Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ Ο συγκεράσας την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής της Αιγύπτου

Ανάμεσα στους φωτεινούς ασκητές, διαπρεπείς πατέρες και πολύτιμους εκκλησιαστικούς συγγραφείς εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος στις 4 Φεβρουαρίου τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «ἱερατικῆς καί ἀσκητικῆς πολιτείας κανών» κατἀ τον Μέγα Φώτιο, ο «ἀγγελικόν ἄντικρυς μετελθών βίον» κατά τον ιστορικό Ευάγριο.

Ο Άγιος Ισίδωρος, ο οποίος αναδείχθηκε στύλος και εδραίωμα της Εκκλησίας, γεννήθηκε γύρω στο 350 μ.Χ. στο Πηλούσιο της Αιγύπτου, το οποίο βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο του δέλτα του Νείλου, κοντά στη σημερινή κωμόπολη Τινέχ και το Πορτ Σάιντ. Μάλιστα η ερειπωμένη πλέον σήμερα πόλη του Πηλουσίου του έδωσε και την προσωνυμία «Πηλουσιώτης». Οι ευσεβείς, ενάρετοι και πλούσιοι γονείς του διέκριναν από πολύ νωρίς τη φιλομάθειά του και επιμελήθηκαν την υψηλή μόρφωση και την εξαιρετική ανατροφή του. Γύρω στο 370 μ.Χ. ο Άγιος Ισίδωρος πήγε στην περιώνυμη πόλη της Αλεξάνδρειας για να σπουδάσει. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Μέγα Αθανάσιο και φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή, όπου διευθυντής ήταν ο Δίδυμος ο Τυφλός, ο οποίος υπήρξε και ο διδάσκαλός του. Σπούδασε την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά παράλληλα μελετούσε και τα έργα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ενώ καθημερινά εντρυφούσε μέσα στα χωρία της Αγίας Γραφής. Ο Άγιος Ισίδωρος υπήρξε θαυμαστής και υπέρμαχος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και συστηματικός μελετητής των έργων του. Παράλληλα ήταν και ένθερμος μιμητής του ύφους και των ιδεών του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε αγωνίσθηκε με θάρρος για την αποκατάσταση και την επαναγραφή του ονόματος του Ιερού Χρυσοστόμου στα δίπτυχα της Αλεξανδρινής Εκκλησίας ύστερα από τη διαμάχη και τη σύγκρουση του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση και την εξορία του Ιερού Πατρός. Ο Μέγας Αθανάσιος διακρίνοντας την αρετή, την ευσέβεια και την ευρεία θεολογική κατάρτιση του Αγίου Ισιδώρου, τον χειροτόνησε ιερέα. Σε όλη τη μετέπειτα ιερατική και μοναχική του πορεία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό, έχοντας ως φωτεινό πρότυπό του τον Τίμιο Πρόδρομο και ως μόνιμο μέλημά του την ανόθευτη διατήρηση της ορθοδόξου πίστεως. Μετά τις σπουδές και την εις πρεσβύτερον χειροτονία του από τον Μέγα Αθανάσιο επέστρεψε στη γενέτειρά του, το Πηλούσιο της Αιγύπτου, όπου ανέπτυξε μεγάλο ιεροκηρυκτικό έργο. Αναδείχθηκε σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής εκατοντάδων ψυχών, οι οποίες κοντά του έβρισκαν την παρηγοριά και την ανακούφιση. Απέκτησε κύρος και πνευματική ακτινοβολία και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί τον θεωρούσαν άνδρα αγιότητος και απαστράπτουσας αρετής. 

Γύρω στο 400 μ.Χ. αποφάσισε να εγκαταλείψει τα «ἐν τῷ κόσμῳ» και να αποσυρθεί σε μοναστήρι της περιοχής. Εκεί υποτάχθηκε σ’ έναν γέροντα και «μόνος πρός μόνον τόν Θεόν γενόμενος» ασκήθηκε στην εγκράτεια, την ακτημοσύνη, την προσευχή, την υπακοή και την περισυλλογή για να γίνει σύντομα «τῶν μοναστῶν τό κλέος». Μελετούσε αδιάλειπτα την Αγία Γραφή, αλλά και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έφτασε σε τέτοιο αγιοπνευματικό επίπεδο και σε τέτοια πνευματική ωριμότητα, ώστε εκατοντάδες πιστοί τον αναζήτησαν και αφού βρήκαν το μοναστήρι, στο οποίο μόναζε, τον επισκέπτονταν για να οικοδομηθούν πνευματικά και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Στους πολυάριθμους επισκέπτες πρόσφερε μαζί με την ψυχική ανάπαυση και παροιμιώδη φιλοξενία, προέτρεπε δε τους χριστιανούς να είναι φιλόξενοι, γεγονός που επιβεβαιώνεται και σε επιστολή του, στην οποία επιπλήττει δριμύτατα όσους δεν προσφέρουν φιλοξενία σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης κατέστη με την ασκητική του ζωή και τον ενάρετο βίο του επόπτης όλων των μοναστηριών και των μοναχών της περιοχής, αφού με τις συνεχείς νουθεσίες του στήριζε και καθοδηγούσε πνευματικά τους μοναχούς. Επιπλέον οδήγησε τα μοναστήρια σε τέτοια πνευματική ακμή και λάμψη, ώστε αναδείχθηκαν φωτεινοί φάροι και ισχυροί προμαχώνες της ορθοδόξου πίστεως. Το ολοένα και αυξανόμενο πλήθος των χριστιανών, το οποίο κατέφθανε στο μοναστήρι για να καθοδηγηθεί πνευματικά, τον ανάγκασε να αποσυρθεί σε ερημική τοποθεσία για να επιδοθεί με περισσότερη ησυχία στην προσευχή, τη μελέτη και την άσκηση. Η πνευματική του ωριμότητα με τη συνεχή άσκηση και προσευχή και η πολυμάθειά του τον ανέβασαν σε τέτοιο υψηλό επίπεδο σοφίας και διανόησης, ώστε απέκτησε το χάρισμα να ερμηνεύει και τα πιο δύσκολα χωρία της Αγίας Γραφής, αλλά και να δίνει την απαιτούμενη λύση και απάντηση σε κάθε απορία και σε κάθε πρόβλημα πιστού, αφού ακόμη και στην έρημο τον αναζήτησαν εκατοντάδες ταλαιπωρημένες ψυχές. Μάλιστα αναπτύχθηκε μεταξύ του Αγίου και των χριστιανών μια μοναδική και αξιομνημόνευτη αλληλογραφία, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο αριθμό των σωζομένων επιστολών του που ανέρχονται σε 2.000 και διακρίνονται για τη λακωνικότητα, το κομψό ύφος και συχνά τον ποιητικό τους λόγο. Οι πολυάριθμες αυτές επιστολές, οι οποίες αποτελούν ένα άριστο θησαυροφυλάκιο συμβουλευτικής σοφίας και πείρας, πραγματεύονται δογματικά και απολογητικά θέματα, θέματα ερμηνείας της Αγίας Γραφής, καθώς και θέματα με ηθικοθρησκευτικό περιεχόμενο, απευθύνονται δε σε διάφορες τάξεις: σε αυτοκράτορες, επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, πλούσιους, φτωχούς και λογίους. Με τον πύρινο λόγο του στις επιστολές έφτασε ο σοφός και ασκητικός Άγιος Ισίδωρος να επιπλήξει και να ελέγξει με αυστηρότητα ακόμη και αυτοκράτορες και ισχυρούς εκκλησιαστικούς άνδρες με σκοπό να τους παροτρύνει να συναισθανθούν τα λάθη τους και να επανορθώσουν, όπως έγινε με τον Πατριάρχη Θεόφιλο, τον Επίσκοπο Πηλουσίου Ευσέβιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Στις επιστολές του απαντούσε πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ψυχής και με οδηγό την ανιδιοτελή αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη βαθειά πίστη και τις αρετές της διάκρισης και της σύνεσης. Παρόλο που ήταν αυστηρός και ανυποχώρητος στην αμαρτία, την αδικία, την πλάνη και την αίρεση, ήταν ταυτόχρονα ευαίσθητος, προσιτός και ανθρώπινος. 

