρήσεων. Άνθρωποι που νερώνουν όλο και πιο πολύ κάθε μέρα το κρασάκι της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήταν αυστηρός στον επίσκοπο Λαοδικείας.
Νομίζεις, του λέγει, μέσ’ στην Αποκάλυψη, ότι είσαι πλούσιος σε αρετές και σε πνευματική ζωή, κάνεις όμως μεγάλο λάθος. Ο εγωισμός σε τυφλώνει. Δε βλέπεις ότι είσαι και ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός, και τυφλός και γυμνός; Δεν ξέρεις ότι εγώ ως Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσομαι και ότι σκορπίζω στους 4 ανέμους οστά ανθρωπαρέσκων;
Παρά ταύτα όμως δεν είναι αργά. Υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Παρά την απειλή ότι θα τον ξεράσει ο Κύριος, επειδή είναι χλιαρός, ευθύς αμέσως του προσφέρει λύση και τον συμβουλεύει πώς θα θεραπεύσει την τριπλή του αρρώστεια, την φτώχεια του, τη γύμνια του και την τύφλωσή του.

Πρώτον. Συμβουλεύω σοι, αγοράσαι παρ’ εμού, χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτίσεις. Σε συμβουλεύω να αγοράσεις από μένα χρυσάφι. Για να πλουτίσεις, να γίνεις πλούσιος. Το αγοράσαι παρ΄εμού, έχει μεγάλη σημασία διότι ο Κύριος εννοεί την πραγματική αρετή. Είναι σα να του λέγει «τη δική μου αρετή θα αγοράσεις». Τη δική μου αρετή θα αποκτήσεις και όχι τη δική σου όπως την φαντάζεσαι, την κάλπικη, την απατηλή και τη σάπια. Αυτό ας το ακούσουν όλοι οι αιρετικοί, και οι υπερήφανοι που ισχυρίζονται και πιστεύουν ότι έχουν αρετές. Χωρίς Χριστόν, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, πραγματικές αρετές δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ποτέ, και σωτηρία δεν υπάρχει. Διότι πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων.
Οι αρετές όμως κατακτώνται όχι με χλιαρούς και νερόβραστους αγώνες αλλά με θλίψεις και πόνους, με βία πνευματική, και κόπους πολλούς. Γι’ αυτό και λέγει «αγοράσαι». Θα αγοράσουμε την αρετή από τον Θεόν, με αγώνες, με συντριβή, με προσευχή.
Δωρεοδότης είναι ο Θεός, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά βραβεύει όμως εκείνους που αγωνίζονται, που ιδρώνουν και κοπιάζουν για να τηρήσουν τις εντολές. Ο αγώνας του χριστιανού είναι και η αγορά για τον Θεόν.
Βέβαια ο Θεός δεν αμείβει τους χλιαρούς και τους τεμπέληδες.

Δεύτερον. Αγοράσαι παρ’ εμού ιμάτια λευκά, ίνα περιβάλλει και μη φανερωθεί η αισχύνη της γυμνότητός σου. Σε συμβουλεύει ο Κύριος να αγοράσεις από μένα, λευκά ιμάτια για να ντυθείς και να σκεπάσεις έτσι τη ντροπή σου, τη γύμνια σου. Και ποια είναι αυτά τα λευκά ιμάτια; Είναι της αγνότητος, της σωφροσύνης και της ηθικής καθαριότητος. Ό,τι και αν κάνομε ξανακερδίζονται τα λευκά ιμάτια. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Περίμενε μεγάλους πειρασμούς. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Μπορεί να ξεπέσεις και ηθικά. Γι’ αυτό διορθώσου όσο είναι καιρός. Ο Χριστός είναι και για σένα και για μένα και για όλους μας το λευκόν ιμάτιον. Φόρεσέ το. Ο Χριστός έχει το ένδυμα του γάμου, αγόρασέ το. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Στο βάπτισμα ντυθήκαμε και φορέσαμε τον Χριστόν και τον άϋλο ολοφώτεινον τρισήλιον χιτώνα του. Αν στην πορεία της ζωής τον λερώσαμε αυτόν τον χιτώνα, και ποιος δεν τον λερώνει, και ποιος δεν τον μουτζουρώνει, και ποιος δεν τον κακοποιεί, σχίζει αυτόν τον χιτώνα; Υπάρχει τρόπος αποκατάστάσεως πριν μας ξεφτιλήσει η αμαρτία και η ντροπή. Και ο τρόπος αυτός είναι ένας και μοναδικός. Η μετάνοια. Η συντριβή, η εξομολόγησις.

