Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Τί εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη καί πῶς ἐφαρμόζεται; Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)


Πώς να περιγράψουμε το σκεύος της αγάπης, το όργανο και το μέσο, που ο πλάστης Θεός επικοινωνεί με τα πλάσματά του; Πώς να περιγράψουμε αυτήν, που μόνη της ονομάστηκε θυγατέρα του Θεού και χειριστής των απέραντων θησαυρών;
Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων ήταν νέος, σκεπτόταν να εφαρμόσει στο βίο του τη συμπάθεια και ελεημοσύνη. Τότε προσωποποιείται αυτή η παναρετή και ως χαριτωμένη πριγκίπισσα του είπε: «είμαι η πρώτη θυγατέρα του Θεού. Όποιος με προ­τιμήσει και αγαπήσει τον οδηγώ προς τον Πατέρα μου!». Αυτή είναι η ελεημοσύνη και όποιος πράγ­ματι επιθυμεί τη σχέση και συνοίκηση με τον Πατέ­ρα της Θεό, ας φροντίσει να την αποκτήσει ή μάλλον να την εφαρμόσει σε όλη του τη ζωή.
Μήπως δεν είναι αυτή, που ανάγκασε το Θεό να δημιουργήσει την κτίση, για να της μεταδώσει από τους θείους θησαυρούς της παναγάπης του; Τί άλλο νόημα έχουν τα ιερά λόγια της Γραφής, για τον απερίγραπτο και υπεράγαθο Θεό, ο οποίος «δε λυπήθηκε ούτε το μονογενή του Υιό, αλλά τον παρέδωσε στο θάνατο για χάρη όλων μας»; (Ρωμ. 8,32). Ποιός νους, ποιά διάνοια, ποιά γλώσσα μπορεί να περιγράψει ή να εκφράσει αυτήν την πράξη; Τόση μεγάλη θέση έχει η ελεημοσύνη κοντά στο Θεό, ώστε αποκαλύπτεται ότι «για τον εύσπλαχνο η τελική κρίση (του Θεού)θα είναι θρίαμβος»! ( Ιακ. 2,13).Να λοιπόν μέσο σωτήριο και επικερδές! Να μέτρο άριστο και επωφελές! Να τρόπος και μέσο απλούστατο και πάντοτε εύκολα πραγματοποιήσι­μο σε κάθε καιρό και τόπο και περίσταση! Δεν θα μας έφτανε ούτε ο χώρος, ούτε ο χρόνος, αλλ’ ακόμη και η ικανότητα, αν θελήσουμε να περιγρά­ψουμε τους τρόπους και τα μέσα στη μακρά της ιστορία, που εφαρμόστηκε η μακάρια αυτή αρετή της ελεημοσύνης, όχι μόνο στη λογική μας φύση, αλλά και στην άλογη, αφού «ο δίκαιος λυπάται τις ζωές των κτηνών του» (Παρ. 12,10).
Ω μακάρια κόρη του Βασιλιά των Ουρανών, που ανάγκασες και τον ίδιο τον Πατέρα σου να σταυρωθεί, γι’ αυτούς που τον αρνήθηκαν! Με την ίδια θεοπρεπή συμπάθεια πλησίασε και εμάς τους σκληρόκαρδους και μετάδωσέ μας από τα στοιχεία της ιδιότητάς σου, ώστε να σου μοιάσουμε κατά το δυνατό, αφού δεν επιθυμείς το θάνατό μας!

Τί εἶναι ἡ ἀπάθεια; Μπορεῖ κάποιος νά τήν κατορθώσει ἄν τό θελήσει; Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)


Απάθεια είναι η ελευθερία από κάθε εμπαθή ε­πίδραση και είναι διπλή όπως και η φύση μας. Στη βιολογική μας σύσταση κινούνται οι σωματικές αισθήσεις. Αν σ’ αυτές επιβάλουμε το νόμο της λογι­κής και κινούνται στα όρια της χρείας, τότε κινού­νται φυσιολογικά, χωρίς πάθος, επειδή δεν γίνεται παράχρηση. Εδώ έχουμε μια σχετική απάθεια των εξωτερικών μας αισθητηρίων σαν λογικά πρόσωπα που είμαστε.
Εκείνα όμως, που χαρακτηρίζουν την προσωπι­κότητά μας ως θεοειδή, είναι τα πνευματικά μας αισθητήρια. Η συντριβή που προήλθε από την πτώ­ση έβλαψε περισσότερο τον πνευματικό μας κόσμο. Δίκαια η Γραφή αναφέρει ότι αποκτήσαμε «νουν που παρασύρεται στα πονηρά από τη νεότητά μας» (Γέν. 8,21), άρα εκ γενετής. Απάθεια, λοιπόν, ο­φείλουμε να έχουμε στον πνευματικό μας κόσμο, γιατί και οι αισθήσεις μας από το λογικό ερεθίζονται και κινούνται.Αυτός είναι και ο λόγος που οι άγιοι πατέρες έ­στρεφαν όλη την προσοχή τους στην πνευματική ελευθερία και γι’ αυτήν κατέβαλαν τους μαρτυρικούς τους αγώνες. Κατόρθωσαν να απομακρύνουν τα αί­τια, να περιστείλουν την αταξία των σωματικών και των πνευματικών αισθητηρίων και να περιορί­σουν το νου, ώστε να μην κινείται άσκοπα και πα­ράλογα. Έτσι πέτυχαν να κάνουν σωστή κρίση των νοημάτων, με φυσικό επακόλουθο τη σωστή χρήση των πραγμάτων.
Με την εφαρμογή των θείων εντολών και την ακριβή τήρηση του θείου θελήματος θα κερδίσουμε τις θείες επαγγελίες, που είναι η υιοθεσία και επομένως η απάθεια. Όσοι με τη Χάρη του Χριστού κέρδισαν αυτό το βραβείο, φόρεσαν «την εικόνα του επουρανίου» και απ’ αυτήν τη ζωή γεύονται τα αγαθά της επουράνιας βασιλείας και αισθάνονται σαν υιοί του Θεού.
Δεν φοβούνται πλέον την πάλη του παρόντος κόσμου, ούτε τη διαβολική κακότητα, γιατί με το «πλήρωμα» της Χάριτος μπήκαν στην «ατρεψία», αφού καταργήθηκε απόλυτα ο νόμος της φθοράς και της μεταβολής, αν και είναι ακόμη στη ζωή. Αυτοί ήταν οι θεοφόροι πατέρες μας, που με τη φιλοπονία και την απόλυτη υποταγή στο θείο θέλη­μα «έλαβαν» τον Χριστό μας και αυτός «τους έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού» (Ιω. 1,12) και πλέον «ο θάνατος δεν έχει εξουσία πάνω τους»(πρβλ. Ρωμ. 6,9).

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Συζητήσεις στον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 82-85)
Πηγή:vatopedi.gr

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός (1921-2009)


Όσιος Ιωσήφ Ησυχαστής κι η συνοδεία του
Ο γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός όταν ζούσε μαζί με τον γέροντά του Ιωσήφ τον Ησυχαστή στην Νέα Σκήτη. Διακρίνονται όρθιοι από αριστερά: π. Χαράλαμπος (μετέπειτα ηγούμενος της Ι. Μονής Διονυσίου), μπάρμπα Γιάννης ο ψαράς, μον. Ευστράτιος, μον. Ιωσήφ (μετέπειτα γέροντας Βατοπαιδινός), μον. Αθανάσιος (κατά σάρκα αδελφός του Ιωσήφ Ησυχαστού), μον. Νικόδημος, π. Εφραίμ (μετέπειτα ηγούμενος της Ι. Μονής Φιλοθέου). Καθιστοί από αριστερά: μον. Αρσένιος, γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, μον. Θεοφύλακτος Νεοσκητιώτης.
