Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1866 - 1956)

Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)http://athosprosopography.blogspot.grΚατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του. Ο ηγούμενος του Παρακλήτου αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεόν και τον υπηρετούσε με την λε­πτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπται. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκα­νε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά». Ο Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του αναφέρει περί αυτού: «Η σημερινή δόξα και του Αγίου Όρους καύχημα, είναι ο λαμπρός και περί την αρετήν θαυμαστός καλλιτέχνης Αρσένιος, γέρων ογδοηκοντούτης ήδη με παιδικήν χάριν και αγαθότητα». Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του. Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο».Ο π. Αρσένιος μετά την κοίμηση του Γέροντός του Νικοδήμου και μία καταστρεπτική νεροποντή μετακινήθηκε στην Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, όπου απέκτησε ευλογημένη κι ευλαβή τετραμελή συνοδεία. Η ζωή του Γέροντος Αρσενίου κύλησε όλη ήρεμη και ήσυχη. Αγάπησε την άσκηση, τη σιωπή, τη νήψη. Πάντοτε πριν να κοινωνήσει, αγρυπνούσε. Ζούσε αθόρυβα και ταπεινά. Η ψαλμωδία του και η ανάγνωσή του ήταν κατανυκτική. Φιλόπονος, φίλεργος, φιλότιμος πάντοτε, έφθανε να εργάζεται 14 ώρες την ημέρα. Σκυμμένος δίπλα σ’ ένα ανοιχτό πα­ράθυρο τεχνουργούσε τα ιερά και τα όσια.Την τελευταία τριετία έχασε το φως του. Έπαθε ημιπληγία, αγκύλωση των άκρων κι έμεινε κλινήρης. Διατηρούσε όμως έως τέλους πλή­ρη διαύγεια πνεύματος. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 19.12.1956. Έζησε 70 χρόνια στα Καυσοκαλύβια. Μετέβη στα θυμηδέστερα και κρείττονα για να ψάλλει και να τεχνουργεί τα μεγαλεία του Θεού.Πήγες – ΒιβλιογραφίαΓαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953, σ. 56. Χε­ρουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 32-34. Αγγέλου Σικελιανού, Το Αγιορειτικό Ημερολόγιο, Αθήνα 1988, σσ. 202-204. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγή­σεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 20013, σσ. 192-195.Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.557-560 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011http://www.pemptousia.gr
Οι καλλιτεχνικώτεροι ξυλογλύπτες του κόσμου (Αρσένιος και Νικόδημος Καυσοκαλυβίτες)Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)http://athosprosopography.blogspot.grΞυλόγλυπτοι Τίμιοι Σταυροί∙ μεγάλοι ευλογίας, μικρότεροι (αγιασματάρια), και πολύ πιο μικροί, για κρέμασμα απ’ το λαιμό, για χαρίτωσι του στολισμένου μ’ αυτόν μοναχού και κάθε βαπτισμένου πιστού και για θωράκισί του απ’ τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού»∙ εγκόλπια αρχιερατικά, εικόνες αγίων, παραστάσεις αγιογραφικές, κιβωτίδια περίτεχνα κατασκευασμένα και με μεγάλη δεξιοτεχνία διακεκοσμημένα για εναπόθεσι αγίων λειψάνων, να το θεματολόγιο των εργοχειράδων Καυσοκαλυβιτών, που η μόνωσις και η ησυχία της καλύβας των μαζί με την ευλάβεια και την προσευχή, το λεπτοργούμενο ιερό αντικείμενο με τα απ’ τον Θεό ευλογημένα χέρια τους, το αναδείκνυαν σε καλλιτέχνημα εξαίσιο και ανεπανάληπτο, που η θέα του εξέπληττε, «μιλούσε», «φώναζε», δίδασκε, ακτινβολούσε.Εκείνοι όμως, που σημάδεψαν την ιστορία της ξυλογλυπτικής ήταν οι ταπεινοί ασκηταί Νικόδημος (δεν βρήκα στοιχεία του παρά τις στα μοναχολόγια προσπάθειές μου) και Αρσένιος (Κόντος Απόστολος από τα Βρυσσά της Λέσβου, υπό έτος γεννήσεως 1866, προσελ. 1885, κουράς 1887, κοιμήσεως 1956), που κατ’ αρχάς ασκήτευσαν στην καλύβα των Αγίων Πάντων∙ αλλ’ επειδή, λόγω παλαιότητός της και οικονομικής αδυναμίας των να την υποαναστυλώσουν, διέτρεχαν τον κίνδυνο να τους καταπλακώση, την εγκατέλειψαν και εγκαταβίωσαν την της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής, αυτής στην οποία ασκητεύει σήμερα ο παπαΘανάσης. Πράγματι η καλύβα των Αγίων Πάντων μετά την φυγή  των κατέπεσε και σήμερα κάποια ερείπια συμβολίζουν και υπενθυμίζουν τόπο ασκητικής διαγωγής και θυσιαστήριο θείας μυσταγωγίας.Και με άλλα έργα τους ασφαλώς, απέδειξαν τα θεόσδοτα χαρίσματά τους. Με εκείνα όμως, που κυριολεκτικώς πρωτοτύπησαν και κατέπληξαν σαν καλλιτέχνες και δημιουργοί είναι το της Δευτέρας Παρουσίας του πρώτου, και ο Γολγοθάς του δευτέρου. Οποία έμπνευσις και ικανότης! Έχασαν το νου τους οι καθηγηταί του Πολυτεχνείου των Αθηνών, βλέποντας στην πράξι την ακριβέστατη τήρησι των αναλογικών κανόνων και την καταπλήσσουσα επίτευξη της τελειοτάτης προοπτικής. Εκπρόσωποι άλλων ειδικοτήτων και επιστημών επιζητούσαν προσδιορισμό καλλιτεχνικών σπουδών ή να εικάσουν επηρεασμό… Σχολών. Άλλοι δε, στα επιμελέστατα γεγλυμμένα πρόσωπα διέβλεπαν ικανότητες μικροανατόμων. Από ποιούς; Από τους αυτοδίδακτους, έγκλειστους στις καλύβες τους εργοχειράδες, αλλά νηστευτάς και προσευχομένους μοναχούς, των οποίων τα μοναδικά εφόδια ήσαν του νοός των η διαύγεια, η καθαρότης της καρδίας των και φυσικά η αγαθή πρόθεσίς των να εξεικονίσουν ισχυρά σύμβολα, δυνατές ιδέες και μεταφυσικά αναμενόμενα∙ γι’ αυτό δε ακριβώς και ασφαλώς ο φωτισμός και η χαρίτωσίς τους απ’ το Πανάγιο Πνεύμα τους χορηγήθηκε γενναιοδώρως.Το καλλιτεχνικώτερο έργο (έργο ζωής) του Γέροντος Αρσενίου υπήρξε η λεπτούργησις της εξεικονίσεως της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας, το οποίο απεπεράτωσε το 1915. Αυτό το αριστούργημα, που με επίμονη προτροπή φίλων του μεταφέρθηκε και «παρουσιάσθηκε» στο «Πριγκηπικό» των Αθηνών το 1920, έσχε την συνέπεια να αφήση εκπλήκτους τους Αθηναίους και να αναγκάση τον τύπο να ασχολήται επί ημέρες με το γεγονός. Αργότερα όμως, το ανεπανάληπτο μεγαλούργημα, κατήντησε να περιοδεύη, τη πρωτοβουλία του υποτακτικού των αειμνήστων και κληρονόμου των έργων των μοναχού Επιφανίου (Λεμαντίνος Αρίστος εκ Σμύρνης, γεν. 1911, προς. 1923(!), κουρ. 1927(!), και από του 1964 εις Μονήν Αττικής) ανά τας μεγαλουπόλεις της Αμερικής, στην οποία και κατέλυσε οριστικώς. Κρίμα!...Επιφάνιος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1911-1988)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)http://athosprosopography.blogspot.grΟ ιερομόναχος Επιφάνιος, κατά κόσμον Λεμαντίνος Αρίστος του Στυλιανού και της Φωτεινής, γεννήθηκε στη Σμύρνη το έτος 1911, προσήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων το 1923, εκάρη μοναχός το 1927, χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος το 1930, ιερομόναχος το 1936 και ανεχώρησε το 1964.Υπήρξε ξυλογλύπτης, μαθητής του περίφημου ξυλογλύπτη Αρσενίου (1866-1956), και φωτογράφος. Φωτογράφιζε κυρίως τα έργα μικροξυλογλυπτικής του εργαστηρίου του.Σήμερα, όπως με πληροφόρησε αδελφός αρχιερεύς της Αρχιεπισκοπής της Αμερικής, το έργο το κατέχει επιφανής ομογενής επιχειρηματίας, ο οποίος κλείνει ειδικές συμφωνίες αντί αδρών αμοιβών, προκειμένου για μερικές ημέρες να εκτίθεται σε διάφορα ονομαστά Μουσεία και Γκαλερί μεγαλωνύμων πολυπληθών πόλεων. Και να σκεφθή κανείς ότι ο δημιουργός του επί γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας απέθνησκε της πείνης, μη έχων να πορισθή και αυτό ακόμη το παξιμάδι του, όπως μας διεβεβαίωνε ο Γέροντάς μας…Μοναχός πολύ αγαπητός μου, σε σχετική συζήτησι με αφήκε άναυδο όταν είπε, ότι είναι κάτοχος πληροφορίας καθ’ ην το πολύτιμο και περίφημο έργο εθεάθη σε Μονύδριο του Καλάμου Αττικής! Άραγε; Μακάρι!!!.Το έργο των παραστάσεων των σκηνών της Σταυρώσεως του Κυρίου, του Γέροντος Νικοδήμου ανώτερο του του Αρσενίου, εξ όσων γνωρίζω, ευτυχώς μόνο μέχρι την Θεσσαλονίκη ταξίδεψε για να εκτεθή στην Διεθνή Έκθεσί της το 1927. Πάλι καλά, που μερίνμη της Μεγίστης Λαύρας απετράπη να πάη να,,, συντροφεύση το άλλο, το του Αρσενίου, στον Νέο Κόσμο. Έτς, σήνερα βρίσκεται, προς μεγίστη χαρά και ψυχική απόλαυση όλων μας, στο Συνοδικό της Μονής, για να διατρανή την αγία φαντασία, τα προσωπικά βιώματα και την ξυλογλυπτική δεινότητα των Καυσοκαλυβιτών ασκητών. Λέγεται πάντως ότι πανομοιότυπο περίπου έργο των σκηνών της Σταυρώσεως του Κυρίου βρίσκεται επίσης στην Αμερική.Από το βιβλίο Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου
Στην πρόσφατη ανάρτηση 6329 - Η τέχνη στον Άθω: μαρμαρογλυπτική, ξυλογλυπτική, μεταλλοτεχνία, κεντητική, με αφορμή την δημοσιευθείσα φωτογραφία της Σταύρωσης, όπου αναφέρεται πως το ξυλόγλυπτο αυτό βρίσκεται στις ΗΠΑ, ο αγαπητός φίλος και τακτικός επισκέπτης της σελίδας κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ, έγραψε το σχόλιο:ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!! Το ξυλογλυπτον με την Σταυρωσιν τεθησαυρισθαι εν τη Ι.Μ.Μ.Λαυρας. Το εργον με θεμα την Δευτεραν Παρουσιαν, του αειμνηστου π.Μαξιμου, ευρισκεται εις τας Η.Π.Α εις ιδιωτικην συλλογην.
Όπως αναφέρει ο Επίσκοπος Ροδιστόλου κ. Χρυσόστομος στην παρούσα ανάρτηση, αλλά και ο Δημήτριος Λιάκος (βλ. κάτω), πρέπει να υπάρχουν δύο ξυλόγλυπτα με την Σταύρωση, το ένα αυτό της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας και το άλλο στις ΗΠΑ.Προσπαθώ, χωρίς αποτέλεσμα ως τώρα, να βρω φωτογραφίες των τριών αιστουργημάτων για να τις δημοσιεύσω.