Τρίτον και τελευταίον. Και «κολλύριον αγοράσαι παρ΄εμού» λέγει ο Κύριος, «ίνα εγχρύσει τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπεις», στίχος 18. Το κολλύριο είναι ιατρικό φάρμακο, οι περισσότεροι οι μεγάλοι το ξέρουν, που τακτοποιεί τα αρρωστημένα μάτια. Τι εννοεί όμως εδώ ο Κύριος; Ό,τι ο χλιαρός και αναιμικός χριστιανός δεν μπορεί από μόνος του να δει την αθλιότητά του. Του χρειάζεται κολλύριο. Δηλαδή ο φωτισμός του Θεού. Που υπάρχει ο φωτισμός του Θεού; Στον λόγον Του, στο Ευαγγέλιόν Του! Και πράγματι το Ευαγγέλιο είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίον μπορούμε να δούμε το πρόσωπόν μας, να δούμε την ψυχή μας, να δούμε την αθλιότητα της καρδιάς μας, και τη γύμνια μας, να δούμε την κατάστασή μας. Το Ευαγγέλιον είναι το φώς μέσα στο σκοτάδι.
Η Αγία Γραφή βεβαιώνει ο νόμος σου λύχνος τοις ποσί μου, και φως ταίς τρίβοις μου.

Χριστιανοί μου, δεν θα επεκταθούμε άλλο. Ανακεφαλαιώνοντας λέμε επιγραμματικά ότι η χλιαρότητα διακρίνεται από τρία πράγματα: Από τη ραθυμία, από τα ημίμετρα και από την άκοπη θρησκευτική ζωή. Ο δε χλιαρός καταντά ελεεινός, φτωχός, τυφλός και γυμνός.
Χλιαρός και χλιαρότητα θεραπεύονται με τρία πράγματα:
Πρώτον, από τους πνευματικούς θησαυρούς των θείων αρετών του Θεανθρώπου,
Δεύτερον από τα λευκά ιμάτια της σωφροσύνης, αγνότητος και ηθικής καθαρότητος, και
Τρίτον, από το σωτήριο Ευαγγελικό Τριαδικό φώς. Η θεραπεία αυτή θα μας καταστήσει αδελφοί μου και πάλι θερμούς. «Τω πνεύματι ζέοντες και τω Κυρίω δουλεύοντες».
Είθε να το δώσει ο Θεός,

Αμήν

Η υποκρισία σάν προσωπείο στήν Εκκλησία καί στή ζωή μας Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ



1.3.1987, Κυριακή τής Τυρινής




Μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριτές σκυθρωποί.
Χθες και σήμερα αγαπητοί μου χριστιανοί, τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα αναφέρονται σε τρείς μεγάλες αρετές, την προσευχή, την ελεημοσύνη και τη νηστεία.
Την εποχή του Κυρίου οι αρετές αυτές χρησιμοποιούνται κατ’ εξοχήν από τους ανθρώπους σαν μέσα προβολής και ιδιαιτέρως από τους Φαρισαίους.
Και αντί να λατρεύουν τον Θεόν, λάτρευαν τον εαυτόν τους.
Προσπαθούσαν να πλησιάσουν και να φθάσουν τον Θεόν μέσα από τον εγωισμό τους. Και αγνοούσαν, και δεν ήθελαν να μάθουν ότι η τελειότητα έρχεται μόνον μέσα από την συντριβή, την μετάνοια και την ταπείνωση. Μόνον έτσι θα εξαφάνιζαν το εγώ τους.
Και θα το μεταμόρφωναν σε δικαιοσύνη και αγάπη. Και ο Κύριος με αυτά που μας λέγει μέσα από τον Ευαγγελικό Του λόγο, θεραπεύει τους αρρωστημένους τρόπους εργασίας των αρετών και από δαιμονιώδεις, τους μετατρέπει σε αγγελικούς και θείους.
Όλα πρέπει να γίνονται εν τω κρυπτώ. Και η προσευχή και η ελεημοσύνη και η νηστεία όπως ακούσαμε σήμερα, και την οποίαν με τη χάρη του Θεού αρχίζουμε αύριο. Αλλά και κάθε αρετή πρέπει να γίνεται εν τω κρυπτώ, και ο Θεός ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει εν τω φανερώ.
Έτσι θεράπευσε και την υποκρισία και τον θεατρινισμόν της ευσεβείας, όπως λέγαμε την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. Ο ευσεβισμός έχει για μάσκα την υποκρισία. Όταν μας λείπει η εσωτερική πνευματική ζωή, όταν μας λείπει η αληθινή μυστηριακή ζωή, όταν μας λείπουν τα δάκρυα της μετανοίας, τότε για να φανούμε στους άλλους ότι δήθεν έχουμε κάποιες, κάποιες αρετές, τότε αυτές τις εκδηλώνουμε με εξωτερικά σχήματα ευσεβισμού, δηλαδή με υποκρισία.
Αλλά υποκριταί όμως είναι θεατρίνοι. Όπως οι θεατρίνοι υποκρίνονται διάφορα πρόσωπα τα οποία δεν τους ανήκουν αλλά μόνον πάνω στη σκηνή, έτσι λοιπόν και ανάλογα με τις περιστάσεις, και οι υποκριταί της ζωής παίζουν πάνω στο παλκοσένικο και στο θέατρο αυτής της ζωής, διαφόρους ρόλους, ίνα φανώσι τοις ανθρώποις.
Υποκρισία κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας είναι η προσποίησις της ενάρετης ζωής. Είναι μίσος σκεπασμένο από το μίσος σκεπασμένο από το σχήμα της φιλίας. Εχθρότης που εκδηλώνεται σαν εύνοια, φοβερός φθόνος που μιμείται τον χαρακτήρα της αγάπης. Είναι ακόμα η προσποίησις της δικαιοσύνης.
Υποκρισία είναι η απάτη και το ψεύδος που παρουσιάζεται σαν αλήθεια.
Και με λίγα λόγια, όταν ένα πάθος ντύνεται την αντίστοιχη αρετή για να κυκλοφορήσει ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτό λέγεται υποκρισία.
Αυτή η κατάστασις μας λέγει ένας νεότερος θεολόγος, αφανίζει κυριολεκτικά το πρόσωπο του ανθρώπου. Και ο άνθρωπος από πρόσωπο, μεταβάλλεται σε προσωπείο. Άλλο πρόσωπο και άλλο προσωπείο.
Είναι γνωστά εκείνα τα φοβερά οκτώ «ουαί», που απευθύνει ο Κύριος στους υποκριτάς, στο εικοστόν τρίτον κεφάλαιον του κατά Ματθαίου Ευαγγελίου.
Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, που μοιάζεται σαν τους τάφους, οι οποίοι έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμωσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας, σκωλήκων βρώμα και δυσωδίας. Έτσι και οι υποκριταί κάθε εποχής έξω στους ανθρώπους φαίνονται δίκαιοι και αληθείς, η καρδιά τους όμως είναι γεμάτη από αδικία, ψευτιά και παρανομία. Αγωνίζονται δήθεν για την αγνότητα αλλά μέσα τους με τα κρυφά τους έργα, και με τη ζωή τους είναι ανήθικοι. Αγωνίζονται φανερά για την ειρήνη και πίσω μας ετοιμάζουν τον πόλεμο και την καταστροφή. Ομιλούν για αδελφοσύνη όλων των λαών και αφήνουν τα παιδιά του τρίτου κόσμου να πεθαίνουν της πείνας. Τρείς χιλιάδες παιδιά κάθε μέρα, πεθαίνουν γιατί δεν έχουν μισή φέτα ψωμί. Τι λέω μισή φέτα; Ούτε το αντίδωρο δεν έχουν, αυτό που θα πάρετε ύστερα από λίγο. Ούτε ένα κομμάτι τέτοιο ψωμάκι σαν το αντίδωρο δεν έχουν, την ημέρα. Δεν έχουν δυο δάχτυλα γάλα. Μια πατάτα βραστή, έστω και μια ελιά. Κι ύστερα κάνουμε όλοι μας τους πολιτισμένους.
Αν με ειλικρίνεια εξετάσουμε τον εαυτόν μας, τότε θα τον βρούμε να παίζει θέατρο κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, και μέσα στην εκκλησία. Σ’ αυτόν εδώ τον ιερό χώρο, με την προσευχή, την Θεία Κοινωνία, την ψαλμωδία που σιγομουρμουρίζουμε πολλές φορές, για να κάνουμε στους άλλους ότι τα ξέρουμε όλα, με τη στάση μας, και γενικά τη Θεία Λατρεία θέλουμε να τραβήξουμε, την προσοχή των άλλων για να φανούμε ότι κάτι είμαστε, και να μας πούνε μπράβο, να αυτός είναι χριστιανός.
Παίζουμε θέατρο μας λέγει ο όσιος Νείλος, όταν με την σεμνοτυφία ή την κατήφια, ή με το παραπέτασμα του θλιβερού ύφους, ή της ευλαβούς στάσεως, κρύβουμε την ενυπάρχουσα εν ημίν θρασύτητα, τα της ψυχής αίσχη, τα έλκη του εγωισμού.
Παίζουμε θέατρο όταν φωνάζουμε για ισότητα και δικαιοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα, στο σπίτι μας, στο γραφείο μας, στο εργοστάσιο είμαστε μικροί δικτατορίσκοι.
Παίζουμε θέατρο όταν δείχνουμε ενδιαφέρον και έτοιμοι δήθεν ακόμα και για θυσίες στις ανάγκες των άλλων, ενώ ο σκοπός μας είναι η εκμετάλλευσις και η δολιότης.
Παίζουμε θέατρο και σαν άτομα μέσα στο σπίτι και μέσα στο περιβάλλον, στους συγγενείς, στους φίλους, στη δουλειά, αλλά και μέσα στην Εκκλησία όπως είπαμε πριν.
Παίζουμε θέατρο και σαν οικογένειες, και σαν κόμματα και σαν κυβερνήσεις, και σαν έθνη.
Πότε επιτέλους θα πάψουμε να παίζουμε θέατρο και νάμαστε υποκριταί;
Πότε αλήθεια θα γίνουμε σωστοί χριστιανοί;
Άρα βγαίνει το συμπέρασμα, ο άνθρωπος που υποκρίνεται, παίζει το θέατρο στους άλλους για δυό λόγους. Ή για να κρύψει τα πάθη του προβάλλοντας αρετές που δεν έχει, ή για να ικανοποιήσει τα πάθη του με το σχήμα των αρετών, και κυρίως την ματαιοδοξία του, την φιλαυτία του, τον εγωισμό του, και κυρίως την κρυφή του φιληδονία και την φιλαργυρία. Βέβαια υπάρχουν και άλλα πολλά.