Gerontas Iosif Vatopaidinos 1921-2009
Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός (1921-2009) ο σύγχρονος αναμορφωτής της Ι.Μ. Μονής Βατοπαιδίου
Γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1921 στην Δρούσια, χωριό της επαρχίας Πάφου της Κύπρου. Κάποια γεγονότα, επεμβάσεις της θείας Πρόνοιας, συνετέλεσαν ώστε το 1936 να αποταχθεί τον κόσμο και να προσέλθει στην φημισμένη τότε για την αυστηρότητα και πνευματικότητά της Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Παρέμεινε 10 χρόνια στην Μονή και με την παρότρυνση και ευλογία του γέροντος Κυπριανού, πνευματικού της Μονής, εγκαταβίωσε στο Άγιον Όρος. Το καλοκαίρι του 1947 γνωρίζεται με τον μακάριο γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος μετά από «πληροφορία» που έλαβε, τον δέχθηκε στην συνοδεία του. Έζησε στα σπήλαια της Μικρής Αγίας Άννης ως το 1951 που η συνοδεία μεταφέρθηκε στα ησυχαστικά κελλιά της Νέας Σκήτης κοντά στον Πύργο. Ο μακάριος γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής κοιμήθηκε οσιακώς την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1959. Ο γέροντας Ιωσήφ το περισσότερο χρονικό διάστημα μετά την κοίμηση του γέροντός του έζησε στην Νέα Σκήτη και τον Απρίλιο του 1987, ενώ είχε αυξηθεί αρκετά η συνοδεία του, μετά από πρόσκληση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και την έγκριση και ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, μεταβαίνει στην Μονή για να αναλάβει την διοίκησή της. Στις 29 Απριλίου του 1990 γίνεται η κοινοβιοποίηση της Μονής και η εκλογή και ενθρόνιση του πρώτου ηγουμένου του κοινοβίου, αρχιμανδρίτου Εφραίμ. Ο γέροντας Ιωσήφ ήταν και παρέμεινε ο πνευματικός πατέρας της Μονής Βατοπαιδίου μέχρι και την κοίμησή του, την 1η Ιουλίου 2009. Ετάφη στην αυλή της Μονής βορειοανατολικά του καθολικού. Με τα δεκαέξι βιβλία που συνέγραψε, καταγράφει και ερμηνεύει θέματα «πράξεως και θεωρίας» της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, κατευθύνει μοναχούς και λαϊκούς προς τον Χριστό και τους εμπνέει στον «καλόν αγώνα». Έβλεπε τον άνθρωπο ως «θεοειδές ον» και ιδιαίτερα τονίζει το απέραντο πέλαγος της φιλανθρωπίας και φιλευσπλαγχνίας του Θεού, ο οποίος δέχεται τον μετανοούντα και επιστρέφοντα αμαρτωλό.

Πηγή: Ημερολόγιον 2014 Diary, Έκδοσις Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου – Άγιον Όρος vatopedi.gr

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός ως υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού



Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός έκανε την αποταγή του στην ηλικία των 16 ετών το καλοκαίρι του 1937 στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου στην Κόπρο. Αφορμή της αποταγής του ήταν το εξής γεγονός. Μετά την παρακολούθηση μίας κωμικής ταινίας, αισθάνθηκε ένα μεγάλο υπαρξιακό κενό και μία βαθιά νέκρωση για τα πρόσκαιρα. Στεκόταν μόνος σ’ ένα ύψωμα στην πόλη της Πάφου, την βραδινή εκείνη ώρα, όταν ξαφνικά μέσα σε ένα υπερκόσμιο, ιλαρό φως πρόβαλε η παρακλητική, γεμάτη αγάπη και ειρήνη μορφή του Κυρίου. Εμφανίστηκε σε αυτόν ο ίδιος ο Χριστός και του είπε: «Γι’ αυτό δημιούργησα τον άνθρωπο; Ο άνθρωπος είναι αθάνατος». Μετά από αυτήν την όραση πήρε την απόφαση να αρνηθεί τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός. Στην μοναχική κουρά του πήρε το όνομα Σωφρόνιος και έζησε στην Μονή για 10 περίπου χρόνια. Με αφορμή το ημερολογιακό ζήτημα που είχε διχάσει την Μονή σε δύο στρατόπεδα, αλλά ουσιαστικά κατευθυνόμενος από την πρόνοια του Θεού και κατόπιν προτροπής και ευλογίας από τον πνευματικό της Μονής παπα-Κυπριανό κατευθύνεται για το Άγιον Όρος για υψηλότερη πνευματική ζωή.
Προσωρινά, στις αρχές του 1947, φιλοξενήθηκε στην ασκητική Καλύβη της Θείας Αναλήψεως κάτω από το Κυριακό της Σκήτης της Αγίας Άννης από τον σεβαστό Γέροντα Νικόδημο και την εξαμελή συνοδεία του. Η συνοδεία εκεί ασχολείτο με την ξυλουργική. Η πρόνοια του Θεού φρόντισε ώστε όταν χρειάστηκε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής μία ξύλινη πόρτα για το εκκλησάκι του ασκητηρίου, που ήταν αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο, να παραγγείλει την κατασκευή της στην συνοδεία που ο π. Σωφρόνιος έμενε προσωρινά, στην Αγία Άννα.
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής εκείνη την περίοδο ησύχαζε στη Μικρά Αγία Άννα με τον συνασκητή του πατέρα Αρσένιο και τον π. Αθανάσιο, τον κατά σάρκα αδελφό του, μέσα στα απόκρημνα ερημικά σπήλαια. Ετύγχανε ιδιαιτέρου σεβασμού από τους ευλαβείς Αγιορείτες μοναχούς ως δάσκαλος της νοεράς ησυχίας και προσευχής, ως καθηγητής της μοναχικής πολιτείας. Ο π. Σωφρόνιος τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από την μορφή και τους λόγους του Γέροντος Ιωσήφ που την άλλη ημέρα ζήτησε από τον Γέροντα να τον πάρει στην συνοδεία του, αλλά ο Γέροντας αρνήθηκε. Η επιμονή του νεαρού τότε Σωφρονίου έπεισε τον Άγιο Γέροντα να του υποσχεθεί ότι πρώτα θα προσευχηθεί και να επιστρέφει την επομένη να του δοθεί η απάντηση, η οποία τελικά ήταν θετική. Αργότερα έγινε γνωστό ποιά αποκάλυψη δέχθηκε ο σεβαστός Γέροντας, ώστε να πεισθεί να δεχτεί τον νεαρό Σωφρόνιο ως πρώτο υποτακτικό του. Είδε ένα πουλάκι να πετά και να κάθεται στον ώμο του και καθώς ο Γέροντας το κοιτούσε παραξενεμένος, το πουλάκι αυτό άνοιξε το στόμα του και αντί να κελαηδήσει άρχισε να θεολογεί. Με αυτό τον τρόπο τον πληροφόρησε ο Θεός, ότι ο νεαρός Σωφρόνιος θα ωρίμαζε πνευματικά κάτω από την δική του καθοδήγηση, θα γινόταν σκεύος της Χάριτος του Θεού και θα λάμβανε το χάρισμα της θεολογίας.
