Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Γαβριήλ Βιγλιώτης (1860-1944) 9 Ιανουαρίου 2019


Ήταν από την Εύβοια. Ήλθε στο Άγιον Όρος να μονάσει περί το 1880. Ό Γέροντας Ανδρέας (+ 2004) γράφει περί αυτού: «Ήταν ευλαβής, σοβαρός, νηφάλιος, λιγόλογος, με το κομβοσχοίνι στο χέρι και την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» στην καρδιά και στα χείλη. Ο λόγος του πολύ μετρημένος κι όλο πνευματική συμβουλή και προτροπή, για το καλό και την αρετή. Ήμουν μικρό παιδί, δόκιμος μοναχός· μόλις είχα βάλει τα ράσα κι όταν τον πρωτοείδα, μου προκάλεσε το δέος. Η όψι του ήταν σκαιά και απότομη και παρ’ όλο που ήταν αγαθός και όλο καλωσύνη, νόμιζες ότι αντιμετώπιζες ένα τραχύ και σκληρό άνδρα, αλλά όταν μιλούσε, ήταν γλυκύς και μειλίχιος και γινόταν αμέσως αγαπητός. Δεν θύμωνε εύκολα, αλλά με το μαλακό και με χαμόγελο στα χείλη, μπορούσε να σε πιάσει στα σιδερένια χέρια του και να σε λιώσει. Γι’ αυτό σ΄ όλη την περιοχή εκείνη οι ερημίτες τον εύλαβούντο, τον αγαπούσαν και τον φοβόντουσαν, γιατί στον λόγο του δεν δεχόταν αντίρρησι».

Ο Γέροντας Γαβριήλ είχε υποτακτικό τον ευλαβέστατο, ενάρετο και ασκητικό ιερομόναχο Βαρλαάμ τον Πνευματικό. Ζούσαν αγαπημένα στο Κελλί των Αγίων Βαρλαάμ και Ιωάσαφ επί πενήντα χρόνια και πλέον. Ο παπα-Βαρλαάμ λειτουργούσε σχεδόν καθημερινά, μνημονεύοντας πολλά ονόματα. Ήταν γνωστοί σε όλο το Άγιον Όρος για την αρετή τους και τα εργόχειρα τους. Έφτιαχναν κόσκινα, φανάρια και φανούς. Γι’ αυτό τον Γέροντα Γαβριήλ τον έλεγαν Κοσκινά. Στον παπα-Βαρλαάμ εισήλθε έντονος λογισμός να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ο Γέροντας του τον απέτρεπε λέγοντας: «Ιεροσόλυμα κι Άγιοι Τόποι, για σένα και για μένα, είναι η εκκλησία μας με το ιερό της, και η Αγία Τράπεζα είναι ο Πανάγιος Τάφος. Τί θέλεις εσύ τώρα γέρος άνθρωπος 75 χρόνων να πας να ταλαιπωρηθείς, εφ’ όσον για σένα και για μένα, που είμαι 80 χρόνων, το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος, είναι ο τόπος της προσευχής και περισυλλογής μας, και αφού μέχρι τώρα δεν βγήκες καμιά φορά στον κόσμο, τι θέλεις να πας τώρα στα γεράματα;» Στην επιμονή του ο Γέροντας του έδωσε ευλογία να πάει, αλλά επιστρέφοντας και εως την κοίμηση του … κάτι που είδε έκει τον πείραζε στην προσευχή του και τον ενοχλούσε, παρότι το εξομολογήθηκε.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 192-198.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

 

 Ορθοδοξία / Αγιορείτικος μοναχισμός

Ιεροδιάκονος Προκόπιος Καρυώτης (1843-1932)

17 Φεβρουαρίου 2019

Ο κατά κόσμον Παραδείσης Γαγάς του Γεωργίου και της Μαρίας γεννήθηκε στον Πολύγυρο Χαλκιδικής το 1843. Τελείωσε την Αστική Σχολή της ιδιαίτερης πατρίδος του. Το 1863 προσήλθε στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου Χαλκιά πάνω από τις Καρυές. Μετά τριετή δοκιμή εκάρη μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο, από τον όποιο έμαθε και τη βυζαντινή μουσική.

Ιεροδιάκονος Προκόπιος Καρυώτης, στο εργαστήρι του Κελλιού του.