 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τον χώρο της Εκκλησίας και τους κληρικούς που διακονούν σ’ αυτή, αλλά και δεν δίστασε να καυτηριάσει τους φαύλους κληρικούς της εποχής του, εναντίον των οποίων συνέγραψε ελεγκτικές επιστολές επιδιώκοντας να τους φέρει σε συναίσθηση. Στηλίτευσε με αυστηρότητα τα θλιβερά φαινόμενα της σιμωνίας και της φιλαργυρίας στους κληρικούς όλων των βαθμίδων, φαινόμενα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα τραυματίζουν το σώμα της Εκκλησίας, προσβάλλουν την αποστολή και το έργο των αξίων κληρικών και σκανδαλίζουν τους πιστούς. Ενδεικτικός είναι ο μεγάλος αριθμός επιστολών που συνέγραψε ο Άγιος Ισίδωρος για τους μιαρούς, φιλάργυρους, εγωιστές, φλύαρους, πονηρούς, ματαιόδοξους, σιμωνιακούς και απερίσκεπτους κληρικούς, οι οποίοι μόλυναν με τον βίο και τη συμπεριφορά τους το Ιερό Θυσιαστήριο, όπως ο Ζώσιμος, ο Μάρων και ο Μαρτινιανός, ενώ δεν παραλείπει να στιγματίσει και τους υποψήφιους επισκόπους που προσπαθούν να ανέλθουν στον επισκοπικό θρόνο με ανεντιμότητα, διαπράττοντας το φοβερό αμάρτημα της σιμωνίας. Μέσα από τις επιστολές του παρουσιάζει την ιεροσύνη ως θείο αξίωμα και ως ουράνιο αγαθό, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη φύση για να υπηρετεί την πρώτη και να μεταβάλλει προς το ανώτερο τη δεύτερη. Επιπλέον ο υποψήφιος κληρικός πρέπει να έχει ασκηθεί στην υπακοή, την εγκράτεια και την υπομονή και να έχει επιδοθεί ο ίδιος σε πνευματικό αγώνα για να είναι κεκοσμημένος με αρετές και έτσι να μπορέσει ορθά να καθοδηγήσει τις ανθρώπινες ψυχές. Σε μια επιστολή του ο Άγιος αναφέρει τα ακόλουθα για τον ιερέα: «Ἅπτει λύχνον ὁ Θεός Ἱερέα καί τίθησιν αὐτόν ἐπί τήν λυχνίαν τῆς ἑαυτοῦ φωτοφόρου καθέδρας, ἴνα ἐξαστράπτῃ φωτισμόν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ δογμάτων καὶ πράξεων», ενώ για τους ανάξιους κληρικούς, τους οποίους αποκαλεί «επιδρομείς», αναφέρει ότι όταν κάποιος νόθος και ανάξιος εισέλθει με τη βία στο αξίωμα της ιεροσύνης, τότε ο στολισμός του ιερατικού αξιώματος μεταβάλλεται σε απρέπεια. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι το να σφάλει και να αμαρτάνει κάποιος λαϊκός είναι φοβερό, το να σφάλει όμως ιερωμένος είναι φοβερότερο, ενώ θεωρεί αναγκαίο το μέτρο σε όλα, ακόμη και στην τροφή, την κατοικία, την ενδυμασία, τη φωνή και το βάδισμα. Έτσι είναι ανούσιο να νηστεύει κανείς από τη μια και να πλουτίζει από την άλλη. Με αυστηρότητα αντιμετώπιζε ο Άγιος Ισίδωρος και αυτούς που φλέγονται από την επιθυμία να γίνουν επίσκοποι χωρίς να έχουν τη συναίσθηση της βαρύτατης πνευματικής αποστολής τους, αλλά και των πολλαπλών υποχρεώσεων και των πολυεύθυνων καθηκόντων του επισκοπικού αξιώματος απέναντι στον λαό που καλούνται να διαποιμάνουν. 

  

Εκτός από τις πολυάριθμες επιστολές ο Άγιος Ισίδωρος έγραψε και δύο θαυμάσιες πραγματείες, η μία με τίτλο: «Λόγος πρός Ἕλληνας», στην οποία υπερασπίζεται τη Θεία Πρόνοια εναντίον εκείνων που την αρνούνται και η δεύτερη με τίτλο «Περί τοῦ μὴ εἶναι εἱμαρμένην», στην οποία αποδεικνύει την ανυπαρξία της μοίρας. Ο πάνσοφος και πανόλβιος Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «γράμμασι τῆς θείας σοφίας καί τῆς ἔξω ἐξησκημένος» επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και στην καταπολέμηση των αιρέσεων, όπως της αίρεσης του Νεστορίου. Μάλιστα ζήτησε μέσω επιστολής του από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να συμμετάσχει ο ίδιος στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ., ενώ από τον Άγιο Κύριλλο Πατριάρχη Αλεξανδρείας ζήτησε να μετριάσει το μένος του εναντίον του αιρεσιάρχου. Στους λόγους του ο Άγιος Ισίδωρος προβάλλει πάντοτε τη μεγάλη σπουδαιότητα της Αγίας Γραφής και τη διδασκαλία των Μεγάλων Πατέρων και κυρίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο θεωρεί «τῶν ἐν Βυζαντίῳ καί πάσης Ἐκκλησίας ὀφθαλμόν», ενώ θεωρεί την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού ως «τό μέγα μυστήριο τῆς εὐσεβείας». Κάποια στιγμή έφθασε όμως και η ώρα που ο δικαιοκρίτης Κύριος της ζωής και του θανάτου τον κάλεσε κοντά Του. Έτσι στις 4 Φεβρουαρίου του 437 μ.Χ. και έχοντας επιστρέψει στο αγαπημένο του μοναστήρι, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή για να παραμείνει στη συνείδηση των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης ως ένας ταπεινός, σοφός, ενάρετος και πολυγραφότατος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού. 