giv
Συμμορφώθηκε άμεσα στον καινούργιο τρόπο ζωής των Γερόντων, που ήταν πράγματι ησυχαστικός. Από το πρωί έως το μεσημέρι εργόχειρο για να έχουν τα προς το ζην, κατά κανόνα δεν επιτρεπόταν η επέκταση της διακονίας πέραν της καθορισμένης μεσημβρινής ώρας, έπειτα Εσπερινός με κομποσχοίνι -μόνος ο καθένας- η και λίγη ανάγνωση, ακολουθούσε το γεύμα, η μάλλον το δείπνο, τελείωναν στις εννέα η ώρα κατά την βυζαντινή ώρα (δηλαδή περίπου τρεις η τέσσερις το απόγευμα), στην συνέχεια έπαιρναν ευλογία από τον Γέροντα και πήγαιναν για έναν σύντομο ύπνο. Μετά την ξεκούραση ετοίμαζαν, αν κάτι χρειαζόταν για την επομένη ημέρα, και στην συνέχεια αγρυπνούσαν προσευχόμενοι ο καθένας στο κελλί του ως τα μεσάνυχτα. Αν είχαν Θεία Λειτουργία, γινόταν μετά τα μεσάνυχτα, αν όχι, ήταν ώρα πνευματικής μελέτης. Στο τυπικό αυτό εντασσόταν και η εξαγόρευση των λογισμών. Μας έλεγε σχετικά ο Γέροντάς μας Ιωσήφ: «Έτσι μέναμε κατά μόνας και μετά το μεσονύκτιο η και πρωτύτερα εγώ πήγαινα στον Γέροντα που η καλύβη του ήταν μακρύτερα από εμάς, και λέγοντάς του τους λογισμούς μου και ό,τι άλλο μου συνέβαινε, μου έλεγε πνευματικά και ό,τι άλλο απαιτούσε για την διόρθωσή μας και την πνευματική ζωή. Αυτό το τυπικό το κρατήσαμε και οι άλλοι αδελφοί, όταν γίναμε περισσότεροι. Πριν όμως από την ώρα αυτή δεν δεχόταν ο Γέροντας κανέναν, και αυτό, όπως μου έλεγε, το φύλαξε από την αρχή»[1].
Κοντά στον Γέροντα Ιωσήφ έμαθε, ο π. Σωφρόνιος εμπειρικά, ότι μοναχισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η από την ζωή αυτή αίσθηση της βασιλείας των Ουρανών, η βίωση της θείας Χάριτος. Τόνιζε ότι δεν ξεχνούσε ποτέ τις ημέρες αυτές και τον ενθουσιασμό που του δημιουργούσε ο πνευματικός αυτός τρόπος ζωής που γρήγορα ανέβαζε τους βιαστές σε ψηλή πνευματική κατάσταση.
Ο πόθος του π. Σωφρονίου ήταν η πνευματική του κατάρτιση από Γέροντα πεπειραμένο στην ζωή της ησυχίας, ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η απόκτηση της νοερός προσευχής. «Όταν πήγα, από την πρώτη κιόλας ημέρα», διηγήται, «μου ερμήνευσε Ο Γέροντας με λεπτομέρεια το νόημα της πνευματικής ζωής. Ιδίως προσπαθούσε να ερμηνεύσει το θέμα της Χάριτος, ότι αυτή είναι ο κυριότερος παράγοντας, που πρέπει να μας απασχολεί, γιατί χωρίς Αυτήν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε. Σιγά σιγά “έπιανα” το νόημα των λόγων του, επειδή είχα βοήθεια προηγούμενες μελέτες και συμβουλές, πρακτικά όμως αγνοούσα τον τρόπο και το είδος αυτής της ενεργείας». Ένα μεσημέρι γεμάτος από ιλαρότητα και χαρά ο Γέροντας Ιωσήφ του είπε: «Πήγαινε και απόψε θα σου στείλω ένα «δεματάκι» και θα ιδής τι γλυκύς που είναι ο Ιησούς μας». Μετά την ανάπαυση, όπως πάντοτε, άρχισε την αγρυπνία του και ετοιμάστηκε, σύμφωνα με της συμβουλές του, να προσευχηθεί συγκεντρώνοντας όσο μπορούσε τον νου του. Όσον αφορά το δεματάκι, το είχε ξεχάσει τελείως.
Ο ίδιος γράφει για την εμπειρία του αυτή στο βιβλίο που έγραψε για τον Γέροντά του Ιωσήφ τον Ησυχαστή: «Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησα, αλλά ξέρω καλά ότι μόλις άρχισα δεν πρόλαβα να προφέρω πολλές φορές το όνομα του Χριστού μας και γέμισε η καρδία μου αγάπη προς τον θεό. Ξαφνικά πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ, που δεν προσευχόμουν πλέον, αλλά θαύμαζα με έκπληξη το ξεχείλισμα αυτό της αγάπης. Ήθελα να αγκαλιάσω και να ασπαστώ όλους τους ανθρώπους και όλη την κτίση και συγχρόνως σκεφτόμουν τόσο ταπεινά, που ένοιωθα πως είμαι κάτω από όλα τα κτίσματα. Το πλήρωμα όμως και η φλόγα της αγάπης μου ήταν προς τον Χριστό μας, που αισθανόμουν ότι ήταν παρών, αλλά δεν μπορούσα να Τον δω, για να προσπέσω στα άχραντα πόδια Του και να Τον ρωτήσω, πως πυρπολεί τόσο τις καρδιές και μένει κρυμμένος και άγνωστος; Είχα, τότε, μία λεπτή πληροφορία ότι αυτή είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και αυτή είναι η βασιλεία των Ουρανών, που ο Κύριός μας λέει ότι βρίσκεται μέσα μας και έλεγα- «ας μείνω, Κύριέ μου, έτσι και δεν χρειάζομαι άλλο τίποτε». Αυτό κράτησε αρκετή ώρα και σιγά σιγά επανήλθα στην πρώτη μου κατάσταση. Περίμενα με αγωνία, ανυπόμονα, να έλθει η κατάλληλη ώρα να πάω στον Γέροντα να τον ρωτήσω τι ήταν αυτό που συνέβη και πως έγινε. Ήταν 20 Αυγούστου και η σελήνη έλαμπε. Πήγα τρέχοντας και τον βρήκα έξω από το κελλί του να περπατάει στο μικρό του προαύλιο. Μόλις με είδε, άρχισε να χαμογελά και πριν του βάλω μετάνοια, μου είπε: «Είδες τι γλυκύς που είναι ο Χριστός μας; Κατάλαβες πρακτικά τι είναι αυτό που επίμονα ρωτούσες; Τώρα βιάζου να κάνεις κτήμα σου αυτή την Χάρη και να μην σου την κλέψει η αμέλεια»[2]».
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής είχε φθάσει στο επίπεδο να είναι έμπλεος θείας Χάριτος και να μπορεί να την μεταδίδει στους μαθητές του. Ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης ομολογούσε ότι «δεν μπορούσες να χορτάσεις από την Χάρη που σου έδινε ο Γέροντας»[3]. Κάτι ασυνήθιστο- δυσκατόρθωτο ακόμη και για πολλούς εναρέτους Γέροντες. Κάτι που αποδεικνύει μεγίστη παρρησία ενώπιον του Θεού και φανερώνει τον αυθεντικό, τον αληθινό Γεροντισμό σε όλο το μεγαλείο του. Ο Γέροντας που διαθέτει πνευματικό πλούτο τον παραδίδει στον υποτακτικό και ο υποτακτικός παραλαμβάνει με φόβο Θεού την θεία αυτή παρακαταθήκη, ώστε να την διαφυλάξει και να την παραδώσει με την σειρά του στους μεταγενεστέρους. Αυτή είναι η πεμπτουσία της αγιορειτικής παραδόσεως.
Ο Θεός σφράγιζε τους λόγους του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προς τον καλό υποτακτικό του. Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ μας έλεγε σχετικά: «Σε όσα μας πρόσταζε να κάνουμε πήγαιναν καλά, παρόλο που κατ’ αρχάς φαινόταν ότι θα αποτύχουμε. Σε όσα πάλι δίσταζε και όμως υποχωρούσε, για να μη προκόψει από μέρους μας φιλονικία η γογγυσμός, συναντούσαμε τόσα εμπόδια, που ήταν αδύνατο να τα τελειώσουμε χωρίς υπερβολικούς κόπους και προβλήματα».