Αδελφότης Νικοδημαίων. Ο Γερο Αρσένιος ο ξυλογλύπτης και οι υποτακτικοί τουΑρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)http://athosprosopography.blogspot.grα) Γέρων Αρσένιος ο ξυλογλύπτης.Καταγόταν από το χωριό Βρισιά της Μυτιλήνης. Γεννήθηκε το 1866. Το 1885, σε ηλικία 19-20 ετών, ήλθε στα Καυσοκαλύβια, στην Καλύβη των Αγίων Πάντων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο, αγιογράφο καταγόμενο από τις Σέρρες. Το 1890 χρημάτισε Δικαίος. Σε κάποια υποσημείωση διαβάζουμε ότι την χρονιά αυτή ορίσθηκε στην τελετή της Μεγάλης Πέμπτης, να βγαίνει ο Εσταυρωμένος και όχι Εικόνα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα.Ο Γέρων Αρσένιος έμαθε κοντά στον Γέροντά του την αγιογραφία με την επικρατούσα τότε τεχνοτροπία των Ιωασαφαίων, δηλαδή την ρωσική τεχνοτροπία, με λάδι. Το εργαστήριο των Ιωασαφαίων είχε αναγνωριστή ως Σχολή και έπρεπε οι υπόλοιποι αγιογράφοι της περιοχής να πηγαίνουν τις εικόνες και να παίρνουν την έγκριση και την σφραγίδα των Ιωασαφαίων, για να είναι δεκτές από τους αγοραστάς, οι οποίοι τότε ήσαν κυρίως Ρώσοι.Αυτό όμως έφερε αρκετές δυσκολίες, και δεν το αποδεχόνταν αρκετοί Πατέρες, όπως και η συνοδεία του Γέροντα Νικοδήμου. Αποστέλλεται για αυτό ο μοναχός Αρσένιος στον Γέροντα μοναχό Γρηγόριο Κατσάνο, εξαιρετικό ξυλογλύπτη και θαυμάσιο δάσκαλο, στην Καλύβη του Αγίου Ευθυμίου στον Άγιο Νείλο, να μάθει πλέον την ξυλογλυπτική τέχνη. Γρήγορα προοδεύει, και από τα απλά αγιασματάρια (σταυρούς), με τις σχεδιαστικές γνώσεις που είχε από την αγιογραφία, κατέληξε να γίνει άριστος ξυλογλύπτης εικόνων και πολύπλοκων παραστάσεων. Ο Γέρων Νικόδημος απεβίωσε το 1907, στην Καλύβη των Αγίων Πάντων. Λίγο αργότερα συνέβη μεγάλη καταιγίδα και διαπέρασε υπογείως της Καλύβης ρεύμα ύδατος προς την θάλασσα. Από την ορμή, παρασύρθηκε το μέρος της Καλύβης που είναι προς την θάλασσα. Φοβούμενοι μήπως καταστραφεί και η υπόλοιπη Καλύβη με την εκκλησία των Αγίων Πάντων, αγόρασαν την Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, με Γέροντα πλέον τον μοναχό Αρσένιο, και συνοδεία τον μοναχό Γερμανό από το Αλιβέρι Καρυστίας, τον ιερομόναχο Νικόδημο από την Σμύρνη, με τον ανηψιό του πατρός Νικοδήμου τον ιερομόναχο Επιφάνιο.Η ησυχία πάντοτε ενισχύει τον μοναχό που θέλει να ζήσει έντονη πνευματική ζωή, και να ενωθή με τον Θεό. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί ο μοναχός Αρσένιος. Αγαπούσε την ησυχία και με την σιωπή του πέρασε την παρούσα ζωή, αθόρυβα.Ήταν επιτηδειότατος στην ξυλογλυπτική τέχνη. Έκανε μεγάλα ξυλόγλυπτα έργα για τις βασιλικές οικογένειες της Ελλάδος, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Φιλοτέχνησε επίσης και την· Ανάστασις των Νεκρών, και μία παράσταση της Σταυρώσεως, με επιγραφή· ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ, τα οποία βρίσκονται στην Αμερική. Ετέρα δε παράστασις κοσμεί το Συνοδικόν της Μεγίστης Λαύρας. Έκανε και άλλα σπουδαία έργα, σκορπισμένα σήμερα σε όλον τον κόσμο. Την τέχνη της ξυλογλυπτικής δίδαξε ο Γέρων Αρσένιος και σε άλλους μοναχούς της περιοχής. Ένας από τους ευδοκιμώτερους μαθητάς του υπήρξε ο Γέρων μοναχός Δανιήλ Πετράκης, από την Καλύβη του Αγίου Ευσταθίου.Ο Γέρων Αρσένιος τηρούσε τα τυπικά των παλαιοτέρων Πατέρων. Πριν από την Θεία Κοινωνία νήστευε τρεις μέρες, όπως και άλλο βιασταί Πατέρες, και το βράδυ πριν από την Θεία Μετάληψη έκανε αγρυπνία με την ακολουθία του Αγίου της ημέρας, τον κανόνα του και με πλούσιο κομποσχοίνι συμπλήρωνε την υπόλοιπη ώρα της νύκτας. Μεταλάμβανε συνήθως κάθε Σάββατο στον κοιμητηριακό Ναό. Την λειτουργία την έκαναν τότε πολύ πρωί. Τελείωνε δύο ώρες πριν ξημερώσει, για να εξυπηρετηθούν οι αγρυπνούντες και να έχουν μετά χρόνο να αναπαυθούν, ώστε να αντέξουν τον κόπο της ημέρας.Η καλλιτεχνική του ψυχή, γράφει ο π. Χερουβείμ Καράμπελας, στις· Νοσταλγικές Αναμνήσεις του, ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεό, και υπηρετούσε με την λεπτότατη τέχνη. Τα μάτια του φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο, χωρίς καμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη γενειάδα τον έκανε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσους είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά λόγια έβγαιναν από μια αγιασμένη καρδιά.
αα) Ο υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-ΝικόδημοςΟ υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-Νικόδημος, είχε τελειώσει το Σχολαρχείο, καταγόταν από την Σμύρνη και γεννήθηκε το 1880. Στο Άγιον Όρος ήλθε το 1898, μόλις δεκαοχτώ χρονών. Προχώρησε ανδρείως τον δρόμο της αφιερωμένης ζωής. κάθε σαρκική κλήση και επιθυμία εσφάγη στον βωμό του πνεύματος. Οδηγήθηκαν τα βήματά του στην έρημο των Καυσοκαλυβίων, στην αγιοτόκο αυτή Σκήτη με τα λαμπρά πρότυπά της.Κοντά στις αρετές, θαυμαστά ήσαν και τα έργα της μεγάλης υπομονής των, τα εξαιρετικά και πολυσύνθετα ξυλόγλυπτα, τα οποία μαζί με τον Γέροντά του και τον παράδελφό του μοναχό Αρσένιο τεχνούργησαν υπογράφοντας: Έργον Συνοδείας Νικοδημαίων.Καθημερινώς ιερουργούσε με άκρα ευλάβεια ο παπα-Νικόδημος. Υπήρξε ξακουστός πνευματικός, στον οποίον πήγαιναν να εξομολογηθούν η να πάρουν τις συμβουλές του πολλοί Πατέρες του Αγίου Όρους. Είχαν στενές σχέσεις με τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο, ο οποίος αρκετές φορές φιλοξενείτο στην Καλύβη τους. Τον προσκαλούσαν σε διάφορες μητροπόλεις μέσω της Μονής για εξομολόγηση και η διακονία του αυτή είχε πλούσια καρποφορία. Η ανταπόκρισις που είχε στους λαικούς αδελφούς το έργο του ως Πνευματικού καταφαίνεται και στον παρακάτω επικήδειο που εκφώνησε την 25η Αυγούστου 1936, ο διδάσκαλος Κωνσταντίνος Βαλάτης, που εξομολογούνταν σε αυτόν:Πανοσιώτατε Πάτερ και Πνευματικέ μου.Ξένος και εγώ στην ξένη γη, στην άγια τούτη χώρα,