  

Η απαστράπτουσα αρετή, ο ασκητικός του βίος και το πολύπλευρο έργο του οδήγησαν και στη διάδοση της τιμής του με την ανέγερση ιερών ναών επ’ ονόματί του. Αξιομνημόνευτος είναι ο ευρισκόμενος στη νοτιοδυτική πλαγιά του ιστορικού λόφου του Λυκαβηττού των Αθηνών γραφικός και κατανυκτικός ναός του Αγίου Ισιδώρου, όπου το Ιερό του Βήμα βρίσκεται μέσα σε σπήλαιο. Ο ιστορικός αυτός ναός των Αθηνών, ο οποίος ανακαινίσθηκε εκ βάθρων το 1931 και ήταν γνωστός στους παλαιούς Αθηναίους ως «Άγιος Σιδερέας», φέρει την προσωνυμία «Άγιοι Ισίδωροι», αφού σε τρεις φορητές εικόνες του ναού συναπεικονίζονται ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης και ο Άγιος Ισίδωρος ο εν Χίω. Γι’ αυτό και ο ναός πανηγυρίζει τόσο στις 4 Φεβρουαρίου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου όσο και στις 14 Μαΐου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του εν Χίω. Στις δύο ετήσιες πανηγύρεις του ναού τελούνται οι ιερές ακολουθίες προς τιμήν των δύο εορταζομένων Αγίων, ενώ λιτανεύεται με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων Ισιδώρων. Επίσης στο παρακείμενο από τον ναό των Αγίων Ισιδώρων σωζόμενο σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου τελείται κατ’ έτος στις 13 Σεπτεμβρίου πανήγυρη επί τη μνήμη του ενδόξου Αθηναίου φιλοσόφου, απολογητού και μάρτυρος του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος σύμφωνα με τον αείμνηστο φιλίστορα Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη προσερχόταν στο σπήλαιο για να προσευχηθεί και να ενισχυθεί πνευματικά στον αγώνα του υπέρ της υπεράσπισης των διωκομένων χριστιανών. Επ’ ονόματι του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου τιμάται και ο ναός του Β΄ Κοιμητηρίου Αθηνών στην περιοχή των Άνω Πατησίων, ο οποίος ανεγέρθηκε επί των ημερών του Δημάρχου Αθηναίων Αριστείδου Σκληρού εις μνήμην του πατρός του Ισιδώρου. 

Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης στο παραδοσιακό χωριό της Άνω Κορακιάνας στο καταπράσινο και ευλογημένο νησί της Κέρκυρας, όπου σε μια θαυμάσια εξοχική τοποθεσία με πανοραμική θέα βρίσκεται από τον 17ο αιώνα ένα γραφικό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο. Ο ιστορικός αυτός ναός κτίσθηκε σύμφωνα με το ευρεθέν χειρόγραφο το έτος 1640 από τον ευσεβή γαιοκτήμονα της περιοχής Θεόφιλο Προσαλένδη και έχει μεγάλη θαυματουργική φήμη, αφού άπειρα είναι τα θαύματα που έχει τελέσει ο Άγιος Ισίδωρος με τη χάρη του Θεού και έχουν καταγραφεί τόσο στην προφορική παράδοση της περιοχής όσο και σε παλαιές χειρόγραφες φυλλάδες. Είναι ενδεικτικό ότι σε φυλασσόμενη στον ναό εικόνα του Αγίου, η οποία ιστορήθηκε το 1950 και λιτανεύεται από το 1990 την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου, απεικονίζονται δύο από τα επιτελεσθέντα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου, η διάσωση του Ευσταθίου Μεταλληνού το 1875 και η διάσωση του γιου του Επαμεινώνδα από το χωριό Άφρα το 1925. Τα πολυάριθμα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στο χωριό Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας οδήγησαν στην καθιέρωση εκκλησιαστικής πανηγύρεως προς τιμήν του θαυματουργού Αγίου την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου με την αθρόα συμμετοχή του λαού, κατά την οποία λιτανεύεται και η ιερά και θαυματουργή εικόνα του τιμωμένου Αγίου. Γι’ αυτό τον λόγο και εποιήθη το 1993 από τον Ελλογιμώτατο κ. Χαραλάμπη Μπούσια ιερά ακολουθία, η οποία εξυμνεί τα θαύματα του Αγίου στην Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας και η οποία ενεκρίθη το 1996 από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο ίδιος χαρισματικός υμνογράφος έχει ποιήσει Παρακλητικό Κανόνα, Χαιρετιστηρίους Οίκους και Εγκώμια προς τιμήν του Αγίου. 

  
Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τιμάται με ιδιαίτερη ευλάβεια και τιμή και στον ομώνυμο ιερό ναό στον Κάβο Σίδερο της Κρήτης, ο οποίος είναι το ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου και βρίσκεται σε απόσταση 32 χιλιομέτρων από τη Σητεία. Ο ναός διαθέτει και κελιά, αφού αποτελούσε παλαιά μονή, βρίσκεται δε σε μια άνυδρη περιοχή άγριας φυσικής ομορφιάς. Σήμερα ο ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον Κάβο Σίδερο αποτελεί μετόχιο της εντυπωσιακής για τον φρουριακό της χαρακτήρα και ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής Τοπλού, δέχεται δε πολυάριθμους πιστούς κατά την ετήσια πανήγυρή του στις 4 Φεβρουαρίου, όπου τους δίδεται η ευκαιρία να γευθούν παραδοσιακό κρητικό φαγητό, αλλά και να μαζέψουν τις περίφημες αγριοαγκινάρες που αφθονούν στην περιοχή. 