Ο Γέροντας Ιωσήφ φρόντιζε πάντα πνευματικά τους υποτακτικούς του, δεν έχανε την ευκαιρία να μαθαίνει σε αυτούς την φιλοπονία, την αυταπάρνηση, την ταπείνωση, την υπακοή, την σιωπή, την νοερά προσευχή και ησυχία. Σε κάποια περίπτωση, έστειλε τον πατέρα Σωφρόνιο φορτωμένο με ένα τσουβάλι σιτάρι από την Μικρά Αγία Άννα στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου να το αλέσει και να το φέρει πίσω φορτωμένος και στον δρόμο να μη μιλήσει, να μη φάει και να μη μείνει πουθενά. Συνολικά θα έκανε τουλάχιστον 16 ώρες πεζοπορία. Οι πατέρες τον εξυπηρέτησαν και μαζί με το αλεύρι του έδωσαν και μία σακκούλα ψάρια παστά για να τα δώσει ευλογία στον Γέροντα. Όταν επιστρέφοντας έφτασε στο ασκητήριό τους του λέει ο Γέροντας Ιωσήφ, «έχω ένα γράμμα στην Λαύρα. Κάτσε, φάε και πήγαινε αμέσως να το πάρεις». Ο Γέροντάς μας αγογγύστως έκανε αυτήν την μαρτυρική υπακοή. Άλλες οκτώ ώρες πεζοπορίας.
Ο ίδιος ο Γέροντάς μας Ιωσήφ μαρτυρεί όμως για τους καρπούς αυτής της υπακοής και φιλοπονίας: «Την νύχτα πηγαίναμε να κάνουμε την προσευχή μας. Δεν προλαβαίναμε να κάνουμε το σταυρό μας και να πούμε την εισαγωγή
«Δεύτε προσκυνήσωμεν» και αμέσως ο νους αρπαζόταν. Αρπαζόταν ο νους και έτσι δύο ώρες σχεδόν περίπου έφευγε, δεν αισθανόμασταν τον νόμο της βαρύτητας. Και σιγά-σιγά επανερχόταν πάλι η κατάσταση αυτή. Κι αυτός ήταν ο καρπός της μικρής φιλοπονίας, δεν μπορούμε να πούμε ψέματα. Αυτή είναι η πραγματικότης. Δεν περιαυτολογούμε… Πόσο νοσταλγώ τις μέρες αυτές, που υπομείναμε πολλή άθληση υπακοής και αυταπάρνησης και ο Κύριος «τον χειμάρρουν της τρυφής αυτού»[4] είχε στραμμένο στην ταπεινή μας ψυχή! Με πόση νοσταλγία ανέμενα να ακούσω την εντολή του Γέροντος και ορμούσα με όλη μου την προθυμία, χωρίς ποτέ καμμιά κρίση, αμφιβολία, σχόλιο, δειλία, η «εάν» η «μήπως»! Δεν υπερβάλλω, όταν λέγω ότι για πολλές μέρες και μήνες -ήμουν συνεχώς γεμάτος ιδρώτες, χωρίς να αισθάνομαι καμμιά ενόχληση η έγνοια γι’ αυτό, αφού πολλές φορές και ο νόμος της βαρύτητας ήταν ανεπαίσθητος, γιατί όλα τα συμπλήρωνε και τα ανακούφιζε η μαρτυρική χάρη της υπακοής και αυταπάρνησης, αισθανόμασταν αδιάκοπα την οσμή της ανάστασης και της αιωνιότητας».
Μολονότι ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ήταν άκρος ησυχαστής, θεωρούσε ως θεμέλιο του μοναχού την παναρετή της υπακοής. Για αυτό παιδαγωγούσε τον υποτακτικό του, που σε κάποιους ίσως φανεί ότι ο τρόπος ήταν πολύ σκληρός, για να πάρει το πνεύμα και τους καρπούς της αληθινής υπακοής. Ο ίδιος αναφωνούσε και παρότρυνε τους υποτακτικούς του: «Ώ μακαρία υπακοή- και πάλιν υπακοή- σε εσένα αρμόζουν αναμφιβόλως τα σκήπτρα. Παιδί μου, εμείς με τον γερο-Αρσένιο για να γευθούμε αυτά τα ουράνια αγαθά, εχύσαμε στην άσκηση άφθονο αίμα. Εσείς μόνο με μία επιμέλεια στην υπακοή απολαμβάνετε ίση Χάρη με εμάς. Κρατάτε τέκνα μου την υπακοή με όλη σας την ψυχή. Άλλη οδός από αυτήν δεν υπάρχει ευκολότερη και ανώτερη»[5]. Θεωρούσε ο μακάριος Γέροντας «όντως μέγα κατ’ αλήθειαν το μυστήριον της υπακοής». Γράφει σε επιστολή του: «Η υπακοή η η παρακοή δεν σταματά εις τον Γέροντα, αλλά δι’ αυτού ανατρέχει εις τον Θεόν… Με τόσην αγάπην οφείλει να αποβλέπη εις τον Γέροντα ως να βλέπη τύπον Χριστού»[6].
Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ ήταν πολύ επιδέξιος στις χειρωνακτικές εργασίες, στα λεγάμενα μαστοριλίκια, έπιαναν τα χέρια του. Αυτός έκανε το νέο κελλί του Γέροντός του στην Μικρή Αγία Άννα, αυτός αναλάμβανε να κάνει τις οποιεσδήποτε κατασκευές χρειάζονταν για την συντήρησή τους εκεί. Κάποιο πρωινό θα έφτιαχνε μία σόμπα για τον μεγάλο Γέροντα, γιατί πλέον το κρύο εκείνου του χειμώνα είχε γίνει ανυπόφορο, ενώ και ο Γέροντας είχε εξασθενήσει πολύ. Όμως για ένα ανεξήγητο λόγο όλα πήγαιναν ανάποδα, υπήρχε έντονη δαιμονική ενέργεια. Τότε ο Γέροντάς μας πήγε στον μεγάλο Γέροντα για να τον ρωτήσει τι συμβαίνει. Αναφέρει ο ίδιος: «Πήγα, λοιπόν, του κτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε. Μόλις με είδε ταραγμένο, άρχισε να γελάει. «Γέροντα, λέω, τι συμβαίνει εδώ; και γιατί μου είπες το πρωί σαν πρόρρηση “αν τελειώσω”; Αφού ξέρεις πως για μένα αυτό ήταν παιχνίδι». «Εσύ τι συμπέρανες πως ήταν», μου είπε χαριεντιζόμενος. «Πειρασμός, του είπα, σατανική ενέργεια». «Αυτό ήταν, μου απάντησε. Και άκουσε να μάθεις αυτό που σε σένα φαίνεται μυστήριο. Το βράδυ στην προσευχή μου, όταν τελείωσα και ήθελα να ησυχάσω, είδα τον σατανά και απειλούσε να μου φέρει εμπόδια και πειρασμό στην απόφασή μου, που είχα προγραμματίσει. Και εγώ είπα στον Χριστό μας- “Κύριέ μου, μην τον εμποδίσεις, για να του δείξω πως σε αγαπώ και θα υπομείνω το κρύο, όσο επιτρέψεις Εσύ”. Και αυτός ήταν ο λόγος, παιδί μου, που έγιναν όλα αυτά, για να μην έχω σύντομα θέρμανση, καθώς εσείς επιθυμούσατε να μου ετοιμάσετε»[7].