Χριστιανοί μου, πρέπει να γίνουμε απλοί, να αποφεύγουμε την επίδειξη, να εργαζόμαστε την αρετή κρυφά. Έτσι θα φαινόμαστε αυτό που είμαστε. Το Πνεύμα το Άγιον παραγγέλει. Αποθέμενοι ουν πάσαν κακίαν και πάντα δόλο και την υποκρισίαν, Α Πέτρου, β,1.
Η υποκρισία είναι θυγατέρα της υπερηφάνειας και είχαμε πει άλλη φορά εδώ ότι η υπερηφάνεια έχει τριάντα τρείς θυγατέρες μεταξύ των οποίων είναι και η υποκρισία.
Η απλότης δε είναι γέννημα της ταπεινώσεως.
Όταν ο αγωνιζόμενος πιστός επιδιώκει την κάθαρση της ψυχής του από τα πάθη, αλλά μόνον μέσα από την Εκκλησία, μέσα από τα Άγια Μυστήρια, τότε και ενοποιείται. Πετά όλες τις μάσκες και γίνεται πρόσωπο, αληθινό παιδί του Θεού.
Είθε αδελφοί μου, η Μεγάλη Σαρακοστή που αρχίζει αύριο, να μας βοηθήσει να καλλιεργήσουμε τον έσω της καρδιάς μας άνθρωπο,

Αμήν, γένοιτο.