 
Ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου υπάρχει και στην περιοχή Εψιμιά της Ιεράς Νήσου Πάτμου, ο οποίος ανεγέρθηκε με δαπάνη του αοιδίμου Επισκόπου Τράλλεων κυρού Ισιδώρου Κρικρή του Πατμίου (1938-2007), του και διατελέσαντος Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου κατά τα έτη 1975-1982 και 1986-1997. Ο αοίδιμος κτίτωρ του ναού της Πάτμου και ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου Ισίδωρος Κρικρής ενταφιάσθηκε σύμφωνα με την πατμιακή εκκλησιαστική τάξη στον νάρθηκα του ναού του ομωνύμου και προστάτου του αγίου, του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, τον οποίο τόσο πολύ αγάπησε και είχε ως φωτεινό πρότυπο σε όλη τη διάρκεια της ιερατικής και αρχιερατικής του διακονίας. 


Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης έρχεται στη σημερινή αλλοπρόσαλλη και εγωκεντρική εποχή να μας διδάξει, να μας αφυπνίσει και να μας παραδειγματίσει, αφού ήταν αυτός που συγκέρασε την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία, διδάσκοντας τους πιστούς να έχουν σωφροσύνη, ανδρεία, ημερότητα, δικαιοσύνη και προ πάντων αγάπη, η οποία είναι ο θησαυρός όλων των αρετών. Μόνο με την αρετή, την προσευχή και την πίστη θα μπορέσει ο χριστιανός σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου να κερδίσει τα ουράνια αγαθά και να γίνει ευάρεστος στον Θεό, Τον οποίο ο θεοφόρος ασκητής και σοφός διδάσκαλος από το Πηλούσιο της Αιγύπτου Άγιος Ισίδωρος χαρακτηρίζει ως υπέρτατο Ον και ως αΐδιο, παντοδύναμο, αγαθό, δίκαιο, μακρόθυμο, φιλάνθρωπο, αναμάρτητο, αναλλοίωτο και δημιουργό των πάντων. 
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός

Ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης


Άγιος Ακάκιος ο καυσοκαλυβίτης

Ο όσιος Ακάκιος (κατά κόσμον Αναστάσιος) γεννήθηκε το 1630 στο χωριό Γόλιτζα Αγράφων Καρδίτσης, σήμερα «Άγιος Ακάκιος».  Ήταν φύση ασκητική και γι' αυτό πολλές φορές έφευγε σε μέρη ερημικά και προσεύχονταν. Σε ηλικία 23 ετών εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Αγίας Τριάδος Σουρβίας, στη Μακρινίτσα Πηλίου. Εδώ έκανε υπερβολικούς, υπέρ φύση αγώνες. Πολλές φορές μάλιστα έφευγε στο δάσος αγρυπνώντας και προσευχόμενος. Αργότερα, θέλοντας να βιώσει περισσότερο την πνευματική ζωή, πήγε στο Άγιο Όρος. Αφού γύρισε τις περισσότερες μονές και σκήτες κατέληξε στην σκήτη της Αγίας Άννης και αργότερα στα Καυσοκαλύβια, στο σπήλαιο όπου είχε ασκητεύσει ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης. Υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, με μεγάλες δυσκολίες διαβιώσεως και υπερβολική άσκηση (δεν έτρωγε μαγειρεμένο φαγητό), οικειώθηκε τη θεία χάρη και έγινε μέτοχος των αρετών και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Η διορατικότητα μάλιστα του γέροντα Ακακίου έγινε γνωστή μέσα και έξω από το Όρος. Έτσι, πολλοί επισκέπτονταν το ασκητήριό του για να τον συμβουλευθούν. Με τον καιρό συγκεντρώθηκαν αρκετοί μοναχοί γύρω από το γέροντα. Η οργάνωση της μοναστικής αυτής κοινότητος σε σκήτη αποδίδεται στον όσιο Ακάκιο και ανάγεται στο 1700. Παράλληλα υπήρξε προπονητής τριών οσιομαρτύρων, του Αγίου Ρωμανού - Καρπενησιώτη, του Αγίου Νικοδήμου από το Ελβασάν της Αλβανίας και του Αγίου Παχωμίου του Ρώσου. Αξιώθηκε από το Θεό μεγάλων χαρισμάτων, όπως της νηστείας, της προσευχής, των πολλών δακρύων, της αγρυπνίας, της διορατικότητος και της θαυματουργίας. Παρέδωσε στο Θεό την αγία ψυχή του πλήρης ημερών, σε ηλικία 100 ετών, τη 12η Απριλίου 1730, Κυριακή των Μυροφόρων, ημερομηνία κατά την οποία επιτελείται και η οσία μνήμη του. Στο φερώνυμο χωριό Άγιος Ακάκιος, η εορτή του πανηγυρίζεται την Πέμπτη της Διακαινησίμου, ενώ στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, την Κυριακή των Μυροφόρων και την πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου, μαζί με τους άλλους 7 Καυσοκαλυβίτες οσίους.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄

Ἀκακία ἐμπρέπων Πάτερ Ἀκάκιε, και λαμπρότητι βίου ὡς σελασφόρος ἀστήρ, την παλαίθετον ζωήν Ὁσίων ἔδειξας. σύ γάρ αὐτοῖς ἁμιλληθείς, πλήρης ὤφθης φωτισμοῦ, τον Ἄθω καταπυρσεύων, τοῖς ἐναρέτοις σου τρόποις, δι' ᾦν εγένου κληρονόμος Χριστοῦ.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ 21 ΑΙΩΝΑ



ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ 21 ΑΙΩΝΑ

Μόλις κυκλοφόρησε τό νέο βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης
Ἡ ἁγιότητα στόν 21ο αἰώνα