Το Σάββατο του Λαζάρου το 1948 ο π. Σωφρόνιος έγινε μεγαλόσχημος μοναχός, όπου μετονομάστηκε σε Ιωσήφ. Έλαβε το όνομα του Γέροντός του σαν ιδιαίτερη τιμή και ευλογία. Ο ίδιος ο μεγάλος Γέροντας ομολογούσε για τον νεόκουρο συνώνυμο υποτακτικό του ότι υπήρχε «πλήρης Χάριτος» καθώς ήταν «εργάτης υπακοής». Την κουρά ετέλεσε ως εφημέριος ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Μετά την κοίμηση του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού ο παπα-Εφραίμ ήταν πλέον ο πνευματικός του Γέροντός μας Ιωσήφ και άρρητη πνευματική αγάπη συνέδεσε τους δύο ασκητές κάτω από την ίδια πνευματική πατρότητα.
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο ^Ησυχαστής εκμυστηρευόταν τις υψηλές πνευματικές του εμπειρίες στον υποτακτικό του για να τον ενισχύει πνευματικά και να μην αποθαρρύνεται στον αγώνα του. Έτσι του ανέφερε για την επίσκεψη που δέχτηκε από την Κυρία Θεοτόκο στο εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου στην Μικρή Αγία Άννα, όταν ήταν πολύ θλιμμένος από διάφορους εξωτερικούς πειρασμούς και συκοφαντίες. Η ίδια η Παναγία εμφανίστηκε και του είπε: «Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; γιατί αποθαρρύνεσαι; Να, πάρε τον Χριστό!». Και κατόπιν ο Χριστός, το θείο Βρέφος, τον χάϊδεψε τρεις φορές στο μέτωπο και στο κεφάλι και τον γέμισε με άρρητη ευωδία και πνευματική ευφροσύνη8. Άλλη φορά του έλεγε πως έβλεπε με το οπτικό της ψυχής του σαν σε τηλεόραση τον π. Αθανάσιο να έρχεται από την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου ως το ασκητήριό τους9. Του περιέγραφε επίσης με λεπτομέρεια τις θεωρίες, τα θεία οράματα που του αποκάλυπτε η Χάρις του Θεού, όπως την πόλη του Θεού, τον παράδεισο[10].
Το να γίνει κάποιος υποτακτικός σε έναν Γέροντα σαν τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πολλοί προσπαθούσαν και δεν τα κατάφερναν και έφευγαν. Για αυτόν τον λόγο δεν ήθελε ο Γέροντας αρχικά να δεχτεί τον π. Σωφρόνιο. Από την στιγμή όμως που τον δέχτηκε, κατόπιν θείας πληροφορίας όπως προαναφέραμε, ήταν απαιτητικός με τον υποτακτικό του. Και αυτό δεν γινόταν βέβαια για ιδιοτελείς λόγους, αλλά προσέβλεπε πάντοτε στην πνευματική ωφέλεια και πρόοδο του υποτακτικού του. Τον παιδαγωγούσε με αυστηρότητα και με αγάπη, με επιτίμια και με νουθεσίες. Του προκαλούσε τις απαραίτητες τομές για να καθαρθεί η καρδία από τα πάθη, ώστε να αρχίσει να βιώνει την Χάρη του Θεού, τον αγιασμό.
Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ έζησε σαν υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού δώδεκα χρόνια. Στην Μικρή Αγία Άννα έζησε για έξι χρόνια. Οι συνθήκες ζωής εκεί ήταν πολύ σκληρές και το πρόγραμμα ήταν πολύ αυστηρό, παρόλα τα προβλήματα υγείας που είχε σε βαθμό επικίνδυνο για την ζωή του, αφού είχε γαστρορραγίες και αιμοπτύσεις, εν τούτοις ο νέος μοναχός κρατούσε την πίστη και δεν οπισθοχωρούσε, αφήνοντας, ακόμα και αυτήν την υγεία του, στην πατρική Πρόνοια του Θεού, ακολουθώντας το πρότυπό του παραδείγματος του Γέροντός του, που έβλεπε τα πάντα με βάση την πίστη και όχι με βάση την λογική. Όταν άρχισε η αιμόπτυση του Γέροντός μας, τότε είπε ο μεγάλος Γέροντας: «Αρσένιε, τελείωσε. Πρέπει να φύγουμε. Εάν και ο Ιωσήφ αρρώστησε τι θα κάνουμε εδώ μέσα»; Ο Χαράλαμπος ήταν ιερέας, ο παπα-Εφραίμ ήταν φιλάσθενος και άρρωστος εξ αρχής, ο γερο-Αρσένιος ήταν 70 χρονών, είχαν πλέον πρόβλημα συντηρήσεως, ποιος θα έφερνε σε πέρας τις καθημερινές εργασίες, αφού ο Γέροντάς μας Ιωσήφ ήταν αυτός που τις διεκπεραίωνε.
Τον Σεπτέμβριο του 1953, μία νύχτα με φεγγάρι, πήραν στον ώμο τους τα ελάχιστα πράγματά τους και κατέβηκαν στην Νέα Σκήτη σε κάποιες μεμονωμένες καλύβες γύρω από τον πύργο της Σκήτης. Εκεί στην Νέα Σκήτη ο Γέροντάς μας Ιωσήφ για ένα χρόνο, από τον Μάϊο του 1957 έως τον Μάιο του 1958, υπηρέτησε και σαν Δίκαιος. Πριν ακόμη την κοίμηση του μεγάλου Γέροντος είχε αποκτήσει πνευματικό πλούτο που από την πολλή του αγάπη σκόρπιζε σε όσους είχαν ανάγκη συμβουλής και παρηγοριάς. Υπάρχουν επιστολές εκείνης της περιόδου όπου φαίνεται το μεγάλο ύψος της πνευματικής εμπειρίας του υποτακτικού μοναχού Ιωσήφ, ενώ η θεολογία του δεν προερχόταν από ακαδημαϊκή γνώση, εξάλλου τέτοια δεν είχε, αλλά ήταν προσωπικό βίωμά του.
Όταν αρρώστησε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής με καρδιακή ανεπάρκεια τον Ιανουάριο του 1959 ανέλαβε ο Γέροντάς μας πρωτοβουλία για την θεραπεία του. Γράφει σε μία επιστολή του: «Χωρίς να τον ερωτήσω, γιατί δεν μου επέτρεπε, εμερίμνησα με τον παπα-Εφραίμ και εφέραμεν γιατρόν από έξω κατ’ ευθείαν και χάρις τω Θεώ εκερδίσαμεν φαίνεται την μάχην. Ο γιατρός ήτο κατ’ ευχήν καλός επιστήμων και η διάγνωσις πέτυχε. Τώρα κάνωμεν την κατά συνταγήν θεραπείαν και τα αποτελέσματα είναι καλά. Η πάθησις είναι της καρδίας και είναι προχωρημένης μορφής, ελπίζομεν όμως καλά αποτελέσματα εκεί που τα πάντα ήσαν χαμένα».
Τελικά ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής κοιμήθηκε οσιακά την ημέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας την οποία ευλαβείτο τόσο πολύ, στις 15 Αυγούστου 1959 σε ηλικία 62 ετών. Από τον Οκτώβριο του 1959, παρακινούμενος από πνευματικά παιδιά του μεγάλου Γέροντος, ο Γέροντάς μας άρχισε να συγγράφει τον βίο του και το 1963 είχε ολοκληρώσει την πρώτη βιογραφία σε επιστολιμαία μορφή[11].