έρχομαι σαν διδάσκαλος να σου προσφέρων δώρα.
Όχι λιβάνι και κερί, λάδι για την ψυχή σου
μόνο εκείνα που μέσα μου νιώθω πως στην ζωή σου
εκτέλεσες και έπραξες και με το παραπάνω.
Γιά αυτό νομίζω πως ποτέ τα λόγια δεν φτάνουν.
Πάτερ μου, πόσο σ’ αγαπώ, πόσο πονώ για σένα
και η καρδιά μου θλίβεται, προπάντων ‘δω στα ξένα.
Εγνώρισα Πνευματικούς, εγνώρισα Πατέρας,
είσαι από τους σπάνιους, σε σένα πρέπει γέρας.
Αι αρεταί σου λάμπουνε, χαρίσματα τα τόσα
και που να τα εξιστορώ με την φωνή την ζώσα;
Παρηγοριά πνευματική, πνευματικό στολίδι
το μόνο συ στην Σκήτη μας δεν θα ξαναίδει.
Αν έζησες εις την ζωή πενήντα τόσα χρόνια,
όμως η πολιτεία σου θα ζη πάντα αιώνια.
Η ματαιότης διά σε είναι μηδέν εις όλα,
διότι την απέφυγες και ζούσες δίχως λόγια.
Πράξεις και έργα πάντοτε, παντού οπού επήγες
αλήθεια διεκήρυττες, αγία ζωή διήγες.
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, την τόση καλωσύνη
το ταπεινό χαμόγελο ζωγραφιστό στα χείλη;
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, τα λόγια τα χρυσά,
που έβγαιναν μετρημένα και ήσαν ταπεινά.
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, τώρα τα τελευταία
που τόσα ‘συ υπέφερες, αλλά πολύ γενναία;
Κανείς, κανείς δεν βρίσκεται, αλλ’ όλοι οι Πατέρες,
είναι σιμά σου βρίσκονται, αχ πόσες ημέρες.
Κι όσο ολίγοι είναι εδώ, τόσο πολλή η δόξα.Κοιμήθηκε νέος, (56 ετών), στις 24 Αυγούστου του 1936.
Επιφάνιος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1911-1988)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)http://athosprosopography.blogspot.grαβ) Έτερος υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-Επιφάνιος.
Στην συνοδεία είχε προστεθή και ο ανιψιός του προειρημένου Νικοδήμου, Επιφάνιος, τον οποίο είχε πάρει κοντά του από μικρό, μόλις 13 ετών, το 1922. Σαν μικρός που ήταν έπαιζε, και όταν τα μουλάρια κουβαλούσαν ξύλα, έτρεχε και πηδούσε πάνω τους για να κάνει περιπάτους. Του είχαν φτιάξει και μία βαρκούλα με ελατήριο που κούρδιζε για να παίζει στην στέρνα της Καλύβης. Πέρασαν τα παιδικά χρόνια μαζί με την εκμάθηση της ξυλογλυπτικής και την εισαγωγή του στα μοναχικά καθήκοντα, και στο 18ο έτος της ηλικίας του, το 1927, έγινε μοναχός. Το 1929 ιεροδιάκονος και ιερομόναχος το 1936. Διακόνησε αρκετά χρόνια την Σκήτη και το Κυριακό.
αγ) Έτερος υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, μοναχός Γερμανός.Ο άλλος υποτακτικός του Γέροντα Αρσενίου, ο μοναχός Γερμανός, ανέλαβε να μεταφέρει τα δύο περίφημα μεγάλα ξυλόγλυπτα που αναφέραμε στην Αμερική προς πώληση. Εκεί, μέχρι να βρεί αγοραστάς, επειδή τα έργα αυτά ήταν μεγάλης αξίας, άργησε και αμέλησε κάπως τα μοναχικά του καθήκοντα. Αλλά, και όταν τελικά τα πώλησε, παρέτεινε την διαμονή του στο φθοροποιό αυτό περιβάλλον. Η φιλάνθρωπη όμως πρόνοια του Θεού, επέτρεψε να πάθει παράλυση, η οποία τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Αυτό, έγινε αφορμή να ποθήσει τον ευλογημένο τόπο που είχε αφήσει. Άρχισε να θερμοπαρακαλή την προστάτιδα του Κελλιού τους Ζωοδόχο Πηγή, την έφορο του Αγίου Όρους, να τον θεραπεύσει με την υπόσχεση να επιστρέψει κοντά Της. Η Παναγία, δεν άργησε να ανταποκριθή στις ικεσίες του παιδιού Της. Ο π. Γερμανός, μετά από λίγο καιρό θεραπεύτηκε τελείως και αμέσως εκπλήρωσε την υπόσχεσή του. Ο παπα-Νικόδημος είχε τότε κοιμηθεί. Ο Γέροντάς του Αρσένιος και ο ιερομόναχος πλέον Επιφάνιος, τον δέχτηκαν με άμετρη χαρά, και ανέκφραστη αγάπη.Όταν λίγα χρόνια αργότερα έφθασε ο καιρός της αναχωρήσεώς του για την αληθινή ζωή, είπε στον π. Επιφάνιο: Αδελφέ, νομίζω ότι ήλθε η ώρα να φύγω από αυτή την ζωή. Για αυτό, αν θέλεις, παρακάλεσε τους Πατέρες της Σκήτης να κάνουν θερμή προσευχή προς τον Κύριο για την ταλαίπωρη ψυχή μου και ο Θεός να ελεήση και σένα και όλους τους αδελφούς.Μετά από λίγο καιρό, ενώ ήταν παρόντες ο Επιφάνιος και άλλοι Πατέρες της Σκήτης, άρχισε ένας φοβερός διάλογος, στον οποίο ο π. Επιφάνιος απαντούσε μονολεκτικά, με ένα Ναί, η ένα Όχι, που άκουγαν με κατάπληξη οι Πατέρες. Μερικές φορές, εκτός από αυτά έλεγε: Όχι, αυτό δεν το έκαμα, ψέματα λέτε, για εκείνο έκαμα αυτό το καλό, για αυτό έκαμα αυτή την μετάνοια· και πάλι: Ναί το έκαμα, αλλά έδωσα ελεημοσύνη· και άλλοτε· Όχι, αυτό δεν το έκαμα. Αυτό διήρκεσε αρκετή ώρα και σε αυτή την κατάσταση παρέδωσε το πνεύμά του, το 1955.Ιερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου:Ασκητικές Μορφές και Διηγήσεις από τον Άθω,Ι. Κελλίον Αγ. Αντωνίου, Κρύα Νερά,Άγιον Όρος, 2006
http://voutsinasilias.blogspot.gr