Τη μόρφωση του τελειοποίησε με τη συνεχή μελέτη των αγιοπατερικών και νηπτικών έργων. Την αγιογραφία διδάχθηκε από τον παραδελφό του μοναχό Άνθιμο, πρώην Εσφιγμενίτη. Μαζί με τους υποτακτικούς του μοναχούς Άνθιμο και Νεόφυτο είχαν ένα καλό αγιογραφικό εργαστήριο. Φιλοτέχνησαν περίπου 4.000 εικόνες, τις οποίες κυρίως έστελναν στη Ρωσία. Ήταν καλής αναγεννησιακής τέχνης τα έργα τους. Επίσης ήταν αρκετά γνωστός ως καλός φωτογράφος για την εποχή του.

Ο ιερομόναχος Χριστόφορος Δοχειαρίτης γράφει περί αυτού: «Ο πατήρ Προκόπιος δεν είναι μόνον καλλιτέχνης άριστος, αλλά και μοναχός εκ των μάλα ενάρετων, άτε ουδέποτε ραδιουργών τινα, ουδέ διαβάλλων, ουδέ συκοφαντών, ουδέ αδικών, ουδέ άλλως πως βλάπτων, αλλά τοις πάσι τα πάντα συγχωρών και υπέρ πάντων ευχόμενος, και τους πάντας ειλικρινώς αγαπών και βοηθών και συναναστρεφόμενος, και ένα και μόνον διακαή πόθον έχων, την επίτευξιν των μελλόντων αγαθών υπό πάντων των Ορθοδόξων χριστιανών και την εις τον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν επιστροφήν απάσης της ανθρωπότητος, ως και την υπό των ελληνικών στρατευμάτων απελευθέρωσιν της βασιλίδος των πόλεων. Δια πάσας δε τας αρετάς αυτού ταύτας εκτιμάται παρά πάντων των Αγιορειτών και ιδία δια το φιλήσυχον αυτού, το πράον, το ειρηνικόν, την εγκράτειαν της τε γλώσσης και της γαστρός, δια την αγαθότητα και την ειλικρίνειαν. Και τίς δεν εκτιμά πλείον και δεν προτίμα μυριάκις τους τοιούτους μοναχούς, οίτινες τον Κελλιωτικόν ή Σκητιωτικόν βίον προελόμενοι, προάγουσιν ου μόνον την καλλιτεχνίαν, αλλά και την αρετήν;».

Ο Γέροντας Προκόπιος Καρυώτης υπήρξε μοναχός μελετηρός, σοβαρός, ενάρετος, εργατικός, καλός ιεροψάλτης, αγιογράφος και φωτογράφος, φιλόπατρις, φιλόθεος, φιλάδελφος, φιλότεκνος, φιλοπάτορας και φιλάνθρωπος. Ενίσχυσε τα σχολεία του Πολυγύρου και ανέθρεψε τον ορφανό ανιψιό του.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Χριστόφορου Κτενά αρχιμ., Τα γράμματα εν Αγίω Όρει και η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, Αθήναι 1928, σσ. 82-84. Αθανασίου Παπά Ηλιουπόλεως μητροπ., Ένα έργο του διακο-Προκόπιου και η ρωσική τεχνοπολιτική στο Άγιον Όρος, Αθήναι 1991. Αγιορείτικης Φωτοθήκης, Πορτραίτα, Άγιον Όρος 2006 (απ’ όπου η φωτογραφία). Άννας Φαρδογιάννη, Ο εν Αγίω Όρει φωτογράφος και αγιογράφος Προκόπιος εκ Πολυγύρου, Πολύγυρος 55/2010, σσ. 20-25.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

Ιερομόναχος Χριστόφορος Καρουλιώτης (+1950) 6 Μαΐου 2019 Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)

 

Το φτωχοκάλυβό του στα φρικτά βράχια των Καρουλίων τ’ ονόμαζε παλατάκι, δίχως ν’ αστειεύεται. Υπήρξε διακριτικός Πνευματικός πατήρ. Είχε σοβαρή αναπηρία στα πόδια του, μα δεν τη λογάριαζε καθόλου. Κοπίαζε συνέχεια και ασταμάτητα. Ο μακαριστός Γέροντας Χερουβείμ, της μονής Παρακλήτου (+1979) τον γνώρισε το 1938.