Ζητιάνοι του Σωτήρος Χριστού Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



...
Ζητιάνοι του Σωτήρος Χριστού να μείνουμε, - ή να γίνουμε - ζητιάνοι του Σωτήρος Χριστού.
Να πέσουμε στα πόδια Του όπως η αμαρτωλή πόρνη γυναίκα και να Του ζητήσουμε και να Του ζητιανέψουμε – τι να Του ζητιανέψουμε, τι θέλετε να Του ζητιανέψουμε ;

Έλεος, αγάπη και πίστη
Έλεος και άφεση των αμαρτιών
Έλεος και φιλανθρωπία
Έλεος και μακροθυμία
Έλεος και υπομονή - ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται
Έλεος και μετάνοια
Έλεος και νέκρωση των παθών
Έλεος και εξορία των διαβολικών σκέψεων απ’ τη ζωή μας

Ναι αδελφοί μου, ας γίνουμε ζητιάνοι της αγάπης του Θεού
και ζητιάνοι για έλεος, έλεος, έλεος, έλεος,

Το φοβερό όραμα του Γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας (π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου)




Κάποτε ο γέροντάς μου (διηγείται ο π. Στεφάνος Αναγνωστόπουλος), ο πατήρ Εφραίμ, είδε το εξής φοβερόν όραμα: Βρέθηκα, μας διηγείται, όπως μας το διηγείται -μας το έχει διηγηθεί πέντε δέκα φορές μέχρι τώρα-, σε ένα απέραντο τόπο, όπου υπήρχαν χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι, πάσης ηλικίας και φύλου.

Και μπροστά σ’ αυτό το πλήθος, στεκόμουν και γώ. Απέναντι από μένα βρισκόταν ένας γίγαντας, ένας δαιμόνιος άνθρωπος, ένας φοβερός κατήγορος, έτοιμος να κατηγορήσει, και να τους καταδικάσει όλους, με επιχειρήματα σατανικά. Επιχειρήματα που του έδιδε αυτό το πλήθος. Το αξιοπερίεργον λοιπόν ήτο, ότι όλο αυτό το πλήθος, ήταν βουβό, είχαν μεν όλοι στόματα, όπως και μάτια και τα λοιπά και πρόσωπο, αλλά το στόμα τους ήταν κλειστό. Ήταν όλοι τους μουγγοί. Διότι όλοι τους ήσαν αναπολόγητοι σ’ αυτή την κρίση που γινόταν, σ’ αυτό το δικαστήριο. Και τώρα τι θα γίνει; Τι πρέπει να κάνω εγώ; Και αμέσως του λέγω θαρρετά -ο γέροντας, λέει θαρρετά, στον δαιμόνιο αυτόν άνθρωπο-: «Δεν μπορείς να τους καταδικάζεις όλους αυτούς τους ανθρώπους εσύ, επειδή συ έτσι το θέλεις!»

Εκεί τότε εκείνο το φοβερό δαιμόνιο, άρχισε να κατηγορεί τον καθέναν χωριστά, για τα αμαρτήματά του. Και πρώτον, διότι δεν είχε κανείς μετάνοια. Το επαναλαμβάνω σε όλους. Δεν είχε κανείς μετάνοια!

Δεύτερον, τρίτον, τέταρτον, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, θα απαριθμήσω μερικά απ’ αυτά. Ο ένας ήταν κλέπτης. Ο άλλος, μέρα νύχτα έλεγε ψέματα. Ο άλλος ήταν υπερήφανος. Και για να μη λέω ο άλλος, ο άλλος, λέω, εγωιστής, κενόδοξος, πόρνος, μοιχός, παιδεραστής, ομοφυλόφιλος, φονιάς, πατροκτόνος, μητροκτόνος, εκτρώσεις, αρσενοκοιτία, μέθυσοι χαρτοπαίκτες, λίδοροι, μαλακοί, δειλοί, φιλάργυροι, οργίλοι, θυμώδεις, κατακριτές, κουτσομπόληδες, αργολόγοι, αιμομίχτες, φθονεροί, ζηλιάρηδες, άδικοι, άρπαγες, δόλιοι, πονηροί, χωρίς προσευχή, χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς εξομολόγηση και μετάνοια, χωρίς Θεία Κοινωνία, ανελεήμονες, άσπλαχνοι, άστοργοι, ασεβείς προς τους γονείς και μεγαλυτέρους, κακούργοι, αναρχικοί, ανήθικοι, αργόσχολοι, σκληροτράχηλοι, αγνώμονες, αχάριστοι, θέλετε να πω και άλλα; Και γώ, λέει ο γέροντας, τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς.