https://athgerontes.blogspot.com/2015/12/1866-1956.html
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Γέρων Θεόδωρος ο Αγιοφαραγγίτης († 28/4/2016)



Οι άνθρωποι που αγαπούν την λησμοσύνη είναι στου Θεού την θύμηση. Και εκείνοι που εκκωφαντικά σιωπούν, συνομιλούν αδιάκοπα μετά του Σωτήρος Χριστού.

Όταν μακραίνουν εκ του κόσμου, τους ανθρώπους ωφελούν. Και όταν στις ερήμους κατοικούν, τα διαβατικά της Βασιλείας των ουρανών περιπατούν. Στους κάτω τούτους χρόνους, κατά τους οποίους η οσμή της αμαρτίας και η δαιμονιώδης βλασφημία έφθασαν στον θρόνο του Θεού, ευωδία ουράνια και παρηγορία υπερκόσμια ξεχύνεται από το ηγιασμένο όρος των Αστερουσίων, της αγιοτόκου και ηρωοτόκου Κρήτης. Το εσπέρας της Μεγάλης Πέμπτης, όταν στις Εκκλησιές, της υπ’ ουρανόν Ορθοδοξίας, υψώνονταν ο Εσταυρωμένος Σωτήρας Χριστός, υψώθηκε και εκ των προσκαίρων και φθαρτών εις τα ουράνια και άφθιτα, ο σπηλαιώτης ασκητής του Αγιοφαράγγου, παπά-Θεόδωρος. Πόσες φορές δεν επικαλέσθηκε τον Κύριο με το «Μνήσθητι μου» του ευγνώμονος ληστού. Δεσποτικής φωνής αξιώθηκε ο μακάριος γέρων, «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τώ Παραδείσω».

Στίς απαρχές της ιερατικής του διακονίας, πύρ ουράνιο κατέκαυσε την καρδία του, αφού έχυσε κρουνούς δακρύων μετανοίας. Επίσκεψη Θεού η παράδοξη και ανερμήνευτη απόφασή του, για ασκητική αναχώρηση. Δεν εμπιστεύεται τον λογισμό του, διά τούτο και προσφεύγει στον Άγιο γέροντα Παίσιο, στον οσιώτατο ασκητή των Κατουνακίων π. Εφραίμ αλλά και στον ακραιφνή ερμηνευτή των θείων και ιερών Κανόνων, Αρχιμανδρίτη Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Και οι τρείς, εν ενί στόματι, αναγνωρίζουν την πρόσκληση του Θεού στον π. Θεόδωρο και του δείχνουν το στάδιο των αρετών, την ηγιασμένη έρημο. Μετά από πολλές δοκιμασίες κατέρχεται στην Κρήτη, στο Φαράγγι των Αγίων. Ο μακαριστός, πλέον, Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας, κυρός Κύριλλος, σε συνάντηση που είχε με τον γέροντα Θεόδωρο, του εκφράζει τις εγκάρδιες ευχαριστίες του, διότι με την παρουσία του ξαναζωντάνεψε το ερημωμένο φαράγγι και του δίδει την πατρική του ευχή, να συνεχίσει τον ασκητικό του αγώνα, εν προσευχή και νηστεία, στον Προφήτη Ηλία.

Εκεί, λοιπόν, στο Αγιοφάραγγο, τούτος ο καλόγηρος, αναψηλάφησε χρόνους αλλοτινούς, ολόφωτους, ασκητικούς. Ελπιδοφόρο ξάφνιασμα η φανέρωσή του, στους δύστηνους καιρούς μας. Ένας απόηχος η ασκητική του βιοτή, από τους ερημίτες της γής του Νείλου. Σάρκωσε τους θρύλους των κρυφών και φανερών ασκητάδων των Αστερουσίων. Πλάτυνε τα σπήλαια του ηγιασμένου τόπου, με τις παννύχιες προσευχές του. Πότισε γή ερημική, με τα δάκρυα της μετανοίας του. Δρόσισε ο σιωπηλός μοναχός, με το ύδωρ το ζών, τις διψασμένες ψυχές των ανθρώπων. Ουρανό εποίησε τον βραχωμένο τόπο, με την μελίρρυτη ψαλμουδιά του. Θυσιαστήρια του Θεού υπερήψωσε στην άνικμη γή, με τα κουρασμένα χέρια του. Δεν μνησικάκησε, όταν εφρύαξε ο δαίμονας και του γκρέμισε τον Προφήτη Ηλία. «Τήν πιό έντονη προσευχή μου την έκανα για τους διώκτες μου. Ιδιαίτερα, γι’ αυτόν που με εδίωξε από τον Προφήτη Ηλία και γκρέμισε την εκκλησία και την σκήτη και για όσους κρύβονται πίσω απ’ αυτόν. Παρακαλώ τον Θεό να τους συγχωρήσει, να τους χαρίσει υγεία και μετάνοια, να μην τους συμβεί κακό και να μην στήσει αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Αν είχα ίχνος εμπαθείας μέσα στην καρδιά μου, θα σταματούσα την Θεία Κοινωνία», μας έλεγε ο μακαριστός γέροντας στο ασκητήριό του, πλέον, στο Κεφάλι, αποκαλύπτοντας, με ζηλευτή ηρεμία, τον πλούτο της αγαθής καρδίας του. Συγκινημένος πολιός Επίσκοπος της Εκκλησίας μας, έλεγε για τον γέροντα Θεόδωρο: «Θά το θεωρούσα μεγάλη ευλογία και σημάδι θεϊκό την παρουσία τέτοιου ασκητού στην επαρχία μου, που θα εύχονταν και θα προσεύχονταν δι’ εμέ και το ποίμνιό μου».


Παρηγόρησε ο παππούλης, ανέπαυσε ο γέροντας, ευχήθηκε ο ασκητής, προσευχήθηκε ο ερημίτης. Μέτρο αυταπάρνησης, θυσιαστικής αγάπης, ασκητικότητος και βάθους πνευματικότητος, ο βίος του. Ακατανόητος, αλλότριος και ξένος πρός την εμπαθή και ειδωλομανούσα εποχή μας. Αγόγγυστα υπέμεινε, ο ταπεινός ασκητής, ως γνήσιος φίλος και μαθητής του Κυρίου Ιησού και την συκοφαντία. «Φιλάδελφα χέρια που μου κόλλησαν την ετικέτα του πλανεμένου, μου προσήγαγαν την μεγαλύτερη ευεργεσία. Δεν ήρθα στην έρημο για ανθρώπινη πελατεία αλλά για την πολυπόθητη σωτηρία. Αυτό με έκανε να φύγω από το αρχικό μου σπήλαιο και να πάω ψηλότερα και πιό απρόσιτα, στον Αη-Λιά. Ήθελα μόνωση και ησυχία, όχι θόρυβο και πολυκοσμία», μας έλεγε ο πάντα ήρεμος και γαλήνιος γέροντας.