Μετά τοῦ Παρακλητικοῦ κανόνος πρός τόν Ἅγιο

Ἔκδοση Ἱ. Καλύβης Ἁγίου Ἀκακίου
Σειρά: Ἐρημοπολῖτες ἀρ. 10

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ  2014

(...) Διαβάζοντας τίς πολύτιμες αὐτές μαρτυρίες γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, ἀντιλαμβανόμαστε πώς ἡ ζωή πολλῶν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γνώρισαν καί συναναστράφηκαν τόν Ἅγιο ἄλλαξε ριζικά, γιατί ἡ παρουσία του ἦταν καταλυτική καί σφράγισε τήν ὕπαρξή τους.
     Γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς, μετά τήν παράθεση ἑνός συνοπτικοῦ διαγράμματος τοῦ Βίου του, θά ἐμβαθύνουμε καί θά ἀναδείξουμε ἐκεῖνα τά θαυ­μα­στά πε­ρι­στα­τι­κά, πού σχε­τί­ζον­ται κυρίως μέ τίς ἀπαρχές τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἀλλά καί τή φιλάνθρωπη ποιμαντική διακονία του, καί τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά ἑρμηνεύσουμε τήν χαρισματική αὐτή προσωπικότητα σέ ὅλες της τίς διαστάσεις.
     Στή συνέχεια, καί ἀπό τίς θεόπνευστες διδαχές τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, θά παραθέσουμε ἀποστάγματα μιᾶς σοφίας καί ἑνός λόγου, πού ζωογονεῖ διαρκῶς τίς ψυχές μας ἀπό τήν αὔρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
     Τό κείμενό μας ὁλοκληρώνεται μέ τίς ἀναπολήσεις τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Πορφυρίου γιά τόν τόπο τῆς μετανοίας του, τό Ἅγιον Ὄρος, καί γιά τό πῶς ἡ ἁγιασμένη αὐτή μορφή εἶχε βιώσει τή μοναχική ζωή στά ἐρημικά ἀλλά ἐράσμια Καυσοκαλύβια.
    Δημοσιεύουμε τέλος τόν Παρακλητικό Κανόνα, πού συνέταξε κατόπιν παρακλήσεώς μας, ὁ ἐξ Ἀγρινίου καλλικέλαδος ἱεροψάλτης Εὐάγγελος Μποτσέτος, ὡς ἄνθος εὐλαβείας πρός τόν Ἅγιο. Ἔτσι συμβάλουμε ταπεινά στήν κάλυψη τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀναγνώστη πού θά θελήσει νά ἐπικαλεστεῖ τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, διαμορφώνοντας ἔτσι μία ἀμεσότερη σχέση καί κοινωνία μαζί του. Τόν εὐχαριστοῦμε πολύ, ὅπως εὐχαριστοῦμε καί ὅλους ὅσοι συνέβαλαν στήν παρούσα ἔκδοση. Εὐχόμαστε τό ταπεινό μας αὐτό πόνημα νά ἀποτελέσει ἕνα ἀκόμη ἐφαλτήριο τοῦ πιστοῦ ἀναγνώστη γιά νέες πνευματικές ἀναβάσεις⋅ προσάναμμα πού ὑποδαυλίζει τήν ψυχή στόν θεῖο ἔρωτα.
    Ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, μέ τήν αὐ­θεν­τι­κό­τητα τῆς ἁ­πλό­τη­τας καί τή γνη­σι­ό­τητα τοῦ ἀ­πα­ρα­χά­ρα­κτου μο­να­χι­κοῦ καί ἱερατικοῦ του βίου, ἐ­πα­λη­θεύ­ει δι­αρ­κῶς τό μυ­στή­ριο τῆς πί­στεως καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τήν πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στόν κό­σμο μας, πι­στο­ποι­ών­τας τή δυ­να­τό­τητα πού ἔ­χουμε ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι γιά κοι­νω­νία μέ τόν Θεό καί με­τοχή στήν αἰ­ω­νι­ό­τητα. Ὁ τρό­πος καί ὁ δρό­μος τῆς θε­ώ­σεως καί τῆς σω­τη­ρίας τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καί ἀ­σφα­λής. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῶν Ἁ­γίων...
     Ὁ νέος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Πορφύριος, ἄνοιξε στόν καθένα μας μιά νέα προοπτική γιά τό πῶς νά ζήσουμε σάν χριστιανοί μέσα στόν ταραγμένο καί ἀποπροσανατολισμένο κόσμο μας. Ὅ ἅγιος Πορφύριος συμμερίσθηκε τίς χαρές καί τόν πόνο μας, τίς προσδοκίες καί τίς ἐλπίδες μας. Μᾶς δίδαξε μέσα ἀπό τή ζωή του καί τό λόγο του ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι χαρά, ἐλευθερία, ζωή⋅ εἶναι τό πᾶν, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος:
    «Ὅταν βρεῖς τόν Χριστό, σοῦ ἀρκεῖ, δέ θέλεις τίποτ᾿ ἄλλο, ἡσυχάζεις. Γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος. Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἐξαφανίζεται ἡ μοναξιά. Εἶσαι εἰρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Οὔτε μελαγχολία, οὔτε πίεση, οὔτε ἄγχος, οὔτε κατήφεια... Ἔχεις τήν χάρη καί μπορεῖς ὅλα νά τά ὑποφέρεις γιά τόν Χριστό. Ἀκόμα μπορεῖς νά πάσχεις καί ἀδίκως. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Χριστό καί τούς συνανθρώπους του, αὐτός ζεῖ τήν ζωή... Ὅταν ἔλθει ὁ Χριστός στήν καρδιά ἡ ζωή ἀλλάζει. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Ὅποιος ζεῖ μέσα του τόν Χριστό, ζεῖ πράγματα ἅγια καί ἱερά. Ζεῖ ἐν ἀγαλλιάσει... Κυριαρχεῖ ὁ Χριστός καί ἡ λαχτάρα τοῦ ἀνεσπέρου φωτός».
              (ἀπόσπασμα ἀπό τά Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα στό νέο βιβλίο)

Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις Σταμούλη, Ἀθήνα, τηλ. 210-5238305
ἤ ἀπ᾿ εὐθείας στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, τηλ. 23770-23717

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Αν θες να γλιτώσεις, φύγε… αν θέλεις να αγιάσεις, μείνε! Εφραίμ ο Κατουνακιώτης