Να τι κάνει το κομποσχοινάκι σας! Να τι κάνει η προσευχή. Να τι κάνει η αγιασμένη ζωή, να τι κάνει η παρρησία προς το Θεό! Υπερασπίζεσαι τον άνθρωπο που είναι αμετανόητος. Και τους δίδεις φώς! Και θείον φόβον! Για να έρθουν στη μετάνοια!
Και όμως, αυτός τους καταδίκαζε με βάση την Αγία Γραφή, διότι όλες αυτές οι αμαρτίες που ανέφερα, είναι όντως γραμμένες σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο Ευαγγέλιο.

Και συνεχίζει ο γέροντας: Κι όμως εγώ τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς, επικαλούμενος την ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα μακροθυμία Του και το έλεός Του. «Όχι», φώναζε αυτός, «θα καταδικαστούν όλοι τους στους αιώνας των αιώνων, διότι δεν είχαν μετάνοια ειλικρινή, θείον φόβον, αγάπη, θεία μυστήρια, προσευχή, ελεημοσύνη, και δε συγχωρούσε ο ένας τον άλλον».

Και ξέρετε, άμα θυμώσουμε λιγάκι, κατεβάζουμε μια μούρη μέχρι κει κάτω, έτσι, μέχρι κει κάτω πάει η μούρη μας. Ιδίως μεταξύ των συζύγων. Μη παρεξηγείται κανένας. Και μεταξύ φίλων, και μεταξύ συνεργατών, και μεταξύ γειτόνων, και μεταξύ παπάδων, και μεταξύ δεσποτάδων, και μεταξύ μοναχών, και μεταξύ όλων ημών.

Έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους μουγκούς και βουβούς, και τους λυπόμουνα κατάβαθα. Δεμένες οι γλώσσες τους. Κλειστά τα στόματά τους. Και όμως εγώ δεν σταματούσα να αντιμάχομαι. Προσέξτε τώρα με τι αντιμάχομαι. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοιες, κομποσχοίνι, ελεημοσύνη, εγκράτεια, δάκρυα παρακλητικά προς τον φιλάνθρωπον Κύριον, και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν και την Παναγία Μητέρα Του.

Κι ενώ συνεχώς μαχόμουν μαζί του, λέγοντας αυτός τα δικά του, και ’γω αντιλέγοντας, υπερασπιζόμενος όλους αυτούς, ακριβώς τότε, από τις πολλές φορές, που έλεγε κείνος και έλεγα κι εγώ, ήλθα εις εαυτόν.

Και ερχόμενος εις εαυτόν, είπα: «Και τώρα τι γίνεται; Παναγία μου!», φώναξα μέσα στο κελί μου: «Χριστέ μου! σε τι μέρες ζούμε; Χάνονται εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ψυχές. Χριστέ μου, πού πάμε; Πού πάμε; Πού πάμε;»

«Η ώρα του θανάτου έρχεται, οι άνθρωποι και μείς μαζί τους περπατάμε αδιάφοροι. Μας κατέλαβε όλους μια απέραντη πνευματική νάρκη και ραθυμία. Ούτε πίστις, ούτε Θεός, ούτε αγάπη, ούτε έλεος προς τον πλησίον, ούτε συμμετοχή στα άγια μυστήρια, ούτε προσευχή, ούτε μετάνοια, ούτε δάκρυα. Πώς θα σώσουμε την ψυχή μας, Χριστέ μου; Πώς;»
http://elderephraimarizona.blogspot.gr/

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Εκεί που ο Χριστός είναι περισσότερο απών, εκεί περισσεύει το χυδαίο και το βάρβαρο