Αγαπούσε την Αγία Γραφή, τους αγίους Πατέρες, τους οποίους αντέγραφε και μελετούσε προσεκτικά τακτικότατα. Στους υποτακτικούς που του έστελναν οι Γεροντάδες τους προς εξομολόγηση, τους ενέπνεε τον βαθύ σεβασμό που θα ‘πρεπε να τρέφουν πάντοτε προς εκείνους. «Ο Γέροντας», έλεγε, «είναι Θεός μετά τον Θεό, είναι ο μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Είναι ένας Μωυσής».

Ζούσε πολύ φτωχικά στο σχεδόν αιωρούμενο καλύβι τής Γεννήσεως του Κυρίου. Βγαίνοντας στην απλωταριά αισθανόσουν μεγάλο δέος. Η θάλασσα φαινόταν σκοτεινή και βαθιά. Το πέλαγος ανοιχτό και συχνά αγριεμένο. Τόπος απαράκλητος. Είχε μόνο φραγκοσυκιές και πικραμυγδαλιές. Η ακτημοσύνη βασίλευε σε αυτό το υπέροχο «παλατάκι». Από τότε που ζούσε στον Βόλο διακρινόταν για την ασκητικότητά του. Εξομολογούσε κι έκλαιγε μαζί με τον εξομολογούμενο. Στο ίδιο πνεύμα τής άκρας ταπεινώσεως, ησυχίας και ακτημοσύνης ζούσε και ο υποτακτικός του Συμεών. Τηρούσαν απαρασάλευτα τους αρχαίους και ιερούς μοναχικούς θεσμούς και δεν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν καθόλου από αυτούς.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 78-85.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Όσιος Φιλόθεος ο Διονυσιάτης 14 Μαΐου 2011


Γεννήθηκε στη Χρυσούπολη της Καβάλας το 1526. Μικρόν οι Τούρκοι τον άρπαξαν από τη χήρα μητέρα του, μαζί με τον αδελφό του, και τους φυλάκισαν. Με θαυμαστό τρόπο η Θεοτόκος τους εσωσε και τους μετέφερε σε μοναστήρι της μικρασιάτικης Νεάπολης. Αργότερα, η καλή μητέρα του έγινε μοναχή και συνάντησε τα τέκνα της ως μοναχούς.

Ο Φιλόθεος, ως όντως φιλόθεος, «μη φέρων την δόξαν των ανθρώπων και θέλων έκφυγείν ταύτην… ώρμησεν ευθύς της οδού του εν τω Άθω ως έλαφος διψώσα επί τας διεξόδους των υδάτων». Στην αρχή μόνασε στο κοινόβιο της μονής Διονυσίου για αρκετό διάστημα, «ουκ ήρεμα αλλά και ακάθεκτος ην και διψών μόνος μεμονωμένος λαλησαι Θεώ. Προφασισάμενος δε ότι ησθενικώς και εκωφώθη» αποσύρεται σε σπήλαιο εξω της μονής. Εκεί ανεδείχθη θαυμαστός ασκητής και νικητής δαιμόνων. «Τας εύχάς τω Κυρίω εκπληρών και ην διαιτώμενος άρτον και άλας ημέραν παρ’ ημέραν, προσθείς δε Σάββατον και Κυριακήν μόνον σιτίζεσθαι».

Όταν απεκαλύφθη η προσποιητή του ασθένεια, αναγκάσθηκε ν’ αλλάξει τόπο, για να μη τον τιμούν. Στη νέα του κατοικία απέκτησε τρεις μαθητές. Τον κοσμούσε το προορατικό χάρισμα κατά την ωραία βιογραφία του· «Χρόνω δε πολλω προστετηκώς εαυτόν, προσθείς νηστείαν τη νηστεία, αγρυπνία την άγρυπνίαν και πληθύνων πληθύνων τας ευχάς τω Κυρίω ήξίωται προορατικού χαρίσματος».