Τελευταία επιθυμία του χαρισματικού γέροντος ήταν να παραδώσει την καθάρια του ψυχή εις χείρας Θεού, στο ασκητήριό του, στο Κεφάλι, σιμά στο ναό της Αγίας Κασσιανής, της μεγάλης ασκητρίας των Αστερουσίων, που μετά κόπου πολλού ανήγειρε. Στο νοσοκομείο, που νοσηλεύονταν, έλαβε, ως γνήσιος εκκλησιαστικός ανήρ, την ευχή του Επισκόπου του και το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης τον ανέβασαν στο ασκητήριό του, στο Κεφάλι, όπως επιθυμούσε. Τον έβαλαν στο κρεβάτι του, κοίταξε γαλήνια για λίγο γύρω του και ήσυχα μετέβει «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος».


Η αγιοτόκος και ηρωοτόκος Κρήτη για πολλά μπορεί να καυχηθεί. Εξαιρέτως, όμως, μπορεί να μεγαλύνεται, διότι σ’ αυτούς τους σκοτεινούς χρόνους δεν έπαψε να προσφέρει στην Εκκλησία του Χριστού ένθεους αγωνιστές και ηγιασμένους αθλητές. Στύλοι άσειστοι και εδραίοι είναι τα μοσχομυρισμένα μνήματα του γέροντος Αναστασίου, στο Μοναστήρι του Κουδουμά, του γέροντος Ευμενίου στην Εθιά, του γέροντος Θεοδώρου, στο Κεφάλι, του γέροντος Ευμενίου, στο Ρέθυμνο. Και φαεινές λαμπάδες είναι που μεταφέρουν το ανέσπερο φώς της Αναστάσεως του Χριστού στον πεπλανημένο, από την αμαρτία, κόσμο μας.

Από τους πολύτιμους θησαυρούς που περικρατούμε, του μακαριστού γέροντος Θεοδώρου, από την ασκητική και ηγιασμένη κληρονομία του, καταθέτουμε, πρός ωφέλεια και επιστηριγμό, τούτον τον λόγο του: «Άν θα με ρωτούσατε να σας πώ, τι κατάλαβα τόσα χρόνια στην έρημο, θα σας απαντούσα με μιά λέξη: την δύναμη του ψαλτηρίου. Άν ξεκινούσα την ζωή μου τώρα, ένα θα πάσχιζα να κάνω, να αποστηθίσω το ψαλτήρι. Αυτό είναι η γονική μήτρα της νοεράς προσευχής. Αυτό είναι το εύφορο χώμα, όπου ευδοκιμεί ο σπόρος της ευχής. Αυτό μαστίζει τους δαίμονες. Όταν διάβαζα, στις αγρυπνίες μου, το ψαλτήρι, ερχόνταν ο δαίμονας, που μούγκριζε σαν αγριόχοιρος στο αυτί μου. Ειδικά, όταν έλεγα τον στίχο, «Αναστήτω ο Θεός…» και τον στίχο που λέει, «Εσύ είσαι Κύριος και Θεός μου». Λυσσούσε, με έπιανε από τον λαιμό, με έπνιγε. Μπέρδευε τα λόγια μου, για να μην το πώ. Τόσο πολύ καιγόταν…». Να έχουμε την αγία του ευχή και ο Θεός να δώσει μιμητές της ασκητικής και ηγιασμένης του ζωής.

του Αρχιμ. Ιερεμίου Γεωργαλή

Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

«Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά πώς ο δρόμος τού ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος γιά τόν Ουρανό»

«Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά πώς ο δρόμος τού ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος γιά τόν Ουρανό»
Στό βιβλίο τού αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς υπάρχει ένας διάλογος ενός ζητιάνου μέ ένα διάσημο θεολόγο. Ο θεολόγος επί οκτώ έτη ακατάπαυστα παρακαλούσε τό Θεό νά τού φανερώσει κάποιον άνθρωπο, πού θά μπορούσε νά τού δείξει τόν πιό σίγουρο δρόμο γιά τή Βασιλεία τών Ουρανών. Κάποια μέρα πού έφθασε στό αποκορύφωμα τής προσευχής άκουσε μιά φωνή «Πήγαινε καί στήν έξοδο τής Εκκλησίας θά βρείς τόν άνθρωπο πού ζητάς».
Πηγαίνει βιαστικά στήν Εκκλησία, όπου βρίσκει ένα γέρο ζητιάνο μέ κουρελιασμένα ρούχα καί πληγωμένα γόνατα καί τόν χαιρετά.
– «Καλό καί ευτυχισμένο πρωινό, γέροντα».
– «Ποτέ δέν είχα κακό καί δυστυχισμένο πρωινό».
(ο άλλος εν αμηχανία διορθώνει)
– «Είθε νά σού στείλει ο Θεός κάθε αγαθό»!
– «Ουδέποτε μού εστάλη κάτι μή αγαθό»!
(ο θεολόγος παραξενεύεται καί τού λέει)
– «Τί συμβαίνει μέ σένα, γέροντα; Εγώ σού εύχομαι κάθε ευτυχία».
– «Μά ποτέ δέν είμαι δυστυχής. Ζώ σύμφωνα μέ τό θέλημα τού Θεού. Γιά τό ζυγό πού μού έδωσε ο Θεός ποτέ δέν δυσανασχέτησα καί είμαι πάντοτε ευχαριστημένος».
– «Από πού ήλθες εσύ, γέροντα, εδώ»;
– «Από τόν Θεό».
– «Καί πού Τόν βρήκες»;
«Εκεί πού Τόν άφησα στήν αγαθή θέληση».
– «Ποιός είσαι, γέροντα, καί σέ ποιά τάξη ανήκεις»;
– «Οποιος κι άν είμαι, είμαι ικανοποιημένος μέ τήν κατάστασή μου, γιατί βασιλεύς είναι αυτός πού κυβερνά καί διευθύνει τόν εαυτό του».
Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά πώς ο δρόμος τού ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος γιά τόν Ουρανό, δηλ. η τελεία παράδοση στό θέλημα τού Θεού».

Αγ. Ιωάννης Κροστάνδης: Όταν δίνεις ελεημοσύνη, καλό είναι να κάνεις διάκριση ανάμεσα στους πραγματικά φτωχούς και σε εκείνους που φαίνονται φτωχοί