Υπάρχουν κάποιοι θεολόγοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι οποίοι βαδίζουν στα ίχνη των αιρετικών θεολόγων, θεωρώντας ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι αρκετά ισχυρό να συντηρηθεί και να αμυνθεί από μόνο του μέσα στην κοσμική θύελλα.
Είπε ο ένδοξος Κύριός μας: δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω (Ιω. 5, 41). Η θέση των αιρετικών είναι ακριβώς αντίθετη με τη θέση του Σωτήρος του κόσμου. Αυτοί επιζητούν τη δόξα των ανθρώπων. Αυτοί φοβούνται τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και γαντζώνονται στους αποκαλούμενους «ενδόξους ανθρώπους» μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για να στηρίξουν το Ευαγγέλιο και να γίνουν πιο ευάρεστοι στους ανθρώπους του κόσμου τούτου… Ας αισχύνονται οι αιρετικοί θεολόγοι και οι προϊστάμενοι των αιρετικών εκκλησιών που με τη βοήθεια του Χριστού αναδείχθηκαν κυρίαρχοι και ηγεμόνες όλων των λαών της γης.
Ενώ ο Χριστός λέει: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν (Ιω. 15, 5), ο αιρετικός κόσμος με χίλιους τρόπους εκφράζει την ακόλουθη σκέψη: χωρίς το Χριστό μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Όλος ο σύγχρονος πολιτισμός είναι στραμμένος εναντίον του Χριστού. Όλες οι μοντέρνες επιστήμες συναγωνίζονται ποια θα καταφέρει το ισχυρότερο χτύπημα στη διδαχή του Χριστού. Είναι η επανάσταση των χυδαίων υπηρετριών εναντίον της κυρίας τους· είναι επανάσταση της κοσμικής επιστήμης εναντίον της ουράνιας επιστήμης του Χριστού. Όμως, όλη αυτή η επανάσταση καταλήγει στις μέρες μας σε αυτό που είναι γραμμένο, με τόση μάλιστα σαφήνεια: φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν (Ρμ. 1, 22).
Παντού βλέπει κανείς αυτό που ονομάζουμε χυδαίο και βάρβαρο. Εκεί που ο Χριστός είναι περισσότερο απών, εκεί περισσεύει το χυδαίο και το βάρβαρο. Το ψεύδος και η βία θριαμβεύουν.
Η θεοσοφική άποψη ότι η αλήθεια βρίσκεται διασκορπισμένη σε όλες τις θρησκείες, φιλοσοφίες και μυστήρια, υπερίσχυε και στους αιρετικούς θεολόγους του δυτικού κόσμου.
Η αλήθεια με τίποτε δεν ανέχεται να ενωθεί με την ημιαλήθεια και το ψεύδος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη στον κόσμο η οποία διατήρησε την πίστη στο Ευαγγέλιο σαν τη μόνη απόλυτη αλήθεια που δεν χρειάζεται υπεράσπιση μήτε και υποστήριξη από καμία φιλοσοφία ή κοσμική επιστήμη.

cΑγίου στάρετς Ανατολίου της Όπτινα, “Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση”


«Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση, αν ήταν δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Δεν θα ξεκινήσει με την ψυχρή απώθηση των δογμάτων της Αγίας Τριάδος, της Θεότητος του  Ιησού Χριστού, και της παρθενίας της Θεοτόκου, αλλά θα ξεκινήσει ανεπαίσθητα να καταστρέφει τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της Εκκλησίας και την μεγάλη τους πνευματικότητα, που έφτασε σε μας μέσω των Αγίων Πατέρων, από το Άγιον Πνεύμα.
Λίγοι θα παρατηρήσουν αυτά τα καλοπιάσματα του εχθρού, μόνον εκείνοι που είναι πολύ πεπειραμένοι στην πνευματική ζωή. Οι αιρετικοί θα αποκτήσουν ισχύ πάνω στην Εκκλησία, και θα τοποθετήσουν τους υπηρέτες των παντού. Οι ευλαβείς θα ατενίζονται καταφρονητικά. Ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι από τους καρπούς των θα τους αναγνωρίσετε, και έτσι, από τους καρπούς των καθώς και από τις ενέργειές των αιρετικών, προσπαθήστε να τους διακρίνετε από τους αληθινούς ποιμένες. Αυτοί είναι πνευματικοί κλέφτες, διαρπάζοντες τη πνευματική ποίμνη, και θα εισέλθουν στο μαντρί (την Εκκλησία), σκαρφαλώνοντας με κάποιο άλλο τρόπο, χρησιμοποιώντας δύναμη και καταπατώντας τους ιερούς κανόνες. Ο Κύριος καλεί αυτούς ληστές (Ευαγ. Ιω. 10,1). Πράγματι, η πρώτη τους ενέργεια θα είναι η καταδίωξη των αληθινών ποιμένων, η φυλάκιση και η εξορία τους, διότι χωρίς αυτό θα είναι αδύνατο γι’ αυτούς να διαρπάσουν το ποίμνιο.
Γι’ αυτό το λόγο παιδί μου, όταν βλέπεις την καταπάτηση της πατερικής παραδόσεως, και των θείων εντολών στην Εκκλησία, των εντολών που ορίσθηκαν από το Θεό, γνώριζε ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί, αν και κατά το χρόνο δράσης τους μπορεί να κρύβουν την ασέβειά τους, ή να καταστρέφουν την Αγία Πίστη ανεπαίσθητα, προκειμένου να επιτύχουν καλύτερα στην σαγήνευση και προσκόλληση των απείρων στα δίχτυα τους. Η καταδίωξη θα κατευθύνεται όχι μόνον εναντίον των ποιμένων αλλά εναντίον όλων των δούλων του Θεού, διότι όλοι όσοι θα καθοδηγούνται από την αίρεση δεν θα υποφέρουν την ευσέβεια.
Αναγνωρίστε αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από τις υπερήφανες διαθέσεις τους και την αγάπη της ισχύος. Θα είναι συκοφάντες, προδότες, παντού δεικνύοντες έχθρα και κακοήθεια. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε ότι οι καρποί τους θα τους κάνουν γνωστούς. Οι αληθινοί υπηρέτες του Θεού είναι ταπεινοί, αγαπούν τον συνάνθρωπό τους και είναι υπάκοοι στην Εκκλησία.
Οι Μοναστές θα ταλαιπωρηθούν υπερβολικά από τους αιρετικούς, και η μοναστική ζωή θα καταφρονηθεί. Τα (ενεργά) Μοναστήρια θα σπανίζουν, ο αριθμός των μοναχών θα ελαττωθεί, και αυτοί που θα παραμείνουν θα υποφέρουν από βία. Αυτοί που μισούν την μοναστική ζωή, εντούτοις, έχοντας μόνο την αμφίεση της ευσεβείας, θα αγωνίζονται να προσελκύσουν τους μοναχούς με το μέρος τους, υποσχόμενοι σ’ αυτούς προστασία και κοσμικά αγαθά, και απειλώντας αυτούς που τους αντιτίθενται με εξορία.
Αυτές οι απειλές θα προκαλέσουν μεγάλη απόγνωση στους μικρόψυχους, αλλά εσύ παιδί μου, να χαίρεσαι για το ότι έχεις ζήσει μέχρι αυτό τον καιρό, διότι τότε οι πιστοί που δεν θα έχουν δείξει άλλες αρετές, θα λάβουν στέμματα, μόνο διότι θα έχουν μείνει σταθεροί στην πίστη, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Κάθ΄ ένας που, όντας μαζί Μου (εν Εμοί), θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και Εγώ, όντας μαζί του (εν αυτώ), μπροστά στον Πατέρα μου τον εν Ουρανοίς» (Ματθ. Ι-32).
(Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κα’ γώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς).
«Φοβού τον Κύριο τέκνο μου. Φοβού να χάσεις το στέμμα που ετοιμάστηκε για σένα, φοβού το να ριχτείς από το Χριστό στο εξώτερο σκότος και στα αιώνια βάσανα. Στάσου γενναίος στην πίστη, και αν είναι αναγκαίο, υπόμεινε καταδίωξη και άλλες λύπες, διότι ο Κύριος θα είναι μαζί σου και οι άγιοι Μάρτυρες και πνευματικοί θα κοιτάζουν σε σένα και τον αγώνα σου με ευχαρίστηση.
Αλλά αλλοίμονο στους μοναχούς εκείνες τις ημέρες που θα καθηλωθούν από ιδιοκτησίες και πλούτη, οι οποίοι λόγω της αγάπης της ειρήνης (ανάπαυσης) θα είναι έτοιμοι να υποταχθούν στους αιρετικούς. Θα αποκοιμίζουν την συνείδησή τους, λέγοντας:
«Εμείς διατηρούμε και σώζουμε το Μοναστήρι και ο Κύριος θα μας συγχωρήσει»
.
Οι ατυχείς και τυφλοί αυτοί δεν λογαριάζουν καθόλου ότι δια της αιρέσεως οι δαίμονες θα εισέλθουν στο Μοναστήρι, και κατόπιν δεν θα είναι ένα Άγιο Μοναστήρι, αλλά μόνο τοίχοι, από τους οποίους η Χάρη θα έχει απομακρυνθεί.
Ο Θεός εντούτοις είναι ισχυρότερος από τον εχθρό, και δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τους δούλους του. Οι αληθινοί Χριστιανοί θα παραμείνουν μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου, μόνο θα προτιμήσουν να ζουν σε απομονωμένα ερημικά μέρη»