Ανεπαύθη εν ειρήνη σε ηλικία 84 ετών. Στους μαθητές του είχε δώσει εντολή ο ταπεινόφρων να μη θάψουν το σώμα του, αλλά να το αφήσουν να το φάνε τα θηρία του δάσους. Ο πανάγαθος Θεός όμως το κατηύγασε με φώς, από το όποιο οδηγούμενος ένας μοναχός, παρέλαβε την κάρα του και την παρέδωσε στους μαθητές του οσίου. Η κάρα σώζεται μέχρι σήμερα στη μονή της Πέτρας, της επαρχίας Θεσσαλιώτιδος, σε αργυρή θήκη, και απολαμβάνει μεγάλης τιμής από τους πιστούς. Μέρος τού τιμίου λειψάνου του οσίου, το 1972, μετέφερε ο μακαριστός ηγούμενος αρχιμανδρίτης Γαβριήλ από τη μονή Κορώνης στη μονή Διονυσίου. Ο βίος του οσίου γράφηκε από τον μοναχό Δανιήλ Διονυσιάτη, αντιγράφοντας παλαιότερο κώδικα, τον όποιο μεταγλώττισε ο μοναχός Αγάπιος Λάνδος (1802) και δημοσιεύθηκε αργότερα (Βενετία 1872). Υπάρχει νεώτερη ακολουθία του.

Η μνήμη του τιμάται στις 21 ‘Οκτωβρίου και την Γ’ Κυριακή του Ματθαίου μετά των αγίων της μονής Διονυσίου.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους
Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Χαράλαμπος Καψαλιώτης (1914 – 18 Φεβρουαρίου 1998) 18 Φεβρουαρίου 2016

Μοναχός Χαράλαμπος Καψαλιώτης

Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν· Γερο-Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς. Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την ευχή, την ευχή του Ιησού.

Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. Σε μία μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.

Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου και από Βασί­λειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρύων και της Καψάλας. «Έλεγε συνεχώς την ευχή ψιθυριστά. “Όταν λέμε την ευχή”, έλεγε, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την ευχή». Τον χειμώνα, έλεγε, «ο Κύριος με θερμαίνει». Ζούσε σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: “Αν δεν πίστευα στον Χρι­στό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;”».

Συχνά τον ενοχλούσαν και πολεμούσαν οι δαίμονες, τους πολεμούσε όμως και αυτός, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους!». Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλε­γε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα. Συνήθιζε επίσης να λέει: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».

Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαι­οφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλο­κάγαθος.

Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συ­χνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά και μετά, με τη μακρόσυρτη βαρειά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στό­μα του. Με τη βαρειά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Δια­τηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.

Πηγές – Βιβλιογραφία:
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Αυξέντιος Γρηγοριάτης (1892 – 1 Μαρτίου 1981)


Μοναχός Αυξέντιος Γρηγοριάτης
Γεννήθηκε στη Μάνδρα Αττικής το 1892. Εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Οσίου Μελετίου Κιθαιρώνος. Στη μονή Γρηγορίου ήλθε το 1920. Το 1921 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Υπάκουα διακόνησε τη μονή του ως εκκλησιαστικός, μυλωνάς, μάγειρας, μετοχιάρης και κη­πουρός. Παντού και πάντοτε ήταν φιλόθεος, φιλάδελφος, φιλόπονος και φιλότιμος. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη της Φιλοκαλίας. Φιλακόλουθος στο έπακρον. Ασθενής και ηλικιωμένος έτρεχε στο Καθολικό καθημερινά πριν αρχίσει η ακολουθία.

Η ευχή του Ιησού είχε γίνει ένα με την αναπνοή του. Έλεγε: «Πολλές φορές βλέπω προς το δεξιό μέρος φως· αυτό το βλέπω όταν κάνω τον κανόνα με το κομβοσχοίνι· το βλέπω δε τακτικά και μετά πάλι φεύγει … Αισθάνεται κανείς ένωση με τον Θεό. Καταλαβαίνει ότι το παν είναι ο Θεός. Μόνον αυτός είναι και τίποτε άλλο. Το κυριότερο είναι η αγάπη που έρχεται στην καρδιά για τον Χριστό. Αυτό είναι και τίποτε άλλο… Εγώ δυστυχώς έχω αναισθησία… Όταν ομιλώ, μετά δυ­σκολεύομαι στην πνευματική εργασία, διότι μου έρχονται λογισμοί άλλοι…».