Υπολογίζεται ότι από την “ρίζα” του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προέρχονται άμεσα, περισσότεροι από 1000 μοναχοί και μοναχές. Επειδή το προγνώριζε αυτό ο Γέροντας δεν επέτρεψε στους υποτακτικούς του μετά τον θάνατό του να ζήσουν μαζί, αλλά τους χώρισε, κάτι ασυνήθιστο βέβαια στην αγιορειτική τάξη. Προγνώριζε ότι αυτοί θα γίνουν Ηγούμενοι και Γέροντες μεγάλων κοινοβίων. Όταν βρισκόταν στις σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννης τον είχε επισκεφθεί ο Ιωάννης Μπίτσιος από την Ουρανούπολη, την περίοδο που ο Γέροντας είχε αποκτήσει τους τρεις υποτακτικούς του, Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό, Γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη και Γέροντα Χαράλαμπο Διονυσιάτη. Ο κ. Μπίτσιος ρώτησε τον Γέροντα αν αυτοί οι τρεις νέοι μοναχοί ήταν της συνοδείας του και ο Γέροντας Ιωσήφ του αποκρίθηκε προφητικά: «Βλέπεις αυτά τα καλογέρια Γιάννη; Θα έρθει ώρα που αυτά τα καλογεράκια θα γεμίσουν με μοναχούς το Άγιον Όρος». Αυτή η προφητεία επαληθεύτηκε με την Χάρη του Θεού παρόλες τις λογικά αντίξοες και αδύνατες συνθήκες και περιστάσεις. Γιατί εκτός από το ότι, τρία καλογεράκια τι θα μπορούσαν να κάνουν; ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής αρχικά ήταν με τους Ζηλωτές, αλλά κατόπιν αποκαλυπτικού οράματος και θείας φωνής που του έλεγε ότι «η ζώσα Εκκλησία είναι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο» επέστρεψε σε κοινωνία με την κανονική Εκκλησία παρόλο τον πόλεμο και τις συκοφαντίες που δέχτηκε από τους Ζηλωτές. Όλα κατευθύνονταν από την θεία Πρόνοια. Και η αποδοχή των συγκεκριμένων υποτακτικών του, και η απομάκρυνσή του από τους Ζηλωτές, και ο χωρισμός των υποτακτικών του σε διαφορετικές συνοδείες.
Το γεγονός ότι στα σημερινά κοινόβια του Αγίου Όρους συμβαδίζουν η υπακοή και η ησυχία, ότι υπάρχει αυτή η σύζευξη μεταξύ υπακοής και ησυχίας, νομίζουμε ότι οφείλεται κατά κύριο λόγο στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή και τους υποτακτικούς του. Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ παρέλαβε ως γνήσιος υποτακτικός το υποτακτικό αλλά και το ησυχαστικό πνεύμα του μακαρίου Γέροντός του Ιωσήφ του Ησυχαστού. Αυτό το πνεύμα παραλάβαμε και εμείς από τον αείμνηστο Γέροντά μας Ιωσήφ και προσπαθούμε με τις ταπεινές δυνάμεις μας να το διαφυλάξουμε και να το παραδώσουμε και στους μεταγενεστέρους.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Ομιλία σέ Σύναξη της Αδελφότητας.
2 Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Ή Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, ‘Άγιον Όρος η2016, σσ. 121-124.
3 Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός, Γέροντας Εφραίμ ό Κατουνακιώτης, έκδ. Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, ‘Άγιον Όρος 22002, σ. 88
4 Ψαλμ. 35,9.
5 Ιωσήφ Μ.Δ., Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης, χ.τ. 2002, σ. 94.
6 Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 14, έκδ. Ιερά Μονή Φιλοθέου, ‘Άγιον Όρος 620 03, σ. 104 και σ. 102.
7 Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, ‘Άγιον Όρος η2016, σσ. 134-135.
8 Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ό Γέροντας ’Ιωσήφ ό Ησυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Ή Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, ‘Άγιον Όρος u2016, σσ. 155-157.
9 Ό.π., σσ. 138-139.
10 Βλ. ό.π., σσ. 77-82.
11 Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας Χάριτος εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Επιστολιμαία βιογραφία Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, ‘Άγιον Όρος 2005.

συγχρονος πνευματηκος λογος

Μια συνέντευξη από το Περιβόλι της Παναγίας στην οποία ο λόγος πού απορρέει από την ύπερεξηκονταετή ασκητική πείρα του γέροντα Ιωσήφ, ακούγεται διαχρονικός σε σύγχρονα υπαρξιακά ζητήματα.
Σεβαστέ γέροντα, θα θέλαμε να αναφερθείτε ατό ορθόδοξο ασκητικό ήθος των Αγιορειτών πατέρων.
Οί Αγιορείτες, παιδί μου, είναι συνεχιστές της ακριβούς πατερικής ορολογίας. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Αυτό πού δημιούργησαν οι πρώτοι Πατέρες, οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι, αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ό μοναχισμός ξεκίνησε από το βάθος της Αιγύπτου τον 4ο αιώνα. Μετά από τη θεμελίωση του από τον Μεγάλο Αντώνιο το μεγάλωσαν, το αύξησαν οι λεγόμενοι Ταβεννησιώτες, στην Ταβέννηση πού ευρίσκονταν. Το μετέφεραν στην Παλαιστίνη, αρχικά ό Μέγας Ευθύμιος, καί υστέρα ό άγιος Σάββας. Ό άγιος Σάββας δημιούργησε τη Λαύρα, κοινόβιο μεν, αλλά υπήρχε ελευθερία προσευχής καί διαίτης κατά βούληση. Κατόπιν ό Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε την ιδιορρυθμία καί εφήρμοσε την απόλυτη έννοια του κοινοβιακού συστήματος. Στή συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, άφοϋ εκείνα τα μέρη τα είχε πλέον ή λαίλαπα της ισλαμικής κατάρας αφανίσει. Δημιουργήθηκε το λεγόμενο Στούδιο με ηγεμόνα, με αρχηγό καί
πνευματικό πατέρα τον Θεόδωρο, ό όποιος υπέστη τέσσερις εξορίες μαζί με πλήθος μοναχών χάριν της εικονομαχίας. Τον 10ο αιώνα, ένα μέλος της στουδιτικής αυτής γραμμής, ήταν ό Αθανάσιος ό Λαυριώτης, ό Άθωνίτης. Αυτός ό όποιος μετέφερε εδώ στον Αθωνα την ακρίβεια της συνεχείας της στουδιτικής παραδόσεως πού ήταν ακριβώς ή Πατερική. Εκτοτε συνεχίζει αυτή ή γραμμή μέχρι σήμερα. Τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει, ό σκοπός είναι ένας. Ό μοναχισμός, παιδί μου, δεν είναι κάτι το όποιο είναι ανθρώπινη εκλογή ή ανθρώπινη έπινόησις ή σκέψη ή φαντασία. Ό μοναχισμός είναι πρόσκληση… καί κάτι παραπάνω, έλξη. «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν» (Ίωάν. 6,44). Στό πλήθος των χριστιανών λέει ό Κύριος μας: «Ούχ ύμεϊς με έξελέξασθε, άλλ’ εγώ έξελεξάμην υμάς, καί έθηκα υμάς ϊνα ύμεϊς ύπάγητε καί καρπόν φέρητε» (Ίωάν. 15, 16). Στούς μοναχούς όμως εκδηλώνει μία ιδιαίτερη πρόνοια καί λέει: «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν». Αρα, λοιπόν, οί μοναχοί είλκύσθησαν από την θεία Πρόνοια με ένα σκοπό• να επαναφέρουν την ισορροπία της ανθρώπινης

ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ι Ε Ρ Α  Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Σ  Φ Λ Ω Ρ Ι Ν Η Σ  Π Ρ Ε Σ Π Ω Ν  κ Ε Ο Ρ Δ Α Ι Α Σ
Ι . Ν .  Α Γ Ι Ο Υ  Ι Ω Α Ν Ν Ο Υ  Π Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ  Π Τ Ο Λ Ε Μ Α Ϊ Δ Ο Σ
Ἀ π ό  τ ό ν  π λ ο ῦ τ ο  κ α ί  τ ή  σ ο φ ί α  τ ῶ ν  Π α τ έ ρ ω ν
Φ 015ο, 16η Ἀπριλίου 2000, Ἐκκλ. Ἔτος Α΄ αφ 02ο
Γνωρίζουμε τήν ἁμαρτία;
Εἶναι πολύ φοβερό πράγμα ἡ ἁμαρτία, ἀλλά καί
βαριά ἀρρώστια τῆς ψυχῆς ἡ παρανομία, γιατί
ἐξασθενεῖ τή δύναμή της καί γίνεται αἰτία νά
κολασθεῖ στήν αἰώνια φωτιά.