Σε ποιόν να δίνουμε ελεημοσύνη και με ποιον τρόπο
Ο Ιησούς Χριστός λέει: «Παντί τώ αιτούντι σοι δίδου». Αυτό σημαίνει πως πρέπει να ευεργετούμε και να ελεούμε όλους, χωρίς να διακρίνουμε τους ανθρώπους από την κατάστασή τους, το κοινωνικό παρελθόν τους ή τη θρησκεία τους. Πρέπει να δίνουμε την ελεημοσύνη μας στον καθένα που την έχει πραγματικά ανάγκη.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει πως πρέπει να είμαστε σπλαχνικοί πρός τους φτωχούς και εκείνους που είναι δυστυχισμένοι από οποιαδήποτε αιτία. Σαν άνθρωποι πρέπει να δίνουμε την ελεημοσύνη μας στους άλλους ανθρώπους, όποια κι αν είναι η αιτία που τους κάνει να ζητιανεύουν, είτε είναι χήρες και ορφανά είτε εξορίστηκαν από την πατρίδα τους, είτε υποφέρουν από την αυταρχικότητα των κυβερνώντων είτε από τη σκληρότητα των προϊσταμένων, είτε από την απανθρωπιά των φοροεισπρακτόρων είτε από την απληστία των εχθρών, είτε από την αρπαγή της περιουσίας τους είτε από την απώλεια που είχαν λόγω ναυαγίου. Όλοι τους έχουν δικαίωμα και μερίδιο στη συμπάθειά μας.
Κοιτάζουν με προσμονή τα χέρια σου, όπως κοιτάζουμε όλοι μας τα χέρια του Θεού όταν ζητάμε κάτι. Είναι πολύ καλύτερα ν’ ανοίξει κανείς το χέρι του σε κάποιον ανάξιο, παρά να στερήσει την ελεημοσύνη του από εκείνον που την έχει ανάγκη, από φόβο να μην απατηθεί.
Πρέπει να βοηθάμε τους ανθρώπους όχι από ματαιοδοξία ή από έπαρση κι αλαζονεία, όχι από την επιθυμία μας να μας ευχαριστούν και να μας ευγνωμονούν οι ευεργετούμενοι ή για να λάβουμε ανταπόδοση, αλλά με ανιδιοτέλεια, για να ευχαριστήσουμε το Θεό, αλλά κι από αγάπη για τον πλησίον μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει πως η ελεημοσύνη που μολύνθηκε από την αρρώστια της ματαιοδοξίας δεν είναι πιά ελεημοσύνη, αλλά κομπασμός και σκληροκαρδία. Γιατί όταν δίνεις με υπερηφάνεια είναι σα να διασύρεις δημόσια τον αδελφό σου.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει στη δέκατη τρίτη ομιλία του στη Β΄ πρός Κορινθίους επιστολή πως η ελεημοσύνη δε συνίσταται μόνο στο να δίνεις χρήματα, αλλά και στο να τα δίνεις με αίσθημα χριστιανικής συμπάθειας. Πρέπει να κάνουμε το καλό και να παρέχουμε τη βοήθειά μας θεληματικά, πρόθυμα, καρδιακά, με σεβασμό και ανυπόκριτη αγάπη πρός τους φτωχούς. Δεν πρέπει να μας κατέχει κανένα αίσθημα περιφρόνησης, αγανάκτησης ή οργής κι εκνευρισμού. «Έκαστος καθώς προαιρείται τη καρδία, μη εκ λύπης ή εξ ανάγκης· ιλαρόν γάρ δότην αγαπά ο Θεός» (Β’ Κορ. θ’ 7). «Διάθρυπτε πεινώντι τον άρτον σου και πτωχούς αστέγους εέσαγε εις τον οίκον σου», λέει κι ο προφήτης Ησαΐας (κεφ. νη’ 7). Κι όλα αυτά πρέπει να τα κάνεις με την καρδιά σου, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο απόστολος Παύλος μας δίνει το μέτρο, πως πρέπει να ενεργούμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις: «ο παρακαλών, εν τη παρακλήσει, ο μεταδιδούς, εν απλότητι, ο προϊστάμενος, εν σπουδή, ο ελεών, εν ιλαρότητι» (Ρωμ. ιβ’ 8).
Όταν συμπεριφέρεσαι έτσι, η προθυμία σου θα διπλασιάσει την αξία της καλής σου πράξης. Όταν όμως η καλή αυτή πράξη γίνεται με λύπη ή από ανάγκη, δεν μπορεί να φέρει χαρά. Όταν κάνεις το καλό πρέπει να έχεις χαρά, όχι θλίψη ή γογγυσμό. «Ελεημοσύνη δε σημαίνει απλά το να δίνεις χρήματα, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά να το κάνεις με ζήλο, με χαρά, με ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης πρός το πρόσωπο που δέχεται τη δωρεά σου. Αν κάποιος δε δίνει με τέτοια διάθεση, θα ήταν καλύτερα να μην έδινε τίποτα, γιατί τότε αυτό που δίνει δεν είναι ελεημοσύνη αλλά ανώφελο και άχρηστο έξοδο. Τότε μόνο λέγεται και είναι ελεημοσύνη μία καλή πράξη, όταν δίνεται με χαρά, όταν σκέφτεσαι πως από αυτά που δίνεις εσύ ωφελείσαι πολύ περισσότερο» (Ομιλία 1η στην πρός Φιλιππησίους Επιστολή).
Τό καλό πρέπει να το κάνεις χρησιμοποιώντας τη δική σου περιουσία κι όχι κάποιου άλλου, στην οποία δεν έχεις κανένα νόμιμο δικαίωμα. Και θα πρέπει να είναι περιουσία που αποκτήθηκε με τίμια δουλειά, όχι με κλοπές, απάτες και ψέματα. Για να δώσουμε πολλή ελεημοσύνη, πρέπει να περιορίσουμε τα έξοδά μας. Για παράδειγμα δεν πρέπει ν’ αγοράζουμε ακριβά κι εξεζητημένα πράγματα, εφόσον μπορούμε να κάνουμε και χωρίς αυτά. Γιατί αυτό που μας περισσεύει ανήκει στους φτωχούς κι όταν το ξοδεύουμε ασυλλόγιστα είναι σα να τους το αφαιρούμε. Πρέπει να κάνουμε πάντα το καλό και να βοηθάμε τους άλλους. Να μην περιορίζεται ο ζήλος μας αυτός από τις τυχόν δυσκολίες που θα συναντήσουμε στην άσκηση της ελεημοσύνης. Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Η πίστη σου κι η ελεημοσύνη σου να μη μειωθούν». Δε λέει να κάνεις το καλό μία φορά, δύο, τρείς, δέκα ή εκατό φορές, αλλά πάντα. «Τό έργο αυτό να μην το εγκαταλείψεις» (Ομιλία στην πρός Φιλιππησίους Επιστολή).
Όταν δίνεις ελεημοσύνη, καλό είναι να κάνεις διάκριση ανάμεσα στους πραγματικά φτωχούς και σε εκείνους που φαίνονται φτωχοί. Πρέπει να δίνεις όση περισσότερη βοήθεια μπορείς, ανάλογα με τη δύναμή σου. Πρέπει να δίνεις προτεραιότητα στους περισσότερο φτωχούς, σε εκείνους που αξίζουν περισσότερο τη βοήθειά σου, στους κοντινούς και τους συγγενείς σου πρώτα κι ύστερα στους ξένους. Επειδή δεν είναι εύκολο να τα γνωρίζεις πάντα αυτά τα πράγματα με ακρίβεια, μερικοί εκκλησιαστικοί πατέρες μας συμβουλεύουν να εμπιστευόμαστε εκείνους που είναι έμπειροι για να μας πούν που θα δώσουμε την ελεημοσύνη μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας γίνει πρόβλημα. Δεν πρέπει να ψάχνουμε πολύ το θέμα των φτωχών, γιατί έτσι μπορεί να στερήσουμε από τη βοήθειά μας και εκείνους που έχουν πραγματικά ανάγκη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως δεν υπάρχει παράδειγμα κάποιου υπερβολικά ακριβοδίκαιου ανθρώπου που να έπεσε πάνω σ’ έναν άγιο. Υπάρχει όμως το αντίθετο, δηλαδή να συναντήσει κανείς έναν απατεώνα. Γι’ αυτό, εκείνο που σας συμβουλεύω είναι να ενεργούμε σε όλα με απλότητα.
Τέλος θα ήθελα να πώ ότι δεν πρέπει να λογαριάζουμε πως κάνουμε κάτι σπουδαίο όταν δίνουμε ελεημοσύνη, αλλά μάλλον να πιστεύουμε πως απλώς είμαστε διαχειριστές των αγαθών του Θεού. Ποτέ δε θα γίνεις τόσο γενναιόδωρος όσο ο Θεός, λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ακόμα κι αν μοιράσεις ολόκληρη την περιουσία σου, ακόμα κι αν μαζί με την περιουσία σου παραδώσεις και τον εαυτό σου πάλι δεν έκανες τίποτα σπουδαίο. Γιατί ό,τι κι αν δώσει ο άνθρωπος, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, τα παίρνει πίσω από Εκείνον. Όσα περισσότερα και να Του δώσεις, εκείνα που θα σου γυρίσει πίσω θα είναι περισσότερα. Και βέβαια δεν πρόκειται να δώσεις τίποτα δικό σου, αφού «πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον».
Άς κλείσουμε λοιπόν λέγοντας: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται».
Μακάριοι κι ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που είναι εύσπλαχνοι κι ελεούν τους φτωχούς, γιατί αυτοί θα ελεηθούν από το Θεό. Άχ! και να ήξερες τι μεγάλη ανταπόδοση σε περιμένει για την ελεημοσύνη που δίνεις στους φτωχούς! Θα σου δείξει ο Θεός έλεος κατά την ημέρα της κρίσης ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων και θα κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών που έχει ετοιμαστεί από καταβολής κόσμου. Αμήν.

Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Ο ζητιάνος κι ο ληστής



Ένας καταζητούμενος ληστής προχωρούσε σε ένα στενό, όταν είδε καθισμένο σε μια γωνία έναν ρακένδυτο ζητιάνο. Αν και δεν θα το περίμενε κανείς αυτό από έναν ληστή, αυτός βλέποντάς τον έβγαλε από την τσέπη του μερικά νομίσματα και πήγε να τα αφήσει στο καπέλο του ζητιάνου. Όταν έσκυψε για να τα αφήσει, ο ζητιάνος τον σταμάτησε με μια απότομη χειρονομία.
– Πάρε τα λεφτά σου, δεν τα θέλω, του είπε
– Γιατί δεν τα θέλεις; Ζητιάνος δεν είσαι, λεφτά δεν ζητάς;
– Ναι, αλλά δεν τα θέλω από σένα. Ξέρω ποιος είσαι, ξέρω ότι ζεις με τα λεφτά που κλέβεις από τους άλλους.
– Στην  ίδια μοίρα είμαστε, ζητιάνε. Εσύ ζεις από την καλωσύνη των άλλων, κι εγώ ζω από την κακία τους.
– Από τη δική σου κακία ζεις, όχι από τη δική τους.
– Κι όμως…Αν ήμουν τόσο κακός όσο λες, θα είχα ήδη κλέψει το καπέλο σου με όλα τα νομίσματα που έχει μέσα. Γιατί δεν το έχω κάνει;
– Γιατί έχει μέσα μόνο πενταροδεκάρες, γι’αυτό. Τι να τις κάνεις εσύ, που κλέβεις ολόκληρες τράπεζες;
– Αν ήμουν τόσο κακός, δε θα με ενδιέφερε το ποσό – άλλωστε, κι εσένα δε σε ενοχλούν τα ποσά που κλέβω, αλλά η πράξη μου, έτσι δεν είναι;
– Ναι, είναι η πράξη. Εγώ, δηλαδή, γιατί είμαι τίμιος και ζω από την ελεημοσύνη των άλλων;
– Δεν ξέρω…Εμένα δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο, ακόμα κι όταν ήμουν σε πολύ άσχημη θέση. Το θεωρούσα κάπως – μην το πάρεις στραβά αυτό – αναξιοπρεπές.
– Μα τι λες; Δηλαδή είναι πιο αξιοπρεπές να κλέβεις παρά να είσαι τίμιος;
– Στη σημερινή κοινωνία, ναι. Αν έχεις πρόβλημα με αυτό, τότε γεννήθηκες σε λάθος εποχή.
– Όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Εγώ γεννήθηκα τίμιος και θα πεθάνω τίμιος.
– Τότε θα πεθάνεις σύντομα, γιατί αυτή η κοινωνία δεν ανέχεται τέτοιες ανωμαλίες.
– Ανωμαλία είναι να είσαι τίμιος; Από πότε;
– Δεν ξέρω ακριβώς, γιατί όταν γεννήθηκα τα πράγματα ήταν ήδη έτσι.
– Μα, εμένα ο πατέρας μου με μεγάλωσε με άλλη ηθική, μου έμαθε πάνω απ’όλα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου.
– Και ποιος σου είπε ότι εγώ δεν τα έχω καλά με τον εαυτό μου;
– Μα πώς; Είσαι ένας ληστής, ένα παράσιτο, ένας άνθρωπος που ζει σε βάρος των άλλων.
– Κι εσύ τι είσαι; Εσύ δε ζεις σε βάρος των άλλων; Από τα δικά τους λεφτά δεν επιβιώνεις;
– Ναι, αλλά εγώ τα ζητάω, δεν τα παίρνω με το ζόρι!
– Και πώς ζεις; Βγάζεις αρκετά λεφτά;
– Όχι, ίσα που μου φτάνουν για να ζήσω.
– Ακριβώς. Και ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό;
– Επειδή ο κόσμος είναι φτωχός και δεν έχει να μου δώσει λεφτά;
– Επειδή ο κόσμος είναι κακός και δεν θέλει να σου δώσει λεφτά.
– Όχι, δεν το πιστεύω αυτό.
– Καλά θα κάνεις να το πιστέψεις. Ο λόγος που πεινάς είναι ότι βασίζεσαι στον οίκτο των άλλων, και αυτοί οι άλλοι δεν νιώθουν πια οίκτο για τίποτα, πέρα από τον ίδιο τους τον εαυτό.
– Εγώ δεν βασίζομαι στον οίκτο, βασίζομαι στην αγάπη. Ο Χριστός έλεγε να αγαπάς τον πλησίον σου, να του δίνεις το ένα χιτώνιο, ο Χριστός έλεγε «μακάριοι οι φτωχοί»…
– Τώρα ψώνισες από σβέρκο. Για ποιον Χριστό μου μιλάς; Γι’αυτόν που βλασφημούν οι ίδιοι που τον πρεσβεύουν, οι παπάδες και οι καλόγεροι;
– Εμένα η Εκκλησία με έχει βοηθήσει. Μου δίνουν φαϊ, στέγη, με βοηθούν όσο μπορούν.
– ‘Οσο μπορούν; Μα τι αφελής που είσαι! Αν η Εκκλησία σε βοηθούσε όσο μπορούσε, θα ήσουν δισεκατομμυριούχος! Αυτά που κάνει για σένα η Εκκλησία είναι μια σταγόνα στον ωκεανό.
– Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ανήθικος, άθεος, μισάνθρωπος…
– Δεν ήμουν τίποτα από αυτά πριν μερικά χρόνια, στο ορκίζομαι…Η ίδια η ζωή με έκανε έτσι.
– Και νιώθεις περήφανος γι’αυτό;
– Νιώθω περήφανος επειδή προσαρμόστηκα στην κατάσταση και κατάφερα να επιβιώσω. Εσύ νιώθεις περήφανος που είσαι προσκολλημένος στις αξίες σου και ζεις με το ζόρι;
– Ναι, νιώθω περήφανος. Γιατί ποτέ δεν απαρνήθηκα την ηθική μου, την αξιοπρέπειά μου, τα πιστεύω μου. Έχω τη συνείδησή μου ήσυχη.
– Κι εγώ το ίδιο. Γιατί ποτέ δεν έκλεψα τίποτα από κάποιον που το είχε περισσότερο ανάγκη από μένα.
– Ναι, αλλά κλέβεις κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλο, δεν μπορεί να μη σε ενοχλεί αυτό!
– Όχι, δε με ενοχλεί. Γιατί κι αυτός από κάποιον το έκλεψε, κατά κάποιον τρόπο.
– Τι εννοείς;
– Όταν ληστεύω μια τράπεζα, ληστεύω έναν κλέφτη, τον μεγαλύτερο που υπάρχει. Έναν κλέφτη θρασύτατο, που σε κλέβει μπροστά στα μάτια σου, και δεν έχει το παραμικρό έλεος. Δε σου αφήνει ούτε καν τα απαραίτητα για να ζήσεις. Αν εγώ μπω σε ένα σπίτι, δεν θα το αδειάσω ολόκληρο. Θα πάρω τίποτα λεφτά, μερικά κοσμήματα και θα φύγω. Η τράπεζα, όμως, δε σου αφήνει τίποτα, σε εξοντώνει.
– Ναι, αλλά εσένα καταζητούν, όχι τις τράπεζες.
– Βλέπεις, λοιπόν, πόσο προβληματική είναι αυτή η κοινωνία; Κυνηγάνε εμένα, που είμαι ένα μολυσμένο κύτταρο, και όχι αυτούς, που είναι ο καρκίνος.
– Αν πειθαρχούσες στους νόμους αυτής της κοινωνίας, όμως, δεν θα σε κυνηγούσαν.
– Αν όλοι πειθαρχούσαμε στους νόμους, δε θα είχε γίνει ποτέ καμία επανάσταση. Δεν θα υπήρχαν ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε δημοκρατία, ούτε τίποτα. Γιατί οι νόμοι είναι φτιαγμένοι από κάποιους οι οποίοι απαιτούν από όλους τους άλλους να τους σέβονται, την ώρα που αυτοί οι ίδιοι τους αγνοούν.
– Μα αν δεν υπήρχαν νόμοι, θα υπήρχε πανικός, αλληλοσκοτωμοί, διαστροφή…
– Γιατί, τώρα τι υπάρχει; Όλα αυτά που λες υπάρχουν ήδη, απλά τα ντύνουμε με κάτι που αποκαλούμε «δημοκρατία», και νιώθουμε καλύτερα μ’αυτό.
– Ούτε η δημοκρατία σου αρέσει;
– Όχι πια. Κάποτε μου άρεσε, ένιωθα ότι με την ψήφο μου μπορώ να αλλάξω κάποια πράγματα. Όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι μια απάτη, έχασα την πίστη μου στα πάντα. Εσύ σε τι πιστεύεις;
– Πιστεύω στον Θεό, που με κρατάει ακόμα ζωντανό. Πιστεύω στην αγάπη, στην καλωσύνη. Πιστεύω στον άνθρωπο και στη δύναμη που κρύβει μέσα του. Πιστεύω σε ό,τι βλέπω και ό,τι ξέρω.
– Αυτό είναι το πρόβλημα, όμως: Πιστεύεις σε ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις.
– Τι εννοείς;
– Αυτά που λες ότι ξέρεις, στην πραγματικότητα είναι αυτά που σου μάθανε. Και αυτά που σου μάθανε δεν είναι η αλήθεια, αλλά αυτά που τους βολεύει να ξέρεις.
– Είσαι ένας αντιδραστικός. Αλλά τι περιμένω από έναν ληστή, κάποιον που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό…
– Κάνεις λάθος. Σου είπα και πριν ότι δεν θα έκλεβα από έναν φτωχό, ούτε θα έκλεβα τα πάντα από κάποιον. Αυτό λέγεται εσωτερική ηθική και, όσο κι αν εσύ δεν μπορείς να το πιστέψεις, χάρη σε αυτό έχω κι εγώ τη συνείδησή μου καθαρή.
– Δε με ενδιαφέρει η εσωτερική σου ηθική. Εγώ σέβομαι τους νόμους, εσύ δεν τους σέβεσαι. Εγώ πιστεύω στον Θεό, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν μπορείς να έχεις τη συνείδησή σου καθαρή. Πάρε τα βρώμικα λεφτά σου και φύγε από δω.
– Εντάξει, θα φύγω. Μην πάρεις τα λεφτά μου, αλλά πάρε τουλάχιστον μια συμβουλή από μένα: Κάποτε θα θυμάσαι αυτήν την κουβέντα που κάναμε και θα σκέφτεσαι πόσο δίκιο είχα.
– Κάποτε θα σε συλλάβουν και θα σκέφτομαι πόσο δίκιο είχα εγώ.
– Αν πραγματικά ήθελες να με συλλάβουν, θα είχες φωνάξει τον αστυνομικό που στέκεται εδώ και ώρα 100 μέτρα πιο πέρα. Αλλά δεν το έκανες. Γιατί;
– …
– Αντίο ζητιάνε…Και να θυμάσαι την κουβέντα μας…
– Αντίο, άνθρωπε…Αντίο…
(το διήγημα αποτελεί προδημοσίευση του βιβλίου «Ιστορίες που σκαρφίστηκα την ώρα που περπατούσα βράδυ στην Αθήνα νυσταγμένος», το οποίο πρόκειται να εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κ.Καμμένος & Σία». Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, στον τομέα «Αμπελοφιλοσοφία». Πάει για best seller, λέμε!!!)