 Το 1933 ο περίφημος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης σε ηλικία 21 ετών πήρε την μεγάλη απόφαση της ζωής του να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει μοναχός στο άγιο Όρος.
Έχοντας σαν οδηγό του την ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη του στο Θεό έφτασε σε μια από τις πιο απομακρυσμένες και απαράκλητες περιοχές του Άθωνα, τα Καυσοκαλύβια. Εκεί η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε στο ασκητικό Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκεί ζούσανε τρεις γέροντες, πολύ αυστηροί και τραχείς, κατά γενική ομολογία. 
Έζησε κοντά τους με πολύ υπακοή, ταπείνωση και… υπομονή. Και τονίζουμε την υπομονή διότι οι γέροντες του (τους οποίους όλους γηροκόμησε και φρόντισε μέχρι την τελευταία τους πνοή), ήταν πάρα πολύ αυστηροί μαζί του. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα. Το όνομά του δεν το άκουσε ποτέ να το λένε, παρά τον αποκαλούσαν πάντα με τα χειρότερα λόγια και πολλές φορές έφταναν και να τον χτυπούν.
Μια μέρα σαν άνθρωπος λύγισε και αγανακτισμένος πήρε την απόφαση να φύγει. Διστάζοντας όμως να εμπιστευτεί τον λογισμό του, σκέφτηκε να πάει πρώτα να τον εξομολογηθεί σε έναν πνευματικό στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας.
Με ειλικρίνεια εξέθεσε στον πνευματικό του όλη την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα. Αφού λοιπόν εξέθεσε όλα του δεινά που υφίστατο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους στο τέλος είπε: «Πάτερ δώσ’ μου ευλογία να φύγω να γλιτώσω…». Ο διακριτικός πνευματικός αφού σκέφτηκε για λίγο του απάντησε: «Πάτερ Εφραίμ, αν θες να γλιτώσεις, φύγε, αν θέλεις να αγιάσεις μείνε… σκέψου και αποφάσισε». Ο Γέροντας Εφραίμ σκέφτηκε… και έμεινε….
Πέρασαν έτσι 45 ολόκληρα χρόνια. Ο τελευταίος από τους γέροντές του ο π. Νικηφόρος, ήταν ο χειρότερος απ’ όλους… Μάλιστα τα τελευταία χρόνια αρρώστησε και έγινε ακόμα πιο δύστροπος και επιθετικός. Ο π. Εφραίμ, πιστός στην απόφασή του -γιατί αυτή είναι η λεβεντιά στη ζωή, να έχεις το θάρρος να την αντιμετωπίζεις και να σηκώνεις τον Σταυρό που σου οικονόμησε για τη σωτηρία σου η πρόνοια του Θεού- υπέμενε τα πάντα σαν νέος Ιώβ.
Το 1973 όταν κατάκοιτος πια ο γέροντας Νικηφόρος ψυχορραγούσε, ο π. Εφραίμ νύχτα και ημέρα καθόταν στο προσκέφαλό του και τον υπηρετούσε, ενώ συνέχισε να δέχεται «βροχή» τις ύβρεις και τις ταπεινώσεις.
Λίγο πριν το τέλος ο π.Νικηφόρος του είπε: «Σήκωσέ με. Σκύψε να σου πω…» Ο π.Εφραίμ πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη του κατάκοιτου γέροντά του και έσκυψε το κεφάλι. Ξαφνικά το πρόσωπο του π. Νικηφόρου αλλοιώθηκε, έχασε την τραχύτητά του και πήρε την πιο ιλαρή έκφραση που μπορούσε να έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Με όση δύναμη μπορούσε να επιστρατεύσει ο γέροντας άρπαξε το χέρι του π. Εφραίμ και του είπε: «Παιδί μου, εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος… ευλόγησον…» του φίλησε το χέρι και ξεψύχησε στην αγκαλιά του…
Ανάμνηση του π. Διονυσίου Ανθόπουλου, 
από διήγηση του γέροντος Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, 
στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά.

Ο γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης αναφέρεται στους νεαρούς προσκυνητές που τον επισκέπτονται στο Αγ. Ορος λέγοντας: «Αυτοί θα κρατήσουν ψηλά τα ιδανικά της πατρίδος μας»



Ο Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης συνεχίζει τη διήγησή του στον Μανώλη Μελινό και στη «δημοκρατία».

Γέρων Δ. Κατουνακιώτης: Στην ερημική Σκήτη του Αγίου Βασιλείου ησκείτο ένα καλογεράκι περίπου είκοσι χρονών. Είχε μόλις τέσσερα χρόνια στη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό λέμε ότι ήταν μικρό καλογεράκι. Ο Γέροντάς του το είχε πνευματικό καμάρι. Το αγαπούσε, διότι ήταν όντως υποτακτικός. Ακόμη κι ένα ποτήρι νερό να ήθελε, θα ζητούσε ευλογίαν από τον Γέροντα! Κάποτε ασθένησε βαριά το παλικάρι. Παρέμεινε κλινήρες στη μικρή καλύβα τους. Οι διαστάσεις του μικρού κελλιού ήσαν μόλις δύο μέτρα επί ενάμισι! Ισα ίσα που χωρούσε κι έκανε τον κανόνα του, τις μετάνοιες κ.λπ. Ο Γέροντάς του έμενε στο διπλανό κελλί. Κάποια μέρα λοιπόν άνοιξε η πόρτα του κελλιού του υποτακτικού και μπήκαν δύο λαμπροί ευσταλείς νέοι, που ίσα ίσα χωρούσαν κι αυτοί μέσα εκεί. Το καλογεράκι θαμπώθηκε όταν τους είδε. Τότε ο ένας από τους δύο τού μίλησε καλοσυνάτα και του είπε:

«Παιδί μου, μας έστειλε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να σε πάρουμε και να σε πάμε κοντά Του!»
«Α, δεν... μπορώ έτσι να έλθω!» τους απήντησε μεμιάς. «Περιμένετε, παρακαλώ, να πάω να... ρωτήσω τον Γέροντά μου, χωρίς την ευλογία του οποίου δεν κάνω το παραμικρό!»

Βλέπετε πόσο μεγαλείον υπακοής! Οι άγιοι άγγελοι του Θεού (το καταλάβατε, ασφαλώς, ότι επρόκειτο περί αγγέλων) ευχαριστήθηκαν με τα μεγάλα μέτρα αρετής του νεαρού μοναχού και... περίμεναν! Εκείνος σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι της ασθενείας και, σέρνοντας τα βήματά του, πήγε στον Γέροντα και του είπε:

«Γέροντα, έχει ευλογία να πάω στον Χριστό που έστειλε τους αγγέλους και με καλεί; Αν έχει ευλογία, θα πάω. Αν δεν έχει, δεν πάω! Θα καθίσω κοντά σου! Ο,τι μου πεις!»

«Παιδί μου, βεβαιότατα έχει ευλογίαν, αλλά πες σ’ αυτούς τους λαμπρούς νέους να πάρουν κι εμένα να πάμε όλοι μαζί κοντά Του!»

«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα, να ’ναι ευλογημένο!»

Πήγε στους αγίους αγγέλους και με όλη την απλότητα της άδολης καρδιάς του τους είπε:

«Εντάξει, έχει ευλογία να έλθω! Αλλά γίνεται να πάρουμε και τον Γέροντά μου μαζί;»

«Ελα τώρα συ, και τον Γέροντά σου τον παίρνουμε άλλη φορά» του απήντησαν.

Το πήραν λοιπόν μαζί τους -την αγνή ψυχή του δηλαδή- και ο Γέροντάς του, μόλις μπήκε στο κελλάκι του και είδε τον υποτακτικό του άψυχο στο κρεβάτι με γαλήνια μορφή, κατάλαβε... Εκανε με περισσήν ευλάβεια το σημείο του σταυρού και, αφού έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες -όπως κάνουμε στα τίμια λείψανα των αγίων-, ασπάσθηκε το ιερό σκήνωμα. Αντιλήφθηκε ύστερα απ’ όλ’ αυτά ότι επρόκειτο για σκήνωμα αγίου! Τότε κατάλαβε ότι ουσιαστικά έναν επίγειο άγγελο είχε υποτακτικό! Τον υιό της υπακοής, τον νεαρό στην ηλικία, αλλά πολύ προχωρημένο στην άσκηση και την αρετή. Εκλαψε όχι από λύπη που κοιμήθηκε, αλλ’ από χαρά διότι μέσα σε λίγα χρόνια ζωής στο Αγιον Ορος εκέρδισε την αιωνία ζωή με τη μεγάλη υπακοή που έκανε στον Γέροντά του.