 Σ’ ένα υποψήφιο Ιερομό­ναχο είπε, όταν του ζήτησε να τον συμβουλέψει: «Να έχεις βαθιά ταπείνωση και να αποφεύγεις τα σκάνδαλα. Εάν κάποτε φταίξει κάποιος σε σένα, να πας να συμ­φιλιωθείτε και μετά να λει­τουργήσεις. Να μην δέχεσαι ποτέ λογισμούς, αλλά να τους διώχνεις και να λες συνεχώς το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” Αυτό είναι το παν. Ο ίδιος ο Χριστός θα σε διδάσκει τότε και θα σε φωτίζει. Μόνο να κοιτάς ο νους σου να είναι μέσα στην καρδιά. Όταν όμως κουράζεσαι, να λες το “Κύριε Ιησού Χριστέ” και με το στόμα. Έτσι θα νικάς τους λογισμούς. Εάν όμως καμιά φορά ο λογισμός επιμένει και δεν μπορείς να τον διώξεις, να πηγαίνεις στον ηγούμενο, να προσπίπτεις και να εξο­μολογείσαι. Έτσι θα ελευθερώνεσαι. Εγώ αυτό που έχω να σας πω είναι το “Κύριε Ιησού Χριστέ” και τίποτε άλλο. Να πηγαίνετε στον Γέ­ροντα και να εξομολογείσθε τακτικά. Αυτός ξέρει πολλά, είναι θεολόγος, εγώ είμαι τυ­φλός και στην ψυχή και  στο σώμα».

Κανείς δεν τον θυμάται στο μοναστήρι του ν’ αργολόγησε, ν’ αργοσχόλασε, να γέλασε, ν’ αντιμίλησε, να όκνευσε. Τον θυμόμαστε κι εμείς σοβαρό, συνετό, σεμνό, να βαδίζει αργά, να στέκε­ται όρθιος στην εκκλησία, να σταυροκοπιέται ευλαβικά, να μην αφήνει το κομποσχοίνι. Δεν πέρναγε από το νου του ποτέ ότι είναι κάποιος ενάρετος. Είχε ειλικρινή αυτομεμψία. Προσευχόταν και κοιμώμενος. Ολιγόφαγος και λιτόφαγος πάντοτε.

Σε αυτόν ίσχυε απόλυτα το «Μοναχός εστιν αληθώς ο μηδέν έχων εν τω παρόντι βίω ει μη μόνον τον Χριστόν». Όταν κάποτε άπλωσε το πολυμπαλωμένο παντελόνι του και του το άλλαξαν μ’ ένα καινούργιο, δεν το έπαιρνε, ούτε και ζητούσε το παλιό το δικό του. Έτσι αναγκάστη­καν να τον αφήσουν στον πλούτο της πενίας του. Ήταν ανόρεχτος για κάθε φθαρτό, πρόσκαιρο και γήινο. Μ’ ένα ζευγάρι υποδήματα πέρασε έξι δεκαετίες καλογερικής ζωής. «Ο μοναχός», έλεγε, «να μην πιάνει κουβέντα με τους λογισμούς». «Ο λαϊκός να τηρεί τις δέκα εντολές». Ζούσε μυστικές καταστάσεις της θείας χάριτος στην ουρανότρωτη καρ­διά του, μα πολύ σπάνια μιλούσε γι’ αυτές. Όταν κάποτε έπεσε και κτύπησε, αντί για βόγγους άκουγες την ευχή. Αν πέρναγες από το κελλί του, άκουγες να έχει γίνει ανάσα του, παραμιλητό του, τραγούδι του, ύμνος ευχαριστίας, παρακλήσεως και δοξολογίας, μονάκριβη δοξολο­γία, η ευχή του Ιησού. Κοιμήθηκε σε βαθιά γεράματα, ο έτοιμος από καιρό, την Κυρια­κή της Ορθοδοξίας, ο ορθοδοξότατος, αφού κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και είπε το «δι’ ευχών». Ήταν 1η  Μαρτίου του 1981. Κα­νένας δεν είχε να πει κάτι, έστω κάποια ελάχιστη μομφή, γι’ αυτόν τον αληθινό μοναχό. Δεν στενοχώρησε ποτέ κανένα. Ο ηγούμενος της μονής αρχιμανδρίτης Γεώργιος άρχισε τον επικήδειο του έτσι: «Αισθανόμεθα όλοι την ανάγκη, πατέρες και αδελφοί μου, να ευχαριστήσουμε εκ βά­θους καρδίας τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό μας, ο οποίος μέσα στις πολλές και μεγάλες δωρεές Του προς εμάς, τα ευτελή Του τέκνα, μας έδωσε κι αυτή την μοναδική και μεγάλη ευλογία να γνωρίσουμε και να ζήσουμε κοντά στον άγιο αυτόν άνθρωπο, τον οποίο σήμερα κηδεύουμε, τον μακαριστό και όντως όσιο Γέροντα π. Αυξέντιο …».