«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν»


beggar edited1
Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.
Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.
Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.
– Tον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.
Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.
– Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών , και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.
“Μα αφού ο Χριστός, όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς; ’”. Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής, που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η εικόνα , αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε, το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε.
Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα, πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης . Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω.
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ο Βούλγαρος παππούς που είχε γίνει «ζητιάνος για τον Χριστό»

Ο Βούλγαρος παππούς που είχε γίνει «ζητιάνος για τον Χριστό»
Οι πιστοί της Βουλγαρίας τέλεσαν μνημόσυνη δεήση για τον παππού που είχε γίνει ζητιάνος για τους φτωχούς αλλά όπως έλεγε ο ίδιος ήταν ζητιάνος για τον Χριστό .
Ο παππούς Ντέμπρι για τον οποίο η βουλγαρική εκκλησία Ανάληψη τέλεσε μνημόσυνο με αφορμή τον ένα χρόνο από το θάνατό του, ήταν μια φιγούρα που δεν θα ξεχάσει κανείς στην Βουλγαρία ούτε οι κληρικοί ούτε οι πιστοί όπως είπε στο κήρυγμα του ο εφημέριος του ναού.
Οι πιστοί της Βουλγαρίας τέλεσαν μνημόσυνη δεήση για τον παππού που είχε γίνει ζητιάνος για τους φτωχούς αλλά όπως έλεγε ο ίδιος ήταν ζητιάνος για τον Χριστό .
Ο παππούς Ντέμπρι για τον οποίο η βουλγαρική εκκλησία Ανάληψη τέλεσε μνημόσυνο με αφορμή τον ένα χρόνο από το θάνατό του, ήταν μια φιγούρα που δεν θα ξεχάσει κανείς στην Βουλγαρία ούτε οι κληρικοί ούτε οι πιστοί όπως είπε στο κήρυγμα του ο εφημέριος του ναού.
<span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start"></span>
Τι σήμαινε ο Βούλγαρος πάτερ Ντέμπρι για τους Βούλγαρους;
«Οι κάτοικοι της Σόφιας τον θυμούνται  να κάθεται στη βεράντα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι καθεδρικό ναό του Πατριαρχείου, ντυμένο με ρούχα χωρικού, κρατώντας ένα αναμμένο κερί και ένα πλαστικό κύπελλο, παρακαλώντας  κάθε άτομο που ερχόταν να προσευχηθεί.
Έδωσε όλη την περιουσία του στην Εκκλησία, ζούσε σε ένα δωμάτιο στην αυλή της Εκκλησίας του Αγίου Κυρίλλου και Μεθοδίου στην πατρίδα του μέχρι το τέλος της 103χρονης ζωής του.
Ο εφημέριος της εκκλησίας της Ανάληψης, που μίλησε στο μνημόσυνο για εκείνον, έδωσε επίσης συγκεκριμένα στοιχεία για τα ποσά που δώρισε ο Ντόμπρι κατά τη διάρκεια της ζωής του.
«Στη ζωή του συγκέντρωσε περίπου 80.000 λέβα, που έδωσε σε εκκλησίες και μοναστήρια. Για παράδειγμα, το 2005 έδωσε 10.000 λέβα στην Εκκλησία των Αγίων Κυρίλλου και Μεθόδιου του Μπάιλοβο. Το 2007 έδωσε 25.000 λέβα για την αποκατάσταση της μονής Ελένηντας και 10.000 για την εκκλησία στο χωριό Γκόρνο Καμάρτι. Το 2008 έδωσε χρήματα στην εκκλησία του Καλοφέρ. “
Στις 24 του Μάη του 2009 ,έδωσε το ποσό των 35 700 λέβα για τον καθεδρικό ναό του Πατριαρχικού Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στη Σόφια» δωρεά που σύμφωνα με τον Πατέρα Κύριλο Σινέφ «είναι η μεγαλύτερη δωρεά που έγινε από ένα άτομο στην ιστορία του καθεδρικού ναού.»
Μοτίβο θυσίας
Ο ιερέας ανέφερε επίσης ότι όταν ο Ντόπρι Ντόμπρεφ ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν από τα χρήματα που συγκεντρώνει κρατά κάτι για τον εαυτό του, ο παππούς απάντησε: «Εγώ δεν κρατώ τίποτα. Έχω μια σύνταξη, και ο Θεός μου δίνει ψωμί. «
«Αυτό που έκανε ήταν επαιτεία, αλλά φιλανθρωπία», δήλωσε ο πατέρας Κύριλλος Σινέφ
Οι λάτρεις των παιδιών και ένα παράδειγμα ιερής ζωής
Μια άλλη πτυχή που έθεσε ο πατέρας Κύριλλος ήταν ότι ο παππούς Ντόμπρι «αγαπούσε πολύ τα παιδιά: λατρεύοντάς τα και φιλώντας τα χέρια τους».
Επίσης, κατά τη διάρκεια της ζωής του, «ικετεύοντας για τον Χριστό» τόνισε «τη σημασία της υπομονής και της ταπεινοφροσύνης στη ζωή των πιστών: Κάνετε καλό, χωρίς να περιμένουμε μια ανταμοιβή».
«Αυτό που προσέλκυσε τους ανθρώπους ως μαγνήτη ήταν η καλοσύνη του. Ακόμα και τα περιστέρια καθόταν στα χέρια του και το κεφάλι του, αναγνωρίζοντας τον ως κάτοικο του ουρανού” , δήλωσε ο κληρικός.

Αναγνωρίζεται εκτός των συνόρων της Βουλγαρίας
Πατέρας  Σίνεφ έκανε επίσης αναφορά σε ένα άρθρο σχετικά με Παππού Ντόμπρι που δημοσιεύθηκε από τον Ιβάν Δημτρόφ,  καθηγητή της Καινής Διαθήκης στη Σόφια.
Η ζωή του δημοσιεύθηκε
Η ζωή του παππού καταγράφηκε σε βιβλίο του συγγραφέα Μπορισλάβ Ραντοσλάβοφ.
Ο Ντόμπρι απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 2018 και κηδεύτηκε στην εκκλησία του νεκροταφείου της 15ης του Φλεβάρη στην πατρίδα του στο Μπαίλοβο, όπως ήταν η επιθυμία του.
φωτογραφίες Κύριλλος Σινέφ
πληροφορίες από basilica.ro