Απευθύνομαι και πάλι στα παιδιά και λέω:

Αγαπητά μου παιδιά, βλέπετε, κοιμήθηκε τόσο νέος κι όμως εκέρδισε τα πάντα! Κέρδισε την αιωνιότητα... Μπήκε σαν άγγελος στον παράδεισο, κοντά στον Θεό. Ετσι, με την ευλογημένη υπακοή στους γονείς, στους ιερείς και τους διδασκάλους σας, μπορείτε και σεις να γίνετε αγγελάκια· επίγειοι άγγελοι. Δίχως την υπακοή δεν κατορθώνουμε τίποτε καλό. Σας εύχομαι να είσθε πάντοτε κοντά στον Θεό.

– Μανώλης Μελινός: Γέροντα, οι προσκυνηταί που έρχονται σήμερα στο Αγιον Ορος και ιδιαιτέρως εδώ στην έρημο του Αθωνος τι ζητούν;
– Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης.: Οι άνθρωποι έρχονται να γεμίσουν τις πνευματικές μπαταρίες τους, αποθέτοντας το βάρος των αμαρτιών τους. Μας συγκινεί ιδιαιτέρως το ότι οι περισσότεροι προσκυνηταί είναι νέοι άνθρωποι μ’ έντονες μεταφυσικές αναζητήσεις. Ερχονται στον αγιασμένο τούτο χώρο και αντλούν δύναμη αυτοί που αύριο θα κτίσουν Εκκλησία, πολιτεία, οικογένεια· αυτοί που θα κρατήσουν ψηλά τα ιδανικά της πατρίδος μας.

Κάποτε είπα σε μία ομάδα νέων:

«Παιδιά, ήλθατε εδώ στην έρημο να μας δείτε. Βλέπετε, δεν έχουμε το παραμικρό από πλευράς ευκολιών. Δεν μας φέρατε “κάτι” να μας το αφήσετε φεύγοντας...»

Μεμιάς ανασηκώθηκαν όλοι μαζί ντροπιασμένοι, λέγοντας:

«Πάτερ, συγγνώμη, αλλά δεν ξέραμε τι χρειάζεσθε. Πρώτη φορά ερχόμαστε και δεν είμαστε προετοιμασμένοι. Να σας αφήσουμε... χρήματα».

«Οχι, παιδιά, αυτά που μας χρειάζονται για να επιβιώνουμε σε τούτα τα βράχια τα έχουμε, δόξα τω Θεώ. Κάτι άλλο θέλουμε από εσάς».

«Τι, πάτερ;»

«Θα μας το δώσετε όμως, έτσι;»

«Μα, ναι, πάτερ· πείτε μας».

«Θέλουμε, ως νεαροί που είσθε, αν έχετε κάποιον βαρύ λογισμό, κάποιαν αμαρτία, να μας την αφήσετε· να τα σβήσουμε μαζί από το χειρόγραφο του διαβόλου που το κρατεί καλά. Ετσι, να φύγετε ανανεωμένοι με καθαρή ψυχή, σαν λευκά περιστεράκια! Ελάτε να κάνουμε μία γενναία εξομολόγηση όλοι, ο ένας κατόπιν του άλλου, και θα δείτε πόσο θ’ ανακουφισθείτε πνευματικά».

Ετσι κι έγινε. Εξομολογήθηκαν όλα τα παιδιά κι έφυγαν πετώντας όχι με δύο, αλλά με δέκα φτερά! Απόδειξη πως ωφελήθηκαν είναι ότι ήλθαν και τον επόμενο χρόνο και ήσαν όπως έφυγαν· καθαροί σαν άγγελοι! Δόξα τω Θεώ».

Το Αγιον Ορος πάντοτε προσφέρει σ’ αυτούς που θέλουν. Αλλά κι αυτοί που δεν θέλουν, αυτοί που ίσως έχουν κάποια προκατάληψη, κάποιον δισταγμό, κάποια δυσκολία, βλέποντας τους μοναχούς να εργάζονται συνεχώς, να σηκώνονται κάθε νύκτα και να προσεύχονται, φεύγουν προβληματισμένοι και, όταν ξανάρχονται, εξομολογούνται.

Εύχομαι από την αγιορειτικήν έρημον, όπως η Εφορος του Τόπου μας Κυρία Θεοτόκος σκεπάζει όλο τον κόσμον ως υπέρμαχος Στρατηγός. Εκείνη θα δώσει τα νικητήρια. Πάντοτε Εκείνη σκέπαζε το έθνος μας, πάντοτε το σκεπάζει. Σκεπάζει έναν έκαστο προσωπικώς, τις οικογένειες, όλους. Εύχομαι να ευλογεί τους πάντας πάντοτε!

– Μ. Μ.: Γέροντα, αναφερθήκατε ιδιαιτέρως εις την εξομολόγηση και προηγουμένως κάνατε λόγο για την κατηγορία των αμαρτημάτων που λέγονται συγγνωστά. Ασφαλώς οι έχοντες τακτική επαφή με το επιτραχήλιον εις το εξομολογητήριο γνωρίζουν και τον όρο και την έννοιά του. Παρακαλώ να σταθούμε για λίγο στη διάκριση των όρων συγγνωστά και θανάσιμα αμαρτήματα. Πείτε μας με δύο απλά λόγια -της ερήμου λόγια- τι ακριβώς είναι τα μεν και τα δε.
– Γέρων Δ. Κ.: Συγγνωστά αμαρτήματα είναι φέρ’ ειπείν οι διάφοροι λογισμοί που έρχονται και φεύγουν. Αν λ.χ. μαλώσεις ένα πρόσωπο και το λυπήσεις και δεν καταλλαγείς εκείνη τη στιγμή -το αφήσεις γι’ αργότερα- και το ξεχάσεις, αυτό είναι συγγνωστό αμάρτημα. Θανάσιμα είναι τα βαριά αμαρτήματα τα οποία χωρίζουν την ψυχή από τον Θεόν, όπως λ.χ. η άρνηση του ονόματος του Θεού ή μία βαριά σαρκική αμαρτία και τόσα άλλα. Αν έχουμε -ο μη γένοιτο- τέτοια αμαρτήματα, πρέπει να τα εξομολογηθούμε οπωσδήποτε. Ειδάλλως δεν θα γευθούμε την αιωνία ζωή. Αν εξομολογηθούμε και αφήσουμε ένα, πάλι είμαστε δεσμευμένοι για τη σωτηρία μας. Αναφέρεται: «Ο πταίσας εν ενί, γέγονε πάντων ένοχος». Χίλια καλά να κάνουμε, αν πέσουμε σ’ ένα θανάσιμο αμάρτημα, αμαυρώνονται όλα. Γι’ αυτό πρέπει όλα να κατατίθενται στο επιτραχήλιο του Πνευματικού μας. Εκεί τα διαγράφει ο Θεός και μας συγχωρεί. Οσον αφορά τα παραμικρά -που δεν θυμόμαστε να τα εξομολογηθούμε- ε... σ’ αυτά θα βοηθήσει, πιστεύω, η Παναγία μας.