Πολύ φοβερό κακό λοιπόν ἡ ἁμαρτία, ὅπως εἴπαμε,
ἀλλά ὄχι ἀθεράπευτο· φοβερό γιά ἐκεῖνον πού τό
κατέχει, ἀλλά εὐκολοθεράπευτο γιά ἐκεῖνον, πού τό
ἀποβάλλει μέ τή μετάνοια.
Ὑπόθεσε ὅτι κάποιος κρατάει στό χέρι του φωτιά.
Ὅσο κρατάει τό πύρινο κάρβουνο ὁπωσδήποτε καίεται.
Μόλις ὅμως πετάξει τό κάρβουνο, ἀπομακρύνει
συγχρόνως κι αὐτό πού τόν καίει.
Ἄν κάποιος νομίζει, ὅτι δέν καίεται ἁμαρτάνοντας,
σ’ αὐτόν ἡ Γραφή λέει· μπορεῖ νά βάλει κανείς
ἀναμμένα κάρβουνα στόν κόρφο του καί νά μήν κάψει
τά ροῦχα του;
Γιατί ἡ ἁμαρτία καίει φοβερά· ἀποδυναμώνει τά
νεῦρα τῆς ψυχῆς· συντρίβει τά νοητά ὀστᾶ τῆς
διάνοιας· συσκοτίζει τή φωτεινότητα τῆς καρδιᾶς.
Τί εἶναι ἡ ἁμαρτία;
Εἶναι ζῶο; Εἶναι ἄγγελος; Εἶναι δαίμονας; Τί εἶναι
αὐτό πού ἐνεργεῖ; Ἄνθρωπέ μου, δέν εἶναι ἐχθρός
ἐξωτερικός πού σέ ἀντιμάχεται, ἀλλά δικό σου
γέννημα, πού ξεφυτρώνει αὐτοπροαίρετα ἀπό μέσα σου.
Κοίταζε μέ καθαρά μάτια καί δέν θά ἔχεις κακή
ἐπιθυμία. Φέρνε στό νοῦ σου τή μέλλουσα κρίση καί
τότε δέν θά κυριαρχήσει σέ σένα οὔτε πορνεία, οὔτε
μοιχεία, οὔτε κανένα ἄλλο ἀπ’ τά παρανομήματα.
Ὅταν ὅμως λησμονήσεις τόν Θεό, τότε ἀρχίζεις νά
σκέπτεσαι πονηρά καί νά κάνεις παρανομίες.
Χρειάζεται προσοχή
Δέν εἶσαι ὅμως ἐσύ μόνο ἀρχηγός τοῦ λογισμοῦ.
Ὑπάρχει καί κάποιος πολύ κακός ὑποβολέας.
Ὑποβάλλει βέβαια ἐκεῖνος τίς κακές ἐπιθυμίες, ἀλλά
δέν ἐπικρατεῖ μέ τή βία σ’ ἐκείνους πού δέν πείθονται.
Γι’ αὐτό ὁ Ἐκκλησιαστής λέει· Ἄν μπεῖ μέσα σου
πνεῦμα διαβολικό, μή τοῦ παραχωρεῖς τόπο στήν
καρδιά σου. Ἐάν τοῦ κλείσεις τήν πόρτα καί τό
ἀπομακρύνεις ἀπό κοντά σου, δέ θά σέ βλάψει.
Ἐνῶ ἄν δεχθεῖς μέ ἀδιαφορία τήν κακή ἐπιθυμία,
ριζώνει μέ τούς λογισμούς μέσα σου, αἰχμαλωτίζει τή
διάνοιά σου καί σέ ρίχνει μέσα σέ βόθρο γεμάτον ἀπό
κακά.
2
Ἄς μή ξεγελιόμαστε
Ἀλλά ἴσως πεῖς· Ἐγώ εἶμαι πιστός καί δέν μπορεῖ
νά μέ νικήσει ἡ ἐπιθυμία, ἔστω κι ἄν τή φέρνω συχνά
στό νοῦ μου.
Ξεχνᾶς ὅμως, ὅτι ἡ ρίζα πού ἐπιμένει πολλές φορές,
σπάζει ἀκόμα καί τήν πέτρα; Μή δέχεσαι τό σπόρο,
γιατί θά σοῦ σπάσει τό σπόρο τῆς πίστεως.
Βγάλε ἀπ’ τή ρίζα του τό κακό, πρίν ἀκόμα ἀνθίσει,
γιατί ἄν στήν ἀρχή ἀδιαφορήσεις, τότε ὑπάρχει φόβος,
νά χρειασθεῖς τσεκούρι καί φωτιά.
Ὅταν ἀρχίζεις νά ἔχεις ἐνοχλήσεις στά μάτια σου,
θεράπευσέ τα ἀμέσως, γιά νά μή φτάσεις νά ζητᾶς
γιατρό, ὅταν θά ἔχεις τυφλωθεῖ τελείως.
Ποιός εἶναι ὁ ἀρχηγός;
Ἀρχηγός λοιπόν τῆς ἁμαρτίας καί πατέρας τῶν
κακῶν λογισμῶν εἶναι ὁ διάβολος.
Αὐτός βάζει μέσα σ’ ἐκείνους, πού πείθονται σ’
αὐτόν, τίς ἐπιθυμίες· ἀπ’ αὐτόν προέρχεται ἡ μοιχεία,
ἡ πορνεία, ἀλλά καί κάθε κακό.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ προπάτοράς μας Ἀδάμ μέ τήν
παρακοή διώχτηκε ἀπ’ τόν Παράδεισο, πού ἀπό μόνος
του παρήγαγε θαυμάσιους καρπούς, καί τόν ἀντάλλαξε
μέ τή γή πού φυτρώνει ἀγκάθια.
3
Δέν ὑπάρχει λύσις;
Ἄς μήν ἀπελπιζόμαστε ἀδελφοί μου. Ἄς μήν
ρίξουμε τούς ἑαυτούς μας σέ κατάσταση ἀπελπισίας.
Διότι εἶναι φοβερό νά μήν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν
ἐλπίδα τῆς σωτηρίας· γιατί αὐτός πού δέν περιμένει
σωτηρία, ρίχνεται ὁλόψυχα στό κακό· ἐνῶ ὅποιος
ἐλπίζει στή θεραπεία του, φροντίζει πάρα πολύ τόν
ἑαυτό του.
Διότι κι ὁ ληστής, πού δέν περιμένει χάρη, φτάνει
σέ ἀπόγνωση· ὅταν ὅμως ἐλπίζει νά λάβει συγχώρηση,
πολλές φορές ὁδηγεῖται στή μετάνοια.
Ἄν τό φίδι ἀποβάλλει ἀπό πάνω του τό γερασμένο
δέρμα του, ἐμεῖς δέν θ’ ἀποβάλλουμε τήν ἀμαρτία; Ἄν
ἡ γεμάτη ἀγκάθια γῆ, ὅταν ὀργανωθεῖ καλά, γίνεται
καρποφόρα, γιά μᾶς εἶναι ἀκατόρθωτη ἡ σωτηρία;
Εἴμαστε πλασμένοι γιά σωτηρία ἀρκεῖ νά τό θέλουμε.
Ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος
Ὅλα τ’ ἁμαρτήματά μας δέν ξεπερνοῦν τό μέγεθος
τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ. Τά τραύματά μας δέν
νικοῦν τή μεγάλη πεῖρα τοῦ ἀρχιάτρου. Ἄς
παραδώσουμε μόνο τόν ἑαυτό μας μ’ ἐμπιστοσύνη στόν
μεγάλο γιατρό καί θά γευθοῦμε τή σωτηρία μας.
Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Β΄ Κατήχησις Φωτιζομένων
4

Διδαχές Γερόντων


  α’. Για το θάνατο
1.   Ο Γέροντας  Φιλόθεος έλεγε ότι ο άνθρωπος στην παρούσα ζωή περνάει από πολλές δυσκολίες, τις όποιες πρέπει να αντιμετωπίζει με πίστη στο Θεό. Ειδικό­τερα τόνιζε: «Ή παρούσα πρόσκαιρη ζωή μοιάζει με θά­λασσα και εμείς οι άνθρωποι είμαστε πλοιάρια. Και όπως τα πλοία πού ταξιδεύουν στη θάλασσα δεν συναντούν μό­νο γαλήνη αλλά πολλές φορές συναντούν ισχυρούς ανέ­μους και μεγάλες τρικυμίες και
κινδυνεύουν, έτσι και ε­μείς, οι όποιοι ταξιδεύουμε στη θάλασσα της πρόσκαιρης ζωής, συναντούμε πολλές φορές ισχυρούς ανέμους, και μεγάλες τρικυμίες, σκάνδαλα, πειρασμούς, ασθένειες, θλί­ψεις,   στενοχώριες,   διωγμούς και  διάφορους κινδύνους. Δεν πρέπει όμως να δειλιάζουμε. Να έχουμε θάρρος, αν­δρεία, πίστη. Και αν ως άνθρωποι ολιγόψυχοι και ολιγόπιστοι δειλιάσουμε στους κινδύνους, να φωνάξουμε στο Χριστό όπως ό Πέτρος και εκείνος θα απλώσει το χέρι του και θα μας βοηθήσει».
2.  Οι Γέροντες αντιμετώπιζαν το θάνατο με γενναιό­τητα και βαθιά πίστη στην αιώνια ζωή. Ενδιαφέροντα τα όσα έλεγε παραβολικά ο Γέροντας  Γεώργιος, καθώς αισθανόταν ότι το τέλος της επίγειας ζωής του ήταν πολύ κοντά: «Πρέπει να φύγω. Είναι θέλημα Θεού και πρέπει να φύγω, γιατί η αμαρτία προχώρησε πολύ. Μέσα στο βούρκο της αμαρτίας κυλιέται ο κόσμος και δεν το κατα­λαβαίνει. Και αυτά έμενα με κουράζουν. Πρέπει να φύγω. Εκείνο πού λυπάμαι όμως είναι τα δέντρα πού φύτεψα στο περιβόλι, γιατί είναι ακόμα μικρά και αδύνατα. Δεν πρόλαβαν να μεστώσουν, να γίνουν δέντρα με γερό κορμό και με τον πρώτο αέρα θα λυγίσουν». «Έκανα ένα κοπάδι πρόβατα και είμαι τσοπάνος και φροντίζω τα πρόβατα μου να είναι όπως εγώ τα θέλω. Όταν όμως θα φύγω, το κοπάδι μου θα σκορπίσει.  Θα μείνουν βέβαια πρόβατα στη μάντρα μου, αλλά πολλά θα φύγουν και θα ταλαν­τεύονται εδώ και εκεί. Θα έρθουν και ξένα πρόβατα στη μάντρα μου και θα διδαχτούν από τα πιστά μου πρόβατα και δεν θα λυγίσουν με κανένα τρόπο». Και άλλοτε έλεγε σε πνευματικά του τέκνα: «Μη στενοχωριέστε, γιατί όλοι θα φύγουμε από εδώ. Περαστικοί διαβάτες είμαστε. Εδώ ήρθαμε για να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».
3. Για τη μνήμη του θανάτου, ό Γέροντας Δανιήλ έλεγε:  «Όταν θυμάμαι το θάνατο, πατώ την αλαζονεία μου, κατανοώ ότι δεν είμαι τίποτα, συναισθάνομαι ότι ό πλούτος, η τιμή και η φθαρτή φαντασία είναι μάταια και ανωφελή και μόνο η ταπεινή επίγνωση του εαυτού μου και ή αγάπη του πλησίον μου και τα παραπλήσια με αυτά καλά μπορούν να με βοηθήσουν κατά την ώρα της εξόδου μου. Όταν όμως αποχαιρετήσω τη μνήμη του θανάτου, τότε και το λογιστικό και το επιθυμητικό και το θυμικό της ψυχής μου γεμίζουν με ξένους και αντίξοους λογισμούς και γίνομαι χλεύη ανθρώπων και δαιμόνων».
4. Σε ερώτηση κάποιας γυναίκας αν είναι αμαρτία η επιθυμία του θανάτου, ό Γέροντας Ιωήλ απάντησε: «Αν επιθυμείς να πεθάνεις για να απαλλαγείς από τα βάσανα, βέβαια είναι αμαρτία, διότι είναι σαν να γογγύζεις κατά του Θεού πού επιτρέπει τα βάσανα σου. Αν όμως επιθυ­μείς να πεθάνεις για να μην αμαρτάνεις και λυπείς με τις αμαρτίες σου το Θεό, αυτό δεν είναι καθόλου αμαρτία. Αν πάλι επιθυμείς να πεθάνεις, διότι δεν αντέχεις το χω­ρισμό σου από το Θεό και θέλεις να μεταβείς το συντο­μότερο κοντά του, τότε η επιθυμία σου αυτή είναι τρισευλογημένη».
5.  Ρώτησαν το Γέροντα Επιφάνιο αν φοβάται το θάνατο και εκείνος απάντησε: «Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».
6.  Έλεγε ό Γέροντας Αμφιλοχίας: «Με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος πετυχαίνει την πνευματική του ανύ­ψωση,   μεταμορφώνεται,   γίνεται   άλλος   άνθρωπος,   του φεύγει ό φόβος. Δεν φοβάται το θάνατο και τούτη τη ζωή, όσο καλή και αν φαίνεται, τη θεωρεί σκλαβιά».
β’. Για την ψυχή
1.   Ό Γέροντας  Πορφύριος είχε παρακολουθήσει μερικά μαθήματα ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο, για να του λυθεί ή απορία, πώς είναι δυνατό να υπάρχουν ψυχία­τροι πού δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής. Και συμ­πέρανε: «Οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι μοιάζουν με τον τυφλό, πού με την αφή προσπαθεί να καταλάβει τα πράγ­ματα πού βρίσκονται γύρω του. Ή ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ό Θεός τη γνωρίζει».
2.  Για την αξία της ψυχής, ο Γέροντας Ιωήλ έλεγε: «Η αξία της ψυχής είναι άπειρη. Και είναι προφανές τούτο. Όταν θέλουμε να καθαρίσουμε ένα ύφασμα, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε σαπούνι ακριβότερο από το ύφασμα. Το σαπούνι πού θα χρησιμοποιήσουμε θα είναι φθηνότερο από το ύφασμα ή, το πολύ – πολύ, ίσης αξίας. Με τι πλύθηκε και καθαρίστηκε η ανθρώπινη ψυχή; Με το αίμα του Κυρίου! πόση είναι η αξία του αίματος του Κυρίου; Άπειρη! Άρα άπειρη πρέπει να είναι και η αξία της ανθρώπινης ψυχής πού καθαρίστηκε με αυτό».
γ’. Η φιλαργυρία
1. Για τους ανθρώπους πού είναι προσκολλημένοι στα
υλικά αγαθά, ό Γέροντας Παίσιος τόνιζε: «Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, πού αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη. Για να θερα­πευθεί θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά — σιγά το χέρι του, και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».
2. Ό Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε. Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι, εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμ­φωνα με το θέλημα του ή όχι».