Πήγες – Βιβλιογραφία

Γεωργίου Γρηγοριάτου αρχιμ., Επικήδειος λόγος στην εκφορά του μακαριστού Γέροντος Αυξεντίου Γρηγοριάτου, Ο Όσιος Γρηγόριος 6/1981, σσ. 86-90. Παναρέτου Γρηγοριάτου ιερομ., Γεγονότα εκ της ζωής του Γέροντος Αυξεντίου, Ο Όσιος Γρηγό­ριος» 6/1981, σσ. 91-97. Φ. Γ. Μ., Η οσιακή πολιτεία κι η μακαρία κοίμησις του π. Αυξεντίου, Ο Όσιος Γρηγόριος 6/1981, σσ. 98.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικόν, τ. Β, Εκδ. Μυγδονία, σσ.999-1003

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Παχώμιος Παντοκρατορινός (1880 – 22 Απριλίου 1974)

 /

Kelli Agiou Georgiou Faneromenou

Το Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, στην Παντοκρατορινή Καψάλα

Ο κατά κόσμον Νικόλαος Τριαντάφυλλου ήταν από το χωριό Καλύβια της Β. Εύβοιας. Υπήρξε μετανάστης στην Αμερική, έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού. Μετά τον θάνατο του παιδιού του, επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια, υστέρα και από άλλες πικρές περιπέτειες της ζωής του. Κατευθύνθηκε πρώτα στη μονή Κουτλουμουσίου, όπου μόναζε ένας ενάρετος συμπατριώτης του, ο μοναχός Ιωάσαφ († 1928). Εκεί ασθένησε και τον επισκέφθηκε ο Γέροντας Ευλόγιος από το Κελλί του Φανερωμένου, ως πρακτικός ιατρός, για να τον συνδράμει. Έτσι γνωρίσθηκαν και συνδέθηκαν και αργότερα τον ακολούθησε στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, το 1908. Εκάρη μοναχός το 1912.

Iera Moni Pantokratoros

Ο Γέροντας Παχώμιος υπήρξε πνευματικός εγγονός του Γέροντα Χατζη-Γιώργη. Ήταν απλός, ήρεμος και ησύχιος. Είχε οσιακό τέλος. Τρεις ημέρες προ της εκδημίας του κάλεσε τον υποτακτικό του Γεώργιο († 1982) και του είπε να πάει να προμηθευθεί ψάρια για την επικείμενη εορτή του Αγίου Γεωργίου και για την κηδεία του. «Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό», είπε, «με τον Άγιο Γεώργιο, δεν θα είμαι μαζί σας». Έτσι κι έγινε. Με χαρά ψυχής μεγάλη μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων δοξάζοντας εκ βαθέων τον Πανάγαθο Θεό. Την ώρα που εξήρχετο η ψυχή του, στις 22.4.1974, ακούσθηκε αγγελικός χαιρετισμός: «Χαίροις ψυχή απερχομένου». Ο μοναχός Γεώργιος που τον διακονούσε το άκουσε καλά. Ταυτόχρονα ευωδίασε όλο το κελλί και ιδιαίτερα το δωμάτιο του Γέροντος Παχωμίου, που είχε πριν βαριά μυρωδιά από τη μακρά ασθένεια του κατάκοιτου Γέροντος. Ο Γέροντας Παΐσιος γράφοντας για τους ενάρετους Αγιορείτες πατέρες αναφέρει: «Ο πατήρ Παχώμιος γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο. Ο καλός Θεός να αξιώσει και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό».

Πήγες – Βιβλιογραφία

Δαβίδ ιερομ., Ο Γέρων Ευλόγιος του Φανερωμένου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 20-21. Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σσ. 43-44.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 885-886