Κείμενο - φωτογραφίες: Μανώλης Μελινός

Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης, Η Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Ναό



Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 21 Νοεμβρίου. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. 
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων (λείμμα), οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.
Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία.
Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να  πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Έτσι λοιπόν η Μαρία  οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Ναό, οι οποίοι την παρέδωσαν στους ιερείς. Σύμφωνα με το έθιμο, τη συνόδευσαν λαμπαδοφορούσες «παρθέναι των Εβραίων».

Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.
Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία.
Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.
Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος  της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου.
Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις». 
Απολυτίκιο
«Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον,
καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις,
Ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται,
καὶ τὸν Χριστὸν τοὶς πᾶσι προκαταγγέλλεται,
Αὐτὴ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν,
Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Oἶκος
«Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένω, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην, Διό, ἄνεθφημείν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος».
Κοντάκιο
«Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι θείω, ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος». 
-Από το βιβλίο του  Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη "Πατρικαί Διδαχαί".

Ἀρχὴ Σοφίας Φόβος Κυρίου


Ποίημα Ἱερομονάχου Δανιὴλ Δανιηλίδου Κατουνακιώτου (1846-1929)
Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ,
οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός, τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, χαρίζει σωφροσύνην·
χαρίζ᾿ ἀνδρείαν σύνεσιν, καὶ μετριοφροσύνην.
Χαρίζει θάῤῥος καὶ πολλὴν τὴν γενναιοκαρδίαν,
ἀπ᾿ ἐναντίου δ᾿ οὐδενός, αἰσθάνεται δειλίαν.
Διότι ἐλπίζ᾿ εἰς τὸν Θεόν, κι᾿ αὐτὸν ἐπικαλεῖται,
κι᾿ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός, πάντοτε ἐκλυτροῦται.
Στὰς θλίψεις κ᾿ εἰς τοὺς πειρασμούς, χαίρει χαρὰν μεγάλην·
ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ, καμία δὲν ἔχει ζάλην.
Γιατὶ γνωρίζ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ὅπου θὰ προξενήσῃ,
ἡ ῾πομονὴ στοὺς πειρασμούς, ὅπου θὰ καρτερήσῃ.
Εἶν᾿ ἀγαθὰ οὐράνια, ζωὴ δὲ μακαρία,
καὶ πανευφρόσυνος χαρά, ἡ οὖσα αἰωνία.
Πάντα τὰ πρόσκαιρ᾿ ἀγαθά, οὐδόλως τὰ θαυμάζει,
ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν, τὰ ἅπαντα λογιάζει.
Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός, ὡς τῆς ψυχῆς δημίους,
τὰ ἀποστρέφετ᾿ ὡς ἐχθρούς, δεινοὺς ψυχολεθρίους.
Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς, οὕσπερ καθυποβάλλει,
ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός, εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει.
Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι, οὐτ᾿ ἐν τῇ διανοίᾳ,
καὶ εἶτα κυριεύσωσι, καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.
Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν,
τὰς δ᾿ ἐναντίας προσβολάς, ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.
Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον, αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν,
καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, ἀπαύστως πολεμοῦσαν.
Διότ᾿ ἄν τὴν διάνοιαν, ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ,
εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν, θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.
Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν, θὰ κατακυριεύσῃ,
τότες ὦ! τρισαλλοίμονον, θὰ θύσῃ θ᾿ ἀπολέσῃ…
Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀρχὴ σοφίας,
ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ, δεινὰς μηχανουργίας…
Κ᾿ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐχθροὺς ὁρμᾷ γενναίως,
οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός, διώκονται δρομαίως…
Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, φύλαξ τῆς παρθενίας,
αἴτιος βίου σώφρονος, πάροχος τῆς ἁγνείας.
Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός, ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας,
παραίτιος σεμνοπρεποῦς, καὶ θείας πολιτείας.
Ὡσαύτως ἁγιότητος, καὶ πάσης δικαιοσύνης,
καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν, καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.
Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ, εἶν᾿ ἐξησφαλισμένος,
καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν, νὰ λάβῃ ὡρισμένως…
Διότι χαλινὸς ἐστί, πάσης κακοπραγίας,
διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς, καὶ πάσης εὐπραγίας.
Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί, πάντες ἐγκολπωθῶμεν,
ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ, πάντες ἀξιωθῶμεν.
Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος, ὅστις Θεὸν φοβῆται·
κ᾿ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, οὐδόλως θὰ πτοῆται.
Μάλιστα ὡς πανήγυριν, αὐτὴν θὰ περιμένῃ,
ὅτ᾿ εις ζωὴν αἰώνιον, ἐντεῦθεν μεταβαίνει.
Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος, ἄῤῥητος εὐφρροσύνη,
ἄφατος ἀγαλλίασις, ἔνθεος χαρμοσύνη.
Μακάριος τρισμάκαριος, ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ,
ἄθλιος καὶ τρισάθλιος, ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…
Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε, ζωὴν τὴν μακαρίαν·
ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον, βασάνων τιμωρίαν.
Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων,
ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του, δαιμόνων τῶν ἀγρίων…
Ταῦτα, ἂς τὰ σκεφθῇ καλῶς, ὅστις Χριστὸν πιστεύει,
διότ᾿ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πάντα ἀληθεύει.
Δὲν εἶναι μῦθος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία διδασκαλία,
ἀλλ᾿ εἶναι ῥήματα ζωῆς, σάλπιγξ ἐπουρανία.
Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός, κι᾿ ὅλως ἐσκοτισμένος,
Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν, τῇ ὕλῃ προσηλωμένος.
Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε,
κι᾿ ἀλόγοις παρασυμβληθείς, τὰ κρείττονα ἀφῆκε…
Ἀλλ᾿ ὦ Ἥλιε νοητέ, τὰ πάντα ὁ φωτίζων,
μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου, πάντας ἡμᾶς στηρίζων.